Archive

Archive for the ‘Βιογραφίες σπουδαίων ανθρώπων’ Category

Κωνσταντῖνος Κριάρης | Φιλονόη καὶ Φίλοι…

Κωνσταντῖνος Κριάρης
*Ο Κωνσταντίνος Κριάρης, εικόνα από το περιοδικό «Αττικόν Μουσείον» 1884

«…Πριν πεθάνει όμως η μοίρα έπαιξε ένα ακόμα παιχνίδι με τον καπετάν Κριάρη. Ο Τούρκος Φούσκης Σελήμ Αγάς, προσεβλήθη από μια σοβαρή πάθηση των ματιών του. Έτσι όταν έμαθε ότι ο Κριάρης ζει στην Αθήνα ταξίδεψε και τον συνάντησε. Ο Κρητικός καπετάνιος τον φιλοξένησε στο σπίτι του μέχρι να θεραπευθεί. Ο Αντωνιάδης στον επικήδειό του θυμήθηκε αυτό το περιστατικό λέγοντας:

«Τὸν ἐφιλοξένησεν εἰς τὸν πενιχρὸν αὐτοῦ οἶκον καὶ μέχρι δακρύων συγκινούμενοι, ἔβλεπον τῶν Ἀθηνῶν οἱ κάτοικοι, τοῦτον τῶν μαχῶν τὸν ἥρωα ὁδηγούντα ὡς μικρὸν παιδίον ἐκ τῆς χειρὸς εἰς τὸ ὀφθαλμιατρεῖον ἐκεῖνον, ὅν ἀμειλίκτως ἄλλοτε ἤθελε φονεύσῃ ἄν εἰς μάχην τὸν ἀπήντα»….»

60 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΥΣ ΚΡΗΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

*Ας μην ξεχαστεί ποτέ, αυτός ο ήρωας και ας είναι φωτεινό παράδειγμα προσφοράς, ανδρείας και πατριωτισμού

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
Ο Κωνσταντίνος Κριάρης είναι ένας από τους ήρωες των Κρητικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα, που δεν πρέπει να τον σκεπάσει η σκόνη της ιστορίας.

Για το λόγο αυτό, πρέπει να μνημονεύουμε το παράδειγμά του και να το προβάλλουμε, έστω και αν η πατρίδα δεν είναι τώρα σκλαβωμένη όπως κάποτε. Σήμερα έχει άλλα προβλήματα και αντιμετωπίζει σύνθετες δυσχέρειες. Και αυτό σημαίνει πως ποτέ δεν θα πάψει να έχει ανάγκη από την βοήθειά των πολιτών της.

Ο Κωνσταντίνος Κριάρης γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1797 στο χωριό Κουστογέρακο της επαρχίας Σελίνου της Κρήτης. Οι ρίζες της οικογενείας του ήταν από την γενιά των Μπενήδων. Ο πατέρας του, που αρχικά τον αποκαλούσαν Μπενή μετονομάστηκε σε Κριγιάρης το 1769 επί Δασκαλογιάννη, λόγω του ατίθασου και ορμητικού χαρακτήρα του και της ανδρείας του.

Ο Κωνσταντίνος μέχρι το 1821, δούλευε σαν ποιμένας στον πατέρα του. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, μαζί με τα πέντε αδέλφια του, άρπαξαν τα όπλα και τάχτηκαν υπό την ηγεσία του πατέρα τους. Αργότερα μετά την μάχη της Μονής Σελίνου, ο Κωνσταντίνος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του Κουστογεράκου, διότι ο πατέρας του ήταν πλέον πολύ μεγάλος σε ηλικία. Στην μάχη της Μονής βρήκαν φρικτό θάνατο τρία αδέρφια του. Έκτοτε ακολούθησε παντού τον πρωτοκαπετάνιο Κουμή ως υπαρχηγός του.

*Ο Κωνσταντίνος Κριάρης. Πίνακας του Γιάννη Διαμαντάκη

Αξίζει να σημειώσουμε ότι κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως του 1821 η μεγάλη οικογένεια των Μπενήδων έχασε 28 μέλη της

Όταν ολοκληρώθηκε η Επανάσταση ο Κουμής με τον υπαρχηγό του Κωνσταντίνο Κριάρη και τα δύο επιζήσαντα αδέρφια του, τους Θεόδωρο και Βαρδή Κριάρη, κατέφυγαν στο Ναύπλιο, όπου ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, τους παρασημοφόρησε και τους προσέφερε εθνικές γαίες να τις καλλιεργούν και να επιζήσουν.

Δεν έμεινε όμως άπραγος για πολύ στην ελεύθερη Ελλάδα. Το 1830 με τον Κουμή και άλλους Κρητικούς οπλαρχηγούς, αποβιβάσθηκε ξανά στην Κρήτη, υψώνοντας για άλλη μια φορά την σημαία της Επαναστάσεως. Ο Κουμής και ο Κριάρης με άλλους επτά, αποβιβάσθηκαν στην νησίδα της Γραμβούσας και την κατέλαβαν. Οι άλλοι οπλαρχηγοί αποβιβάσθηκαν στην Σούγια του Σελίνου.

Το 1833, στο χωριό Μουρνιές της Κυδωνίας συγκεντρώθηκαν οι πρόκριτοι της Κρήτης και ομόφωνα ζήτησαν για άλλη μια φορά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Οι Πρόξενοι της Γαλλίας Αγγλίας προέτρεπαν τους συναθροισθέντες να ζητήσουν… την προστασία των χωρών τους, και όχι την ένωση με την Ελλάδα!!! Οι Κρητικοί αρνήθηκαν να ακούσουν τους προξένους, οι οποίοι δυσαρεστήθηκαν και προέτρεψαν τον Μουσταφά Πασά να συλλάβει τους προκρίτους και να τους τιμωρήσει παραδειγματικά. Ο Μουσταφά Πασάς άλλο που δεν ήθελε. Πολιόρκησε το χωριό και συνέλαβε 90 και πλέον κατοίκους από τους οποίους απαγχόνισε τρεις.

Τότε ο Κριάρης, πρόκριτος Σελίνου, κατόρθωσε να δραπετεύσει και να καταφύγει στα λημέρια των Λευκών Ορέων. Μετά την παρέλευση έξι μηνών κατόρθωσε ο γέροντας πατέρας του, δωροδοκώντας τους Τούρκους να δοθεί στον γιο του Κωνσταντίνο αμνηστία. Έτσι μπόρεσε να επιστρέψει στο χωριό του. Έκτοτε πέρασαν 8 ήσυχα χρόνια.

Το 1841 όμως, ο ανήσυχος Κριάρης, έπαιξε πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο, στην Τρυπητή με τον Κουμή ως εκλεγμένος αρχηγός Σελίνου, όταν στην Κρήτη σημειώθηκε νέα εξέγερση.

Συνεννοήθηκε με τους άλλους οπλαρχηγούς και πήρε μέρος με τους Σελινιώτες στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο χωριό Πρόβαρμα της περιοχής Αποκορώνου. Στην μάχη εκείνη οι επαναστατημένοι θαύμασαν την ανδρεία του Κριάρη και η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη. Και η εξέγερση όμως αυτή δεν είχε αίσιο τέλος και μετά την αποτυχία της, ο Κριάρης που τον καταδίωκαν οι Τούρκοι, κατέφυγε και πάλι στην Ελλάδα. Ο βασιλεύς Όθων τον τίμησε με αργυρό και χάλκινο παράσημο του Σωτήρος και του απένειμε τον βαθμό του λοχαγού της Φάλαγγας.

 


*Μια από τις επαναστατικές συνελεύσεις των Κρητών στην θέση «Μπουτσουνάρια» το 1883

*Μια από τις επαναστατικές συνελεύσεις των Κρητών στην θέση «Μπουτσουνάρια» το 1883

Διέμενε πλέον στην Αθήνα και όταν ο Καλλέργης έκανε την Επανάσταση της 3ης του Σεπτεμβρίου ο Κριάρης, στάθηκε με άλλους Κρητικούς στο πλευρό του, ενώ αργότερα επανήλθε στην Κρήτη. Έμενε ζώντας ήσυχα στο χωριό του έως το 1858. Τότε ακριβώς, εξερράγη νέο κίνημα των Κρητικών, ευτυχώς όμως αναίμακτο. Οι οπλαρχηγοί της Κρήτης συγκεντρώθηκαν στην θέση «Μπουτσουνάρια», καθώς και πρόκριτοι, και πλήθος λαού, που ζητούσαν την κατάργηση του κεφαλικού φόρου και πολλά άλλα προνόμια. Εκεί ο Κριάρης είχε εκλεγεί Γενικός Φρούραρχος αυτής της συναθροίσεως.

Το 1866 σημειώθηκε στην Κρήτη με αφορμή μια ακόμα επανάσταση των Κρητικών, η ανατίναξη της Μονής Αρκαδίου. Ο Κωνσταντίνος Κριάρης, δεν έλειψε ούτε από αυτήν την εξέγερση. Όντας Γενικός Αρχηγός πήρε μέρος στις 17 και 18 Αυγούστου 1866 στις δύο μεγάλες μάχες στον Σταυρό Κανδάνου. Εκεί τραυματίσθηκε στον δεξιό κρόταφο, ενώ ο τέταρτος αδελφός του, ο Θεόδωρος, έχασε την ζωή και κατεκρεουργήθηκε από τους Τούρκους.

Στην Κρήτη επικράτησε ο θρύλος, ότι ο Κριάρης δεν έκλαιγε ποτέ. Όταν μάλιστα σκοτώθηκε ο αδελφός του Θεόδωρος οι Τούρκοι τον κατακρεούργησαν και πετούσαν προς την πλευρά των Ελλήνων κομμάτια από το πτώμα, φωνάζοντας:

-Έλα Κριγιάρη, να πάρεις κρέας.
Και αυτός απαντούσε με σκληράδα:
-Δεν με γνοιάζει σκύλοι. Έχει παιδιά και θα πάρουν το αίμα του πίσω.

Στην επανάσταση του 1866 ο Κριάρης, πήρε μέρος σε 84 μάχες, όπως μεταξύ άλλων οι δύο μάχες του Σταυρού της Κανδάνου, της Παλαιοχώρας, του Κουστογεράκου, της Αχλάδας, του Ομαλού, των Ποροσελιών, της Κισσάμου, των Σταυρακιών, του Κακοπέτρου, του Καστελίου, της Αγριμοκεφάλας, των Φωκιών, του Θερίσου, των Μπουτσουναριών, των Κάμπων, του Βαφέ, της Κάινας, των Μπεμονίων, του Μελιδονίου, της Αράδενας, της Αγίας Ρουμέλης, του Καλλικράτη, του Μπρόσνερου κ.ά.

Η επανάσταση του 1866 πνίγηκε στο αίμα και άρχισε να φυλλοροεί κατά τα τέλη του 1868. Οι οπλαρχηγοί παραδόθηκαν στους Τούρκους. Ο ανυπότακτος Κριάρης διέλυσε το στρατόπεδό που είχε στην Σαμαριά, πήρε μαζί του οκτώ πιστούς στρατιώτες του και τον γιό του Γεώργιο και προσπάθησε να βρει καράβι για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Κρυβόταν σε μια σπηλιά στην θέση Πελεκάνος, περιμένοντας. Οι Τούρκοι ανακάλυψαν το κρησφύγετό του και νύκτα τον περικύκλωσαν. Έγινε μάχη και ο Κριάρης με τους δικούς του επιχείρησε απελπισμένη έξοδο. Πέφτουν νεκροί δύο συμμαχητές του, ο Γεώργιος Λιατάκης και ο Μιχαήλ Αντωνομανολάκης. Ο Κριάρης τραυματίσθηκε, αλλά κατόρθωσε αιμάσσων να διαφύγει με τον γιο του, βαδίζοντας επί δύο ώρες. Οι Τούρκοι ακολουθώντας τις σταγόνες του αίματος, κατόρθωσαν να τον εντοπίσουν εκ νέου, στο χωριό Μουστάκο, όπου κατέφυγε σε ένα ερημοκκλήσι και αργότερα σε ένα ελαιοτριβείο, μισοπεθαμένος.

 

*Η κηδεία του Κριάρη στην εφημερίδα «Αιών»

Όταν έφτασαν εκεί οι Τούρκοι, οι χωρικοί ρώτησαν τον Κριάρη τι να κάνουν. Αυτός τους υπέδειξε να συναντήσουν τον επικεφαλής Τούρκο Φούσκη Σελήμ Αγά, να του πουν ότι ο Κριάρης είναι πληγωμένος και να πάει να τον παραλάβει. Ο Σελήμ Αγάς, άφοβος και αυτός αλλά και παλαιός φίλος του Κριάρη, πήρε έναν στρατιώτη και πήγε. Όταν τον συνάντησε του είπε:

-Γιάντα μωρέ καϋμένε Κριγιάρη, δεν επροσκύνησες κι’ εσύ σαν και τσ’ άλλους; Έναν Σουλτάνο μωρέ ήθελες να πολεμήσης;

Ο Κριάρης απήντησε:

– Ετσά μου ήτονε γραφτό να το πάθω, τσή τιμής μου ήτονε, γιατί πολεμούσα με έναν αυτοκράτορα Σουλτάνο, και τσή τιμής μου, γιατί δεν επροσκύνησα τον αλλόθρησκο μου.

Ο συνοδός του Φούσκη Σελήμ Αγά, τότε κατάλαβε πως είχε μπροστά του τον ξακουστό Κριάρη σήκωσε το όπλο του φωνάζοντας:

-Και ποιος μ’ απαντά μωρέ σκατόπιστε αν σου κεντήσω με το τουφέκι; Πόσα παλληκάρια σκύλε, έχεις φαγωμένα;

Ο δε Κριάρης του απάντησε

-Χάρι σου ‘χα να μου κεντήσης όταν ήμουν ζωντανός, μα εδά που είμαι αποθαμμένος, θέλεις κέντησε το θέλεις μη το κεντήσης.

Τότε ο Φούσκης απομάκρυνε το όπλο του συνοδού του φωνάζοντας:
-Όξω μουρτάτη (ύβρις Τουρκική), αποθαμμένο άνθρωπο μωρέ φοβερίζεις;

Ο Φούσκης Σελήμ Αγάς, που τον συνέλαβε στις 20 Ιανουαρίου 1869, φόρτωσε τον Κριάρη σε ένα μουλάρι και τον οδήγησε στον Γενικό Διοικητή Κρήτης Χουσεΐν Πασά, ο οποίος τον οδήγησε στα Χανιά με συνοδεία φιλαρμονικής(!), ενώ στους δρόμους πανηγύριζαν οι Τούρκοι για την σύλληψη του Κριάρη. Οι πρόξενοι όμως των μεγάλων δυνάμεων προειδοποίησαν να μην πάθη τίποτα ο Κριάρης. Εν τω μεταξύ τον ανέλαβε ο γιατρός Βώμ, τον θεράπευσε μετά από εννέα μήνες στο νοσοκομείο των φυλακών.

Αργότερα με παρέμβαση των προξένων, ελευθερώθηκε και πήγε στο χωριό Αζωγηρές, όπου έμενε με την οικογένειά του. ‘Ένα χρόνο αργότερα αναχώρησε κρυφά με την οικογένειά και επέστρεψε στην Αθήνα, μισθοδοτούμενος από την Ελληνική Κυβέρνηση, μέχρι του 1878.
*Ο ένας από τους γιους του, ο Αριστείδης, με μεγάλη πολιτική δράση στην Κρήτη. Πήρε μέρος εθελοντικά και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Μεταξύ άλλων πολέμησε και στον Δρίσκο, όταν σκοτώθηκε εκεί ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης

*Ο ένας από τους γιους του, ο Αριστείδης, με μεγάλη πολιτική δράση στην Κρήτη. Πήρε μέρος εθελοντικά και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Μεταξύ άλλων πολέμησε και στον Δρίσκο, όταν σκοτώθηκε εκεί ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης

Τότε, εξερράγη μια ακόμα επανάσταση στην Κρήτη. Ο Κριάρης αν και μεγάλος σε ηλικία κατήλθε και πάλι στην Κρήτη με τους τρεις γιους του Γεώργιο, Ιωάννη και Αριστείδη, όπου εξελέγη και πάλι Αρχηγός των Σελινιωτών. Μετά το πέρας και αυτής της επαναστάσεως επανήλθε στην Αθήνα, ένθα παρέμεινε έως το θάνατό του στις 7 Ιουνίου 1884. Επικήδειο λόγο στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, εκφώνησαν οι γιατροί Χ. Παπαδάκης και Αντ. Εμμ. Παπαδάκης και οι φοιτητές Ν. Ξουριδάκης και Α. Μαυρουδάκης. Επί του τάφου του στο Α΄ Νεκροταφείο, επιτάφιο λόγο εκφώνησε ο γυμνασιάρχης Α.Ι.Αντωνιάδης και ένα βραχύ ελεγείο ο Γ. Καπετανάκης.

*Ο θάνατος του Κριάρη στην εφημερίδα «Παλιγγενεσία»

Πριν πεθάνει όμως η μοίρα έπαιξε ένα ακόμα παιχνίδι με τον καπετάν Κριάρη. Ο Τούρκος Φούσκης Σελήμ Αγάς, προσεβλήθη από μια σοβαρή πάθηση των ματιών του. Έτσι όταν έμαθε ότι ο Κριάρης ζει στην Αθήνα ταξίδεψε και τον συνάντησε. Ο Κρητικός καπετάνιος τον φιλοξένησε στο σπίτι του μέχρι να θεραπευθεί. Ο Αντωνιάδης στον επικήδειό του θυμήθηκε αυτό το περιστατικό λέγοντας:

«Τὸν ἐφιλοξένησεν εἰς τὸν πενιχρὸν αὐτοῦ οἶκον καὶ μέχρι δακρύων συγκινούμενοι, ἔβλεπον τῶν Ἀθηνῶν οἱ κάτοικοι, τοῦτον τῶν μαχῶν τὸν ἥρωα ὁδηγούντα ὡς μικρὸν παιδίον ἐκ τῆς χειρὸς εἰς τὸ ὀφθαλμιατρεῖον ἐκεῖνον, ὅν ἀμειλίκτως ἄλλοτε ἤθελε φονεύσῃ ἄν εἰς μάχην τὸν ἀπήντα».
*Όρθιος στο κέντρο, ο γιος του ήρωα, ο Αριστείδης Κριάρης, σε φωτογράφιση του 1905, αρχηγός Σελίνου και αντιπρόεδρος της Επαναστατικής Συνελεύσεως των Κρητών (Αρχείο Ελ. Βενιζέλου)

 

*Όρθιος στο κέντρο, ο γιος του ήρωα, ο Αριστείδης Κριάρης, σε φωτογράφιση του 1905, αρχηγός Σελίνου και αντιπρόεδρος της Επαναστατικής Συνελεύσεως των Κρητών (Αρχείο Ελ. Βενιζέλου)

Η λαϊκή μούσα τραγούδησε τον καπετάν Κωνσταντίνο Κριάρη:
«Όποιος στον Άδη κατεβεί να μην το λησμονήσει
Να πάει να βρεί τσι αρχηγούς Κριγιάρη και Κορκίδη
Σκαλίδ’ απού την Κίσσαμο και τον Γρυφαναγνώστη,
Το γέρο τον Πωλιουδόβαρδα, το γέρο και τον νέο,
Να των επεί τα νέϊκα πούχαν επιθυμία.
Πως ελευθερωθήκαμε από την τυραννία
Κι ο Τούρκος δεν δικάζει μπλιο!».

ΠΗΓΕΣ:
*Αλέξανδρος Παπαδερός «Κωνσταντίνος Κριάρης, ο Αρχηγός του Σελίνου» Αθήνα 1967.

* kriaras.com WordPress weblog

*Περιοδικό «Αττικόν Μουσείον» 1884.

*Τύπος εποχής

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

Πηγή: Φιλονόη

Happy Birthday Filedem! Born 100 Years Ago Today

Σχόλιο MacedonianAncestry: Γι’ αυτούς που δεν ξέρουν ο Πάτρικ Λη Φέρμορ ήταν θερμός φίλος της Ελλάδας και πήγαινε κόντρα στους Σκοπιανούς. Είναι καιρός να μάθουμε λίγα πράγματα γι’ αυτόν..

Patrick Leigh Fermor

Paddy after the war in Byronic costume; Filedem? Courtesy of Benaki Museum Paddy after the war in Byronic costume; Filedem? Courtesy of Benaki Museum

Happy birthday Patrick Leigh Fermor born on this day, 11th February 1915.

This has to be one of the most difficult occasions to mark. Should we go big or just keep it to something more modest? Perhaps it is the latter for today but something will be arranged for later in the year with the Patrick Leigh Fermor Society to properly celebrate his life and achievements.

To record your thoughts in this special year we have a new page “Marking Paddy’s Centenary”. Add your comments, birthday wishes, your favourite quotations from his works, or links to things of interest. It is your page: do with it as you will but do remember to play nicely.

Remember that Nick Hunt will be speaking and signing his book Walking the Woods and the Water at Hatchards in Piccadilly tonight 11th…

View original post 246 more words

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ – ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ (+4 Φεβρουαρίου 1843)

Μία από τίς κορυφαίες μορφές του Ελληνισμού διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, είναι χωρίς αμφιβολία ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός Γέρος του Μωριά, όπως τον ονόμασε ή λαϊκή φωνή.

Όταν ή μακαρίτισσα ή Σοφία Βέμπο τραγουδούσε: «Γεια καί χαρά σας, Μωραΐτες αδελφοί, πού αν μάνα δεν σας γέννα, οϋτ’ “Αγια Λαύρα θά ‘χαμε, ούτε Εικοσιένα», λίγο σκανδαλιζόμουνα. Αμάν, πια, πάλι με τους Μωραΐτες! Νισάφι! Μας έπρηξαν! Οι υπόλοιποι Έλληνες, δηλαδή, δεν κάναμε τίποτα; Ό σκανδαλισμός μου σταμάτησε όταν το βλέμμα μου στηλώθηκε στην πολυσέβαστη μορφή του Κολοκοτρώνη. – Μάλίστα εΐπα. “Αν το ‘πε για τον Κολοκοτρώνη, τότε δεν χωράει κουβέντα! Έτσι είναι!… Συμφωνώ καί επαυξάνω!…

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ό θρύλος, πού ό επιβλητικός ανδριάντας του πάνω στο περήφανο άλογο του υψώνεται μεγαλοπρεπής μπροστά στο κτήριο της Παληάς Βουλής των Ελλήνων, στο κέντρο της Αθήνας, με το χέρι να δείχνει δρόμο πορείας στους Έλληνες; Ποιος είν’ αυτός ό ιερός μύθος, πού τ’ όνομα του αγιάζει αμέτρητους δρόμους σ’ ελληνικές πόλεις καί χωριά, πού ή φωτογραφία του στολίζει κάθε Εθνική γιορτή των Πανελλήνων; Ποιος είν’ αυτός, πού τα Τουρκάκια, μέχρι τα βάθη της Ανατολίας, ακούγανε τ’ όνομα του καί πάθαιναν ακράτεια εντέρου καί τσίριζαν σαν λωλά: Κολοκοτρώνα!… Κολοκοτρώνα!… κι έτρεχαν να κρυφτούν;

Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770, Δευτέρα του Πάσχα, στη ρίζα ενός δένδρου, πάνω σ’ ένα απόκρημνο βουνό της Μεσσηνίας, ονομαζόμενο Ραμαβούνι. Πατέρας του ήταν ό ηρωικός αρχηγός των αρματολών του Μωριά Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ό φόβος και ό τρόμος των Τούρκων. Φονεύθηκε το 1780 στους Πύργους της Καστανιάς, μεταξύ Γυθείου καί Σπάρτης. Ή μητέρα του, ή ηρωική καπετάνισσα, λεγόταν Ζαμπία, το γένος Κωτσάκη και σώθηκε μόνη αυτή από την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων στη μάχη των Πύργων πού έπεσε ό σύζυγος της. Ντυμένη άντρίκια, με το σπαθί στο χέρι καί με το δεκάχρονο Θεόδωρο δίπλα της διέφυγε καί διέσωσε τον κατόπιν θρυλικό Αρχιστράτηγο γιο της. Ανάδοχος του στο άγιο βάπτισμα ήταν ό Ρώσος ναύαρχος Θεόδωρος ‘Ορλώφ, ό οποίος του χάρισε το δικό του όνομα.

Μεγαλωμένος μέσα σε μια ατμόσφαιρα βαθειάς χριστιανικής πίστεως καί άμετρης φιλοπατρίας, έκλεισε ό μικρός Θοδωράκης από νωρίς στην καρδιά του την αγάπη για το Χριστό καί για την Ελλάδα, την οποία πονούσε να τη βλέπει σκλαβωμένη καί τα παιδιά της να τυραννοϋνται καί να βασανίζονται από τους Τούρκους. “Το ψαλτήρι, το κτωήχι, (η Οκτώηχος = βιβλίο ψαλμών που ψέλνεται κατά την διάρκεια της Αναστάσεως το Πάσχα) το μηναίον, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού άνέγνωσα”, μας πληροφορεί ό ίδιος. Αυτές ήταν οί πρώτες καί κύριες πηγές της γνώσεως του, οί όποιες άρδευσαν την ψυχή του με τα νάματα της ευσέβειας. Γυμνάστηκε σωματικά από παιδί πολύ γερά καί είχε πόθο του να συνεχίσει το έργο του πατέρα του καί της ηρωικής οικογένειας των Κολοκοτρωναίων.

Τον προίκισε καί ό Θεός με εξαιρετική ευφυία, μυαλό – ξυράφι, τετραγωνική λογική, ισχυρή θέληση, διορατικότητα, γερό ένθυμικό, δύναμη σωματική και βροντερή φωνή επιβλητική, στεντόρεια, στοιχεία πού αναμφίβολα αναδεικνύουν τον Ηγέτη. Παράλληλα, έκαλλιέργησε από παιδί στον εαυτό του κάθε αρετή: εγκράτεια, αυτοκυριαρχία, ευθύτητα χαρακτήρας, υψηλό αίσθημα τιμής, παροιμιώδη άνιδιοτέλεια καί αφιλοκέρδεια, παραδειγματική άμνησικακία, τέτοια πού μόνο σε Συναξάρια συναντά κανείς, σεμνότητα, αξιοπρέπεια, μεγαλοψυχία, φιλαδελφία, αγνό πατριωτισμό. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσες αρετές συγκεντρωμένες σ’ ένα μονάχα πρόσωπο!

Δεκαπέντε χρονών παλληκαράκι ό Θοδωρής ανακηρύχθηκε από τα επιζώντα παλληκάρια του πατέρα του Καπετάνιος καί βγήκε στο κλαρί στα βουνά της Αρκαδίας. Δεκαεφτά χρονών αναγνωρίστηκε αρματωλός στην επαρχία του Λεονταρίου. Είκοσι χρονών παντρεύτηκε την κόρη ενός προεστού της περιοχής, την Αικατερίνη Καρούσου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους, τον Πάνο, τον Ιωάννη ή Γενναίο καί τον Κωνσταντίνο ή Κολίνο. Επίσης δυο θυγατέρες, τη Γεωργίτσα, πού πέθανε μικρή, καί την Ελένη, την οποία στα 1820 πάντρεψε με τον Νικήτα, αδελφό του Παπαφλέσσα. Όμως ό σκοπός της ζωής του ήταν ένας: Να λευτερώσει την Πατρίδα! Γι’ αυτό τον βλέπουμε να πετιέται σαν αρχάγγελος από βουνοκορφή σε βουνοκορφή κι από λαγκαδιά σε ρέμα, από χωριό σε χωριό κι από πολιτεία σε πολιτεία να ξεσηκώνει τους Έλληνες, να τους ενθαρρύνει, να ειρηνεύει καί να συμφιλιώνει όσους τρωγόντουσαν μεταξύ τους από οικογενειακά μίση καί ανόητες εχθρότητες, καί να ετοιμάζει όλους με κάθε τρόπο για τον μεγάλο σηκωμό. Αφού τους μιλούσε με τη μεγάλη ρητορική άνεση πού του χάρισε ό Θεός, έκανε το σταυρό του καί τους έλεγε: “Οσοι αγαπάτε την Πατρίδα, ελάτε κοντά μου! Πήγε στα Εφτάνησα. Ορκίστηκε τον όρκο του Φιλικού στη Ζάκυνθο. Μπήκε στην υπηρεσία του Αγγλικού στρατού για να μάθει καί την επιστήμη του πολέμου, να ετοιμαστεί για το μεγάλο έργο πού είχε μπροστά του. Έγινε Λοχαγός, κι αργότερα Ταγματάρχης. Συνεργάστηκε με τους Ρώσους καί με τους Γάλλους. Ήθελε να τον βοηθήσουν να πολεμήσει τον Τούρκο. Κέρκυρα, Λευκάδα, Ζάκυνθος, Ιθάκη ήταν τόποι πού τους έμαθε τόσο καλά, όσο καί την Πελοπόννησο. Ετοίμαζε τους Έφτανησιώτες να έρθουν αρωγοί στον ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων. Πήγε καί στα Κύθηρα.

Διηγείται σχετικά ό ίδιος: Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο καί έχαλάσθη εις την πρώτην Τουρκιά. “Οταν έπέρασα ήτον μία μάνδρα χαλασμένη καί σκεπασμένη ή εκκλησιά με κλάδους δένδρων. Τότε έταξα ότι: Παναγιά μου, βοήθησε μας να έλευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον τύραννο, καί να σε φκιάσω καθώς ήσουν πρώτα (1803). Τον αξίωσε πράγματι καί έκαμε το τάμα του: Με έβοήθησε, καί είς τον δεύτερον χρόνον της Επαναστάσεως μας έπλήρωσα το τάμα μου καί την έφκιασα. Στό μεγάλο κυνηγητό πού έκαμαν οι Τούρκοι στους κλέφτες της Πελοποννήσου όταν αντιλήφθηκαν ότι σε λίγο θα φούντωνε ό ξεσηκωμός, ό Κολοκοτρώνης απάντησε περνώντας ξανά στον Μωριά, επιτιθέμενος με ορμή κατά των Τούρκων, καίγοντας κι αφανίζοντας τα τουρκοχώρια περνώντας από μαχαίρι Τούρκους καί τουρκολάτρες. Κι όταν πια τα πράγματα έφτασαν στο ανθρωπίνως απροχώρητο για την ώρα, μπαρκάρησε, πήγε στ’ “Αγιον Όρος, όπου συναντήθηκε με τον Παπα-Βλαχάβα, τον Νικητάρα κι άλλους ονομαστούς οπλαρχηγούς καί συγκρότησαν έναν πειρατικό στόλο, με τον όποιο καταναυμαχουσαν τα τουρκικά πλοία στο ανατολικό Αιγαίο καί κούρσευαν τα τουρκικά παράλια, ώσπου νάρθει ή ώρα του γενικού ξεσηκωμού.

Ό Κολοκοτρώνης δεν είχε αυταπάτες, όσον αφορά στη βοήθεια των ξένων για την απελευθέρωση της Πατρίδος: “Οταν είδα ότι εις τα συμβούλια της Βιέννας δεν έγινε κανένα καλό δι’ ημάς… είπα, να μην έχωμεν ελπίδα λυτρώσεως άλλη παρά από τον εαυτό μας καί από τον Ύφιστον, γράφει. Έτσι, κάθε του σκέψη, κάθε του σχέδιο, κάθε του προσπάθεια καί ενέργεια, τα έναπέθετε πάντοτε στα χέρια του Θεού. Καί πίστευε απόλυτα καί διεκήρυσσε πώς: Ό Θεός έδωσε την ύπογραψήν Του δια την έλευθερίαν της Ελλάδος. Δεν την παίρνει πίσω! Κατόπιν έμπαινε στον αγώνα χωρίς να λογαριάζει τίποτα. Ή λέξη ηρωισμός είναι πολύ φτωχή για να χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον όποιο έμάχετο.

Οι μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες καί νίκες του ιερού αγώνα στην Πελοπόννησο φέρουν ανάγλυφη την προσωπική σφραγίδα του Κολοκοτρώνη. Τη σφραγίδα της φρόνησης, της σύνεσης, της στρατηγικής τέχνης, της ανδρείας, της πίστεως, της θυσίας καί της πολεμικής αρετής του: Καλαμάτα, Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια και ό Μωριάς ολόκληρος!… Μετά την αποφασιστική μάχη του Βαλτετσίου, ό θεοσεβής Αρχιστράτηγος έκήρυξε νηστεία για να ευχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τον Θεό. Όπως διηγείται ό ϊδιος: Δώδεκα – δεκατρείς Μαίου ήτον. Εικοσιτρεϊς ώρες έβάσταξε ό πόλεμος. Έκείνην την ήμερα ήτον Παρασκευή καί έβαλα λόγον ότι: Πρέπει να νηστεύσωμεν όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, καί να δοξάζεται αιώνας αιώνων έωσου στέκει το έθνος, διατί αυτή ήταν ή ελευθερία της Πατρίδος(2). Τί έχουν να πουν άραγε έπ’ αυτού όσοι, δεξιά κι αριστερά διοργανώνουν σουβλακομάζωξες καί ξεφαντώματα κοιλιοδουλείας καταμεσίς στη Μεγάλη Σαρακοστή, για να τιμήσουν τάχα μου την Επανάσταση του ’21; Αν σηκωνόταν από τον τάφο του ό Γέρος του Μωριά, το λιγότερο πού θάκουγαν από το στόμα του θάταν κανένα: Ντροπής όρέεε!!!… Ντροπής!!!

Παρά τη μεγάλη του συμβολή στην απελευθέρωση της Ελλάδος, παρά την αρετή του καί την άνιδιοτέλειά του, ό Πατέρας αυτός του Γένους ήπιε άπ’ αυτούς πού λευτέρωσε πολλά πικρά ποτήρια. Στή διάρκεια του αγώνα, κάποιοι Μανιάτες προσπάθησαν να τον σκοτώσουν μπαμπέσικα. Σώθηκε. Τους είχε κατόπιν του χεριού του. Κι όμως δεν εκδικήθηκε! Ή απάντηση του ήταν: Εάν ό Θεός μ’έφύλαξε, τούς χαρίζω τήν ζωήν. Αργότερα είδε τον γιο του Πάνο, τον δοξασμένο ήρωα του Αγώνος να πέφτει νεκρός από ελληνική σφαίρα. Στή διάρκεια εμφυλίων ταραχών, διαρκουντος του Αγώνος, φυλακίστηκε σ’ ένα Μοναστήρι στην Ύδρα. Αργότερα, στον καιρό της Όθωνικής Αντιβασιλείας συνελήφθη ξανά, φυλακίσθηκε καί μετά από μια παρωδία δίκης, κατά την οποία την τιμή του Γένους έσωσαν μόνο δύο τίμιοι δικαστές, ό Πολυζωίδης καί ό Τερτσέτης κηρύσσοντας τον αθώο, ό Κολοκοτρώνης καταδικάστηκε, ό κορυφαίος αυτός ήρωας της φυλής καί Πατέρας της Ελληνικής Ελευθερίας, σε… θάνατο! Ακούγοντας την καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, ό μεγάλος Κολοκοτρώνης, σηκώθηκε ήρεμα, έκαμε αργά – αργά τον σταυρό του καί είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου! Τίποτε άλλο! Κανένα σχόλιο! Έτοιμος να υποστεί καί τον θάνατο, ως πρόβατον επί σφαγήν, όπως ό Κύριος τον Όποιο πίστευε καί λάτρευε βαθύτατα.

Ευτυχώς ό Κύριος έφώτισε τον Όθωνα καί δεν επέτρεψε να συντελεσθεί το άνοσιούργημα, αλλά μετέτρεψε την ποινή του σεπτού ήρωα σε φυλάκιση, ώσπου, όταν ενηλικιώθηκε, του την χάρισε ολότελα καί τον αποκατέστησε πλήρως ηθικά καί στρατιωτικά στον βαθμό του Στρατηγού. Μάλιστα τον διόρισε καί στην υψηλή καί έπίζηλη θέση του Συμβούλου της Επικρατείας. Έτσι αποφεύχθηκε ένα έγκλημα, το όποιο θα έστιγμάτιζε το Γένος μας αιώνια. Σεβαστός σε όλους ό Κολοκοτρώνης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμώμενος από όλους καί μάλιστα από τους βασιλείς Όθωνα καί Αμαλία.

Το ταπεινό σπίτι του στην Πλάκα ήταν πανελλήνιο προσκύνημα. Όλοι οι επίσημοι επισκέπτες του νεοσύστατου κράτους θεωρούσαν τιμή τους να τον επισκεφθούν. Σπουδαίοι καί σοφοί τον συμβουλεύονταν. Ή νεολαία τον λάτρευε. Όποτε περπάταγε στους δρόμους της Αθήνας ό κόσμος μέριαζε, αποκαλύπτονταν κι έκανε εδαφιαίες υποκλίσεις. “Περνά ό Γέρος του Μωριά!”, έλεγαν με σεβασμό. Καί πίσω του συνήθως ακολουθούσαν τιμητικά νέα παλληκάρια πού έψαλλαν πατριωτικά τραγούδια. Κάποτε επισκέφθηκε το Γυμνάσιο των Αθηνών, το οποίο διηύθυνε ό μέγας εκείνος παιδαγωγός καί Δάσκαλος του Γένους, ό Γεώργιος Γεννάδιος. Μίλησε στους νέους. Άπλα. Μέσα από την καρδιά του, όπως συνήθιζε. Τους είπε ανάμεσα στα άλλα σοφά καί αγιασμένα: ”Πρέπει να φυλάξετε την Πίστη σας, καί να την στερεώσετε, διότι, όταν έπιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως καί έπειτα υπέρ Πατρίδος!… Πρίν άπ’ όλα να φυλάξετε στην ψυχή σας την Πίστη σας καί την Πατρίδα σας. Εμείς, περισσότερο από τα ντουφέκια, με την Πίστη μας στόν Χριστό καί την αγάπη μας στην Πατρίδα ελευθερώσαμε την Ελλάδα. Μείνετε πάντα καλοί Χριστιανοί καί καλοί Έλληνες. Έτσι ο Θεός θα σάς ευλόγη, ή Ελλάδα, θα σας προστατεύη καί όλα θα πάνε καλά στη ζωή σας…

Την νύχτα της 3ης προς την 4η Φεβρουάριου του 1843, επιστρέφοντας από μια γιορτή στα ανάκτορα για την επέτειο της άφίξεως του Όθωνα στην Ελλάδα, ό θρυλικός Γέρος του Μωριά, ό Δάσκαλος της πίστεως, της αρετής,του ήθους, της ανδρείας καί της λευτεριάς, προσβλήθηκε από αποπληξία κι αναχώρησε για την ουράνια Πατρίδα. Το Γένος υποκλίνεται στη μνήμη του. Οί Πανέλληνες τον θυμούμαστε. Πρέπει να τον θυμούμαστε! Ιδιαίτερα σήμερα, στις δύσκολες μέρες πού ζούμε καί πού οι αρετές πού μας δίδαξε σπανίζουν τόσο τραγικά.

1. Θ. Κολοκοτρώνη, ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ, Αθήναι, Κεφ. Β’, σελ. 44.
2. “Ενθ’όνωτ., σελ. 72.
3. Ένθ’άνωτ., σελ. 31.
κ.ΙΩΣΗΦ-ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΝΕΑΣ ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ
πηγή-περιοδικό ΄΄Πειραική Εκκλησία”(Μαρτ.2007)

Πηγή: Προσκυνητής

Σοφία Βέμπο – Η ζωή της

Σημείωση MacedonianAncestry: Το παρόν άρθρο είναι απόσπασμα από την Wikipedia

Σοφία Βέμπο

Η Σοφία Βέμπο (Καλλίπολη Ανατολικής Θράκης, 10 Φεβρουαρίου 1910 – Αθήνα, 11 Μαρτίου 1978) ήταν κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια και ηθοποιός της οποίας η καλλιτεχνική πορεία εκτείνεται από το Μεσοπόλεμο έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη δεκαετία του ’50. Χαρακτηρίστηκε “Τραγουδίστρια της Νίκης” εξαιτίας των εθνικών τραγουδιών που ερμήνευσε κατά τη διάρκεια του Ελληνοιταλικού πολέμου του 1940.

Η έκρηξη στην καριέρα της ήρθε με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940. Τότε όλες οι επιθεωρήσεις προσαρμόζουν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα και τα τραγούδια επανεγγράφονται με πατριωτικούς στίχους. Η Βέμπο τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια και η φωνή της γίνεται η εθνική φωνή που εμψυχώνει τους Έλληνες στρατιώτες στο μέτωπο και συγκλονίζει το πανελλήνιο. Την ίδια εποχή σε μία συμβολική πράξη προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2000 χρυσές λίρες. Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή[3] όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα.

Το 1949 απόκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο, το “Θέατρον Βέμπο”. Μετά από μακροχρόνιο δεσμό με το Μίμη Τραϊφόρο παντρεύτηκαν τελικά το 1957, ένας δεσμός πολυκύμαντος που διήρκεσε μέχρι το θάνατό της και υπήρξε καταλυτικός για τη μεγάλη ερμηνεύτρια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της, τις οποίες σταματά οριστικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Τη βραδιά του “Πολυτεχνείου” η Βέμπο ανοίγει το σπίτι της και κρύβει φοιτητές τους οποίους αρνείται να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτυπά την πόρτα της. Η εμφάνισή της στη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο για την επάνοδο της Δημοκρατίας, τραγουδώντας:/ Παιδιά της Ελλάδος παιδιά και τα τανκς γονάτισαν κείνη τη βραδιά…, ήρθε να απαλύνει τις θλιβερές εντυπώσεις από την παρουσία της πάνω στα κακόγουστα άρματα στις φιέστες των συνταγματαρχών λίγα χρόνια πριν στον ίδιο χώρο[4] Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο. Η Τραγουδίστρια της Νίκης[5] αποθεώνεται εκείνη τη μέρα από τον ελληνικό λαό που τη θεωρούσε ηρωίδα του.

Πηγή: Ελληνική Wikipedia