Archive

Archive for the ‘Νέα από το Αντίβαρο’ Category

Τσεχοσλοβακία 1938, Κύπρος 2013.

Map of Cuprus

Γράφει ο Μάριος Ευρυβιάδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Όχι, η Γερμανοκρατούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει στόχο τη συρρίκνωση του «υπερτροφικού», όπως μας λένε, χρηματοπιστωτικού τομέα της Κύπρου. Ούτε στόχος της είναι ο εξορθολογισμός των δύο μεγάλων τραπεζών του τόπου. Στόχος της είναι η εκ των πραγμάτων κατάλυση του κυπριακού κράτους. Αν δεχθούμε αυτή την παραδοχή όλα όσα συνέβησαν πρόσφατα και όλα όσα κατά καιρούς προηγήθηκαν, μπορούν να ερμηνευθούν με μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας.

Όπως και το 2004, στόχος ήταν η κατάλυση του κράτους. Το κρατοκτόνο 24.000 σελίδων σχέδιο Ανάν, αποσκοπούσε, με τη δική μας πάντοτε συναίνεση μέσω του δημοψηφίσματος, στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ). Αντάλλαγμα γι’ αυτό ήταν η ένταξη ενός δομημένου πολιτικού Φρανκενστάιν, ενός ρατσιστικού και πολιτικά ευνουχισμένου μορφώματος, στην ΕΕ. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι εξ ορισμού το μόρφωμα αυτό δεν θα είχε καμία αυτονομία ως κράτος. Καμία. Όπως και το 1974. Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στους επίορκους πραξικοπηματίες και τους Τούρκους εισβολείς δεν ήταν για μεν τους πρώτους ανατροπή της κυβέρνησης Μακαρίου και για τους δεύτερους η κατάκτηση εδαφών. Ήταν και για τους δύο η κατάλυση του κράτους- η κατάλυση δηλαδή του αυτεξούσιου και της αυτονομίας του κυπριακού λαού και του αναφαίρετου δικαιώματος του για συλλογική ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Όπως και το 1964. Προσπάθησαν πρώτα, στη Διάσκεψη του Λονδίνου, να καταλύσουν το κράτος επιβάλλοντας μια νατοϊκή επικυριαρχία με 25.000 νατοϊκούς (συμπεριλαμβανομένων και Αμερικανών) στρατιώτες. Όταν αυτό απέτυχε προσπάθησαν και πάλι να καταλύσουν το κράτος μέσω της πραξικοπηματικής επιβολής του διχοτομικού Σχεδίου Άτσεσον, με πρωταγωνιστή τον Γέρο της Δημοκρατίας, Γεώργιο Παπανδρέου και τους ανεκδιήγητους διπλωμάτες Σωσσίδη και Νικολαερίζη. Εκείνοι, μέχρι και το Καστελόριζο προσέφεραν για να δελεάσουν την Άγκυρα. Τις δε πραξικοπηματικές τους ραδιουργίες οι δικοί μας άθλιοι ονόμασαν «ένωση με ανταλλάγματα» ενώ οι πιο έξυπνοι ξένοι, «διπλή ένωση».

Ποίοι από εσάς αγαπητοί αναγνώστες γνωρίζετε για τη διαμεσολαβητική, με εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, προσπάθεια που κατέληξε, το 1965, στην Έκθεση Γκάλο Πλάζα του ΟΗΕ; Γιατί εξαφανίστηκε η Έκθεση Πλάζα αλλά και γιατί κανείς από τους θιασώτες της ιδεοληπτικής θεωρίας των «χαμένων ευκαιριών» δεν την αναφέρει; Τότε, ο ΟΗΕ διατηρούσε μια αυτονομία ακόμη, και δεν είχε καταντήσει ανδράποδο των Δυτικών. Η Έκθεση Πλάζα απέκλειε ένωση και διχοτόμηση και συνηγορούσε υπέρ ενός ανεξάρτητου κράτους με τροποποιήσεις στο Σύνταγμα του 1960. Ούτε καν στη βιβλιογραφία των βαθυστόχαστων μελετητών του κυπριακού δεν εντοπίζεται η Έκθεση Πλάζα, που είναι ένα ιστορικό, επίσημο έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Όλα άρχισαν προτού ξεραθεί το μελάνι των Συμφωνιών του 1960. Η δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, έστω και με τις πολλαπλές διεθνείς δουλείες, θεωρήθηκε μείζον στρατηγικό λάθος . Διότι έστω και κολοβή, η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν κράτος. Είχε διεθνή προσωπικότητα και υπόσταση. Μπορούσε να γίνει μέλος του ΟΗΕ, και έγινε, κάτι που η Τουρκία πολέμησε λυσσωδώς για να αποτρέψει, διότι δεν αποδέχετο έστω και τη στοιχειώδη αυτονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εδώ υπεισέρχεται η Τσεχοσλοβακία, ο γερμανο- ναζισμός και ο ρωσικός κομμουνισμός. Το 1938 στο Μόναχο συντελέστηκε ένα από τα πιο επονείδιστα πολιτικά εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Πρωταγωνιστές υπήρξαν οι Γερμανό- Ναζί και οι λεγόμενες Δυτικές Δημοκρατίες. Μαζεύτηκαν στο Μόναχο τον Σεπτέμβριο και δέχθηκαν το τελεσίγραφο του Χίτλερ ν’ αποσπάσει από την Τσεχοσλοβακία το περίπου ένα τρίτο της εδαφικής της επικράτειας. Με το γερμανικό πιστόλι στον κρόταφο οι Τσεχοσλοβάκοι αναζήτησαν βοήθεια από Αγγλία και Γαλλία αλλά, φευ. Γαλλία και Αγγλία υπερθεμάτισαν υπέρ του Χίτλερ και υπέγραψαν το Σύμφωνο του Μονάχου για «να διατηρηθεί η ειρήνη και η σταθερότητα στην Ευρώπη». Θυσίασαν έτσι την Τσεχοσλοβακία για να κατευνάσουν τον Χίτλερ και το γερμανο-ναζιστικό σινάφι του. Η προστυχιά των Αγγλο- Γάλλων ήταν διπλή. Ήλπιζαν ότι ένας κατευνασμένος Χίτλερ θα τους άφηνε ήσυχους και θα επιτίθετο εναντίον ενός «μεγαλύτερου» γι’ αυτούς κινδύνου, όπως πίστευαν ότι ήταν η Μόσχα και ο κομμουνισμός. Έναν όμως χρόνο μετά, το 1939, ο Χίτλερ τους αντάμειψε. Άρχισε τον Β’ΠΠ με επίθεση στην Πολωνία. Και διέλυσε τη Γαλλία λίγο μετά.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1948, η Τσεχοσλοβακία ήταν και πάλι στο επίκεντρο. Στη χώρα λειτουργούσε κοινοβουλευτικό σύστημα. Αλλά υπήρχε ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα που ήθελε να εντάξει τη χώρα στο σοβιετικό στρατόπεδο. Ο ρευστός κυβερνητικός συνασπισμός ανάμεσα σε κομμουνιστές και μη δεν άντεξε. Οι κομμουνιστές μέσω κοινοβουλευτικών τεχνασμάτων κατέλαβαν την εξουσία (ονομάστηκε αυτό κοινοβουλευτικό πραξικόπημα) και η χώρα προσχώρησε στο ανατολικό στρατόπεδο.

Ερχόμαστε τώρα στην Κύπρο. Μεταξύ 1960- 1963 και πριν την κρίση ’63- ’64, τα αντί-κομμουνιστικά κέντρα εξουσίας της Δύσης άρχισαν να αποκαλούν την Κύπρο «Τσεχοσλοβακία του μεταπολέμου». Γιατί; Διότι έγραφαν στις μυστικές τους εκθέσεις και διέδιδαν μέσω των φερεφώνων τους στον Τύπο ότι το επιτήδειο ΑΚΕΛ της Κύπρου (στο οποίο ο Μακάριος είχε δώσει 5 έδρες στη Βουλή) θα έβρισκε τρόπο να ξεγελάσει τον Μακάριο και μέσω ενός «κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος αλά Τσεχοσλοβακία» να παραδώσει την Κύπρο στους Μοσχοβίτες κομμουνιστές. Οι τελευταίοι θα αποκτούσαν έτσι βάσεις στην Κύπρο και τη Μεσόγειο. Την τελευταία, οι Δυτικοί ήθελαν να την ελέγχουν απόλυτα διότι κατά μυστικά αμερικανικά έγγραφα αποτελούσε όχι απλώς θάλασσα, αλλά «αυτοκινητόδρομο» για την προβολή αμερικανικής ισχύος στη Μέση Ανατολή για τον έλεγχο του ενεργειακού της πλούτου.

Για να μην υπάρχει έστω και η θεωρητική πιθανότητα για κάτι τέτοιο, αποφασίσθηκε ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ήταν να καταργηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Από το 1960, λοιπόν, και με μαύρα, κατάμαυρα αμερικανικά δολάρια προς δεξιά και ακροδεξιά στοιχεία στην Κύπρο, άρχισε μια αντί-κομμουνιστική αλλά ταυτόχρονα και μια αντί- κρατική καμπάνια κατά της Κύπρου. Τα ακροδεξιά στοιχεία της καμπάνιας αυτής βρικολάκιασαν στο τέλος της δεκαετίας ως το Εθνικό Μέτωπο και η ΕΟΚΑ ΄Β. Υπογραμμίζεται εδώ ότι όλες οι βίαιες ενέργειές τους στόχευαν την κρατική υπόσταση της ΚΔ.

Μετά την κρίση του 1964 εγκαταλείφθηκε το προσωνύμιο «Τσεχοσλοβακία». Βάφτισαν την Κύπρο «Κούβα» και τον Μακάριο «Κάστρο της Μεσογείου». Τα προσωνύμια ήταν πολύ πιο κατανοητά και πιο σέξι από πλευράς προπαγάνδας. Όπως και η Κούβα έτσι και η Κύπρος έπρεπε να αφανιστεί πολιτικά. Η θέση αυτή υιοθετήθηκε εν μια νυκτί από την Αθήνα και τους ενεργούμενους της στην Κύπρο. Έτσι η Κύπρος οδηγήθηκε συνειδητά από την Χούντα πλέον και εν γνώσει Αμερικανό- Εγγλέζων και Τούρκων, στο φυσικό σφαγείο του 1974.

Βλέπουμε, λοιπόν, δύο σταθερές από το 1938 μέχρι το 2013. Τον κομμουνιστικό/ ρωσικό μπαμπούλα και ένα κυπριακό κράτος που κακώς δημιουργήθηκε το 1960 και το οποίο έπρεπε να παύσει να υπάρχει ως αυτεξούσιο.

Ωστόσο, το κράτος αυτό τους «ξέφυγε» το 2004 και εντάχθηκε στην ΕΕ, ενισχύοντας επιπλέον την υπόστασή του. Και με τους υδρογονάνθρακες ήταν πλέον θέμα χρόνου η πραγματική αυτονόμησή του από τους λογής – λογής εκβιαστές. Ο κυπριακός λαός, πονηρεμένος πλέον δεν υπήρχε περίπτωση να αποδεχθεί κρατοκτόνα σχέδια τύπου Ανάν. Αναγνώρισε, δηλαδή, ο κυπριακός λαός ότι χωρίς κράτος η συλλογική του ελευθερία και η προσωπική του αξιοπρέπεια δεν εξασφαλίζεται. Αντίθετα καταστρατηγείται.

Στη φαρέτρα, λοιπόν, όσων επεδίωκαν τον αφανισμό του κυπριακού κράτους παρέμεινε μόνο ένα όπλο- το οικονομικό, και με προπαγανδιστικό πλέον εργαλείο όχι τον μπολσεβικισμό αλλά το «μαύρο» ρωσικό χρήμα και με πρωταγωνιστές τούτη τη φορά τα παιδιά και τα εγγόνια των πρωταγωνιστών του 1938. Αυτών που πρώτοι επίσης στην Ευρώπη δήμευσαν και κατέσχεσαν τις περιουσίες των Γερμανό-Εβραίων.

Το οικονομικό πραξικόπημα συντελέστηκε στις 15 Μαρτίου μ’ ένα πιστόλι στο στήθος της Κύπρου και με τους 16 του Eurogroup να χειροκροτούν και να υπερθεματίζουν. Όπως και το 1938.

Δυστυχώς, όπως και τη 15η Ιουλίου 1974, ποτέ δεν θα φθάναμε στη 15η Μαρτίου χωρίς τους δικούς μας επίορκους Quislings και πεμπτοφαλαγγίτες, που τούτη τη φορά αντί για όπλα κρατούσαν στυλό και φορούσαν λευκά κολάρα.

Αν επιβιώσει η Κύπρος και ετούτη τη φορά, θα αποδειχθεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι πραγματικά εφτάψυχη. Πάντως χωρίς κράτος ο κυπριακός λαός θα μπει στη διαδικασία του εκφυλισμού και της εξαφάνισης.

Πηγή: Maccunion από το Ἀντίβαρο

Advertisements

«Αλέξανδρος Νταβούτογλου» ή «Η Τουρκία ως αντιπρόσωπος της εμπειρίας της ανθρωπότητας κι εμείς»


Αχμέτ Νταβούτογλου
Στο συνέδριο Τούρκων πρέσβεων που έγινε στην πόλη Μάρντιν το 2010, γεωγραφικά στην ίδια περίπου ευθεία με τα Άδανα, ανατολικότερα όμως, στα σύνορα με τη Συρία, κοντά στο Ιράκ και το Ιράν, ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου είχε κάμει μιαν εξαιρετικά εντυπωσιακή ομιλία. Ολόκληρη, μεταφρασμένη στα ελληνικά, μπορεί να τη βρει κανείς στο www.ifestosedu.gr/109Davutoglou.htm. Στην πραγματικότητα, θα ήταν ευχής έργο αν ολόκληρη την ομιλία διάβαζε κάθε διπλωμάτης, κάθε υπάλληλος των υπουργείων εξωτερικών Κύπρου και Ελλάδος, κάθε σοβαρά ενδιαφερόμενος πολίτης για τα τεκταινόμενα στην περιοχή μας.

Η ομιλία, εμπνευσμένη και εμπεριστατωμένη, με βάθος γνώσεων και ευαισθησία που σπανίζει σε οποιουδήποτε πολιτικού ή διπλωμάτη τον λόγο, αποτελεί στην ουσία την περιγραφή του «οράματος» της σημερινής Τουρκίας που αφορά στο μέλλον της και στο ρόλο που καλείται, κατά τη γνώμη της, να διαδραματίσει στη διαμόρφωση της νέας, παγκόσμιας νοοτροπίας, του καινούργιου «πολιτισμού συναδέλφωσης» των λαών και του «συμπατριωτισμού», όπως τον ονομάζει ο Νταβούτογλου. Ως κήρυκας και κεντρικός άξονας της διάσημης, πλέον (αν και για πολλούς διαβόητης), «παγκοσμιοποίησης», η Τουρκία εμφανίζεται παράλληλα να προωθεί για τον εαυτό της και τον ρόλο τής ηγέτιδας δύναμης στην ανάπτυξη ενός περιφερειακού, τουρκοκεντρικού «συμπατριωτισμού» που εκτείνεται, για την ώρα, από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη στα Βαλκάνια μέχρι και την Υεμένη, στην νοτιοδυτική άκρη της Αραβικής χερσονήσου.

Λόγω της λογοτεχνικής, αλλά και της πολιτικής και πολιτισμικής της αξίας, η ομιλία παρουσιάζει ένα τεράστιο ενδιαφέρον, ειδικά για λαούς που κινδυνεύουν να τους καταπιεί, χωρίς να χρειαστεί ούτε μια γουλιά νερό, η Τουρκία.

Όντας ένας από εκείνους που προσπάθησαν να κατανοήσουν την Τουρκία και τους Τούρκους, που θέλησαν να ερευνήσουν με όση αντικειμενικότητα γίνεται τις δικές μας ιδέες και αντιλήψεις γι’ αυτούς που, κατά γενική παραδοχή, κοιτάζαμε πάντα αφ’ υψηλού με περιφρόνηση, αδιαφορία και συχνά αγανάκτηση για τις ιστορικές τους βαρβαρότητες, προσπάθησα ταυτόχρονα όπως και πολλοί άλλοι, πιστεύω, να τις ξεχνώ με την πάροδο των χρόνων, να τις βάζω στην μπάντα και να λέω «άνθρωποι είναι κι αυτοί, κάποτε θα έρθουν στον λογαριασμό». Πολλά από αυτά ισχύουν ακόμα και αυτή τη στιγμή, όπως και το γεγονός ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τους Τούρκους εμπεριέχει και μια ειλικρινή θλίψη, μια πραγματική λύπηση, παράξενα, αλλ’ όχι ανεξήγητα συνδυασμένη με μια δόση ειρωνείας για την επιμονή τους να προβάλλουν – παρά τα ελλείμματά τους – ένα εξίσου πολιτισμένο πρόσωπο με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η πραγματικά πολύ σημαντική ομιλία του Νταβούτογλου, άκρως πειστική για τους ξένους, αλλά και για πολλούς αφελείς και απληροφόρητους (δηλαδή τους περισσότερους από μας – γι’ αυτό άλλωστε δεν μπορούμε να προσβλέπουμε σε εθνική επιβίωση χωρίς πολιτισμική άνοδο), όσο αλματωδώς βελτιωμένη κι αν παρουσιάζεται σήμερα σε σύγκριση με τα πολύ κακά προηγούμενα της, εξακολουθεί να μην μπορεί να κρύψει τις αληθινές φιλοδοξίες και τα αληθινά οράματα της Τουρκίας, που στην ουσία τους διαποτίζονται από έναν αδιάλειπτο επεκτατισμό.

Ο μεγάλος Έλληνας οσμανολόγος και βαλκανιολόγος καθηγητής Σπύρος Βρυώνης, εντοπίζει την παραδοσιακή πια και αγωνιώδη προσπάθεια του σύγχρονου τουρκικού κράτους να δημιουργήσει αρχαία Ιστορία για τον εαυτό του και στα μέτρα του ώστε να μπορεί να την κατευθύνει στην εξυπηρέτηση των διαχρονικά επεκτατικών «οραμάτων» του. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να κατανοήσει κανείς τον εντελώς ακατέργαστο και χονδροειδή τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας και είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το επίπεδο, καθ’ όλα και κατά τελεία μίμηση ευρωπαϊκό, στο οποίο έχει φτάσει σήμερα.

Ο Νταβούτογλου ξεκινά ακριβώς την ομιλία του με την παραδοχή ότι χωρίς έναν αρχαίο πολιτισμό ως θεμέλιο δεν είναι δυνατό να φτιαχτεί ένας καινούργιος. «Γι’ αυτό», λέει, «οι πρόγονοί μας διάλεξαν ως σύμβολό τους το πλατάνι. Οι ρίζες του είναι βαθιές, δεν μπορεί να ξεριζωθεί και η σκιά του δεν είναι ρηχή, αλλά πυκνή, κατάλληλη για όλα τα δόγματα, τις φυλές και τις θρησκείες»(!)

Η αγωνία αυτή της Τουρκίας για μια δική της αρχαία Ιστορία, ένα δικό της αρχαίο πολιτισμό, της έχει γίνει μια πραγματικά «έμμονη ιδέα» και έχει, ίσως, τις ρίζες της στην ανασφάλεια που της δημιουργεί η πολύ πρόσφατη εδραίωση της σε εδάφη που δεν της ανήκαν πάντα και στο γεγονός ότι, ακόμα πιο πρόσφατα, κινδύνευσε πολύ σοβαρά να χάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος των εδαφών αυτών.

Πρώτος ο Κεμάλ Ατατούρκ, όταν βρέθηκε μπροστά στο ανέλπιστο και απίστευτο γεγονός να έχει εκδιώξει τον ελληνικό στρατό από την Μικρά Ασία, άρχισε να ψάχνει για ένα τούρκικο, αρχαίο πολιτισμό που θα έδινε στους πολίτες τού νέου τουρκικού κράτους τέτοια εθνική και ιστορική συνείδηση, ώστε να τους εμπνέει υπερηφάνεια για την καταγωγή τους και αυτοπεποίθηση. Πράγματα που για μάς ήταν ανέκαθεν δεδομένα και δεν αισθανθήκαμε ποτέ την ανάγκη να ψάξουμε για να τα βρούμε. Το μόνο που κατόρθωσε ο Κεμάλ – με τη βοήθεια μάλιστα κάποιων δυτικών «επιστημόνων» – ήταν να στήσει μια σειρά από ρατσιστικές θεωρίες που στα δικά μας τα μάτια μόνο κωμικές μπορούσαν να φαντάζουν. Αυτές είναι οι Turk Tarih Tezi και Gunes Dil Teorisi που «αποδεικνύουν» ότι όλοι οι λαοί που δημιούργησαν πολιτισμό (των Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων) το κατάφεραν γιατί αναμίχθηκαν ή εμπλουτίστηκαν από την ανώτερη τουρκική φυλή η οποία έλκει, δήθεν, την καταγωγή της στην 7η π. Χ. χιλιετία, τη στιγμή που είναι ιστορικά γνωστό και αποδεδειγμένο ότι οι Τούρκοι άρχισαν να μπαίνουν στην Ανατολία μόλις τον 11ο μ. Χ. αιώνα. Επίσης ότι η βάση πλείστων ευρωπαϊκών και ανατολικών γλωσσών είναι απλώς και αδιαμφισβήτητα…η τουρκική. Οι λεπτομέρειες των ρατσιστικών αυτών θεωριών (διαχωρισμός των ανθρώπων σε βραχυκέφαλους και δολιχοκέφαλους) είναι ανατριχιαστικές και μπορεί να τις διαβάσει κανείς αναλυτικά στο βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη “The Turkish State and History-Clio meets the Grey Wolf”. Οι θεωρίες αυτές μπήκαν στα σχολεία, στην τουρκική λογοτεχνία και είναι πολλοί οι Τούρκοι που εξακολουθούν να τις πιστεύουν μέχρι σήμερα.

Το έργο του Κεμάλ συνέχισε στα τέλη του 20ου αιώνα ένας άλλος – κωμικός και στο σουλούπι – υπουργός εξωτερικών της Τουρκίας, Ο Τουργκούτ Οζάλ, με το βιβλίο του “La Turquie en Europe” (Η Τουρκία στην Ευρώπη-Παρίσι 1988), το οποίο ουσιαστικά εγκολπώνεται και εμπνέεται από αυτές τις θεωρίες για να καταδείξει πόσο…δικαιωματικά Ευρωπαίοι είναι οι Τούρκοι. Ανάμεσα στις πολλές φαιδρότητες του βιβλίου (έκθεση και ανάλυση τους πάλι στο βιβλίο του Βρυώνη), είναι και ο ισχυρισμός ότι ο ειδεχθής και πρωτοφανής θεσμός των γενιτσάρων αποτελεί το πλησιέστερο παράλληλο ή μοντέλο στην εκπαίδευση των κυβερνώντων και στρατιωτών στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ότι ο Όμηρος ήταν Τούρκος, ότι οι Τούρκοι ουδέποτε ενόχλησαν οποιονδήποτε αλλ’ απλώς εκπολιτίζουν άλλους και άλλα πολλά και απίστευτα.

Το μεγάλο και με αξιοθαύμαστο τρόπο γραμμένο βήμα που κάμνει τώρα ο Νταβούτογλου – ενδεικτικό και της οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης που συντελείται σήμερα στην Τουρκία χωρίς εμείς ούτε καν από μακριά να παρακολουθούμε – έγκειται στο γεγονός ότι δεν ανοητολογεί πλέον στα φανερά, αλλά χρησιμοποιεί μεθόδους και ορολογία που χρησιμοποίησε με επιτυχία η ιστοριογραφία της Ευρώπης για να εξωραΐσει και να αποδεχτεί τη δική της γερμανο-τευτονική βίαιη κατάκτηση που συντελέστηκε κυρίως μεταξύ 3ου και 5ου μ. Χ. αιώνα. Η βίαιη κατάργηση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, πέρασε στην επίσημη ευρωπαϊκή Ιστορία με τον όρο «μεταναστεύσεις των λαών», των κατακτητικών λαών που τελικά συγχωνεύτηκαν με τους κατακτημένους, εγκατεστημένους πληθυσμούς, με κατάληξη τα σημερινά εθνικά κράτη. Ο Ιωάννης Ρωμανίδης στο βιβλίο του «Το προπατορικό αμάρτημα» αποδίδει μνήμες ρωμαϊκής–ρωμέϊκης συνείδησης στα πλήθη της Γαλλικής Επανάστασης εναντίον των «αριστοκρατών» και των βασιλέων της Γαλλίας, απογόνων των γερμανο-τευτόνων κατακτητών τους. Είναι, δε, γνωστό ότι το αρχαίο όνομα της Γαλλίας ήταν Γαλλική Ρωμανία και όχι France, Φραγκία. «Φράγκοι» είναι το όνομα του κυριότερου γερμανικού φύλου που κατέκτησε τη χώρα και τη βάφτισε με το όνομα του. Γι’ αυτόν τον λόγο, μόνο στα ελληνικά, στην κυρίαρχη γλώσσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η οποία απέφυγε τη γερμανική κατάκτηση, διατηρείται το αρχαίο όνομα της χώρας, «Γαλλία». Είναι, επίσης, γνωστό ότι η Εκκλησία της Ρώμης, που τελούσε στα ελληνικά τη λειτουργία μέχρι τον 4ο αιώνα (τελευταίος Έλληνας Πάπας το 1009 μ. Χ.), υπέστη τα πάνδεινα μέχρι να συμβιβαστεί με τους κατακτητές με αποτέλεσμα τα αιρετικά εφευρήματά της – λόγω της αδυναμίας των αγράμματων εισβολέων να εννοήσουν βασικές, αλλά «δύσκολες» έννοιες του Χριστιανισμού – να την οδηγήσουν και στο σχίσμα του 1054. Βέβαια όλ’ αυτά έχουν ξεχαστεί με την ανάμιξη κατακτητών και κατακτημένων και σήμερα ελάχιστα ίχνη μνήμης μεταξύ τους επιβιώνουν, κυρίως στην αντιπάθεια των (κατακτημένων) λαϊκών στρωμάτων για τους κατακτητές τους, που αυτοαποκλήθηκαν «Αριστοκρατία» και διατήρησαν για πολλούς αιώνες μέχρι και σήμερα την ιδιοκτησία της γης.

Μιλώντας, λοιπόν, ο Νταβούτογλου για την κατάκτηση της Μικράς Ασίας, τον βίαιο ή απλώς εξ ανάγκης εκούσιο εξισλαμισμό των πληθυσμών της, γλαφυρότατα τον περιγράφει με τον πιο ευρωπαϊκό τρόπο ως εξής: «Αν θέλετε να κατανοήσετε, μετέπειτα, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, πρέπει να έχετε καταλάβει την περιπέτεια των Σελτσουκιδών… Πρέπει να καταλάβετε το τόξο που εκτάθηκε απ’ την κεντρική Ασία ως την Ανατολία, το πώς αναμείχθηκαν με τους πολιτισμούς οι άνθρωποι που κινούνταν μες στο τόξο και τι είδους συνθέσεις δημιούργησε η ανάμειξη αυτή στην Ανατολία. Το πνεύμα της τάξης που λέμε οθωμανική δεν πρωτοπαρουσιάστηκε τον 16ο αιώνα. Αναδύθηκε από τη συνάντηση των κινητικών ανθρώπινων στοιχείων και του σταθερού χώρου. Οι άνθρωποι κινήθηκαν από την κεντρική Ασία κατά μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα και έχτισαν νέες τάξεις στα μέρη που συναντήθηκαν… Σύνθεση δύο πολιτισμών από τους οποίους ο ένας ήταν πιο κινητικός, ό άλλος πιο εγκατεστημένος».

Τα ίδια που έγιναν στην Ευρώπη, λοιπόν, έγιναν αργότερα και στην Μικρά Ασία. Οι στην Ευρώπη αποκαλούμενες «μεταναστεύσεις των λαών», στην Μικρά Ασία ονομάζονται πανομοιότυπα «κινήσεις» και «κινητικότητα» των κατακτητών σε βάρος των «πιο εγκατεστημένων».

Αυτά, όμως, ανήκουν στο παρελθόν. Το απώτερο παρελθόν της Μικράς Ασίας, από τον 11ο μέχρι τον 15ο αιώνα. Χωρίς ν’ αναφέρεται στις πρόσφατες ανακάμψεις του τουρκικού, επεκτατικού και εθνοκαθαρτικού πνεύματος σε βάρος των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Κούρδων και ξανά των Ελλήνων στην Κύπρο, σήμερα, λέει στη συνέχεια ο κύριος Νταβούτογλου, ο κόσμος χρειάζεται μια νέα τάξη, τη νέα τάξη τής παγκοσμιοποίησης, στην οποία η Τουρκία έχει όλα τα φόντα να παίξει πρωτεύοντα ρόλο. Κι αν γι’ αυτόν τον ρόλο δεν έχει παρά ν’ ακολουθήσει το δυτικό παράδειγμα και τις ντιρεκτίβες του, στη δική της περιοχή, στην ανάπτυξη του δικού της περιφερειακού, τουρκοκεντρικού «συμπατριωτισμού» έχει ν’ ακολουθήσει άλλο παράδειγμα, εκείνο της πρώτης-πρώτης πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης: Κατά τον ίδιο τρόπο που ο Μέγας Αλέξανδρος μετάφερε τον ελληνικό πολιτισμό στα βάθη της Ασίας, η Τουρκία θα μεταφέρει τον δικό της τουρκοϊσλαμικό σε όλη τη γύρω της περιοχή κι ακόμα πιο πέρα, ποιος ξέρει, πόσο μακρια – αφού μέχρι την Υεμένη και τη Βοσνία Ερζεγοβίνη φτάνουν, για την ώρα, οι «συμπατριωτικές» βλέψεις της:

«…κάτι παρόμοιο με την παγκοσμιοποίηση που ζούμε σήμερα, βιώθηκε σε παλιότερες εποχές. Ρίξτε μια ματιά στους αιώνες μεταξύ του 5ου και 7ου αιώνα π. Χ. Η περίοδος εκείνη μας δείχνει ότι μια νέα τάξη μπορεί να δημιουργηθεί μόνο αν υπάρξει μια νέα νοοτροπία. Τους αιώνες εκείνους σε διάφορες γωνιές της γης, σε διαφορετικές περιοχές όπου ανθούσαν πολιτισμοί παρουσιάστηκαν σημαντικά φιλοσοφικά ρεύματα, ηγετικές φυσιογνωμίες, θρησκευτικοί αρχηγοί. Λόγου χάρη στην περιοχή του ελληνικού πολιτισμού είχαμε τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη. Επί μερικές γενιές, τη μια μετά την άλλη. Την ίδια περίοδο και λίγο πριν, περίπου δύο αιώνες πριν, έζησαν ο Ζαρατούστρα στο Ιράν, ο Βούδας στην Ινδία, ο Κομφούκιος και το Ταό στην Κίνα. Και δύο τρεις αιώνες αργότερα, η διανοητική κινητικότητα που δημιούργησαν αυτά τα φιλοσοφικά ρεύματα, έγινε αιτία να αναδυθούν σημαντικά τοπικά καθεστώτα (τάξεις). Κι αυτά τα περιφερειακά καθεστώτα άρχισαν να διαχέοντα το ένα μέσα στο άλλο. Μαθητής του Αριστοτέλη ο Μέγας Αλέξανδρος, ό,τι πήρε από το δάσκαλό του, πολλαπλασιάζοντας το καθ’ οδόν – πέρασε έξω απ’ το Μάρντιν – το μετέφερε ως τις Ινδίες και την Αίγυπτο. Δημιουργήθηκαν πάμπολλες πόλεις με τ’ όνομα του (Αλεξάνδρειες) και αναδύθηκε μια τάξη».

Γιατί, όμως, η Τουρκία αισθάνεται έτοιμη ν’ αναλάβει ηγετικό ρόλο στην εδραίωση της νέας τάξης της παγκοσμιοποίησης και κατ’ επέκταση μιας δικής της στην «περιοχή της», στην εποχή μας; Ο Αχμέτ-Αλέξανδρος Νταβούτογλου είναι σαφής, σαφέστατος: «Η Τουρκία», λέει, «είναι γέφυρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση», είναι «ρυθμιστικός παράγοντας ανάμεσα στον Βορρά και το Νότο», είναι «υπερασπιστής της ανάμειξης Ανατολής-Δύσης και των διαφόρων πολιτισμών στο πρόγραμμα του Συνασπισμού των Πολιτισμών», και είναι «άμεσος ανακλαστήρας των οικονομικών ανισοτήτων ανάμεσα σε Βορρά και Νότο ως μέλος των G 20».

Ένας πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών, συνεχίζει ο Νταβούτογλου, τον ρώτησε κάποτε: «Δηλαδή, τι ακριβώς εκπροσωπούμε;» Και ο Αλέξανδρος-Αχμέτ απάντησε: «Εμείς τους εκπροσωπούμε όλους. Γιατί ο αρχαίος πλούτος που έχουμε μας κάνει να συναντιόμαστε με όλους τους πολιτισμούς της Ανατολής, έχουμε πάρει κάτι από όλες αυτές τις κουλτούρες, ταυτόχρονα όμως, με την έννοια της πολιτικής κουλτούρας βρισκόμαστε στο κέντρο της Δύσης. Η υποψηφιότητά μας να γίνουμε μέλος της ΕΕ, οι επαφές μας στην Ασία, οι δεσμοί μας στη Μέση Ανατολή δεν είναι, με την έννοια αυτή, αντικρουόμενοι, αλλά δημιουργούν μια ολότητα. Γι’ αυτό όσο ‘γίνουμε δεκτικοί’ σε όλα αυτά, όσο πιο δραστικά κινούμαστε σ’ αυτά τα επίπεδα, τόσο πιο ενεργητικό ρόλο θα έχει η Τουρκία στην αναζήτηση της οικουμενικής τάξης… Για ένα πράγμα να είστε βέβαιοι! Απ’ την σκοπιά αυτής της αρχής – της δεκτικότητας– καμιά χώρα στον κόσμο δεν έχει την ιδιαιτερότητα της Τουρκίας να αντιπροσωπεύει την εμπειρία της ανθρωπότητας. Εμείς είμαστε σίγουροι γι’ αυτό και προχωρούμε στην εξωτερική μας πολιτική με αυτή την αυτοπεποίθηση… Αυτή είναι η προσδοκία της τουρκικής κοινωνίας, αυτός είναι ο ορίζοντας της Τουρκίας»!

Η Τουρκία, λοιπόν, έχει όραμα. Είτε μας αρέσει το όραμά της είτε όχι, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε με την παγκοσμιοποίηση στην οποία προτίθεται να παίξει σημαίνοντα ρόλο, προωθώντας κι ένα δικό της «συμπατριωτισμό» με συγγενικούς η ομογενείς της λαούς, έχει όραμα. Μεταφέροντας, τώρα, την ερώτηση σε μάς, δηλαδή «τι ακριβώς εκπροσωπούμε εμείς» κι αν έχουμε το δικαίωμα, όπως κι εγώ το έχω ήδη κάμει εδώ, να ειρωνευόμαστε την Τουρκία για τα «οράματά» της, νομίζω δεν μπορούμε να αποφύγουμε τις απαντήσεις: Είμαστε εκείνοι που έδωσαν και το χώρο και τους πληθυσμούς για να γίνει η Τουρκία μια μεγάλη χώρα με δικαίωμα σε περιφερειακά και παγκόσμια οράματα· είμαστε εκείνοι που μόνοι τους «έβαλαν τα χέρια τους και έβγαλαν τα μάτια τους» ώστε, τώρα, σαν τον τυφλό Τειρεσία να είμαστε οι μόνοι που μπορούν να δουν τι αληθινά συμβαίνει, οι μόνοι που καταλαβαίνουμε πού ακριβώς το πάει, τι ακριβώς κρύβεται μέσα στο «όραμα» της. Η Τουρκία που «οραματίζεται» την ειρηνική κατάργηση των συνόρων ανάμεσα σ’ εκείνη και τους συγγενικούς της ή ομογενείς λαούς, στο μεταξύ δεν χάνει ευκαιρίες να δημιουργεί δια της βίας νέα σύνορα, όπως για παράδειγμα στην Κύπρο, και να σχεδιάζει να δημιουργήσει κι άλλα αλλού, όπως στο Αιγαίο. Εποικίζει τώρα την Κύπρο και το ίδιο θα πράξει και σε επόμενο στάδιο με το Αιγαίο με συγγενικούς ή ομογενείς λαούς, οπότε οι νέοι κάτοικοι που θα κουβαλήσει εκεί, ως «πιο κινητικοί» σε βάρος των «εγκατεστημένων», θα της δίνουν κάθε δικαίωμα να καταργήσει πάλι τα καινούργια σύνορα που διαχωρίζουν τους λαούς για χάρη της παγκοσμιοποίησης, της ειρήνης και του…«συμπατριωτισμού»!

Το 1964 η Κύπρος ήταν de facto ενωμένη με την Ελλάδα. Ο Ντενκτάς, οι τούρκικες εφημερίδες στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη θρηνούσαν τον χαμό της Κύπρου. Οι Αμερικανοί μας πρόσφεραν επισημοποίηση της Ένωσης με μεγάλη πιθανότητα να μην παραχωρηθεί κανένα αντάλλαγμα στην Τουρκία. Μόνη, απλή, εύκολη προϋπόθεση η σύμπνοια και η συνεργασία με την τότε ελληνική κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου. Εμείς, όμως, με πρωταγωνιστές την ίδια την Εκκλησία της Κύπρου κι όλους τους άλλους που βρίσκονται κατά καιρούς στην εξουσία διαπληκτιζόμενοι για το ποιος είναι ο πιο πατριώτης, κυκλοφορούσαμε τότε φυλλάδια, ψιθύρους και διαβολή εναντίον της Ελλάδας. Ζητούσαμε την εκδίωξη της ελληνικής μεραρχίας, την απομάκρυνση της Ελλάδας, την ακύρωση της Ένωσης. Ζητούσαμε, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε. Χωρίς αναγνώριση και παραδοχή των ασυγχώρητων σφαλμάτων μας, πώς μπορούμε να βρούμε την υπευθυνότητα που χρειάζεται για να αντιμετωπίσουμε την τραγική κατάληξη;

Το γεγονός ότι δεν έχουμε την τόλμη που χρειάζεται για να παραδεχτούμε τα λάθη μας, τα λάθη που άνοιξαν τον δρόμο στα «οράματα» της Τουρκίας, το γεγονός ότι στα πολιτικά μνημόσυνα των ηρώων μας φτάνουμε μόνο, έστω και σπάνια, μέχρι του σημείου απλώς να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν αυτά τα δικά μας, τεράστια, φοβερά και ασυγχώρητα λάθη, χωρίς να έχουμε το πολιτικό θάρρος να τα κατονομάσουμε, γιατί έτσι μπορεί να ρίξουμε τους «ήρωές» μας από τα βάθρα τους και ν’ αντικρύσουμε τους εαυτούς μας γυμνούς πλέον από ψευδαισθήσεις «αγώνων» που μόνο την παραμονή κάποιων ανίκανων και μωροφιλόδοξων στην εξουσία εξυπηρετούσαν, μας αφαιρεί κάθε δικαίωμα να ειρωνευόμαστε την Τουρκία και τα «οράματα» της. Στο κάτω-κάτω, ακόμα κι αν την ανάγκη των Τούρκων, την έμμονη ιδέα τους ν’ αποκτήσουν αρχαίο πολιτισμό, την χρησιμοποιούν σαν λεοντή για να κρύψουν τις πραγματικές κατακτητικές προθέσεις τους – που είναι, ίσως, η κυριότερη κληρονομιά τους – δεν παύουν να αναγνωρίζουν την αξία τού να έχει κανείς αρχαίο πολιτισμό. Κι αυτό δεν μπορεί να είναι ολότελα αρνητικό. Ας μην ειρωνευόμαστε, λοιπόν, τους Τούρκους. Ας ειρωνευόμαστε καλύτερα τους εαυτούς μας, που έχοντας ως Έλληνες εκείνο ακριβώς που λείπει στους Τούρκους, μιαν αληθινά μεγάλη πολιτισμική κληρονομιά, αντί να εντοπίσουμε με θάρρος, εντιμότητα και ειλικρίνεια τα φοβερά μας λάθη, την παταγώδη αποτυχία και το τραγικό τέλος των εθνικών μας αγώνων, ώστε με σοφία και αυτογνωσία να χτίσουμε την υπευθυνότητα που χρειάζεται (το δικό μας μεγάλο έλλειμμα), για να μπορέσουμε να πάρουμε τις αναγκαίες γενναίες αποφάσεις που θα μας βγάλουν από το αδιέξοδο και τον εφιάλτη της διχοτόμησης, τον εφιάλτη της μόνιμης τουρκοποίησης της βόρειας Κύπρου και ύστερα ολόκληρης, συνεχίζουμε ακάθεκτοι την τρελή πορεία μας του κυνηγητού της εξουσίας και του προσωπικού συμφέροντος.

Κι αντί να είμαστε, ως Έλληνες, συνειδητοί αγωνιστές μιας αληθινά ανθρωπιστικής, γνήσια φιλειρηνικής και πολιτισμικά δημιουργικής παγκοσμιοποίησης, παραμένουμε άπραγοι και ανήμποροι τηλεθεατές, υποψήφια θύματα της παγκοσμιοποιημένης βαρβαρότητας της μετατροπής του Ανθρώπου σε αποβλακωμένο καταναλωτή άχρηστων στην ουσία βιομηχανικών προϊόντων, που το κυριότερο τους επίτευγμα είναι να καταστρέφουν τον πλανήτη για τα οικονομικά συμφέροντα και την καλοπέραση μιας συγκριτικά απειροελάχιστης μειοψηφίας. Τέτοιους ανθρώπους σαν εμάς, σε μερικά ακόμα χρόνια, λίγο θα τους ενδιαφέρει αν τους αποκαλούν Τούρκους, Αμερικανούς ή Έλληνες.

Πηγή: Αντίβαρο

Η πολιτιστική γενοκτονία εις βάρος των ντόπιων Μακεδόνων Ελλήνων

Τα τελευταία χρόνια συντελείται στην περιοχή μας (και όχι μόνον), με την ανοχή των ελληνικών αρχών και με την σύμπραξη πολιτικάντηδων πάσης κατηγορίας και επιπέδου, ένα ειδεχθές έγκλημα, που είναι γνωστό σε όσους διαθέτουν στοιχειώδη γνώση και αντίληψη των πραγμάτων ως πολιτιστική γενοκτονία.

Υπενθυμίζω ότι ο όρος αναφέρεται κυρίως στην καταστροφή ή σκόπιμη αλλοίωση των αϋλων/συμβολικών/πνευματικών στοιχείων της πολιτιστικής παράδοσης ενός πληθυσμού (γλώσσα, ήθη και έθιμα, μουσική κ.λπ.), ενώ για την καταστροφή των υλικών στοιχείων (κτήρια αρχιτεκτονικής αξίας, αγάλματα, ναοί, θρησκευτικά λατρευτικά αντικείμενα, πάσης φύσεως έργα τέχνης, βιβλία κ.λπ.) έχει επικρατήσει η χρήση του όρου Βανδαλισμός. Αναφερόμενοι σε συγκεκριμένα παραδείγματα ώστε να γίνει ευκολότερα κατανοητός ο όρος, στο κράτος του Ισραήλ π.χ. έχουν υπάρξει συχνά καταγγελίες πολιτιστικής γενοκτονίας εις βάρος των Σεφαρδιτικής καταγωγής Ισραηλινών από τους Ασκεναζίτες ομοφύλους τους, που κυριαρχούν στην πολιτική, στην δημόσια διοίκηση, στον στρατό, στην καλλιτεχνική ζωή κ.λπ. οι οποίοι περιφρονούν και υποβαθμίζουν σκόπιμα την σεφαρδιτική κουλτούρα, ενώ σε μια άλλη, πιο γνωστή περίπτωση, συχνά διαβάζουμε για καταγγελίες πολιτιστικής γενοκτονίας εις βάρος των Θιβετιανών εκ μέρους του Κινεζικού κράτους με στόχο την εξαφάνιση της θιβετιανής κουλτούρας.

Όπως προαναφέρθηκε, τα ίδια φαινόμενα πολιτιστικής γενοκτονίας παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια εις βάρος των ντόπιων Μακεδόνων Ελλήνων εκ μέρους του Σκοπιανού κράτους και των εδώ ενεργουμένων τους, μεθοδικά, συγκαλυμμένα, παρασκηνιακά και ως συνήθως ύπουλα, με την πρόχειρη και αληθοφανή (για όσους δεν μπορούν να αντιληφθούν το τί συμβαίνει) δικαιολογία της διατήρησης (!) της παράδοσης.

Τα κρούσματα εντοπίζονται:
α. Στην βαθμιαία αλλοίωση του γλωσσικού μας ιδιώματος, με την εισαγωγή λέξεων, εκφράσεων κ.λπ. της κατασκευασμένης σκοπιανής γλώσσας

β. Στην συστηματική εξαφάνιση της παραδοσιακής μας μουσικής και τραγουδιών και την αντικατάστασή τους από σκοπιανά προπαγανδιστικά κατασκευάσματα που «πλασάρονται» σε πανηγύρια των χωριών όπου μετακαλούνται σκοπιανά συγκροτήματα και τραγουδιστές/τραγουδίστριες

γ. Στους τοπικούς χορούς της αυθεντικής μας παράδοσης που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν λόγω της εμφάνισης χορών που διδάσκονται σε τοπικούς πολιτιστικούς Συλλόγους από εισαγόμενους σκοπιανούς χοροδιδάσκαλους ή ακόμα χειρότερα από δικούς μας που «μετεκπαιδεύτηκαν» δωρεάν σε πόλεις των Σκοπίων και μετέφεραν «μοντέρνους» παραδοσιακούς (!) χορούς, σε ένα αποκορύφωμα παραλογισμού.

δ. Στην εισαγωγή «παραδοσιακών» τοπικών ενδυμασιών με την εύκολη δικαιολογία της φθηνότερης τιμής και οι οποίες αντικαθιστούν τις αυθεντικές τοπικές φορεσιές που συχνά ουδεμία σχέση έχουν με τις γνήσιες. Κλασσικό παράδειγμα η τοπική αστική ενδυμασία της Έδεσσας, που χαρακτηρίζεται από κυρίως σκούρα χρώματα και αποχρώσεις και η οποία αντικαθίσταται σταδιακά από εισαγόμενες φορεσιές με παρδαλά χρώματα, κόκκινο-άσπρο, έντονο ανοιχτό πράσινο, καναρινί (!) κ.λπ.

ε. Στην εισαγωγή ξενόφερτων «εθίμων», που εμφανίστηκαν στην Έδεσσα πρόσφατα από το πουθενά και τα οποία ήσαν παντελώς άγνωστα στην πόλη μας, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα τις διαβόητες «Μέτσκες» (=αρκούδες, ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε), που κάποιοι γνωστοί και μη εξαιρετέοι προωθούν συστηματικά, έχοντας δυστυχώς παρασύρει και αρκετούς καλοπροαίρετους, οι οποίοι πιστεύουν ότι έτσι διατηρούν τις τοπικές παραδόσεις!

Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν λόγω μια γενικευμένης άγνοιας, ιδίως των νεωτέρων, οι οποίοι αδυνατούν (για πολλούς και διαφόρους λόγους, η ανάλυση των οποίων εκφεύγει των πλαισίων ενός άρθρου) να αντιληφθούν τι είναι αυθεντικά παραδοσιακό και τι νοηματοδοτεί σε τελική ανάλυση ο όρος «παράδοση» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των πάσης φύσεως και προέλευσης θεραπαινίδων της, του άκρατου καταναλωτισμού, του ασύδοτου χρηματιστηριακού κεφαλαίου των διεθνών τοκογλύφων, των μνημονίων, της σκόπιμης εθνοαποδόμησης, των μεταμοντέρνων «Ιστορικών» τύπου Λιάκου, Ρεπούση, Κουλούρη και Σία και του αμερικανοπροωθούμενου Νεο-Οθωμανισμού.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις και διαπιστώσεις υπήρξε μια αφίσα που κολλήθηκε αφειδώς σε τοίχους και κολώνες και η οποία διαφήμιζε τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που έγιναν 7-8 Σεπτεμβρίου 2012 στο χωριό Νησί, που, σύμφωνα με την άποψη των διοργανωτών περί πολιτισμού, περιελάμβαναν: «Γεύσεις (προφανώς κουλτουριάρικα σουβλάκια και λουκάνικα), Ζωντανή μουσική (υπάρχει άραγε και νεκρή μουσική;), Χορό (τι είδους χορό δεν γράφει), Λαϊκό γλέντι (αυτή η διατύπωση, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο μυαλό εικόνες από τύπους και τύπισσες που έχουν έρθει στο τσακίρ-κέφι ανεβασμένοι στα τραπέζια) και τέλος, το απαραίτητο αλατοπίπερο, Μακεδονική παράδοση (δηλαδή;)». Για το τελευταίο και για όσους δεν κατάλαβαν, κάτω από τον τίτλο Μεσονησσιώτισσα (χωρίς άλλες διευκρινήσεις, αφού ακόμα και οι πέτρες γνωρίζουν, κατά τα μυαλά των διοργανωτών, ποια είναι η Μεσονησιώτισσα) υπάρχει ένας υπότιτλος που γράφει εις άπταιστον (έτσι νομίζουν) σκοπιανή γλώσσα «Μάλα Μπογκουρόιτσα», ό εστίν μεθερμηνευόμενον «Μικρή Παναγία» μεν στα σκοπιανά, αλλά «Γειτονιά της Παναγίας» στα ντόπια (πρβλ. γκιούπκα μάλα=γύφτική γειτονιά, μαχαλάς, από παραφθορά της τουρκ. λέξης mahalle=συνοικία, γειτονιά). Και για τους μικρόνοες και αγράμματους σκοπιανολάγνους που θα σπεύσουν να δικαιολογηθούν ότι ο υπότιτλος δεν είναι στα σκοπιανά, αλλά στα ντόπια, τους υπενθυμίζω ότι είμαι ντόπιος, γνωρίζω εντόπικα και επί πλέον αρκετά Βουλγαρικά, άρα και το σκοπιανό γλωσσικό κατασκεύασμα, ώστε να ξεχωρίζω «τα πρόβατα από τα ερίφια», που λένε. Στα ντόπια το επίθετο μικρός, -ή, -ό είναι «μαλέτσκο, -α», στα βουλγάρικα «μάλ’κ, μάλκα, μάλκο» και στα σκοπιανά «μαλ, μάλα, μάλο». Γιατί άραγε δεν αλλάξαν και το «Μπογκουρόιτσα» σε «Μπογκοροντίτσα» όπως ονομάζουν την Παναγία στα βουλγάρικα και στα σκοπιανά; Προφανώς γιατί αυτή είναι η τακτική: Λίγο-λίγο, αργά και σταθερά.

Με λίγα λόγια: Η κατάσταση αρχίζει και ξεφεύγει και κάποτε οι πραγματικοί ντόπιοι οφείλουν να αρχίσουν να ασχολούνται περισσότερο με αυτά τα ζητήματα και όχι να τα εγκαταλείπουν σε κάποια δακτυλοδεικτούμενα άτομα που παριστάνουν τους «φανατικούς» ντόπιους εξυπηρετώντας προσωπικά συμφέροντα και απολαβές…

ΔΕΕ

Σημείωση: Φωτογραφίες της αφίσας και από το εκκλησάκι της Παναγίας Μεσονησιώτισσας υπάρχουν στην ιστοσελίδα εδώ: http://ethnologic.blogspot.gr/2012/09/blog-post_14.html

Πηγή: Ἀντίβαρο