Archive

Archive for the ‘Άγνωστοι Ήρωες’ Category

Ο άνθρωπος που έσωσε πάνω από το 15% των Ελλήνων της Μικρασίας το 1922

Άσα Τζένινγκς. Λίγοι στην Ελλάδα και την Τουρκία γνωρίζουν το όνομά του. Είναι ο άνθρωπος που έσωσε πάνω από το 15% του πληθυσμού της Ελλάδας.

Σεπτέμβρης του 1922. Τελειώνει ο πόλεμος της Ελλάδας με την Τουρκία. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο ελληνικός στρατός εγκαταλείπει την πόλη και οι Τούρκοι μπαίνουν στη Σμύρνη. Αρχίζουν πογκρόμ, ληστείες και δολοφονίες, στις οποίες παίρνουν ενεργό μέρος και οι ντόπιοι Μουσουλμάνοι.

Στις 13 Σεπτεμβρίου ξεκινά πυρκαγιά, την φωτιά κατευθύνουν προς τις χριστιανικές συνοικίες, φτιάχνοντας διάδρομο με εύφλεκτα υγρά. Στην προσπάθεια να σωθούν από την πύρινη λαίλαπα, οι περισσότεροι Χριστιανοί στοιβάζονται στην προκυμαία. Οι Τούρκοι στρατιώτες περικυκλώνουν την παραλία, αφήνοντας τον κόσμο χωρίς νερό και τροφή.

Πολλοί από αυτούς πέθαναν από την πείνα και την δίψα, άλλοι αυτοκτόνησαν, πέφτοντας στη θάλασσα. Οι φόνοι, οι εμπρησμοί, οι λεηλασίες και οι βανδαλισμοί γίνονταν κάτω από την μύτη των «συμμάχων», που παρακολουθούσαν αδιάφοροι από μακριά τον «συνωστισμό στην αποβάθρα». Φωτογράφιζαν απαθέστατοι το «show», πετώντας μάλιστα πίσω στην θάλασσα τους απεγνωσμένους που έφταναν ως τα πλοία.

Προδομένοι από τους ξένους αλλά -το χειρότερο- και από τους Έλληνες, όσοι τελικά σώθηκαν, το κατάφεραν ύστερα από την ανθρωπιστική παρέμβαση του Αμερικανού Άσα Τζένιγκς που μεσολάβησε και τελικά ύστερα από δύο ημέρες δόθηκε η δυνατότητα σε χιλιάδες πρόσφυγες να βρουν καταφύγιο στα «Πλοία της Συμπόνιας» και να καταλήξουν στην Ελλάδα.

Προπομπός του Τζένιγκς και φωτεινή εξαίρεση της διεθνούς απάθειας μπροστά στο έγκλημα ήταν ένας άγνωστος Ιάπωνας πλοίαρχος που τις ώρες της μεγάλης σφαγής μόνος αυτός και το πλήρωμα του άδειασαν στην θάλασσα το φορτίο τους για να μαζέψουν όσον το δυνατόν περισσότερες κυνηγημένες ψυχές.

Από τις προκυμαίες έφευγαν οι βάρκες γεμάτες με Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες, κατευθύνονταν προς τα ξένα πλοία, που παρέμεναν για να υπερασπιστούν και να δεχτούν τους συμπατριώτες τους, αλλά δεν είχαν διαταγές να δεχτούν τους ντόπιους για να μην προσβάλουν τους Τούρκους. Όταν οι βάρκες προσάραζαν στα βρετανικά πολεμικά πλοία και προσπαθούσαν να δέσουν, οι ναύτες έκοβαν τα σκοινιά.

Μερικές βάρκες καταποντίστηκαν, τους ανθρώπους τους έριχναν στη θάλασσα και από την προκυμαία άλλοι προτιμούσαν να πνιγούν κι από μόνοι τους. Κάποιοι προσπαθούσαν να ανέβουν στα πλοία αλλά οι Άγγλοι τους έλουζαν με καυτό νερό.

Οι Ιταλοί, που έμειναν στη θάλασσα της Σμύρνης περισσότερο από τους άλλους, δέχονταν στα πλοία όσους κατάφεραν να τους πλησιάσουν.
Οι Γάλλοι δέχονταν μόνο όσους μπορούσαν να προφέρουν στα γαλλικά έστω με κακή προφορά «Είμαι Γάλλος, όλα τα χαρτιά μου κάηκαν.» Σε λίγο τους Αρμένιους καθηγητές περικύκλωσαν πιτσιρίκια και προσπαθούσαν να μάθουν αυτή τη μαγική φράση.

Ο πλοίαρχος του αμερικάνικου αντιτορπιλικού έδιωχνε τα παιδιά, φωνάζοντας: «Μόνο Αμερικάνοι!» Στα πολεμικά πλοία οι ξένοι ναυτικοί παρακολουθούσαν με τα κιάλια τη σφαγή και φωτογράφιζαν. Αργότερα άρχισαν να παίζουν οι μπάντες, στραμμένες προς την προκυμαία. Δεν άντεχαν να ακούνε τον κόσμο να σφάζεται. Όμως ο Τζένινγκς δεν ήταν από τους ανθρώπους, που θεωρούσε, ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».

Ούτε από εκείνους, που ξεχώριζε τους ανθρώπους σύμφωνα με το θρησκευτικό τους «πιστεύω». Σύμφωνα με μια αρμενική παροιμία, «μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου κοιμάται ένα λιοντάρι».

Όταν ο ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τη Σμύρνη, είχε οργανώσει την Επιτροπή Σωτηρίας και παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια στον πληθυσμό. Μετά από την πυρκαγιά η έλλειψη νερού, καυσίμων και γενικώς – της τάξης ταλαιπωρούσε τον κόσμο, και ο Τζένινγκς πήγε στο τουρκικό στρατόπεδο για να συναντήσει τον Κεμάλ.

Οι Τούρκοι έδωσαν στον πάστορα επτά ημέρες για να φυγαδεύσει από την πόλη τον κόσμο, εκτός τους άνδρες 17-45 ετών, τους οποίους τους περίμεναν τα στρατόπεδα εργασίας προκειμένου να εργασθούν για να επανορθώσουν τις ζημιές που έγιναν από την ελληνική εκστρατεία.

Να πώς καταγράφει τα σχετικά γεγονότα ο εγγονός του Άσα Τζένιγκς, Roger: «Αφού έγινε η συμφωνία με τον Κεμάλ ο Asa ζήτησε και έλαβε μια βάρκα με πηδαλιούχο από το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Πρώτον, πήγε στο γαλλικό εμπορικό πλοίο «Pierre Loti». Το πλοίο είχε άφθονο χώρο για να αναλάβει τους πρόσφυγες για την ασφάλεια τους σε ένα κοντινό ελληνικό νησί.

Ο γάλλος καπετάνιος δεν ήθελε να εμπλακεί, και απέπλευσε με ένα άδειο πλοίο, ενώ χιλιάδες ικέτευαν να διασωθούν. Μακρύτερα στο λιμάνι ήταν ένα ιταλικό πλοίο, η Κωνσταντινούπολη.

Ο Ιταλός καπετάνιος του πλοίου συμφώνησε να αναλάβει 2000 άτομα, αλλά πρώτα έπρεπε να λάβει ένα ποσό O Asa, το θεώρησε ρεαλιστικό και πλήρωσε το τίμημα- δωροδοκία και επιβιβάσθηκαν τα 2000 άτομα.
Στη συνέχεια ο Ιταλός καπετάνιος απαίτησε μια αύξηση της δωροδοκίας. Όταν τους προκάλεσε ο Jennings, οι Ιταλοί είπαν ότι οι Έλληνες μπορεί να μην αφήσουν τους πρόσφυγες να αποβιβασθούν. Ο Asa απάντησε ότι θα πήγαινε μαζί στο ταξίδι προς το λιμάνι της Μυτιλήνης και θα αναλάβει την ευθύνη για την αποβίβαση.

Όταν το πλοίο έφθασε στην Μυτιλήνη ο Asa Κ. Jennings είδε με έκπληξη Έλληνες στρατιώτες παντού και τα πλοία να βρίσκονται αγκυροβολημένα. Δεν υπήρχαν προβλήματα να βγουν οι πρόσφυγες από το πλοίο και Asa πήγε στο ελληνικό αρχηγείο του Στρατού. Επανειλημμένα ζήτησε από τον Έλληνα στρατηγό Φράγκου τα πλοία για την απομάκρυνση των προσφύγων από τη Σμύρνη.

Οι Τούρκοι είχαν εγγυηθεί την ασφαλή διέλευση, καθώς και το Ναυτικό των ΗΠΑ είχε υποσχεθεί προστασία των ελληνικών εμπορικών πλοίων.
Ο Στρατηγός επανειλημμένα αρνήθηκε να θέσει στην διάθεση του τα πλοία και ο Asa ήταν πολύ απογοητευμένος με τον στρατηγό Φράγκου, έναν Έλληνα ο οποίος ήταν απρόθυμος να σώσει 300.000 από τους συμπατριώτες του.

Ωστόσο, Jennings δεν γνώριζε εκείνη την ώρα ότι ο στρατηγός ήταν μέρος μιας ομάδας Ελλήνων αξιωματικών που σχεδίαζαν πραξικόπημα εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης.

Οι αξιωματούχοι χρειάζονταν τα πλοία και τους στρατιώτες για να κερδίσουν την εξουσία και ήταν πιο σημαντικό γι «αυτούς από τις ζωές τόσων ανθρώπων.

Καθώς ο Asa, εξαγριωμένος, βγήκε από μια νωρίς το πρωί συνάντηση με τον στρατηγό είδε ένα θωρηκτό να μπαίνει στο λιμάνι. Ο Asa Jennings επιβιβάστηκε στο ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς. Ο καπετάνιος του, Θεοφανίδης, ήταν πολύ πρόθυμος να βοηθήσει παρά το γεγονός ότι ένας ανώτερος στρατιωτικός είχε απορρίψει τον Asa. Ο Asa στη συνέχεια προχώρησε σε μια σειρά από μηνύματα για τον Έλληνα Πρωθυπουργό, τα οποία ο καπετάνιος Θεοφανίδης μετέφραζε στα ελληνικά. Τα μηνύματα εστάλησαν από την αίθουσα ραδιοφώνου (ασυρμάτου) ως κωδικοποιημένα μηνύματα για ασφάλεια.

Στην αρχή η απάντηση ήταν ο πρωθυπουργός κοιμόταν. Ο Asa ζήτησε ο πρωθυπουργός να ξυπνήσει. Στη συνέχεια, ο πρωθυπουργός ήθελε μια συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Αγγελιοφόροι έπρεπε να σταλούν σε όλη την Αθήνα για να αφυπνίσουν τους υπουργούς να παραστούν στη συνεδρίαση.

Ο Asa είχε μια επταήμερη προθεσμία και βρισκόταν αντιμέτωπος με κυβερνητικούς αξιωματούχους που δεν συμμερίζονται την αίσθηση του επείγοντος. Τέλος, ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του, απάντησε λέγοντας ότι δεν θα μπορούσαν τα πλοία να πάνε στη Σμύρνη.
Φοβόντουσαν ότι οι Τούρκοι θα συλλαμβάνανε τα πλοία και θα εισέβαλαν στην συνέχεια στα ελληνικά νησιά.

Ύστερα από αυτό ο Asa έστειλε τελεσίγραφο. Εάν τα πλοία δεν διατίθεντο για τη διάσωση των Ελλήνων και άλλων στη Σμύρνη, το επόμενο μήνυμα του Asa δεν θα ήταν σε κώδικα. Το μήνυμα θα σταλεί ανοιχτά έτσι ώστε ο κόσμος θα γνωρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε τους Τούρκους να σκοτώσουν 300.000 Έλληνες πολίτες.

Ο εκβιασμός λειτούργησε. Όλα τα πλοία στην περιοχή τέθηκαν υπό έλεγχο Asa, καθιστώντας τον προσωπικά υπεύθυνος για κάθε πλοίο που θα χανόταν. Οι καπετάνιοι των εμπορικών πλοίων ενημερώθηκαν ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε επιτάξει τα πλοία τους και άρχισαν να σηκώνουν ατμό για την Σμύρνη.

Οι καπετάνιοι φοβόντουσαν να μπούνε σε ένα τουρκικό λιμάνι.
Κάποιοι είπαν ότι τα πλοία τους είχαν μηχανικά προβλήματα και δεν θα είναι σε θέση να κάνουν το ταξίδι. Ο καπετάνιος Θεοφανίδης διέταξε τους καπετάνιους των εμπορικών πλοίων για μια συνάντηση στο θωρηκτό Κιλκίς.

Ενημέρωσε τους καπετάνιους των εμπορικών πλοίων ότι θα αντιμετωπίσουν στρατοδικείο εάν τα πλοία τους δεν ήταν έτοιμοι να φύγουν από τα μεσάνυχτα.

Όλα τα πλοία έπλεαν τα μεσάνυχτα με τον Asa στο πρώτο πλοίο».
Όλα τα πλοία στο Αιγαίο τίθενται στη διάθεσή σας για την απομάκρυνση των προσφύγων της Σμύρνης.

Του παραχώρησαν 26 πλοία, με τα οποία κατάφερε να βγάλει πάνω από 350.000 άτομα (οι Τούρκοι έδωσαν παράταση μέχρι 11 ημέρες). Ταυτόχρονα έφτασαν εκκλήσεις για βοήθεια και από άλλα λιμάνια, και η ελληνική κυβέρνηση αύξησε τον αριθμό των πλοίων σε 55.

Όταν η απομάκρυνση των προσφύγων από την Σμύρνη ολοκληρώθηκε οι Τούρκοι αξιωματούχοι επέτρέψαν τον Asa να πάει τα πλοία σε όλα τα λιμάνια από την Μαύρη Θάλασσα ως τη Συρία.

Ένας άγνωστος, ένα παιδί για τα θελήματα στην Χριστιανική Ένωση, ο πιο ασυνήθιστος «ναύαρχος» στην ιστορία, ο 44χρονος Αμερικανός Άσα Τζένινγκς (1877-1933), καμπούρης με 1.60 μπόι, μεθοδιστής πάστορας, έγινε διοικητής όλου του ελληνικού στόλου.

Κάνοντας δυο δρομολόγια, ο Τζένινγκς φυγάδεψε 58.000 άτομα. Τα πλοία του αμερικανικού και αγγλικού στόλου άρχισαν επίσης να μεταφέρουν κόσμο, και προς τα τέλη του Οκτώβρη την Τουρκία εγκατέλειψαν 200.000 άτομα.

Μέχρι το Δεκέμβριο 500.000 άνθρωποι είχαν σωθεί. Ο πατριάρχης της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας ανέφερε ότι 1.250.000 άνθρωποι απομακρύνθηκαν με ασφάλεια μέχρι η επιχείρηση διάσωσης να ολοκληρωθεί.

Η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζοντας ότι Asa Κ. Jennings απέκτησε το σεβασμό, τη φιλία και την εμπιστοσύνη του Μουσταφά Κεμάλ και της τουρκικής κυβέρνησης τον διόρισε να είναι ο διπλωμάτης που εκπροσωπεί την Ελλάδα για τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων πολέμου στη Συνθήκη της Λοζάννης.

Για την υπηρεσία του στην Ελλάδα, στον Asa Jennings Κ. απονεμήθηκε το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο στην Ελλάδα, το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας και η υψηλότερο πολιτική διάκριση Αυτή ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που ένα άτομο έλαβε τις υψηλότερες στρατιωτικές και μη στρατιωτικές διακρίσεις ταυτόχρονα.

Ο Άσα Τζένινγκς πέθανε το 1933. Λίγοι στην Ελλάδα και την Τουρκία γνωρίζουν το όνομά του. Και δεν υπάρχει ούτε ένα μνημείο, αφιερωμένο στον άνθρωπο, που έσωσε πάνω από το 15% του πληθυσμού της Ελλάδας.

ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΒΟΥΡΛΙΩΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
Πηγή: National Pride

Αυτός ο τεράστιος Έλληνας αθλητής!

Σχόλιο MacedonianΑncestry. Για τον Στέλιο Κυριακίδη είχαμε γράψει άλλη μια φορά πριν κανένα τετράμηνο. Μάλιστα εκείνο το άρθρο ήταν μέσα στα πρώτα 20 που μπήκαν σε αυτό το blog! Παρακάτω παραθέτουμε ένα άρθρο που πάνω-κάτω λέει τα ίδια πράγματα. Μου άρεσε όμως και το έβαλα…

kyriakidis

Ο «Ντόπερμαν» Βασίλης Γαλούπης θυμάται την επέτειο από την ημέρα γέννησης ενός τεράστιου Έλληνα αθλητή, του Στέλιου Κυριακίδη, τόσο «επίκαιρου» όσο ποτέ, αλλά και τόσο άγνωστου ακόμα και σήμερα.

Στην Πάφο γεννήθηκε, σαν σήμερα. Στις 4 Μαϊου 1910. Πάνω από έναν αιώνα πια. Φτωχόπαιδο ήταν και κάποια στιγμή ξεκίνησε τον αθλητισμό στην Λεμεσό. Του άρεσε να τρέχει από πιτσιρίκι… Κατάφερε, μάλιστα, να πάρει μέρος ως δρομέας με την ελληνική εθνική ομάδα στους ολυμπιακούς αγώνες του 1936!

Αγροτόπαιδο, με έρωτα για τον αθλητισμό και ταλέντο, από το 1934 τα μαζεύει και μετακομίζει στο Χαλάνδρι. Έπιασε δουλειά στην ΔΕΗ (τότε Ηλεκτρική Εταιρεία) και πήγαινε να μετράει τα ρολόγια στα σπίτια του κόσμου για να βγάλει το μεροκάματο.

Τα’ μπλεξε ο πόλεμος μετά. Υπέφερε ο κόσμος. Έτσι κι αυτός, έτσι και η οικογένειά του. Το 1940 έκοψε το τρέξιμο και κοίταξε μόνο να ζήσει.

Πείνα! Έβλεπε τους παλιούς του συναθλητές, εκείνη την μεγάλη ομάδα του 1930, να λιμοκτονούν ή να τους σκοτώνει ο γερμανικός κατοχικός στρατός.

Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, τέλειωσε η Κατοχή, άρχισε η φαγωμάρα του Εμφυλίου. Αδερφός να σκοτώνει αδερφό εκείνα τα μαύρα χρόνια…

Πούλησε τα μισά έπιπλα για να πάει να τρέξει!
Παίρνει την μεγάλη απόφαση το 1946 να ξανατρέξει. Λίγη προπόνηση, ελάχιστο φαγητό από τους γείτονες, δύσκολα χρόνια. Ήθελε να πάει στην Αμερική. Στην Βοστώνη. Στον φημισμένο μαραθώνιο! Ελπίζοντας ότι και μόνο με την παρουσία του θα μπορέσει να ευαισθητοποιήσει τους Αμερικάνους για να βοηθήσουν τον λαό μας που τα περνούσε δύσκολα όσο ποτέ άλλοτε.

Πώς, όμως, να αγοράσει εισιτήριο για την Αμερική; Με τι λεφτά; Μαζεύει και πουλάει τα μισά έπιπλα του σπιτιού. Πιάνει πέντε δραχμές στο χέρι, του δίνουν με τα πολλά και κάμποσα ακόμα από την δουλειά του και πάει και βγάζει αεροπορικό εισιτήριο. Μονό! Δεν είχε λεφτά για «μετ’ επιστροφής».

Μέσα από τα χαλάσματα της Αθήνας, βρήκε το κουράγιο να πετάξει για Αμερική ρισκάροντας τα πάντα. Με μοναδικό σκοπό να… τρέξει! Τίποτα άλλο!

«Θα πεθάνεις στα πρώτα χιλιόμετρα»
Ο πιο δύσκολος μαραθώνιος της εποχής – κι ακόμα φημισμένος – ήταν αυτός της Βοστώνης. Φαβορί ο τεράστιος Άγγλος Κένεθ Μπέιλι και ο Αμερικάνος, νικητής της προηγούμενης χρονιάς, Τζόνι Κέλι. Κι από κοντά ένας Καναδός αθληταράς.

Πριν τον αγώνα όλοι οι αθλητές έπρεπε να περάσουν από γιατρό. Πάει και ο Κυριακίδης, τον εξετάζουν οι Αμερικάνοι και του λένε: «Δεν μπορείς να τρέξεις…».

– Μα, γιατί; Γιατί δεν μπορώ ενώ έκανα τόσο ταξίδι;

– Είσαι πολύ αδύναμος, νεαρέ Έλληνα. Θα πεθάνεις στον δρόμο από την εξάντληση, έτσι κοκαλιάρης όπως είσαι. Δεν θα αντέξεις ούτε για μερικά χιλιόμετρα.

Παίρνει ουσιαστικά την προσωπική ευθύνη και λέει «φέρτε μου το χαρτί να το υπογράψω ότι θα τρέξω κι αναλαμβάνω όποιον κίνδυνο υπάρχει για την ζωή μου. Θα τρέξω κι ας πεθάνω εδώ πέρα…».

Αρχίζει ο αγώνας. 20 Απριλίου 1946 ήτανε… Ξεκίνησε αργά ο Στέλιος Κυριακίδης, αλλά ανέβαζε στροφές. Όλο και πλησίαζε τους πρώτους, όλο και πατούσε καλύτερα. Στο 40 χιλιόμετρο έπιασε τον Κέλι, τον πρωτοπόρο…

Ναι, κέρδισε! Με πανευρωπαϊκό ρεκόρ! Παραμιλούσε η Αμερική…

«Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου, ο Κυριακίδης για έναν λαό»
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τρούμαν καλεί τον Κυριακίδη στον Λευκό Οίκο, μαζί με τον δεύτερο, τον Αμερικάνο Τζόνι Κέλι.

Κι όταν λέμε Κέλι να αναφέρουμε ότι 15 φορές βγήκε στην καριέρα του μέσα στην πρώτη πεντάδα του μαραθωνίου της Βοστώνης, ενώ το 2000 ανακηρύχθηκε από το Runner’s World ο κορυφαίος δρομέας για τον περασμένο αιώνα.

Ρωτάει ο Χάρι Τρούμαν τον Τζόνι Κέλι: «Καλά, βρε παιδί μου. Πώς έχασες απ’ αυτόν τον κοκαλιάρη (σ.σ. έτσι τον έλεγαν οι εφημερίδες) κι αδύναμο Έλληνα;».

Απάντηση Κέλι: «Μόνο εγώ έχασα; Κανένας δεν μπόρεσε να τον κερδίσει. Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για έναν ολόκληρο λαό, για μια ιδεολογία…».

Ο Τρούμαν χαμογελάει και γυρνάει προς τον Κυριακίδη. «Εσύ, παιδί μου, είσαι άξιος συγχαρητηρίων. Για πες μου. Τι θες να κάνω για σένα; Θες ρούχα; Τρόφιμα να δυναμώσεις; Χρήματα; Ό,τι θες από μένα».

«Δεν θέλω τίποτα για μένα, μόνο για τους Έλληνες που λιμοκτονούν»
Απάντηση Κυριακίδη: «Σας ευχαριστώ, πρόεδρε. Δεν θέλω τίποτα για εμένα. Το μόνο που ζητώ, κύριε Τρούμαν, είναι να στείλετε ρούχα και τρόφιμα στα 7 εκατομμύρια Έλληνες που λιμοκτονούν. Αυτό ζητάω. Να βοηθήσετε τον λαό μου που υποφέρει».

Αυτό που έγινε μετά ήταν απίστευτο. Από δωρεές των Αμερικάνων μαζεύτηκαν τόνοι από τρόφιμα, φάρμακα, κουβέρτες. Δεν είχαν πώς να τα μεταφέρουν. Μόλις βρέθηκαν έξι καράβια, με τη συνδρομή της οικογένειας Λιβανού, έφτασε η βοήθεια στην Ελλάδα. Το «Πακέτο Κυριακίδη», όπως το ονόμασαν.

Συγκεντρώθηκαν, επίσης, 250.000 δολάρια για να δοθούν στους ταλαιπωρημένους Έλληνες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο! Ποσό τεράστιο για την εποχή. Όλες οι αμερικάνικες εφημερίδες τον είχαν πρωτοσέλιδο, ενώ ο ίδιος έτρεχε από Πολιτεία σε Πολιτεία της Αμερικής για να φέρει κι άλλη βοήθεια στην τσακισμένη Ελλάδα.

Ένα εκατομμύριο κόσμος στην υποδοχή!
Ένας λαός που πέθαινε στους δρόμους από την εισβολή του ναζισμού και τον Εμφύλιο, μπόρεσε να χαμογελάσει ξανά απ’ αυτόν τον τεράστιο Έλληνα. Την μέρα που ήρθε από τις ΗΠΑ στην Αθήνα, στις 23 Μαϊου, ξεχύθηκε στους δρόμους ένα εκατομμύριο κόσμος για να τον υποδεχτεί.

Είχαν φτάσει απ’ όλη την Ελλάδα άνθρωποι στην πρωτεύουσα για να τον ευχαριστήσουν. Εκείνη τη μέρα ήταν η πρώτη φορά που φωταγωγήθηκε ξανά η Ακρόπολη από τότε που άρχισε ο πόλεμος. Και θεωρήθηκε το πρώτο χαρμόσυνο γεγονός για τον τόπο ύστερα από τόσα καταραμένα χρόνια. Ο Κυριακίδης έδωσε χαρά, περηφάνια, ανακούφιση στους συνανθρώπους του.

Πόσο γνήσιος ο Στέλιος Κυριακίδης! Πόσο αυθεντικός… Και τι ψυχή! Μεγαλείο…

Ο γιός του, απλόχερα και χωρίς να ζητήσει ποτέ καμία αμοιβή, προσέφερε χρόνια μετά όλα τα κειμήλια του Στέλιου Κυριακίδη στο Μουσείο του Μαραθωνίου δρόμου στον Μαραθώνα (αξίζει να το επισκεφθείτε κάποια φορά).

Με διαμάντι!
Μέσα σ’ αυτά που έγιναν δωρεά στο Μουσείο είναι και το μετάλλιο τεράστιας αξίας από τον νικητήριο αγώνα στην Βοστώνη. Ένα μετάλλιο που ήταν συλλεκτικό ακόμα και τότε, αφού για εκείνη και μόνο τη χρονιά είχε τοποθετηθεί στο κέντρο του ένα διαμάντι!

Ο Στέλιος Κυριακίδης είναι ακόμα και σήμερα άγνωστος στους περισσότερους Έλληνες φιλάθλους. Στις ΗΠΑ, όμως, έχουν γράψει βιβλία για το κατόρθωμά του, έχουν γυρίσει βραβευμένα ντοκιμαντέρ (NBC), ενώ ετοιμάζουν και μια ταινία από την Disney με παραγωγούς τους Mark Ciardi και Gordon Gray.

Άνθρωπος της προσφοράς, με υψηλά ιδεώδη, γνώστης της βαριάς κληρονομιάς αυτού του τόπου στον αθλητισμό και τον πολιτισμό, ένας μοναδικός αθλητής που λατρεύτηκε στην εποχή του. Θα μπορούσε και σήμερα να αποτελεί φάρο έμπνευσης για όλους μας, αλλά μάλλον σε πολλούς το όνομά του δεν λέει κάτι.

Κι ας έκανε, πέρα απ’ όλα τα άλλα, κι έναν τεράστιο άθλο από καθαρά αθλητικής άποψης, αφού η νίκη στον μαραθώνιο της Βοστώνης θεωρείται κάτι τρομερά δύσκολο.

Ο αείμνηστος Φρέντυ Γερμανός είχε κάνει μια εξαιρετική εκπομπή για τον Κυριακίδη το 1981, απόσπασμα της οποίας μπορείτε να παρακολουθήσετε από το βίντεο που παραθέτουμε.

Αυτός ήταν, λοιπόν, ο Στέλιος Κυριακίδης…

Πηγή: Udemand
Πηγή δική μου: Μινώταυρος

Έξτρα
Το αγγλικό άρθρο στην Wikipedia
Το ελληνικό άρθρο στην Wikipedia

Γεώργιος Μόδης, ο διηγηματογράφος του Μακεδονικού Αγώνος

Σχόλιο MacedonianAncestry: Η περιοχή “Μοναστήρι” που αναφέρεται πιο κάτω, είναι η σημερινή “Μπίτολα” (Bitola) των Σκοπίων που σαφέστατα ήταν Ελληνική περιοχή και όχι “Μακεδονική”

Ο Γεώργιος Μόδης (14 Μαΐου 1887 – 18 Ιουνίου 1975) ήταν πολιτικός και ένας από τους κυριότερους συγγραφείς του Μακεδονικού αγώνα, στον οποίο έλαβε μέρος μόλις αποφοίτησε το 1906 από το Γυμνάσιο του Μοναστηριού Πελαγονίας, ως μέλος του ανταρτικού σώματος του Γ.Βολάνη.

Ο Γεώργιος Μόδης γεννήθηκε το 1887 στο Μοναστήρι Πελαγονίας. Τελείωσε το γυμνάσιο Μοναστηρίου και στη συνέχεια κατατάχθηκε στο αντάρτικο σώμα του Κρητικού Γ. Βολάνη που δρούσε στο Μορίχοβο. Συμμετείχε σε πολλές συμπλοκές με Βούλγαρους κομητατζήδες και Οθωμανικά στρατεύματα και τραυματίστηκε σε μάχη με Οθωμανικό στρατό στη Μπέσιστα του Μοριχόβου. Μετά τον τραυματισμό του εγκατέλειψε την ένοπλο δράση και η Εσωτερική Οργάνωση Μοναστηρίου τον διόρισε γραμματέα στη Μητρόπολη Μογλενών και Φλωρίνης, στη Φλώρινα, το 1909, όπου υπηρέτησε για μικρό διάστημα. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Μοναστήρι και δημοσιογράφησε στην εφημερίδα Φως που εξέδιδε η Πολιτική Λέσχη Μοναστηρίου.

Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εμπορικές επιστήμες στην Ακαδημία Όθωνος Ρουσόπουλου. Εκλέχτηκε επί σειρά ετών, βουλευτής Φλώρινας και διατέλεσε Νομάρχης Φλώρινας. Την περίοδο 1932 – 1933 ανέλαβε Γενικός Διοικητής Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε στο στρατόπεδο “Παύλου Μελά” στη Θεσσαλονίκη. Μετά την απόλυσή του από τις φυλακές, φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή. Τον Οκτώβριο του 1944 επέστρεψε στην Ελλάδα και διορίστηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Το 1950 ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών και το 1951 υπουργός Παιδείας. Ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο με κυριότερα έργα τα: “Μακεδονικές Ιστορίες” και “Αγώνες στη Μακεδονία” του οποίου τη συγγραφή δεν πρόλαβε να τελειώσει, καθώς πέθανε στις 18 Ιουνίου του 1975. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, και οργάνωσε πολλές επιτροπές Μακεδονομάχων με σκοπό την ανέγερση ανδριάντων των Μακεδονομάχων. Διατέλεσε πρόεδρος της επιτροπής για την ανέγερση αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Φιλίππου και του Αριστοτέλη. Κατά τη διάρκεια της επταετίας εξαναγκάστηκε από το καθεστώς, να παραιτηθεί από την προεδρία της επιτροπής.[1]

Πηγή: Wikipedia

«Η Μακεδονία είναι τόσο ελληνική όσο και η Ακρόπολη» λέει ο πρωθυπουργός της Νότιας Αυστραλίας.

Mike Rann

Σχόλιο MacedonianAncestry: Η παρακάτω είδηση είναι μεν παλιά (2010) αλλά καλό είναι να μεταδίδεται για να ξέρουμε ποιοι είναι οι φίλοι μας και ποιοι είναι οι εχθροί μας. Ο κύριος Mike Rann είναι σαφέστατα φιλλέληνας και καλό είναι να τον έχουμε υπ’όψην.

«Εγώ θα μιλώ για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και κανείς δεν θα με φιμώσει, γιατί είναι κάτι που το πιστεύω». Έτσι απάντησε ο πρωθυπουργός της Νότιας Αυστραλίας, Μάικ Ραν, σε αντιδράσεις πολιτών καταγόμενων από την ΠΓΔΜ.

Ο κ. Ραν εδώ και χρόνια υποστηρίζει με κάθε δυνατό τρόπο τις ελληνικές θέσεις για τη Μακεδονία και την Κύπρο προκαλώντας την οργή κατοίκων της Αυστραλίας, που κατάγονται από την Τουρκία και την ΠΓΔΜ.

Μάλιστα η εφημερίδα της Αδελαΐδας «The Advertiser» δημοσιεύει άρθρο που αναφέρεται σε ομιλία του κ. Ραν κατά τη διάρκεια των “Δημητρίων” (Ελληνικό Φεστιβάλ της Ν. Αυστραλίας), στην οποία χαρακτήρισε τον πρόεδρο της ΠΓΔΜ Γκιόργκι Ιβάνοφ ως «υποκινητή προβλημάτων με τον πλέον επικίνδυνο τρόπο» και κατηγόρησε την ΠΓΔΜ ότι «κλέβει τον ελληνικό πολιτισμό».

Ο κ. Ραν αναθέρμανε την υπόσχεσή του στους ελληνικής καταγωγής ψηφοφόρους του ότι θα “συνεχίσει με συνέπεια και χωρίς περιστροφές να υποστηρίζει το σκοπό” τους.

«Είναι σημαντικό γιατί κανείς δεν δικαιούται να κλέβει την ιστορία και τον πολιτισμό ενός άλλου έθνους» είπε.

Η ομιλία προκάλεσε την παρέμβαση του Μετόντιγια Κολόσκι, προέδρου της αυτοαποκαλούμενης «Ενωμένης Μακεδονικής Διασποράς» (με έδρα την Ουάσιγκτον) ο οποίος συναντήθηκε στην Αδελαΐδα με τον υπουργό Πολυπολιτισμικών Υποθέσεων Μάικλ Άτκινσον και του επέδωσε επιστολή διαμαρτυρίας με αποδέκτη τον πρωθυπουργό Μάικ Ραν.

Ο Κολόσκι δήλωσε στην εφημερίδα ότι ο λαός του «συκοφαντήθηκε» και απαίτησε άνευ όρων συγνώμη. Ο κ. Ραν απάντησε ότι δεν θα σιωπήσει «ούτε θα φιμωθεί» και ότι «συνεχίζει» να μιλά δημοσίως για ζητήματα στα οποία πιστεύει.

Ο κ. Ραν είχε δηλώσει παλαιότερα πως «η Μακεδονία είναι τόσο ελληνική όσο και η Ακρόπολη».

Πηγή: Εφιάλτης

ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ, ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ, ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΥ!

Το σπίτι του αξιωματικού της ελληνικής χωροφυλακής, που διακρίθηκε στον Μακεδονικό Αγώνα και στους Βαλκανικούς Πολέμους, Σπύρου Σπυρομήλιου (1864-1930), ο οποίος κατάγονταν από τη Χειμάρρα, καταρρέει, εγκαταλελειμμένο.

Είναι πραγματικά, ντροπή για την Ελλάδα, να αφήνει ένα μνημείο να καταστρέφεται. Θα μπορούσε, σε συνεργασία με τις αλβανικές αρχές, να αναστηλώσει την ιστορική οικία. Δεν αξίζει τέτοια περιφρόνηση ένας φλογερός Έλληνας αγωνιστής. Με το πέρας των Βαλκανικών Πολέμων, η Ελλάδα υποχρεώθηκε, βάσει συνθηκών, να αποσύρει τον στρατό της από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Όμως ο Σπ. Σπυρομήλιος, στις 9 Φεβρουαρίου 1914, δεν εκτέλεσε την διαταγή της αποχώρησης, αντ’ αυτού ανακήρυξε την αυτονομία της περιοχής και οργάνωσε τοπικές ένοπλες ομάδες, τους λεγόμενους «Ιερούς Λόχους». Προσχώρησε στην προσωρινή Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου που ορίστηκε στο Αργυρόκαστρο την 17 Φεβρουαρίου 1914. Μέχρι την επανείσοδο του ελληνικού στρατού στην Β. Ήπειρο, η περιοχή δέχθηκε αρκετές συνδυασμένες επιθέσεις από την νεοσυσταθείσα αλβανική χωροφυλακή καθώς και Αλβανούς ατάκτους, που αποκρούστηκαν με επιτυχία, ιδιαίτερα λόγω των στρατιωτικών ικανοτήτων του Σπ. Σπυρομήλιου. Την περίοδο του εθνικού διχασμού η περιοχή της Χειμάρρας, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Βορείου Ηπείρου (πλην Κορυτσάς που προσχώρησε στους Βενιζελικούς) κατελήφθη από τον ιταλικό στρατό. Ο ίδιος εξελέγη στις εκλογές του Μαϊου του 1915 βουλευτής στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Τον αυτονομιστικό αγώνα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Χειμάρρα, συνέχισε ο αδελφός του Νίκος Σπυρομήλιος. Το 1926 αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Συνταγματάρχη και τέθηκε τιμητικά σε διαθεσιμότητα.

Πηγή: Αιώνια Ελληνική Πίστη

Μακεδονομάχοι, Μακεδονικός Αγώνας (Video – Μέρος Β’)

Μακεδονομάχοι, Μακεδονικός Αγώνας (Video – Μέρος Α’)

Τέλλος Άγρας (Σαράντος Αγαπηνός)

Τέλλος Άγρας (Σαράντος Αγαπηνός) 1880-1907

Σαράντος Αγαπηνός του Ανδρέου, ήταν το πραγματικό όνομα του Μακεδονομάχου και ανθυπολοχαγού του Ελληνικού Στρατού που έμεινε στην ιστορία με το πολεμικό ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Καταγόταν από τους Γαργαλιάνους της Πελοποννήσου, γεννήθηκε το 1880 στο Ναύπλιο και μεγάλωσε σε οικογένεια, η οποία είχε προσφέρει στο Έθνος πολλούς αγωνιστές του 1821. Ο Σαράντος Αγαπηνός είχε δυο αδελφούς, τον Αντώνη (Τρίπολη 1877 – Σύρος Ιαν. 1923) και το Νίκο (Ναύπλιο 1890 – Beni Suef Αιγύπτου 1947).

Η μία γιαγιά του ήταν της οικογενείας Παπατζώνη, επίσης οικογένεια ηρώων του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, της οποίας γόνος ήταν και ο σημαντικός ποιητής μας Τ. Π. Παπατζώνης. Ο παππούς του Αντώνιος Αγαπηνός ήταν Έφορος της Επιμελητείας του Αγώνα για την περιοχή των Γαργαλιάνων. Ο αδελφός του παππού του Διονύσιος ή Νιόνιος Αγαπηνός ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Το όνομά του το βρίσκουμε ακόμη στη μαύρη λίστα της φοβερής αστυνομίας του Τσάρου, διότι μαζί με άλλους Έλληνες Επαναστάτες πατριώτες συνέδραμαν τους περίφημους Δεκεμβριστές τους Ρώσσους Επαναστάτες του Δεκεμβρίου του 1825.

Κατά την διάρκεια της μεγάλης Ελληνικής Επαναστάσεως ο Νιόνιος Αγαπηνός, επικεφαλής πολεμικού σώματος από 100 Γαργαλιανιώτες, λαμβάνει μέρος μαζί με το Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κων/νο Δεληγιάννη και τον Δημητράκη Πλαπούτα στη πολιορκία του Νιόκαστρου στην Πύλο, στην θέση των Παλαιών Πατρών, στην Εκστρατεία της Αθήνας και στα Δερβενάκια κατά του Δράμαλη, όπου επέδειξε μεγάλη γενναιότητα και ηρωισμό.

Δεν είναι λοιπόν περίεργο, ότι τον Οκτώβριο του 1895 ο Τέλλος Αγαπηνός εισάγεται στη Σχολής των Ευελπίδων και φορά με υπερηφάνεια τη στολή του Εύελπη. Στη Σχολή διαπρέπει. Βρίσκεται ανάμεσα στους δύο καλύτερους μαθητές. Μέσα από το προσωπικό του ημερολόγιο φαίνεται η πίστη του στις ακατάλυτες αξίες που τον συνόδευσαν σε όλη του τη ζωή.

Το 1901 αποφοιτεί από τη Σχολή Ευελπίδων και τοποθετείται στη φρουρά της Αθήνας, στο 7ο Σύνταγμα. Λίγους μήνες μετά την αποφοίτησή του ζητάει από τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο να μετατεθεί στα σύνορα. Έκπληκτος ο Διάδοχός τον μεταθέτει τον Φεβρουάριο του 1902 στον Τύρναβο, λέγοντάς του ότι πρώτη φορά του ζητά αξιωματικός την χάρη να τον στείλει στα σύνορα. Άλλοι του ζητούσαν να μείνουν στην Αθήνα για να κάνουν βόλτες στα καφενεία της οδού Πατησίων.

Στο συνοριακό φυλάκιο που υπηρέτησε έγινε ήρωας αρκετών επεισοδίων με τους απέναντι Τούρκους. Σε μια περίπτωση μάλιστα, πήδησε τα σύνορα και μπήκε στο Τούρκικο φυλάκιο προκειμένου να φέρει πίσω ένα όπλο Γκρας που ανήκε στον Ελληνικό Στρατό και το κρατούσαν οι Τούρκοι από τον πόλεμο του 1897. Μετά το επεισόδιο αυτό, έλεγε στους παλαιότερους αξιωματικούς συναδέλφους του για τους Τούρκους: «Απορώ, βρε αδελφέ, πώς τέτοια ζώα σας εκυνήγησαν στον πόλεμο του 1897».

Οι προτομές των δύο μακεδονομάχων στο σημείο όπου απαγχονίστηκαν στις 7-6- 1907 από Βούλγαρους κομιτατζίδες
Προτομή Τέλλου Άγρα
Τέλλος Άγρας
Προτομή Αντωνίου Μίγγα
Αντώνης Μίγγας

Στη Μακεδονία πήγε εθελοντικά κατόπιν επανειλημμένων δικών του προσπαθειών, ενώ οι ανώτεροί του δεν του έδιναν άδεια, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Αναγκάστηκε να καταφύγει στη μεσολάβηση του φίλου του Μακεδονομάχου Υπολοχαγού Ν. Ρόκκα (καπετάν Κολιός). Τελικά τού έδωσαν την άδεια, διορίζοντάς τον αρχηγό ενός ανταρτικού σώματος, το οποίο προετοίμαζε στο Βόλο ο καπετάν Ακρίτας (Κωνσταντίνος Μαζαράκης). Και μια νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1906, αυτός αρχηγός με καπετάνιο τον Γεώργιο Τηλιγάδη και δώδεκα ευζώνους Ρουμελιώτες φεύγουν με ιστιοφόρο από το Τσάγεζι (το σημερινό Στόμιο) της Λάρισας για τη Μακεδονία.

Μαζί με το σώμα του Άγρα, το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης αποστέλλει στη λίμνη των Γιαννιτσών δύο ακόμα νεοσυγκροτηθέντα ελληνικά σώματα, τα σώματα του Υπολοχαγού του Πεζικού Σάρρου Κωνσταντίνου (Κάλα) και Ανθυποπλοίαρχου Δεμέστιχα Ιωάννη (Νικηφόρου) με εικοσιπέντε άνδρες ο καθένας. Πρωταρχική αποστολή των σωμάτων ήταν η απομάκρυνση των βουλγαρικών συμμοριών από τη λίμνη, οι οποίες είχαν εγκατασταθεί με ισχυρές δυνάμεις στο νοτιοδυτικό τμήμα της, έτσι ώστε να μπορεί να αποτελέσει βάση εξόρμησης και κέντρο ανεφοδιασμού των ελληνικών σωμάτων για τις περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας.

Ο Βάλτος ήταν μία τεράστια περιοχή 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων νότια των Γιαννιτσών. Λάσπη, πυκνοί καλαμιώνες μαζί με βούρλα και ραγάζι, ψηλό ως δύο μέτρα. Τα φυλλώματα των φυτών ήταν τόσο πυκνά που δεν έβλεπες πέρα από λίγα μέτρα. Κουνούπια, ψάρια, χέλια, αλλά και βατράχια και βδέλλες, το κάθε είδος κατά μυριάδες, αποτελούσαν τον πλούτο του βυθού. Νερόκοτες, αγριόπαπιες, αγριόχηνες και άλλα υδρόβια πουλιά έβρισκαν άσυλο στη λίμνη. Στη δασωμένη ακρολιμνιά λούφαζαν διάφορα αγρίμια, όπως αλεπούδες, κουνάβια, αγριόχοιροι και λύκοι, που κατέβαιναν ως εκεί το χειμώνα. Τις φωνές αυτών των ζώων μιμούντο οι κομιτατζήδες για να συνεννοούνται μεταξύ ξηράς και καλυβών.

Ο βούρκος ανέδιδε αναθυμιάσεις αποπνικτικές. Η ζωή μέσα στη λίμνη ήταν πραγματικό μαρτύριο. Το καλοκαίρι οι ελώδεις πυρετοί οργίαζαν. Δεν υπήρχε κάτοικος της λίμνης που να μην έχει προσβληθεί. Έτσι κάθε ατσαλένιος οργανισμός μετά από λίγους μήνες έφευγε απ’ το Βάλτο παίρνοντας στα σωθικά του τη θανατηφόρο ελονοσία και τους ρευματισμούς, που γρήγορα τον οδηγούσαν στο θάνατο ή τον κάρφωναν για πολλά χρόνια στο κρεβάτι του πόνου και της φθοράς. Γι’ αυτό κανένας Μακεδονομάχος, λένε, δεν είχε αντέξει να μείνει στη Λίμνη των Γιαννιτσών πάνω από έξι μήνες, εκτός από τον ντόπιο οπλαρχηγό, τον Καπετάν Γκόνο Γιώτα, που άντεξε μέσα εκεί όλα τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα.

ΠλάβαΠλάβα στη Λίμνη των Γιαννιτσών

Την απέραντη αυτή λίμνη εκμεταλλεύονταν ψαράδες από τα γύρω χωριά. Πήγαιναν εκεί να κόψουν το χρήσιμο ραγάζι. Μ’ αυτό γέμιζαν στρώματα και έφτιαχναν σαμάρια για τα ζώα. Μάζευαν βδέλλες που τις πουλούσαν στο εξωτερικό, για ιατρική, τότε, χρήση, και κυνηγούσαν τις αγριόπαπιες και τα άλλα χρήσιμα ζώα της λίμνης. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να γυρίσουν στο χωριό τους αυθημερόν, έφτιαχναν «πατώματα» μέσα στη λίμνη από δέντρα, χοντρές ρίζες από καλάμια που τα συνέδεε μεταξύ τους με δοκούς και έριχναν επάνω χώμα. Αργότερα, πάνω στα πατώματα έβαζαν πασσάλους και πλέκοντας το ραγάζι έφτιαχναν τοίχους και τριγωνική ή κωνική στέγη. Αυτές ήταν οι «καλύβες». Στο μέσον της καλύβας είχαν φτιάξει και εστία που έκαιγε με υδροχαρή φυτά, που έβγαζαν περισσότερο καπνό παρά φωτιά. Στις καλύβες έφταναν εύκολα με τις πλάβες, τις βάρκες δίχως καρίνα που εύκολα αναποδογύριζαν αλλά μπορούσαν να κινούνται και σε ρηχά νερά χρησιμοποιώντας το πλατσί, ένα ειδικό κουπί. Κάποτε υπήρχε και ένα δεύτερο πλατσί που το χρησιμοποιούσε ο πλαβαδόρος για τιμόνια της πλάβας. Έτσι η λίμνη έγινε και καταφύγιο κάθε κακοποιού στοιχείου, όπως ληστών, φυγοδίκων και λιποτακτών.

Οι Βούλγαροι μετά την αποτυχία της Επανάστασης του Ίλιντεν, το 1903, καταδιωκόμενοι από τα τουρκικά αποσπάσματα βρήκαν καταφύγιο στη λίμνη. Έτσι ανακάλυψαν και σιγά-σιγά εκτόπισαν τους ψαράδες. Όλος ο γύρω κάμπος καταδυναστευόταν από τους κομιτατζήδες αυτούς, που την ημέρα έβγαιναν και τρομοκρατούσαν τα γύρω χωριά και το βράδυ τρύπωναν στις κρυφές και απόρθητες έως τότε καλύβες τους. Έτσι, σιγά-σιγά αναγκάζονταν οι δυστυχείς αυτοί Έλληνες χωριάτες να δηλώνουν υποταγή στους αδίστακτους κομιτατζήδες, γιατί διαφορετικά αντιμετώπιζαν το δολοφονικό μαχαίρι, τη φωτιά και το δυναμίτη.

Ο Τέλλος Άγρας με υπόλοιπους μακεδονομάχουςΟ Τέλλος Άγρας με το σώμα του

Μπροστά στην κατάσταση αυτή το Προξενείο μας στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε να δράσει μέσα στη λίμνη, στην ίδια τη φωλιά των Κομιτατζήδων. Ο Άγρας, λοιπόν, ανέλαβε να τους εκδιώξει από το Βάλτο. Προκαλώντας τους να αναμετρηθούν μαζί του, κατάφερε να καταλάβει την περίφημη Καλύβα των Βουλγάρων, γνωστή με το όνομα Κούγκα.

Στις 14 Νοεμβρίου του 1906, ο Τέλλος Άγρας εξορμά για να καταλάβει την κεντρική βουλγαρική καλύβα του Ζερβοχωρίου. Καθώς όμως δεν είχε επαρκή δύναμη για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στις γειτονικές βουλγαρικές καλύβες, βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Στην πεισματώδη σύγκρουση οι απώλειες ήταν τρεις σύντροφοι του Άγρα νεκροί (ο Δημ. Μακρακιώτης από την Δωρίδα, ο Γεώργιος Θεμελής από την Καστοριά καί ο Φώτης Τριζόπουλος από την Κουλακιά) και τρεις τραυματίες μεταξύ των οποίων ο υπαρχηγός του Τυλιγάδης, καθώς και ο ίδιος Άγρας, ο οποίος τραυματίστηκε στον δεξιό ώμο και στο δεξί χέρι.

Το κέντρο του αγώνα κάλεσε τον Άγρα να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να γιατρευτεί από τα τραύματά του. Στη Θεσσαλονίκη παραμένει για λίγες μόνο ημέρες. Το μυαλό του βρίσκεται πίσω στο Βάλτο και τα παλληκάρια του. Χωρίς να έχει αποθεραπευθεί γυρίζει στη λίμνη και συνεχίζει τον αγώνα ως το Φεβρουάριο του 1907. Στις φωτογραφίες που διασώθηκαν από την εποχή εκείνη, βλέπουμε τον Άγρα με τους συντρόφους του στο Βάλτο φορώντας γάντι στο δεξί χέρι γιατί του έλειπε η ονυχοφόρος φάλαγγα από το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού χεριού του.

Τέλλος Άγρας - Φωτογραφία από το Μουσείο του Μακεδονικού ΑγώναΝοσηλεία του Σαράντου Αγαπηνού στο Προξενείο Θεσσαλονίκης
(η φωτογραφία είναι από το Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα)

Στο Βάλτο η υγεία του έχει βλαφθεί ανεπανόρθωτα. Τον Φεβρουάριο του 1907 το Κέντρο του Αγώνα της Θεσσαλονίκης τον στέλνει στην Νάουσα, απ’ όπου θα συνεχίσει την οργανωτική δουλειά» (Αθαν. Τερζάκης).

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας του δε σταμάτησε να διευθύνει τον αγώνα της περιοχής του, πολλοί αγγελιοφόροι από τα πλησιέστερα χωριά τον επισκέπτονταν, για να λάβουν εντολές και να του υποβάλλουν τις αιτήσεις και τις πληροφορίες που είχαν.

Ο Άγρας ήταν αρχηγός με ακατάβλητη αγωνιστική διάθεση. Παρά τον κλονισμό της υγείας του και παρά τα τραύματά του εξακολουθούσε να παραμένει στο καθήκον, αν και θα μπορούσε να ζητήσει άμεση αποχώρηση στην ελεύθερη Ελλάδα. Η πίστη του για τον αγώνα και η αγάπη του για τη Μακεδονία δεν του επέτρεπαν να προβεί σε τέτοια ενέργεια, την οποία θεωρούσε εγκατάλειψη του αγώνα…

Το μνημείο που στήθηκε στο σημείο ταφής του Καπετάν Άγρα στην αυλή της εκκλησίας του χωριού Άγρας στην Έδεσσα στις 18 Οκτωβρίου 1912. Το όνομα «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙ» που αναγράφετε είναι λάθος. Ο λαός νόμιζε πως το «ΤΕΛΛΟΣ» προέρχεται από το όνομα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ενώ το σωστό είναι ΣΑΡΑΝΤΕΛΛΟΣ – από όπου βγαίνει και το «ΤΕΛΛΟΣ».
Μνημείο "Υπέρ πατρίδος"

Στη Νάουσα που παρέμεινε νοσηλευόμενος ο Άγρας διαπίστωσε ότι οι κομιτατζήδες των γύρω χωριών είχαν επιβάλλει έναν οικονομικό αποκλεισμό στην πόλη. Απαγόρευαν στους χωρικούς να πηγαίνουν στο παζάρι της Νάουσας, καθώς και για οικονομικές συναλλαγές, επί ποινή θανάτου. Αυτό το έκανε το Βουλγαρικό κομιτάτο για να μην επηρεάζονται οι χωρικοί από τους Έλληνες προκρίτους από τους οποίους λόγω της δημοσιονομικής και κοινωνικής δομής είχαν κάποια εξάρτηση. Έτσι οι έμποροι και οι βιομήχανοι της Νάουσας υπέφεραν και αναγκάζονταν να βρουν έναν τρόπο διευθέτησης του προβλήματος.

Αυτό το κλίμα επικρατούσε στη Νάουσα και πιο πριν, από την εποχή του προηγούμενου αρχηγού, του καπετάν Ακρίτα. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του Ακρίτα, μερικοί πρόκριτοι Ναουσαίοι προσπαθούσαν να τα βρουν με τους κομιτατζήδες. Γι’ αυτό ο Άγρας μιλάει χλευαστικά για τους προκρίτους αυτούς, τους οποίους στην κρυπτογραφική αλληλογραφία του με το Προξενείο αποκαλεί «λεοντόκαρδους».

Ο Άγρας θέλησε να συναντήσει κάποιους από τους Βουλγαρόφρονες, γιατί και οι ίδιοι ήθελαν να επιστρέψουν στον Ελληνισμό. Σε ένα πρώτο σημείωμά του προς το κέντρο Θεσσαλονίκης με ημερομηνία 15 Μαρτίου 1907 αναφέρεται ένας πρώτος υπαινιγμός για μια συνάντηση : «Κατόρθωσα να φέρω ενταύθα κεφαλάς «Βρομερών» (εννοεί Βουλγάρων), οι οποίοι είχαν δύο έτη να έλθωσιν. Πιστεύω αν δεν συμβεί τίποτε το έκτακτον, κάτι θα επιτύχω. Πάντως, έχουν μετανιώσει βλέποντας το άδικο και το μάταιον του αγώνος ον διεξάγουν».

Ακόμη πιο ευδιάκριτος είναι ο υπαινιγμός : «Δεν κοιμούμαι διόλου την νύχτα, καθόσον μόνον την νύχτα έρχονται «Βρομεροί» και ομιλούμε. Τους βλέπω όλους έχοντας όρεξιν ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩΣΙΝ… Ίδωμεν».

Εντούτοις, τον Απρίλιο του 1907, το Προξενείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να αντικαταστήσει τους αρχηγούς και τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν δοκιμαστεί και εξαντληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάμεσά τους και ο Άγρας, του οποίου τα τραύματα δεν πάνε καθόλου καλά και η ελονοσία τον έχει καταστήσει πλέον φάντασμα του εαυτού του. Λίγο πριν φύγει από τα αιματοβαμμένα χώματα της αγαπημένης του Μακεδονίας θέλει να κάνει κάτι μεγάλο. Κάτι που αν πετύχει, ο Μακεδονικός Αγώνας στην περιοχή θα έληγε με νίκη κατά κράτος των ελληνικών δυνάμεων.

Ο Τέλλος Άγρας (κέντρο) με τους Σάρρο (αριστερά) και Νικηφόρο (δεξιά)Ο Τέλλος Άγρας (κέντρο) με τους Σάρρο (αριστερά) και Νικηφόρο (δεξιά)

Ο Άγρας φθάνοντας στη Μακεδονία, ήλθε σ’ επαφή με τους ανθρώπους που το Ελληνικό Προξενείο είχε επιφορτίσει να βοηθούν τους Μακεδονομάχους σε κάθε περιοχή. Έτσι και στη Νάουσα στην Επιτροπή Μακεδονικού Αγώνα συμμετείχε ένα εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας. Ήταν ο βιομήχανος Ζαφείριος Λόγγος, ο οποίος διατηρούσε μεγάλο εργοστάσιο νηματουργίας στη Νάουσα με την επωνυμία : «Νηματουργία Λόγγου Κύρτση και Τουρπάλη». Στο εργοστάσιό του είχε εργασθεί παλιότερα ο Βάννης Ζλατάν. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Ζλατάν καταγόταν από τη Γκολέσιανη το σημερινό χωριό Λευκάδια της Νάουσας και είχε πάει σε Ελληνικό σχολείο. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εργοδότη του Ζαφείριο Λόγγο, έβγαιναν μάλιστα μαζί για κυνήγι.

Στη Νάουσα επίσης ο Άγρας γνωρίστηκε με τον Ανώνη Μίγγα, έναν οικογενειάρχη από τον κύκλο των ανθρώπων τού Μακεδονικού Αγώνα. Ο Αντώνης Μίγγας ήταν ράπτης γουνοποιός στο επάγγελμα, και είχε γνωρίσει τον Ζλατάν ως πελάτη.

Ο Βοεβόδας Ζλατάν λοιπόν, αρχηγός των κομιτατζήδων του Βάλτου, κατανικημένος από τον Άγρα, διωγμένος από αρχηγός των Βουλγαροκομητατζήδων, ζητάει από τον Ζαφείριο Λόγγο να τον φέρει σε επαφή με τον Άγρα, καθώς ήθελε, όπως έλεγε, να ενταχθεί στα ελληνικά αντάρτικα σώματα. Ο Ζαφείριος Λόγγος το αναφέρει στον Άγρα. Καθώς υπήρχαν αρκετές πληροφορίες για την πτώση του ηθικού των βουλγαρικών συμμοριών και τη διάθεση πολλών στελεχών των κομιτάτων να διακόψουν τους δεσμούς τους με αυτά και να προσχωρήσουν στον ελληνικό αγώνα, και εφόσον ο Άγρας σε λίγες μέρες θα έφευγε για την Αθήνα, θεωρεί το γεγονός μεγάλη ευκαιρία. Αν κατάφερνε να πάρει μαζί του στην Αθήνα τον Ζλατάν, η ελληνική υπόθεση θα κέρδιζε ένα ακόμη στέλεχος με μεγάλη επιρροή στα βουλγαρίζοντα χωριά του κάμπου της Νάουσας.

Το φαινόμενο δεν ήταν πρωτόγνωρο. Οι θρυλικοί μάρτυρες του Μακεδονικού Αγώνα Κώττας, καπετάν Γκόνος Γιώτας, καπετάν Νικοτσάρας και πολλοί άλλοι ήσαν μετεστραφέντες κομιτατζήδες, τους οποίους οι Βούλγαροι ονόμαζαν μετά Γραικομάνους.

Πραγματοποιήθηκαν αρκετές συναντήσεις στη Νάουσα, όπου ερχόντουσαν απεσταλμένοι του Ζλατάν για να συζητήσουν. Οι συζητήσεις γίνονταν κυρίως νύχτα ή Σάββατο, την ημέρα του παζαριού, συνήθως στο σπίτι του Μίγγα. Μεταξύ των απεσταλμένων ήσαν δύο χωρικοί από το χωριό Μαρίνα, ο Μήτση Πέσιος και ο Γιώργης Γκότσης.

Μετά από αυτές τις επαφές κανονίζεται να γίνει συνάντηση των δύο αρχηγών, την 3η Ιουνίου. Στην συνάντηση παραυρίσκονται ως εγγυητές ο Ζαφείριος Λόγγος, ο Τώνης Μίγγας, καθώς και τέσσερις ακόμη οδηγοί. Όλοι είναι άοπλοι κατά τη συμφωνία. Μόνο ο Άγρας φέρει το ατομικό του περίστροφο. Στο σημείο της συμφωνίας τους περιμένει ο Ζλατάν αλλά και πλήθος από κομιτατζήδες που είναι καλά κρυμμένοι στην γύρω περιοχή. Με το κατάλληλο σύνθημα συλλαμβάνουν τον καπετάν Άγρα και τον Αντώνη Μίγγα, απελευθερώνοντας τους υπόλοιπους συνοδούς τους. Τους διαπόμπευσαν ως δήθεν αιχμάλωτους, δεμένους και ξυπόλυτους, στα χωριά της περιοχής, με σκοπό να αναπτερώσουν το ηθικό των τρομοκρατημένων οπαδών των κομιτατζήδων.

Τη νύχτα της 5ης Ιουνίου, τους απαγχόνισαν μεταξύ των χωριών Τέχοβο (Καρυδιά) και Βλάδοβο (Άγρας). Η θυσία του καπετάν Άγρα αντί να φοβίσει, αντίθετα ξεσηκώνει τους Έλληνες. Πλήθος αξιωματικών και άλλων εθελοντών ζητάει να πάει στην Μακεδονία. Θέλουν να εκδικηθούν το θάνατο του καπετάν Άγρα. Λίγες μέρες αργότερα, ο Γκιώργκη Κασάπτσε, που πρωτοστάτησε στη σύλληψη και στο βασανισμό του Άγρα, εξοντώνεται από το σώμα του καπετάν Αμύντα και ο Ζλατάν δέχεται 9 σφαίρες από το Μάνλιχερ και το Γκρά των αδελφών Τόλιου.

Σήμερα, πάνω από εκατό χρόνια μετά, η θυσία του καπετάν Άγρα φαίνεται απίστευτη. Μπορεί να κατανοήσει κανείς τη θυσία του καπετάν Κώττα, του καπετάν Γκόνου Γιώτα, του καπετάν Νικοτσάρα. Αυτοί πολέμησαν για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, τους τάφους των προγόνων τους, την οικογένεια τους. Μένουμε όμως εκστατικοί και κλίνουμε ευλαβώς το γόνυ προ της θυσίας του Καπετάν Τέλλου Άγρα. Κι αυτό γιατί ο μικρόσωμος σγουρομάλης και με σπινθηροβόλα μάτια Αξιωματικός, εγκατέλειψε την ήρεμη ζωή της Αθήνας και μαζί της μια λαμπρή επαγγελματική καριέρα, για ένα ιδανικό, την απελευθέρωση της Μακεδονίας και την επιστροφή στον εθνικό κορμό των παρασυρμένων από την βουλγαρική προπαγάνδα Μακεδόνων.

Η λαϊκή παράδοση κατέγραψε το θάνατο του Τέλλου Άγρα, με πολλά τραγούδια. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σλαβόφωνο μοιρολόι.

Τέλλος Άγρας & Αντώνης Μίγγας - Μαζί στην ζωή και στον θάνατοΤέλλος Άγρας & Αντώνης Μίγγας – Μαζί στην ζωή και στον θάνατο

Νέμας μάικα, ζλάτνο τσέτνο, ντα τα πλάκα;
(Δεν έχεις μάνα, γλυκό παιδί,
για να σε κλάψει;)
Νέμας σέστρα, ντα τα ζάλια;
(Δεν έχεις αδερφή, να σε πενθήσει;)
Κάκβα ιζλαζάγια;
(Πώς σε ξεγέλασαν;)
Κάκβα ντονισέα ντα βα ουμπέσατ να ουρέχουτ;
(Πώς σ’ έφεραν εδώ
και σε κρέμασαν στην καρυδιά;)
Ντα βα ντόνσατ να τσούζντι μέστου,
(Να σε φέρουν σε ξένη γη,)
τσούζντι μάικι ντα πλάκατ,
(ξένες μάνες να σε κλάψουν,)
τσούιντι σέστρι ντα βα ρέντατ.
(ξένες αδερφές να σε μοιρολογήσουν.)

Σε ανάμνηση του θανάτου των δύο αγωνιστών, το χωριό Τέχοβο μετονομάστηκε αργότερα σε Καρυδιά (το δέντρο απ’ όπου απαγχονίστηκαν), ενώ το χωριό Βλάδοβο, όπου ενταφιάστηκαν έξω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, είναι ο σημερινός Άγρας.

Η δράση και ο μαρτυρικός θάνατος του Καπετάν Άγρα ενέπνευσαν στην Πηνελόπη Δέλτα το γνωστό μυθιστόρημά της «Στα μυστικά του Βάλτου».

Πηγές
Ἀνιχνευτές
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ: Άγνωστα στοιχεία (σειρά άρθρων)
ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ, Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ… (φωτογραφικό υλικό)
Αγαπηνός Σαράντης (Καπετάν Τέλλος Αγρας)
ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΓΡΑΣ
Ηλεία Τώρα : Τέλλος Άγρας
Γαργαλιάνοι : Τέλλος Άγρας
Pathfinder – Φωτογραφία Τ. Άγρα

Πηγή: Maccunion

Η Οικογένεια Μακεδονομάχων ΜΑΔΕΜΛΗ από την Πετρούσα Δράμας

Μετάλλιο Μακεδονικού Αγώνα του Μαδεμλή Δημητρίου

Μετάλλιο Μακεδονικού Αγώνα του Μαδεμλή Δημητρίου

Πρόσφατα μου ζητήθηκε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο να τους δώσω αντίγραφο του Μεταλλίου Μακεδονικού Αγώνα που κατέχει η οικογένεια μου για το Ημερολόγιο που θέλει να εκδώσει ο Σύλλογος με θέμα τον Μακεδονικό Αγώνα. Επί τη ευκαιρία αυτή θεώρησα σωστό να δημοσιοποιήσω άρθρο που δημοσιεύτηκε στον Ημερήσιο Τύπο Δράμας και συγκεκριμένα στον Πρωινό Τύπο για την ιστορία της οικογένειας μου. Αν κάποιος χωριανός έχει στην κατοχή του στοιχεία που θα βοηθήσουν στην καταγραφή της Ιστορίας του χωριού μας με μεγάλη μου χαρά θα τα αναρτήσω.

Η Δράμα και η περιοχή της
124.
Οικογένεια Μαδεμλή – Πετρούσα
ΤΟΥ ΒΑΣ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ

 
Εφημερίδα “Πρωινός Τύπος”.
Η οικογένεια Μαδεμλή της Πετρούσας που κατάγεται από τα Μαδεμοχώρια της Χαλκιδικής και μάλιστα από το χωριό Γαλάτιστα κατέφυγε στην περιοχή Δράμας μαζί με πολλές άλλες οικογένειες μετά την αποτυχία της επανάστασης στη Χαλκιδική στα 1821-1822. Η οικογένεια Μαδεμλή κατέφυγε στο χωρίο Πετρούσα και στα πρώτα χρόνια διέμενε σε σκηνές στο προαύλιο του σχολείου του χωριού..

Τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκαν οι παρακάτω γραμμές είναι αντλημένα από επίσημα έγγραφα παλαιά έγγραφα της κοινότητας της Πετρούσας. Γενάρχης της οικογένειας ήταν ο Γεώργιος Μαδεμλής και η σύζυγος του ήταν η Χαΐδευτή (Χαϊδω).

Από τους πρόσφυγες Μαδεμοχωρίτες άλλες οικογένειες κατέφυγαν στην Προσοτσάνη όπως η οικογένεια Πουλιού, άλλες στο Δοξάτο, άλλες στη Χωριστή και άλλες σε άλλα μέρη. Η οικογένεια του Γεωργίου Μαδεμλή παρέμεινε οριστικά στη Πε­τρούσα.

Γιος του Γεωρ­γίου Μαδεμλή ήταν ο Άγγελος Μαδεμλής.
Ο Αγγελος Μαδεμ­λής πρόσφερε αξιόλογες εθνικές υπηρεσίες στον ελληνισμό στη διάρκεια της τουρκοκρατίας.
Γιος του Άγγελου Μαδεμλή ήταν ο Δημήτριος Μαδεμλής που γεννήθηκε στην Πετρούσα και διετέλεσε πρόεδρος του χωριού από το έτος 1900 ως το 1906, οπότε δολοφονήθηκε από τους κομιτατζήδες. Ο Δημήτριος Μαδε­μλής δολοφονήθηκε μαζί με τους Γεώργιο Μαρινίδη και τον Αντώνιο Γκαϊδα, από Βουλγάρους την νύκτα της 6ης Ιουλίου του έτους 1906. Τραυματίστηκε ο Αθανάσιος Τσεσμεντζής, όπως επίσης και μια γυναίκα η Ελένη Κατσούρα, ο δε Ιωάννης Βαλαβάνης, που ειδοποιήθηκε έγκαιρα, κατόρθωσε να διαφύγει. Η κηδεία των τριών δολοφονηθέντων Ελλήνων της Πετρούσας έγινε στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (Πετρούσας). Υπάρχει και σχετική φωτογραφία.

Ο Δημήτριος Μαδεμλής κατά τον χρόνο της δολοφονίας του ήταν 70 περίπου ετών. Φέρεται δε γραμμένος στα μητρώα των Μακεδονομάχων που τηρούνται στο Υπουργείο Στρατιωτικών (τώρα Εθνι­κής Άμυνας) με αυξ αρι­θμό 104. Γιος του Δημήτριου Μαδεμλή είναι ο Νικό­λαος Μαδεμλής, που γεννήθηκε στην Πετρούσα το έτος 1887,
Η μητέρα του λεγόταν Αικατερίνη, που πέθανε το έτος 1908.

Παιδιά του Δημητρίου Αγγέλου Μαδεμλή και αδελφοί του Νικολάου Μαδεμλή, ήταν:
1. Γεώργιος Μαδεμλής (Πέθανε το 1901)
Μαδεμλής Άγγελος του Γεωργίου

Μαδεμλής Άγγελος του Γεωργίου εκ Πετρούσας. Ο γιος του ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΔΕΜΛΗΣ ως υπολοχαγός σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία επικεφαλής του 7ου λό­χου του 31 Συν/τος Πεζι­κού.

 

2. Ανέστης Μαδεμλής
3. Αγγελος Μαδεμλής
4. Νικόλαος Μαδεμλής, μακεδονομάχος.

Μαδεμλής Νικόλαος - Μακεδονομάχος

Ο Νικόλαος Μαδε­μλής ήταν κατά την πε­ρίοδο του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1908) ενθουσιώδης αγωνιστής των ελληνικών επιδιώξεων. Ανελάμβανε δύσκολες και επικίνδυνες αποστολές, όπως η μεταφορά όπλων και πυρομαχικών το 1907 από την Δράμα (χάνι της Ν. Ζίχνης) στον Βώλακα.

 
Η γυναίκα του ήταν η Ελένη, κόρη του Παπαθανασίου, με την οποία απόκτησε τα παιδιά:
1. Δημήτριος Μαδεμλής
2. Κατίνα Μαδεμλή
3. Κων/νος Μαδεμλής, που πέθανε και άφησε δυο παιδιά
4. Ελευθερία, που διαμέ­νει στη Χωριστή
5. Ιωάννης, που γεννήθηκε το 1923 και σκοτώθηκε από τους Βουλγάρους
κατά την βουλγαρική κατο­χή 1941.-1944

Ο Νικόλαος Δημη­τρίου Μαδεμλής είχε διατελέσει και πρόεδρος της κοινότητας Πετρούσας κατά την περίοδο 1929-1931 και 1938-1941. Επίσης ο Νικόλαος Μαδεμλής εξορίσθηκε από τους Βουλγάρους κατά την περίοδο 1917-1918 στη Βουλγαρία για 18 μήνες. Επίσης οι Βούλγαροι λεηλάτησαν το σπίτι του και αφαίρεσαν ρουχισμό και έπιπλα και κατάσχεσαν τα χωράφια του.

Πηγή: H Φωνή των γηγενών Μακεδόνων – entopios.gr
Αρχική πηγή: Τα νέα της Πετρούσας

“Τα ‘δωσα και τα δύο στη πατρίδα”.

Μια ιστορία που δημοσιεύεται στο τεύχος του Οκτωβρίου της Ναυτικής Ελλάδος:

28η Οκτωβρίου 1940!Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουνα στη Πλατεία Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Οι νεότεροι δεν γνωρίζουν πάρα πολλά από τα παλιά και απορούν οπόταν ακούν ορισμένα γεγονότα του τότε. Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του, γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.

Τότε πάντα κάθε πρωί, θα θυμούνται οι παλιοί, γινόταν έπαρση σημαίας και σταματούσαν τα πάντα, όπως και στη δύση του ηλίου γινόταν υποστολή. Ήταν στιγμές ωραίες , απίθανες που ζούσαν τότε οι άνθρωποι. Το άγημα αποδόσεως τίμων στο χώρο του, και ακούμε το σαλπιγκτή να δίνει το σύνθημα για την υποστολή της σημαίας. Το άγημα παρουσιάζει όπλα. Ο αξιωματικός χαιρετά και παίζεται ο Θούριος. ¨Ολοι οι παριστάμενοι εκεί και οι περαστικοί, όπως και εγώ σταθήκαμε σε στάση προσοχής. Αποδίδεις με αυτό τον τρόπο την τιμή στο ιερό μας σύμβολο, στη γαλανόλευκη σημαία. Τη στιγμή που ο αρμόδιος αξιωματικός χαιρετά, η ματιά του πέφτει λοξά και βλέπει κάτι παράξενο, και η ψυχή του ταράζεται, μ’ αυτό που θα σας πω παρακάτω.

Τελειώνοντας η διαδικασία της υποστολής της σημαίας, οι διαβάτες συνεχίζουν τον δρόμο τους, ενώ εγώ από παρέμεινα από συνήθεια λίγο ακόμα. Τότε βλέπω τον νεαρό αξιωματικό να κατευθύνεται θυμωμένος πρός έναν γεροδεμένο πλανόδιο καστανά. Βλέπετε τότε η πλατεία ήταν κενή και στις γωνίες ήταν πάντα στιλβωτές ( λούστροι ) και καστανάδες, που μας λείπουν τώρα. Και του είπε : <<γιατί δεν σηκώθηκες όρθιος για να τιμήσεις τη σημαία μας. Δεν έχεις φιλότιμο κλπ>>. Ο άνθρωπος έμεινε βουβός, ενώ εγώ παρακολούθησα έντρομος και φοβερά συγκλονισμένος το τι έγινε. Μετά βλέπω τον καστανά ότι έγινε κατακόκκινος και ότι άρχισε να τρέμει. Ήθελε να φωνάξει, αλλά τον είδα με έκπληξη να συγκρατείται, σκύβοντας το κεφάλι του και να αρχίσει να κλαίει με λυγμούς. Όμως συνήλθε γρήγορα, σκούπισε τα δάκρυά του και με τη δύναμη των χεριών του ( που ήταν γερά) στύλωσε το σώμα του δυνατά, έσπρωξε τον πάγκο με τα κάστανα μπροστά και φώναξε με όλη την ψυχη του στον νεαρό αξιωματικό δυνατά <<πώς να σηκωθώ κύριε; Της τα έδωσα της Πατρίδας μου και τα δύο>>. Και σηκώνοντας τα μπατζάκια του παντελονιού, φάνηκαν δύο πόδια, κομμένα πάνω από το γόνατα. Και ξανάρχισε να κλαίει. Ο κόσμος όπως και εγώ γύρω του έκλαιγε και χειροκροτούσε, όμως περισσότερο απο όλους έκλαιγε ο νεαρός αξιωματικός.

Έχουν περάσει περίπου 60 χρόνια. Ποιος ξέρει τι να γίνεται. Εκείνη τη στιγμή πάντως έγινε κάτι το αλησμόνητο, μια φοβερή σκηνή. Ο αξιωματικός σκύβει και αγκαλιάζει και φιλά τον καστανά, και στη συνέχεια στέκεται ευθυτενής μπροστά στον ήρωα, φέρνει το δεξί χέρι στην άκρη του γείσου του πηλίκιού του και τον χαιρετά στρατιωτικά. Του απονέμει <<τας κεκανονισμένας τιμάς>> που δεν μπόρεσε εκείνος τυπικά να αποδώσει στη σημαία μας, γιατί της χάρισε τα δύο πόδια του στα βορειοηπειρώτικα βουνά μας, για να μπορεί να κυματίζει σήμερα ψηλά η κυανόλευκη σημαία μας, σε λεύτερη πατρίδα. Και οι άλλοι, οι πολλοί να μπορούν να πηγαίνουν με γρήγορο βήμα στην ειρηνική απασχόλησή τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι περνούν μπροστά από έναν ήρωα του αλβανικού μετώπου, τον Έλληνα ήρωα πολεμιστή, όποιο επάγγελμα και να ‘χει. Άλλοι δεν μιλούν, άλλοι όμως ειρωνεύονται. Γι αυτό οι νέες γενιές πρέπει να μάθουν, να διδαχθούν από την οικογένεια και από το Σχολείο για το Έπος του 1940.
Για το καλό της Πατρίδας μας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΟΥΛΙΑΣ
ΠΛΩΤΑΡΧΗΣ Π.Ν. εα

Πηγή: Ελλήνων Ευλογημένη Γη

ΕΠΟΣ ΤΟΥ ’40 : 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΕΝΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ Σ’ ΟΣΟΥΣ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ! – ΣΠΑΝΙΑ ΠΛΑΝΑ.ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

Το βίντεο είναι εξαιρετικό όχι μόνο γιατί έχει σπάνια πλάνα από την εποχή του Έπους του 40,της Κατοχής και της Αντίστασης,αλλά και γιατί τα παιδιά από το Παλλάδιο,δεν ξεχνούν αυτό που δεν είναι πάντα αυτονόητο: να πουν ένα μεγάλο ευχαριστώ σ΄ αυτούς τους ανθρώπους, τους προγόνους, που δεν σκέφτηκαν ούτε στιγμή τη ζωή που άφηναν πίσω τους για να αντισταθούν σε αντιπάλους ισχυρότερους και θεωρητικά ανίκητους.
Στα περίπου πέντε λεπτά που διαρκεί το βίντεο θα δείτε το Έπος του 40, τη φρίκη της Κατοχής, το μεγαλείο της Αντίστασης και τη Λύτρωση της απελευθέρωσης.

Η προτομή του Nτόπιου Μακεδονομάχου Αντωνίου Μίγγα από την Νάουσα

Αντώνιος ΜίγγαςΗ προτομή του Μακεδονομάχου Αντωνίου Μίγγα στο πάρκο ηρώων,της Νάουσας. Ο οποίος τον Ιούνιο του 1907 απαγχονίστηκε από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, μετά από προδοτική ενέργεια, στο πλευρό του Μακεδονομάχου Τέλλου Άγρα. Η θυσία του Αντώνη Μίγγα αποτελεί λαμπρό παράδειγμα της περήφανης Ελληνικής τιμής, αφού αν και θα μπορούσε να γλιτώσει τη ζωή του, προτίμησε να θυσιαστεί δίπλα στον αρχηγό του και να θαφτούν μαζί.

“Μαζί ήρθαμε, μαζί θα πεθάνουμε, σαν θέλει ο Θεός και όπου θα πεθάνει ο αρχηγός μου, εκεί θα πεθάνω κι εγώ” ήταν τα τελευταία λόγια του Ναουσαίου εθνομάρτυρα Μακεδονομάχου, ο οποίος έπεσε τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος, προσδοκώντας την περιπόθητη Ελευθερία της Μακεδονίας μας, η οποία ήρθε 5 χρόνια αργότερα.

Πηγή:
H Φωνή των γηγενών Μακεδόνων – entopios.gr

Γεράσιμος Ραφτόπουλος: Δεκανέας ετών 12 – Μέρος Β’

Γεράσιμος Ραφτόπουλος: Ο νεαρότερος Έλληνας … ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ

http://vatopaidi.files.wordpress.com/2012/03/sarantaporou_raftopoulos-474x316.jpg?w=780Το μπόι του δεν ξεπερνούσε τα 140 – 150 εκατοστά. Το πρόσωπο ήταν ακόμη παιδικό. Δεν είχαν καν ξεκινήσει να εμφανίζονται χνούδια, όχι γένια. Στο άλογο έφτανε με δυσκολία να αγγίξει τη σέλα. Όμως όσο μπόι του έλειπε, τόσο σίδερο και τσαγανό είχε στην καρδιά του. Τις πράξεις και τα ανδραγαθήματα του θα τα ζήλευαν μεγαλύτεροι μπαρουτοκαπνισμένοι και σφυρηλατημένοι στη φωτιά του πολέμου, στρατιώτες.

Στο άκουσμα του ονόματος του Τούρκοι και Βούλγαροι πάγωναν. Γεράσιμος Ραφτόπουλος, ετών 12…Ο νεαρότερος, Έλληνας υπαξιωματικός που με τις πράξεις του στα πεδία των μαχών απέδειξε ότι η γενναιότητα, το θάρρος και ο ηρωισμός είναι αγαθά που δεν μπαίνουν σε κανένα καλούπι και δεν έχουν προδιαγραφές. Θέλουν και απαιτούν όμως ψυχή!

Γεννήθηκε το 1900 στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς. Η Ελλάδα εκείνη την περίοδο προσπαθούσε να βρει την ταυτότητα της. Προσπαθούσε να ορθοποδήσει οικονομικά, προσπαθούσε να συνέλθει από το ηχηρό χαστούκι του «ατυχούς πολέμου» του 1897 και την ταπεινωτική ήττα από το στρατό του Σουλτάνου.

Στα 12 του ο Ραφτόπουλος, έφυγε από το νησί του για να καταταγεί εθελοντικά στο πεζικό. Ήδη έχει ξεσπάσει ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος κατά των Οθωμανών και η χώρα έχει ανάγκη από στρατιώτες.

Έφτασε στον Πειραιά και πήγε αμέσως στο στρατολογικό γραφείο. Εκεί, οι στρατολόγοι στην αρχή ίσως να γέλασαν ειρωνικά ίσως και τρυφερά και να του είπαν: «Επ μικρέ τι κάνεις εσύ εδώ. Πήγαινε στο σπίτι σου ο πόλεμος είναι για άνδρες. Έχεις χρόνια ακόμη». Ο Γεράσιμος δεν πτοήθηκε, βγήκε από το κτίριο και πήγε αμέσως στο σταθμό των τρένων, που γεμάτα φαντάρους και εφόδια έφευγαν για το μέτωπο.

Το μικρο του κορμί τον βοήθησε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς και σε μια στιγμή χαλαρότητας τους, ο μικρός πέρασε κάτω από τα μάτια τους και μπήκε σε ένα βαγόνι γεμάτο στρατιώτες. Προορισμός του, η Λάρισσα και το 18ο Σύνταγμα της 6ης Μεραρχίας. Μόλις παρουσιάστηκε στο Διοικητή, εκείνος γέλασε αλλά τελικά τον πήρε ως «παιδί του Συντάγματος». Ο ρόλος του θα ήταν διακοσμητικός, κάτι σαν την Μασκώτ του συντάγματος. Όμως ο μικρός είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του.

Το βάπτισμα του πυρός το παίρνει στη μάχη της Ελασσώνας. Όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό με αυτόν τον 12χρονο σατανά που πολέμησε λυσσασμένα και συμπεριφερόταν στη μάχη σαν έμπειρος στρατιώτης. Και όχι μόνο αυτό, έγινε μάλιστα και κάτοχος ενός λαφύρου. Ενός όπλου τύπου «Μαρτίνι» που απέσπασε από κάποιο Τούρκο.

Επόμενη μάχη το Σαραντάπορο. Ο Γεράσιμος Ραφτόπουλος πολεμάει με περισσότερη λύσσα και ορμή. Και ο διοικητής του μπροστά σε αυτό το μικρό γίγαντα έχει μείνει άφωνος. Του δίνει να έχει ένα Manlicher-Schonauer.

Στη μάχη Κιλκίς – Λαχανά, το 1913, η τύχη γυρίζει την πλάτη στον 12χρονο. Συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από Βούλγαρους. Αλλά είπαμε ο τολμών νικά. Ένα βράδυ ο μικρός τα παίζει όλα για όλα. Με κάποιο μαγικό τρόπο καταφέρνει να σκοτώσει 3 Βούλγαρους από το απόσπασμα των 5 που συνόδευε Έλληνες αιχμαλώτους και τον ίδιο, και να δραπετεύσει. Γίνεται ένα με το σκοτάδι και σαν ζαρκάδι τρέχοντας επιστρέφει στο στρατόπεδο των Ελλήνων.

Στη διαδρομή όμως άκουσε πνιχτές κραυγές μέσα σε ένα όρυγμα. Ένας Έλληνας εύζωνας, βαριά τραυματισμένος αργοπέθαινε. O Ραφτόπουλος δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Πήρε τον εύζωνα στην πλάτη και τον γύρισε στο στρατόπεδο.

Για την ανδρεία του προήχθη στο βαθμό του δεκανέα, στις 28 Αυγούστου του 1913.Είναι χαρακτηριστικά τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής.

Η ΕΣΤΙΑ , έγραφε: «Σας παρουσιάζομεν σήμερον τον μικρότερον υπαξιωματικόν του Ελληνικού Στρατού. Είναι ηλικίας 12-13 ετών και κατάγεται από το Φισκάρδον της Κεφαλληνίας. Το όνομα του ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ (αριστερά στην εικόνα). Ο πατέρας του αρτοποιός εις την Ύδραν, η μητέρα του μένει εις τον Πειραιάν και αυτός ήτο υπηρέτης εις Πύλον όπου τον εύρεν η επιστράτευσις.

Η ΕΣΤΙΑ , έγραφε: “Σας παρουσιάζομεν σήμερον τον μικρότερον υπαξιωματικόν του Ελληνικού Στρατού. Είναι ηλικίας 12-13 ετών και κατάγεται από το Φισκάρδον της Κεφαλληνίας. Το όνομα του ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ (αριστερά στην εικόνα). Ο πατέρας του αρτοποιός εις την Ύδραν, η μητέρα του μένει εις τον Πειραιάν και αυτός ήτο υπηρέτης εις Πύλον όπου τον εύρεν η επιστράτευσις.

Το πολεμικόν μένος που είχε καταλάβει όλον τον κόσμο, ηλέκτρισε και τον μικρόν υπηρέτην, ο οποίος εζήτησεν αμέσως όσα χρήματα είχε να λαμβάνει από τον πάτρωνα του και την επομένη απεβιβάζετο εις Αθήνας, παρουσιασθείς εις το Στρατολογικόν γραφείον όπως καταταχθή εθελοντική. Η ηλικία του δεν εβοήθησε την αποδοχήν της αιτήσεως του και ο μικρός έφυγε από το γραφείον λυπημένος αλλ’ όχι και απηλπισμένος. Μίαν πρωίαν διαφυγών την προσοχήν των φρουρών, εσκαρφάλωσεν εις τον μεταξύ των δύο βαγονίων χώρον και μαζή με τον στρατόν έφθασεν εις την Λάρισσαν, όπου επί τέλους μετά την τόσην του επιμονήν εγένετο δεκτός εις το 18ον σύνταγμα της 6ης μεραρχίας ως «παιδί του συντάγματος». Εις την μάχην της Ελασσώνος έγεινε κάτοχος Τουρκικού λαφύρου, όπλου Μαρτίνι, με το οποίον έλαβε το βάπτισμα του Πυρός. Η ανδρεία του εξετιμήθη από όλους και εις την μάχην του Σαρανταπόρου του εδόθη εις ένδειξιν αναγνωρίσεως της ικανότητός του, Μάλινχερ. Εις την πεισματώδη μάχην του Κιλκίς ευρέθη μεταξύ πέντε Βουλγάρων αιχμάλωτος, αλλά καθ’ ην στιγμήν οι Βούλγαροι ησχολούντο να εύρουν κανένα σχοινί δια να τον δέσουν, αυτός αρπάζει το Μάλινχερ και ρίπτει νεκρούς τους τρεις, ενώ οι δύο άλλοι εσώζοντο δια της φυγής. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, ο μικρός στρατιώτης έσωσε και έναν τραυματίαν εύζωνον, όστις θα περιήρχετο εις χείρας των δημίων. Το γεγονός τούτο της ανδραγαθίας του λιλυπουτείου υποδεκανέως επιστοποιήθη και επισήμως, μεθ’ ο και ο διοικητής του, τον προήγαγε εις δεκανέα”.

Για την ανδρεία του προήχθη στο βαθμό του δεκανέα, στις 28 Αυγούστου του 1913.
Δυστυχώς μετά τα ίχνη του μικρού δεκανέα χάθηκαν. Κανένα αρχείο, καμία αναφορά στο πρόσωπο του δεν έχει υπάρξει και πολλές φορές σε αρκετές ιστοσελίδες, άνθρωποι που διάβασαν την ιστορία του, έχουν κάνει προσπάθειες να βρουν κάτι…

Πηγή: Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου (και όχι μόνο)

Σπύρος Καγιαλές (1872-1929) – Ο ήρωας που έκανε το κορμί του ιστό για την ελληνική σημαία

Σχόλιο MacedonianAncestry: Το παρακάτω κείμενο είναι πάρα πολύ μεγάλο. Αξίζει όμως να το διαβάσετε όλοι έστω και αν μιλάει για την Κρήτη και όχι την Μακεδονία! Και αν κάποιος δεν δακρύσει διαβάζοντας το, τότε δεν είναι έλληνας…

Ο Σπύρος Καγιαλές – Καγιαλεδάκης, ο «Θρύλος του Ακρωτηρίου», έγραψε με τον ηρωισμό του και την αυτοθυσία του, μια από τις πιο ένδοξες στιγμές της Ελλάδος, κατά των Αγώνα των Κρητών, το 1897, για ένωση με την Μητέρα Πατρίδα. Δυστυχώς τα περισσότερα Ελληνόπουλα, ακόμα ακόμα και τα Κρητικόπουλα αγνοούν την ύπαρξη αυτών των ηρώων…

Ας όψεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα, που το μόνο που κάνει με επιτυχία, είναι να παράγει… στουρνάρια σε μεγάλες ποσότητες.

Ο Σπύρος Καγιαλές
Ο Σπύρος Καγιαλές γεννήθηκε το 1872. Ο πατέρας του Δημήτρης, καταγόταν από τη Γραμβούσα και ήλθε νωρίς, μαζί με την οικογένειά του, από τα Καμπιά και εγκαταστάθηκε στην οδό Λάκων, στη Χαλέπα. Όταν αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί και τα παιδιά του με τις οικογένειές τους, ολόκληρη η γειτονιά αποκλήθηκε «Καγιαλεδιανά». Η μητέρα του Μαρία, το γένος Ορνεράκη, ήταν από τα Σφακιά.

Όλοι οι άνδρες της οικογένειας έλαβαν μέρος σε όλους τους αγώνες της εποχής τους για την Ελευθερία και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Στο Ακρωτήρι ο Σπύρος Καγιαλές υπηρέτησε από την αρχή της Επανάστασης του 1897 μαζί με τους αδελφούς του Γιώργο, Μανώλη, Αντώνη και Σήφη. Επίσης, έλαβε μέρος στις μάχες του Δρίσκου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, όπου και πάλι διακρίθηκε για την ανδρεία του και τιμήθηκε με την απονομή ειδικών μεταλλίων και διπλώματος.
Γενναίος πολεμιστής υπήρξε και ο μονάκριβος γιος του Γιώργος, που διακρίθηκε στα πεδία των μαχών στη Μακεδονία, όπου και έπεσε. Ο χαμός του αγαπημένου του γιου, σημάδεψε την υπόλοιπη ζωή του και υπήρξε η πραγματική αιτία του θανάτου του, αργότερα. Από τη γυναίκα του Μαρία, το γένος Καπνισάκη, που ήταν από τα Κοντόπουλα των Κεραμειών, απόκτησε εκτός από τον Γιώργο και μία κόρη, την Ειρήνη, που δε ζει πλέον και την οποία είχε παντρέψει στις Η.Π.Α. με ένα άξιο Κρητικόπουλο, τον Παύλο Μαντά.
Από την Ειρήνη, απόκτησε τρία εγγόνια, τον Μάκη (που και αυτός δε ζει πια), τη Μαρία (σύζυγο του Γ. Μακρίδη) και την Κατερίνα (σύζυγο του J. Kentz), που ζουν μεν στις Η.Π.Α. αλλά ποτέ δεν έπαψαν να κλείνουν βαθιά στην καρδιά τους την Κρήτη και την Ελλάδα.

Το κλίμα της εποχής
Οι χριστιανοί της Κρήτης υπέφεραν αφάνταστα από την αφόρητη κατάσταση που επικρατούσε στο νησί κι έτσι όπως συνέχιζε να εξελίσσεται στις αρχές του 1897.
Στις 20 Ιανουαρίου οι Τούρκοι πυρπολούν πολλές συνοικίες και ιδιοκτησίες χριστιανών στα περίχωρα των Χανίων. Οι Χριστιανοί αναλαμβάνουν δράση, δημιουργούν προγεφυρώματα και πολιορκούν περιοχές όπου κυριαρχούσε το τουρκικό στοιχείο. Στις 22 η κατάσταση χειροτερεύει και την επόμενη ημέρα και από τις 3.30 μ.μ. οι Τούρκοι πυροβολούν αδιάκριτα κατά παντός. Οι χριστιανοί κλείνονται στα σπίτια και στα μαγαζιά τους που πυρπολούνται, ενώ προηγουμένως παραβιάζονται και λεηλατούνται «εν μέσω πάσης θηριωδίας». Η κατάσταση είναι φρικτή. Οι φλόγες φαίνονται από μίλια μακριά. Μόχθοι 10ετιών εξαφανίζονται. Πυκνός καπνός σκεπάζει ολόκληρη την πόλη. Διάφορες εύφλεκτες ύλες προκαλούν ισχυρές εκρήξεις, που μαζί με τους κρότους των όπλων και τις «κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών δημιουργούν φρικώδες πανδαιμόνιο». Αυτό το σκηνικό κράτησε 3 περίπου μέρες. Τα Χανιά και η Χαλέπα ερημώθηκαν και όσοι xριστιανοί διασώθηκαν, κατέφυγαν σε διάφορα σημεία της ελεύθερης Ελλάδας.
Στις 24 Ιανουαρίου γίνεται σύσκεψη στο σπίτι του Έλληνα πρόξενου στη Χαλέπα, Ν. Γενάδη, στην οποία μετέχουν ο ίδιος και οι Κ. Μητσοτάκης, Α. Σήφακας, Ν. Ζουρίδης και Κ. Φούμης. Αποφασίστηκε να κηρυχθεί η Ένωση και να κληθεί ο βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος να καταλάβει το νησί.
Την επόμενη εκδίδεται ψήφισμα υπέρ της Ένωσης, αναγγέλλεται ότι πρόκειται να καταπλεύσει στο νησί ελληνικός στόλος και καταλαμβάνονται από τους επαναστάτες στρατηγικές θέσεις στο Ακρωτήρι. Στις 26 αποφασίζεται να ανυψωθεί η ελληνική σημαία στον Προφήτη Ηλία του Ακρωτηρίου ( «Ημερολόγιο Ακρωτηρίου» Γ.Σήφακα, έκδοση 1953, σελίδα 23). Την ίδια ημέρα δημιουργείται προσωρινό στρατόπεδο στον περίβολο του ελληνικού προξενείου και τα μεσάνυχτα, φτάνουν έξω από το λιμάνι των Χανίων τα ελληνικά πολεμικά πλοία «Ύδρα», «Μυκάλη», «Μιαούλης» και «Αλφειός». Την αυγή επιδίδεται το ψήφισμα στους πρόξενους της Ελλάδας και των Μεγάλων Δυνάμεων.
Στις 28 Ιανουαρίου 1897, ο λαός της Επαρχίας Σητείας, ζητά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Την επομένη, με λαϊκό ψήφισμα κηρύσσεται η Ένωση στους Τζερμιάδες Λασιθίου και στην Ιεράπετρα. Την ίδια ημέρα, αποπλέει με προορισμό την Κρήτη μοίρα του ελληνικού πολεμικού στόλου, υπό τις διαταγές του πρίγκιπα Γεωργίου που την αποτελούσαν τορπιλοβόλα. Ο ίδιος επιβιβάζεται στο πλοίο «Σφακτηρία».
Στις 2 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται στο Κολυμπάρι Χανίων ελληνικό εκστρατευτικό σώμα που το αποτελούσαν δύο τάγματα πεζικού, ένας λόχος μηχανικού και μία ορειβατική πυροβολαρχία, συνολικής δύναμης 1.500 περίπου ανδρών. Επικεφαλής τους ήταν ο συνταγματάρχης και υπασπιστής του βασιλιά, Τιμολέων Βάσσος.
Στις 3 Φεβρουαρίου εκδίδει την πρώτη του προκήρυξη ως «αρχηγός του ελληνικού στρατού κατοχής της Κρήτης» από την Ιερά Μονή Γωνιάς και στη συνέχεια ξεκινά για τα Χανιά, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία όσες τουρκικές δυνάμεις συνάντησε στον δρόμο του. Η προέλασή του όμως εμποδίστηκε από αγήματα του ενωμένου στόλου των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, που διοικούσε ο Ιταλός υποναύαρχος Κανεβάρο. Τα αγήματα αυτά είχαν αποβιβασθεί από τα πλοία του στόλου για να αποτρέψουν σύγκρουση, να προστατεύσουν την πόλη και να διευκολύνουν διαπραγματεύσεις για το καθεστώς του νησιού. Ο Τιμολέων Βάσσος, ζητά και λαμβάνει οδηγίες από την ελληνική κυβέρνηση του Θεόδωρου Δεληγιάννη, να αποφύγει σύγκρουση με τους «ξένους». Ταυτόχρονα η κυβέρνηση της Ελλάδας απορρίπτει απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων, που ζητούσαν να αποσύρει από την Κρήτη το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα.

Η δημιουργία στρατοπέδου
Από τις 28 μέχρι και 31 Ιανουαρίου διαμορφώνεται και ενισχύεται το στρατόπεδο του Ακρωτηρίου. Οπλαρχηγοί με περίπου 650 μαχητές άφησαν τα μετερίζια τους και εγκαταστάθηκαν στο Ακρωτήρι. Παράλληλα το στρατόπεδο εφοδιάζεται με πολεμικό υλικό και άλλα χρήσιμα είδη, που έφθασαν κύρια με το πλοίο «Λαύριο» στην θέση Σταυρός και αποθηκεύτηκαν στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος. Αρχηγός των επαναστατών του στρατοπέδου ήταν ο γενναίος οπλαρχηγός Αντώνης Σήφακας, έμπορος και ποιητής, πρώτος μεταξύ ίσων, ανάμεσα στα μέλη της Επιτροπής του επαναστατικού στρατοπέδου, που την αποτελούσαν μεγάλες προσωπικότητες της εποχής οι Ελευθέριος Βενιζέλος, διδάκτορας του Δικαίου, δικηγόρος και π. βουλευτής, Νικόλαος Πιστολάκης, διδάκτορας του Δικαίου και π. εισαγγελέας, Γεώργιος Μυλωνογιαννάκης, διδάκτορας της ιατρικής και οπλαρχηγός, Χαράλαμπος Παπαδάκης, διδάκτορας του Δικαίου, Κωνσταντίνος Φούμης, διδάκτορας του Δικαίου και π. γενικός διοικητικός σύμβουλος της Διοίκησης Κρήτης. Όλοι τους μιλούσαν ξένες γλώσσες και αργότερα αποτέλεσαν και μέλη της Διοικητικής Επιτροπής Ακρωτηρίου. («Ημερολόγιο Ακρωτηρίου», σελίδες 152, 202, 210).

Οι πρώτες συγκρούσεις
Στις 1 και 2 Φεβρουαρίου Έλληνες και Τούρκοι προσπαθούν να προωθήσουν τις δυνάμεις τους σε διάφορες επίκαιρες θέσεις, ενώ ήδη από την 1η Φεβρουαρίου, ο τότε γενικός διοικητής Κρήτης Βέροβιτς Πασάς, που αντιτάχθηκε στις εισηγήσεις των Τούρκων μπέηδων κατά των Χριστιανών, υποχρεώνεται σε παραίτηση.
Στις 4 ο τοποτηρητής του γενικού διοικητή Κρήτης Ισμαήλ Βέης, εκδίδει προκήρυξη για τον αποκλεισμό του νησιού από τους στόλους των Μεγάλων Δυνάμεων, τον οποίο αποκαλεί «επιχείρηση προστασίας της Κρήτης» και καλεί τους Χριστιανούς να καταθέσουν τα όπλα. Η προκήρυξη πέφτει στο κενό. Την ίδια ημέρα, ο ύπαρχος του θωρηκτού «Ύδρα» Κωνσταντίνος Κανάρης, εγγονός του ένδοξου ναύαρχου Κανάρη, παραδίδει στους Ελευθέριο Βενιζέλο και Χρύσανθο Τσεπετάκη, μεγάλη πολεμική ελληνική Σημαία με την «κορώνα» στη μέση, για να ανυψωθεί στο στρατόπεδο του Ακρωτηρίου.
Στις 7 οι Χαλεπιανοί υπό τους Ε. Βενιζέλο, Γ. Μουντάκη, Μ. Καλορίζικο, Σ. Μουρούζη, Χ. Τσεπετάκη, Ν. Πετρίδη, Κωνσταντίνο, Ιερώνυμο και Ιωάννη Φούμη και 15 οπλίτες από το Γαβαλοχώρι υπό τους Ε. Παπαδάκη και Γ. Κοτζάμπαση, καταλαμβάνουν οριστικά την θέση του Προφήτη Ηλία και σε περίοπτη θέση υψώνουν την Σημαία. Στις 8 γίνεται συνεννόηση για την ταυτόχρονη προσβολή των τουρκικών θέσεων, από όλες μαζί τις Κρητικές και Ελλαδικές δυνάμεις. Έτσι, στις 9 Φεβρουαρίου, αρχίζουν ορισμένες «αψιμαχίες» στην περιοχή μεταξύ Μαλάξας και Ναυστάθμου, που γρήγορα επεκτάθηκαν και από τον Ναύσταθμο μέχρι τις Κορακιές.

Η μάχη
Στις 15.30 της 9ης Φεβρουαρίου 1897, δίδεται το αρχικό σύνθημα για τον βομβαρδισμό από το θωρηκτό «Σικελία», που αποτελούσε την ναυαρχίδα του αρχηγού του ενωμένου στόλου Ιταλού υποναύαρχου Κανεβάρο και που ναυλοχούσε έξω από το λιμάνι των Χανίων.
Αμέσως τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων, αρχίζουν χωρίς προειδοποίηση, ένα σφοδρό βομβαρδισμό του στρατοπέδου του Ακρωτηρίου, όπου ήδη κυμάτιζε η ελληνική πολεμική Σημαία. Ολόκληρη την περιοχή Ακρωτηρίου «κάλυψε βαριά πολεμική αντάρα που έκανε την γη να σείεται μέσα σε πυκνούς καπνούς, δέσμες φωτιάς, σύννεφα σκόνης και βροχή κατακερματιζόμενων στόχων που τινάζονταν στον αέρα, με την υπόκρουση σφοδρών θορύβων».
Όπως σημειώνεται ειδικότερα στο «Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου»,… «οι ήχοι των ομοβροντιών των πλοίων ήταν εκκωφαντικοί και έμοιαζαν με ισχυρές βροντές που ακούγονται μόνο όταν πέφτουν κεραυνοί. Οι βολιδοφόρες οβίδες κατά την έκρηξή τους, προκαλούσαν κρότο μεγαλύτερο από τις βολές των πυροβόλων. Στο πανδαιμόνιο των κρότων προστίθετο και ο κρότος καταιγιστικών πυροβολισμών. Η ηχώ όλων αυτών, πολλαπλασιαζόταν μέσω των βουνών του Ακρωτηρίου και συγκλόνιζε κυριολεκτικά όλη την ευρύτερη περιοχή, που την μετέβαλε σε πραγματική κόλαση. Το μελανό χρώμα των οβίδων, φαινόταν καθαρά στον αέρα. Την εικόνα συμπλήρωνε η έκρηξή τους. Άφθονος μαύρος καπνός και βαθυκόκκινες φλόγες, ανακατεύονταν με σύννεφα σκόνης και με βροχή από χώματα, λίθους, βράχους και κομμάτια από ερείπια που προκαλούσε η πρόσκρουση των βλημάτων στο έδαφος». Με μια μόνο από τις οβίδες αυτές που είχαν διαμετρήματα 21, 27 και 32 εκατοστά, μία κατοικία στις Κορακιές έγινε αμέσως σωρός από ερείπια και ογκώδεις βράχους.
Οι Τούρκοι «αλαλάζοντες» επωφελήθηκαν και επιχείρησαν έφοδο κατά του στρατοπέδου για να το καταλάβουν. Αλλά οι ηρωικοί αγωνιστές του Ακρωτηρίου πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση και τους απώθησαν με επιτυχία.
Πεντακόσιοι περίπου Ευρωπαίοι αξιωματικοί και πεζοναύτες, παρακολουθούσαν τις σκηνές φρίκης από τις επάλξεις του φρουρίου Χανίων, όπου είχαν στηθεί μαζί με την τουρκική και οι σημαίες των Μεγάλων Δυνάμεων.
Στο μεταξύ, οι αξιωματικοί του ελληνικού θωρηκτού «Ύδρα», νόμιζαν ότι ο ενωμένος στόλος θα βάλλει και εναντίον τους. Γι’ αυτό ο κυβερνήτης Βώκος έδωσε από την αρχή εντολή στο πλήρωμα του, να λάβει θέσεις και να είναι έτοιμο για τον «υπέρ πάντων αγώνα», μέχρι και την τελική πτώση-θυσία στο βωμό της πίστης και της πατρίδας.
Όπως σημειώνεται στο «Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου», τα γερμανικά πυρά ήταν τα πρώτα που ξεκίνησαν τον βομβαρδισμό. Τα αγγλικά ήταν ιδιαίτερα πυκνά. Τα ρωσικά εξαιρετικά ευθύβολα. Τα αυστριακά προφανώς «επίτηδες» ρίχνονταν, μάλλον, κατά των τουρκικών θέσεων και όχι κατά των χριστιανικών. Κατά τους Γάλλους τα πολεμικά πλοία τους, δεν έλαβαν μέρος στον βομβαρδισμό, ενώ κατά Ιταλούς πολεμικούς ανταποκριτές που παρακολουθούσαν τα γεγονότα και τα ιταλικά πολεμικά δεν μετείχαν στην «επαίσχυντη αυτή ενέργεια». Όμως, περισσότερες από 100 οβίδες ρίχτηκαν συνολικά κατά του στρατοπέδου του Ακρωτηρίου και ήταν αρκετές για τον χαλασμό που ακολούθησε.

Η πτώση της σημαίας και το έπος του Καγιαλέ
Ξαφνικά, μία ρωσική οβίδα πλήττει το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και άλλη, που προερχόταν από το ρωσικό πολεμικό «Μπελίκη» χτυπά και καταρρίπτει τον ιστό με την μεγάλη ελληνική πολεμική Σημαία.
Τότε ο άξιος στρατοπεδάρχης Μιχάλης Καλορίζικος, διατάζει να στηθεί και πάλι στη θέση του ο κομμένος ιστός με τη Σημαία. Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει τη διαταγή του και πετάγεται σαν ελατήριο από το ταμπούρι του ο ατρόμητος αγωνιστής Σπύρος Καγιαλές. Με μεγάλο κίνδυνο για την ζωή του μέσα στην πύρινη κόλαση του βομβαρδισμού, έχοντας στα χείλη του -όπως ο ίδιος διηγούταν αργότερα- τους γνωστούς στίχους «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία», αρπάζει τον ιστό, αναδιπλώνει την τεράστια Σημαία γύρω από τον ώμο του, ξαναστήνει τον ιστό και απλώνει την Σημαία που κυματίζει και πάλι περήφανη, μέσα σε πανδαιμόνιο ενθουσιασμού των επαναστατών.
Νέα οβίδα καταρρίπτει και πάλι τον ιστό. Και πάλι ο Σπύρος Καγιαλές πετάγεται και τον ξαναστήνει όπως πριν, ενώ το στρατόπεδο «σείεται από ουρανομήκεις ζητωκραυγές».
Προτού όμως κατασιγάσουν οι ζητωκραυγές, τρίτη οβίδα θρυμματίζει πια τον ιστό και ρίχνει κάτω την Σημαία.
Τότε συνέβη κάτι το απίστευτο, κάτι ανεπανάληπτο: Ο Σπύρος Καγιαλές, ορμά αμέσως, αρπάζει την σημαία, κάνει το ίδιο του το σώμα ιστό, και ανυψώνει με τα χέρια του τη Σημαία, που συνέχιζε να κυματίζει περήφανη απέναντι από τα κανόνια του ξένου στόλου.
Οι επαναστάτες και τα πληρώματα των ελληνικών πολεμικών πλοίων που παρακολουθούσαν την εξέλιξη του βομβαρδισμού, έγιναν μάρτυρες μίας απρόσμενης έκπληξης, ενός θαύματος που προκάλεσε η τόσο ριψοκίνδυνη όσο και μοναδική ηρωική πράξη του Σπύρου Καγιαλέ και εξέφραζε με μοναδικό τρόπο την αμετάκλητη απόφαση των επαναστατημένων Κρητικών για ελευθερία ή θάνατο.
Μόλις οι ναύαρχοι του ενωμένου στόλου είδαν με τα κιάλια, ότι η Σημαία και πάλι κυματίζει με κοντάρι έναν επαναστάτη, έναν από τους αγωνιστές που ορθώθηκε κόντρα στα κανόνια τους, δεν πίστευαν στα μάτια τους! Θαύμασαν τόσο, που διέταξαν αμέσως παύση πυρός.
Ήταν τότε που ο Ελευθέριος Βενιζέλος, κλαίγοντας αγκάλιασε τον ηγούμενο Ιερόθεο και του είπε: «Ιερόθεε, να για ποιον λαό αγωνιζόμαστε! Η νίκη και η Ένωση μετά από αυτά είναι βεβαία». (Μαρτυρία του ίδιου του Ιερόθεου στην εφημερίδα «Αθηναϊκή» 13 Νοεμβρίου 1961). Το στρατόπεδο δονείται από τις ζητωκραυγές και τους πανηγυρισμούς. Στο θωρηκτό «‘Υδρα» ψέλνεται ο εθνικός ύμνος. Ζητωκραυγές και χειροκροτήματα ακούγονται πλέον όχι μόνο από τα ελληνικά, αλλά και από τα ιταλικά και γαλλικά πλοία!!!

Ο απόηχος της ηρωικής πράξης του Σπύρου Καγιαλέ
Ο Ιταλός υποναύαρχος τότε, Κανεβάρο, γράφει στα απομνημονεύματά του:
Μου έκανε βαθιά εντύπωση η ψυχραιμία των επαναστατών.
Μου έφερε δάκρυα στα μάτια η στάση των.
Μου συγκλονιζόταν η ψυχή όταν μετά από κάθε οβίδα ακουγόταν η ζητωκραυγή: Ζήτω η Ελλάς!
Η ανύψωση της σημαίας με αυτόν τον τόσο ηρωικό τρόπο, αποτέλεσε μια στιγμή της ζωής μου που δεν θα λησμονήσω ποτέ.
Η ψυχή μου ήταν απ’ αρχής μαζί τους, όπως και των πληρωμάτων μου, που βομβάρδιζαν με πόνο στην καρδιά και ζητωκραυγάζοντας τους γενναίους.

(Εφημερίδα «Ηνωμένος Τύπος» Χανίων, 9 Φεβρουαρίου 1937).

Όπως διηγήθηκε αργότερα ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ναύαρχος Κανεβάρο του είχε πει τότε, πως έμεινε άναυδος από θαυμασμό για την ωραία αυτή και κατ’ εξοχήν ηρωική πράξη του Σπύρου Καγιαλέ, που εκείνη ακριβώς την ημέρα νίκησε -στην κυριολεξία- την ευρωπαϊκή διπλωματία. Γιατί όχι μόνο προκάλεσε την άμεση παύση του βομβαρδισμού του Ακρωτηρίου, αλλά και την υποβολή, από τους ναυάρχους, ευνοϊκών εισηγήσεων προς τις κυβερνήσεις τους. (Εφημερίδες: «Έθνος» 24 Ιουλίου 1929 & «Ηνωμένος Τύπος» Χανίων, 9 Φεβρουαρίου 1937).
Η είδηση για την ηρωική πράξη ταξίδευσε γρήγορα στα πέρατα του κόσμου και προκάλεσε «θύελλα». Σ’ αυτό συνέβαλαν πολλοί ξένοι έγκριτοι δημοσιογράφοι και πολεμικοί ανταποκριτές, όπως ο Binder της εφημερίδας της Βιέννης «Fremdemblatt», o Dillons, αρχισυντάκτης της «Daily Telegraph»» του Λονδίνου, Decio Graziotti της «Popolo Romano» της Ρώμης, ο ανταποκριτής Καλαποθάκης των «Times» του Λονδίνου, κ.ά. Ήταν αιτία να οργανωθούν πολλά συλλαλητήρια σε διάφορες χώρες, κατά τα οποία απαίτησαν οι ελεύθεροι λαοί, να βοηθηθεί η Κρήτη και να ζήσει επιτέλους ελεύθερος ο λαός της.
Ο ευρωπαϊκός Τύπος «βάφτισε» τότε τον βομβαρδισμό του Ακρωτηρίου ως «αντιναυαρίνο», εκφράζοντας έτσι την αποδοκιμασία του γι’ αυτόν και εξαίρωντας τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των Κρητικών.
Η ηρωική πράξη του «Θρύλου του Ακρωτηρίου» προκάλεσε μετά από λίγους μήνες την παραχώρηση αυτονομίας στην Κρήτη (16/28 Οκτωβρίου 1897), που προηγήθηκε της Ένωσης της με την Ελλάδα (1/14 Νοεμβρίου 1913).
Η εξέλιξη αυτή «προαναγγέλθηκε» δύο μέρες μετά την ηρωική και ανεπανάληπτη πράξη του Σπύρου Καγιαλέ, με την Προκήρυξη των Ναυάρχων του ενωμένου στόλου Ιταλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Αγγλίας και Ρωσίας (11/23 Φεβρουαρίου 1897). Σ’ αυτήν υπογραμμιζόταν, ότι κανένα άλλο σκοπό πια δεν είχε η παρουσία τους, παρά μόνο την εξασφάλιση της ησυχίας και της ειρήνης και την προστασία των κατοίκων της Κρήτης μέχρι να δοθεί ικανοποιητική λύση στο Κρητικό Ζήτημα, μετά από συνεννόηση των δυνάμεων, τις οποίες αντιπροσωπεύουν.
Μετά τον βομβαρδισμό του Ακρωτηρίου, οργανώθηκε και στην Αθήνα μεγάλο συλλαλητήριο, όπου χιλιάδες λαού απαίτησε πλήρη ελευθερία για την Κρήτη. Έτσι, η απαράμιλλη ανδρεία και ο ηρωισμός του Σπύρου Καγιαλέ ήταν η πιο βροντερή «κανονιά» των Κρητικών επαναστατών, εναντίον εκείνων που προσπαθούσαν με τη βία, εμφανιζόμενοι ως αυτόκλητοι «προστάτες» να τους στερήσουν την ελευθερία.
Η πράξη του «Θρύλου του Ακρωτηρίου» αποτέλεσε την συνέχεια μιας ατέλειωτης σειράς θυσιών και αμέτρητων ηρωισμών του αδούλωτου Κρητικού λαού. Ενός λαού η παράδοση και το όραμα του οποίου είναι εμπνευσμένα «από τον αγώνα τον καλό». Από την πρόγευση ελευθερίας που πηγάζει από τα ιερά κόκαλα των Ελλήνων, που είχαν ανά τους αιώνες γι’ αυτήν θυσιαστεί.
Πρώτος σημαντικός σταθμός για την τελική κατάκτηση της ελευθερίας της Κρήτης, ήταν η ανακήρυξη της αυτονομίας της Μεγαλονήσου υπό τον πρίγκιπα Γεώργιο με 3ετή θητεία. Μέχρι το τέλος του 1897, η ηρωική πράξη του Σπύρου Καγιαλέ, βοήθησε στην αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και της τουρκικής χωροφυλακής από το νησί.
Η ιστορία κατέγραψε στις χρυσές της σελίδες την πράξη του Σπύρου Καγιαλέ. Η επιλογή του να μετατρέψει το σώμα του σε ιστό στην κορυφή του βράχου μέσα στον «ορυμαγδό και την κόλαση του πυρός», εκεί όπου δύο φορές πριν οι εχθρικές οβίδες είχαν πετύχει τον ιστό και τον σώριασαν καταγής, περιέχει την απόφαση της θυσίας, μπροστά στην ευθυβολία των ρωσικών πυρών. Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο της πράξης του, που έθεσε τους Ευρωπαίους προ των ευθυνών τους.

Ιστορικά ντοκουμέντα
Αυτή την αξία της πράξης του Σπύρου Καγιαλέ επιβεβαιώνει και η υπ’ αρ. 68/3-10-1897. Πιστοποίηση της Διοικούσας Επιτροπής του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου. Όπως αναφέρεται στο «Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου» (σελίδες 47 & 97), παρά το σφοδρό και καταιγιστικό πυρ που έπληξε την περιοχή του στρατοπέδου, καμία απώλεια δεν υπήρξε μεταξύ των επαναστατών. Το απίστευτο και ανεξήγητο φαινόμενο, όλοι το απόδωσαν στην «παντοδύναμη προστασία του Υψίστου». Επειδή όμως κρίθηκε ότι υπήρχε φόβος η έλλειψη θυμάτων να μειώσει την ευνοϊκή εντύπωση που δημιουργήθηκε γι’ αυτούς διεθνώς από τον απάνθρωπο βομβαρδισμό, αναγγέλθηκε στον ναύαρχο Κανεβάρο, ότι σκοτώθηκαν 3 και τραυματίστηκαν 12 άνδρες και 3 γυναίκες, από τις οποίες η μία ήταν καλόγρια.

Ο θρύλος Σπύρος Καγιαλές
Ο Σπύρος Καγιαλές, μετά τον Βομβαρδισμό του Ακρωτηρίου, έγινε γνωστός και ως «τσικι ντάν». Όπως γράφει ο Ν. Β. Πετρουλάκης στην εφημερίδα «Φωνή του Αποκορώνου» (φύλλο Δεκεμβρίου 1995), «το παράξενο αυτό άκουσμα, ήταν ο απόηχος από το σκάσιμο της οβίδας. Γι’ αυτό και συνήθιζε να απαντά στους άλλους: «Μπόμπα νταν», μιμούμενος τον ήχο από την πρόσκρουση της οβίδας στο έδαφος, που όλα αυτά συμβόλιζαν την ηρωική πράξη στο Ακρωτήρι».
Ο Σπύρος Καγιαλές πέθανε στη Χαλέπα στις 5 Σεπτεμβρίου 1929 και αναπαύεται στον τάφο της οικογένειας στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής Χαλέπας.
Μετά τον θάνατό του, ο Σπύρος Καγιαλές τιμήθηκε από τον Δήμο Χανίων, που στις 30 Αυγούστου 1960 έδωσε το όνομά του σε μία γραφική πλατεία κοντά στο σπίτι του, που βρίσκεται στην οδό Γραμβούσης 3 στη Χαλέπα.
Επίσης τιμήθηκε και από την Κοινότητα των Στερνών Ακρωτηρίου, που του έστησε άγαλμα – αναπαράσταση της θρυλικής του πράξης.
Ο δήμος Ακρωτηρίου γιορτάζει κάθε χρόνο την επέτειο του βομβαρδισμού της 9ης Φεβρουαρίου 1897 και μαζί τιμά με καταθέσεις στεφάνων στον ανδριάντα του (δίπλα στους Τάφους των Βενιζέλων), τον ήρωα Σπύρο Καγιαλέ – Καγιαλεδάκη, που έγινε σύμβολο στον αγώνα των Κρητικών για την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Οι Κρήτες των ΗΠΑ (Παγκρητική Ένωση Αμερικής), χρηματοδότησαν την κατασκευή του μεγάλου αγάλματος του «Θρύλου του Ακρωτηρίου» Σπύρου Καγιαλέ Καγιαλεδάκη, που φιλοτέχνησε στα Χανιά ο γλύπτης Γιάννης Μαρκαντωνάκης και που τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο, όπου έπεσε η Σημαία από τις οβίδες και την ύψωσε κάνοντας το ίδιο του το κορμί κοντάρι. Ο ανδριάντας του Σπύρου Καγιαλέ Καγιαλεδάκη βρίσκεται στον Προφήτη Ηλία, παράπλευρα από τους Τάφους των Βενιζέλων.
Τα εγκαίνια του ανδριάντα έγιναν το 1997, στην επέτειο των 100 χρόνων από την ηρωϊκή πράξη του Σπύρου Καγιαλέ και την μεγάλη Επανάσταση του 1897, σε μία λαμπρή τελετή.
Αυτός ήταν ο ήρωας Σπύρος Καγιαλές, ο «Θρύλος του Ακρωτηρίου», που από ταπεινοφροσύνη δεν ζήτησε να πάρει σύνταξη, από αυτές που έδινε ή δίνει το κράτος στους αγωνιστές, ως ελάχιστη αναγνώριση της προσφοράς τους. Ποτέ ο ίδιος δεν κόμπασε για την πράξη του, γιατί απλά θεωρούσε ότι έκανε το χρέος του προς την πατρίδα.

Πηγή: Ενωθείτε!

XAΡΑΜΑΤΑ 8ης Σεπ. 1944 – Έκτελεῖται στό Χαϊδάρι ἡ ΛΕΛΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ. Η ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Λέλα Καραγιάννη

Μια από τις πολλές ηρωικές μορφές που ανέδειξε η αντίσταση στα χρόνια της Κατοχής ήταν η Λέλα Καραγιάννη. Γεννήθηκε στη Λίμνη Ευβοίας το 1899 και ήταν κόρη του Αθανάσιου Μινόπουλου και της Σοφίας Μπούμπουλη. Παντρεύτηκε τον φαρμακέμπορο Νικόλαο Καραγιάννη στην Αθήνα, με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά.

Από τον Μάιο του 1941, συγκροτεί αντιστασιακή ομάδα και αρχίζει τον αγώνα ενάντια στον κατακτητή. Την απόφασή της ανακοινώνει σητν οικογένειά της, της οποίας και τα μέλη ως ιδρυτές αποτελούν τα πρώτα στελέχη: ο σύζυγός της Νικόλαος και τα παιδία τους Ιωάννα, Ηλέκτρα, Γιώργος, Βύρων, Νέλσων, Νεφέλη και Ελένη. Με κέντρο ένα σπίτι στην οδό Φυλής και το φαρμακείο του άντρα της στην Πατησίων, οργανώνει ολόκληρο δίκτυο απόκρυψης, περίθαλψης και φυγάδευσης στρατιωτών οι οποίοι είχαν ξεφύγει από την αιχμαλωσία. Περιέθαλψε Έλληνες φαντάρους που επέστρεφαν από το μέτωπο και περίπου 140 συμμάχους ενώ νοίκιασε τρία σπίτια στα οποία τους έκρυβε.

Αργότερα, με κέντρο την Μονή του Αγίου Ιερόθεου στα Μέγαρα, συγκροτεί την παράνομη οργάνωση “Μπουμπουλίνα” η οποία έχει χαρακτήρα κατασκοπευτικό και στην οποία συμμετέχουν 140 πατριώτες, άνδρες και γυναίκες.

Με την οργάνωση αυτή καταφέρνει να συλλέγει πληροφορίες με άκρα μυστικότητα από το αρχηγείο των Γερμανών, από το Ναυαρχείο, την μυστική αστυνομία και το Ιταλικό φρουραρχείο. Η Λέλα είχε στήσει ολόκληρο δίκτυο χάρη στη συνεργασία της με το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, τον Αρχηγό της Αστυνομίας Άγγελο Έβερτ καθώς και διάφορους αντιφασίστες και αντιναζιστές που υπηρετούσαν μέσα στις υπηρεσίες των στρατευμάτων των κατακτητών, για να της δίνουν πολύτιμες πληροφορίες. Με τη δράση της βυθίστηκαν πολλά πλοία, ανατινάχτηκε το αεροδρόμιο του Τατοϊου και κάηκαν αποθέματα βενζίνης και πυρομαχικών.

Κατορθώνει επίσης να οργανώσει αποδράσεις αιχμαλώτων από το στρατόπεδο Άγγλων αιχμαλώτων της Κοκκινιάς. Για τη φυγάδευσή τους στη Μ. Ανατολή αγοράζει καϊκι, που με καπετάνιο τον Ηλία Χρυσίνη μεταφέρονται οι στρατιώτες στην Αίγυπτο. Από εκεί το καϊκι φέρνει στην Ελλάδα ασυρμάτους και άλλα εφόδια. Σε λίγο καιρό, προστίθενται άλλα δυο καϊκια, με καπετάνιους στο ένα τον Κρητικό Μαμαλάκη και στο άλλο τον Καπετάν Γιαννούλο. Στενοί συνεργάτες της ήταν η Νίκη Χωμενίδου, ο φούρναρης της Κοκκινιάς Παπαβασιλείου, ο υπολοχαγός Κουτρουμπέλης, ο Ηλίας Σκηνίτης.

Στις 23 Οκτωβρίου 1941 συλλαμβάνεται, ύστερα όμως από κράτηση οκτώ μηνών ελευθερώνεται και συνεχίζει τον αγώνα. Το 1944 αναγκάζεται να εισαχθεί στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού και τον Ιούνιου του ίδιου έτους οι Γερμανικές υπηρεσίες έχοντας μάθει για τη δράση της, ετοιμάζονται να τη συλλάβουν. Εκείνη ειδοποιεί τα παιδιά της και όσους συνεργάτες της μπορεί έως τη σύλληψή της στις 11 Ιουλίου του 1944.

Μεταφέρεται στην οδό Μέρλιν όπου και υπόκειται σε πρωτοφανή βασανιστήρια προκειμένου να ομολογήσει, κάτι που δε συμβαίνει ποτέ. Τα χαράματα της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, οδηγήθηκε μαζί με εξήντα γενναίους άνδρες και γυναίκες πατριώτες στο Δαφνί, όπου εκτελέστηκε ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο, εμψυχώνοντας έως την τελευταία στιγμή τους μελλοθανάτους.

Η Ακαδημία Αθηνών της απένειμε τιμής ένεκεν “Χρυσούν Μετάλλιον” ενώ η προτομή της έχει στηθεί στην οδό Στουρνάρα.

Πηγή: HellenicRevenge από το: ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ

Σχετ.ὀπτικοακουστικό ἀρχεῖο: http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000026779&tsz=0&autostart=0

Ένας άγνωστος ήρωας… και το άγαλμά του! Το όνομά του: Στέλιος Κυριακίδης!

Σχόλιο MacedonianAncestry: Το συγκεκριμένο κείμενο δεν έχει σχέση με την Μακεδονία μας. Ειλικρινά όμως, δεν μπόρεσα να μην το βάλω…

Ένας άγνωστος ήρωας… και το άγαλμά του!
Το όνομά του: Στέλιος Κυριακίδης!


Πόσοι απ’ εμάς έχουν ακούσει γι’αυτόν; Κι’ όμως! Δεν θάπρεπε να υπάρχει Έλληνας που να μην γνωρίζει γι’αυτόν, γιατί πρόκειται για έναν πραγματικό ήρωα της μεταπολεμικής Ελλάδας, έναν μεγάλο αθλητή, που κατέκτησε την Αμερική με μοναδικό του κίνητρο την αγάπη του για την πατρίδα! Και ενώ στο Χόλιγουντ ετοιμάζουν ταινία για τον Κυριακίδη, στην Ελλάδα χρειάστηκε αγώνας για να παραλάβουμε το άγαλμά του ως δώρο (!!!!!) άκουσον! άκουσον! από τους Αμερικάνους!

Το 1946 ο 36χρονος Στέλιος Κυριακίδης αποφάσισε να συμμετάσχει στον περίφημο πεντηκοστό Διεθνή Μαραθώνιο της Βοστώνης (42.195μ) μετά απο τιμητική πρόσκληση των διοργανωτών. Η σύζυγός του έσπευσε να τον αποθαρρύνει αφού λόγω της Κατοχής ήταν αδύναμος και υποσιτισμένος. Είχε πέντε χρόνια να αγωνιστεί. Ο ίδιος όμως είχε πάρει την απόφασή του… πουλώντας προσωπικά του αντικείμενα και μετά απο πολλές και αγωνιώδεις προσπάθειες, ο Κυριακίδης κατάφερε τελικά να επιβιβαστεί σε αεροπλάνο για την Αμερική και στις 4/4/1946 έφτασε στην Βοστώνη. Οι γιατροί των αγώνων βλέποντάς τον αδύναμο εξέφρασαν τις αμφιβολίες τους και δίστασαν για το αν έπρεπε να του δώσουν άδεια να συμμετάσχει. Στην ουσία φοβόντουσαν για την ίδια του την ζωή. Ο Στέλιος όμως δεν δεχόταν κουβέντα και δήλωνε αποφασιστικά: “Ήρθα για να τρέξω για επτά εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες και θα τρέξω!” Ετσι υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση ότι παίρνει ο ίδιος την ευθύνη για τον εαυτό του.

Στις 20 Απριλίου του 1946 δόθηκε η εκκίνηση του φημισμένου 50ου μαραθωνίου της Βοστώνης με μεγάλο φαβορί τον Αμερικανό Τζόνι Κέλι. Ο Έλληνας μαραθωνοδρόμος έτρεξε με την γνωστή του τακτική (ξεκινούσε χαλαρά για να κρατά δυνάμεις και επιτάχυνε μετά το μέσο της διαδρομής). Με την δύναμη της ψυχής του, κατάφερε να είναι μπροστά στα τελευταία χιλιόμετρα. Δεν του επιτρεπόταν να μη νικήσει… Ένας ηλικιωμένος μετανάστης στην διαδρομή έτρεχε κοντά του και του έδινε κουράγιο φωνάζοντάς του: “Για την Ελλάδα Στέλιο μου! Για τα παιδιά σου!!!” Οι κουβέντες αυτές έδωσαν κουράγιο στον Στέλιο και μ’όλα τα σωματικά του αποθέματα κατάφερε να φτάσει στην νίκη, φωνάζοντας στον τερματισμό: “FOR GREECE!!!” (Χρόνια αργότερα…μια Βούλα θα φώναζε το ίδιο: Για την Ελλάδα ρε Γαμώτο!”) Ο χρόνος του 2.29.27 αποτέλεσε τον καλύτερο χρόνο στην Ευρώπη και για 22 χρόνια τον καλύτερο στην Ελλάδα.Ο Κέλυ όταν ρωτήθηκε γιατί δεν κατάφερε να κερδίσει απάντησε: Πώς θα μπορούσα να κερδίσω ποτέ έναν τέτοιο αθλητή; Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι’αυτός για μια ολόκληρη πατρίδα..!”

Η νίκη του προκάλεσε πάταγο! Οι Αμερικανοί έσπευσαν να του δώσουν χρήματα και να του προτείνουν να μείνει στις ΗΠΑ. Ο ίδιος όμως άφησε άφωνο ακόμη και τον πρόεδρο της Αμερικής Τρούμαν όταν τον ρώτησε τι θα ήθελε να του προσφέρει ως δώρο. “Για μένα δεν θέλω τίποτα! Μόνο για την Ελλάδα βοήθεια!”

Έμεινε στην Αμερική και για ένα μήνα πάλεψε να μαζέψει βοήθεια για την πατρίδα…Καθώς η νίκη του είχε συγκινήσει τους Αμερικάνους και τους ομογενείς, το ποσό που κατάφερε να συγκεντρώσει έφθασε τα 250.000 δολάρια (τεράστιο ποσό για την εποχή) ενώ η οικογένεια Λιβανού έστειλε έξι πλοία με είδη πρώτης ανάγκης στην δοκιμαζόμενη Ελλάδα. Η βοήθεια αυτή ονομάστηκε “Πακέτο Κυριακίδη”. Στις 23 Μαίου 1946, ο Κυριακίδης επέστεψε στην Ελλάδα, όπου τον περίμεναν ένα εκατομμύριο Έλληνες για να τον υποδεχτούν με τιμές ήρωα ενώ για πρώτη φορά μετά την κατοχή, φωταγωγήθηκε η Ακρόπολη προς τιμή του!

Δακρυσμένος κατά την διάρκεια της επίσημης τελετής στους Στύλους το Ολυμπίου Διός δήλωνε: “Eίμαι υπερήφανος που είμαι Έλλην!”

Ο υιός Κυριακίδης ΠΛΗΡΩΣΕ αυτός για την μεταφορά του αγαματος του πατέρα του μια και αρνήθηκε η κυβέρνηση και έτσι το άγαλμα φτάνει στην χώρα μας! Τοποθετείται στην παραλία του Μαραθώνα, αλλά… κανένα ελληνικό κανάλι δεν καλύπτει τηλεοπτικά το γεγονός! Ήσαν όμως εκεί 18 τηλεοπτικοί σταθμοί απο όλον τον κόσμο!

Το άγαλμα μπορείτε να το θαυμάσετε στην παραλία του Μαραθώνα ενώ στο Μουσείο του Μαραθώνα(Λεωφ. Μαραθώνος και 25ης Μαρτίου) θα μπορέσετε να δείτε τα κειμήλια του Στέλιου Κυριακίδη. Αυτό που δεν θα δείτε βέβαια είναι το γιατί καταντήσαμε σήμερα έτσι όπως καταντήσαμε!

Γιατί εμείς ο Λαός ξέχασε τους ήρωές του!
Γιατί αφήσαμε τους άχρηστους πολιτικάντηδες να ιεροσυλούν επί της Ιστορίας μας!
Γιατί γίναμε αγνώμονες!
Γιατί δεν έχουμε πρότυπα και οδηγούς Κυριακίδηδες στην νέα κατοχή που περνά η πατρίδα μας!

Πηγή: Έλενα Ρήγα