Archive

Posts Tagged ‘Ανατολική Ρωμυλία’

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Του Παντελή Σαββίδη
Σαν σήμερα, πριν από 102 χρόνια απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά και ένα μεγάλο μέρος του βορειοελλαδικού χώρου, από τον τουρκικό ζυγό.

Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση πως η απελευθέρωση αυτή αποτέλεσε ένα ξαφνικό, στιγμιαίο γεγονός εν πολλοίς τυχαίο, αφού εκείνο στο οποίο εστιάζεται συνήθως η όλη εξιστόρηση είναι το τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το διάδοχο Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την προέλασή του προς το Μοναστήρι και να επιταχύνει την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι.

Η εστίαση στην τελευταία φάση της απελευθέρωσης, στερεί τον πολίτη από τη γνώση εκείνη που φθάνει στην αρχή των γεγονότων και του δίνει, έτσι, τη δυνατότητα να πληροφορηθεί, εξηγήσει και αντιληφθεί, γεγονότα που σήμερα τα βρίσκει μπροστά του και τον απασχολούν.

Πίσω από την ευτυχή κατάληξη των γεγονότων, υπάρχει πολύς κόπος και πολύ αίμα που άρχισε να χύνεται από την επομένη της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ορισμένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, όπως για παράδειγμα οι σχέσεις με την ΠΓΔΜ έχουν τις ρίζες τους στον αιώνα αυτό της εξιστόρησής μας, τον 19ο δηλαδή, και όχι στα μέσα του εικοστού, όπως ορισμένοι, πολιτικοί κυρίως, επισημαίνουν.

Ο Τίτο, προσπάθησε να δημιουργήσει «μακεδονική εθνότητα» αλλά η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομης Μακεδονίας ανάγεται στα μέσα του 19ου, και όχι του 20 αιώνα.

Δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με τις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώριζε την ανεξαρτησία του μικρού ελληνικού κράτους, όταν άρχισαν οι πρώτες διεργασίες για μελλοντικές εξεγέρσεις στις ελληνικές επαρχίες της Τουρκίας.

Στην Αθήνα οι διάφορες συζητήσεις για την κατάσταση και το μέλλον των υπόδουλων κατέληξαν στη σύσταση μυστικών εταιρειών με σκοπό την προετοιμασία μελλοντικών κινημάτων.

Γνωστόν ήταν και στη νότια Ελλάδα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ότι στις τάξεις των Μακεδόνων αγωνιστών συγκαταλέγονταν άτομα με μητρική γλώσσα διαφορετική από την ελληνική όπως βλάχικη, σλαβική, αρβανίτικη, χωρίς αυτό να επηρεάζει τον εθνικό προσανατολισμό τους που ήταν η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Το ίδιο ακριβώς παρατηρήθηκε και στην περίοδο ως τον Κριμαϊκό πόλεμο, όταν ακόμη η εθνική αφύπνιση των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής δεν είχε εισχωρήσει ουσιαστικά στη Μακεδονία.

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΒΛΕΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Έτσι, λοιπόν, εκείνοι από τους Μακεδόνες χριστιανούς που ευαισθητοποιούνταν στην ιδέα της απελευθέρωσης, προσέβλεπαν προς το ελληνικό βασίλειο για τη λύτρωσή τους , και εντάσσονταν σε ελληνικά ένοπλα σώματα, περιμένοντας τη στιγμή του ξεσηκωμού.

Από την άλλη πλευρά, η γειτνίαση με το σλαβικό χριστιανικό στοιχείο ενίσχυε στους Μακεδόνες –περισσότερο, ίσως από ό,τι στους άλλους υπόδουλου Έλληνες- την ιδέα της σύμπραξης όλων των βαλκανικών λαών για την από κοινού ανατροπή του οθωμανικού κράτους και την ίδρυση βαλκανικής ομοσπονδίας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΡΙΜΑΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Τον Οκτώβριο του 1853 ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο λεγόμενος Κριμαϊκός. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι Ρώσοι κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, και στις αρχές του 1854 έφθασαν στο Δούναβη.

Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν γενική κινητοποίηση στην Ελλάδα, καθώς ο Όθων και οι περισσότεροι πολιτικοί προέβλεπαν ήττα και διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με προσωπική ανάμιξη του μονάρχη καταρτίστηκαν μεγάλα ένοπλα σώματα αλλά το όλο εγχείρημα απέτυχε και πέραν των άλλων δημιουργούσε και μια πρόσθετη μακροπρόθεσμη περιπλοκή. Παγίωνε την τουρκική καχυποψία και εχθρότητα απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, σε μια εποχή που στο προσκήνιο άρχιζε να εμφανίζεται η βουλγαρική εθνική ιδέα.

Από αυτήν τη στιγμή (1854) και μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (1989) οι προστριβές με τη Βουλγαρία θα είναι ένα μόνιμο φαινόμενο που θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη βαλκανική.

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται και το Κίνημα των Σλαβόφιλων και αργότερα των Πανσλαβιστών-.

Η Ρωσία έστρεψε την προσοχή της στους υπόδουλους Σλαύους, αναθεωρώντας μια βασική αρχή της πολιτικής της: αντί να αγωνίζεται πλέον για τους ορθόδοξους χριστιανούς, στο μέλλον, θα προωθούσε τα συμφέροντα των Χριστιανών Σλαύων.

Βασικός της γεωπολιτικός στόχος ήταν να «βγει» στις θερμές θάλασσες και πίστευε, πλέον, πως θα μπορούσε να το πετύχει καλύτερα και αποτελεσματικότερα με τους σλάβους χριστιανούς.

Εκτός, όμως, από τη ρωσική πολιτική, τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου, εμφανίσθηκαν σαν καταλύτης και στην πολιτική της Σερβικής Ηγεμονίας και των εθνικιστών Βουλγάρων. Η γιουγκοσλαβική ενωτική εθνική κίνηση άρχισε να ενδιαφέρεται και για τη Μακεδονία- τουλάχιστον για τις βορειότερες περιοχές της, όπως και οι βούλγαροι εθνικιστές..

Την εποχή, όμως, εκείνη τα σχέδια αυτά μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα μπορούσαν να έχουν.

Οι Έλληνες με την περιορισμένη γνώση των πολιτικών εξελίξεων που σημειώνονταν στη βόρεια Βαλκανική, συνέχιζαν να εμμένουν στο δόγμα ότι η Μακεδονία ολόκληρη, έπρεπε να περιληφθεί στο μελλοντικό διευρυμένο ελληνικό κράτος.

Σέρβοι και Βούλγαροι αρχίζουν να δραστηριοποιούνται αλλά και ο Ελληνισμός δεν παρέμενε αδρανής. Δημιουργήθηκαν νέα προξενεία αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι ενισχύθηκαν από τις ντόπιες παραδοσιακές δυνάμεις του Ελληνισμού-δασκάλους, δημογέροντες, εμπόρους, κληρικούς- καθώς και από τη νέα γενιά των επιστημόνων που, αφού σπούδασαν ή έζησαν ένα διάστημα στο βασίλειο, άρχισαν να επιστρέφουν στις γενέτειρές τους. Ποτισμένοι με το εθνικιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην πρωτεύουσα οι νέοι αυτοί διαμόρφωναν σιγά σιγά πυρήνες εθνικής δράσης στις πόλεις και κωμοπόλεις όπου είχαν εγκατασταθεί.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1875-1878) ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Στη δεκαετία του 1860, τον Ελληνισμό της Μακεδονίας άρχισε να απασχολεί, ολοένα και εντονότερα, η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού.

Αρχικά, η προβολή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας γινόταν με αιτήματα καθαρά εκκλησιαστικής μορφής, όπως τη χρησιμοποίηση της σλαβονικής στην εκκλησία και την αντικατάσταση Ελλήνων αρχιερέων με Βουλγάρους.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η διένεξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την ίδρυση ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας και η εξάπλωση της ιδεολογίας του Πανσλαβισμού μέσω Ρώσων διανοουμένων, κληρικών και προξενικών υπαλλήλων, προσέδωσαν στα αιτήματα των βουλγαριστών της Μακεδονίας σαφή εθνική χροιά.

Όπως ήταν φυσικό επακολούθησε ελληνική αντίδραση που έμελλε να διχάσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας για αρκετές δεκαετίες.

Η διένεξη πήρε πολλές και ποικίλες διαστάσεις, εξαιτίας της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που εμφάνιζε η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Πραγματικά, η εξακρίβωση της εθνικής ταυτότητας του χριστιανικού πληθυσμού- που αποτελούσε τα δύο τρίτα του συνόλου- υπήρξε πρόβλημα δυσεπίλυτο, που δίχασε επιστήμονες και πολιτικούς.

Ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μεγάλη μάζα του αγροτικού χριστιανικού πληθυσμού, παρά την ποικιλία των γλωσσών που μιλούσε, δεν είχε σαφή εθνικό προσανατολισμό. Γι αυτό και η θρησκεία παρέμενε όχι μόνο το κύριο διαφοροποιό γνώρισμα μέσα στην οθωμανική κοινωνία, αλλά και στοιχείο μορφοποιητικό της εκκολαπτόμενης εθνικής συνείδησης.

Πάντως, ως το 1870 -όταν ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία- οι μη ελληνόφωνες χριστιανικές μάζες που βρίσκονταν πλησιέστερα προς τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι Έλληνες, ταυτίζονταν με τον Ελληνισμό. Και αυτό, όχι μόνο γιατί συντηρούσαν μόνοι τους ελληνικά σχολεία και τελούσαν τη θεία λειτουργία στα ελληνικά, αλλά και γιατί συμμετείχαν ενεργά στους διάφορους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.


ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και την εξαγγελία των μεταρρυθμίσεων του Χάτι Χουμαγιούν, οι Βούλγαροι ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με την ίδρυση ανεξάρτητης Εκκλησίας τους και τον προσδιορισμό των ορίων της δικαιοδοσίας της στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Στις 27 Φεβρουαρίου/ 11 Μαρτίου 1870, με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εκκλησία. Στο ίδιο φιρμάνι υπήρχε διάταξη που επέτρεπε την προσθήκη και άλλων μητροπόλεων στην Εξαρχία, εφόσον τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων της περιφέρειας εκδήλωναν σχετική επιθυμία.

Η τελευταία αυτή διάταξη άνοιγε έδαφος για οξύτατο φυλετικό ανταγωνισμό, που εξυπηρετούσε τα σχέδια της Οθωμανικής κυβέρνησης, αφού θα απέκλειε πλέον τη μελλοντική σύμπραξη των δύο χριστιανικών εθνοτήτων.

Έτσι, όταν κάθε προσπάθεια για συμφιλίωση απέτυχε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1872 κήρυξε την εξαρχία σχισματική.

Από τη στιγμή εκείνη η ελληνοβουλγαρική διένεξη στις διαφιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας (και της Θράκης), έμπαινε στη φάση του ανοικτού ανταγωνισμού.

Η δραστηριοποίηση του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης και ιδίως η ίδρυση νέου στο Μοναστήρι το 1861, έδωσε μεγάλη ώθηση στη βουλγαρική κίνηση.

Για πρώτη φορά οι Βούλγαροι της βόρειας Μακεδονίας αποκτούσαν τον τοπικό «προστάτη» τους στο πρόσωπο του εκπροσώπου της σλαβικής Ρωσίας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχισθεί χωρίς σοβαρούς κινδύνους για τη θέση του Ελληνισμού. Γι αυτό και οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν ενεργότερη ανάμιξη του ελεύθερου ελληνικού κέντρου στα μακεδονικά πράγματα.

Στις εισηγήσεις τους ζητούσαν να διαγραφεί η βόρεια Μακεδονία, ως αναμφισβήτητα σλαβική, να ενισχυθεί η εκπαιδευτική, εκκλησιαστική και εθνική δραστηριότητα στην κεντρική ζώνη, και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σλαβόφωνες και βλαχόφωνες κοινότητες της Πελαγονίας που αποτελούσαν τη γραμμή των πρόσω του Ελληνισμού.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1875-1878
Τον Απρίλιο του 1877, κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Σε διάστημα εννέα μηνών τα ρωσικά στρατεύματα έφθασαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στις 3 Μαρτίου στον Άγιο Στέφανο, επέβαλαν στους Τούρκους τη σύναψη ειρήνης.

Η πλέον διαφιλονικούμενη διάταξη της Συνθήκης αυτής υπήρξε η ίδρυση ενός τεράστιου ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους που θα περιλάμβανε και το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας, με εξαίρεση τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχίες Κοζάνης και Σερβίων.

Η αναθεώρηση των όρων της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου πραγματοποιήθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου- 13 Ιουλίου 1878). Οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ριζικό περιορισμό των απαιτήσεών τους.

Τελικά η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής στο Σουλτάνο, αλλά νότια, από τον Αίμο και ως τη Ροδόπη, συστήθηκε η Ανατολική Ρωμυλία, επαρχία αυτοδιοικούμενη με Χριστιανό διοικητή.

Ολόκληρη η Μακεδονία παρέμεινε στην Τουρκία.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Την αναγγελία των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου οι Έλληνες την υποδέχτηκαν με ανακούφιση ενώ οι Βούλγαροι είδαν με απογοήτευση το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας να χάνεται.

Πρώτη τους αντίδραση υπήρξε ο ένοπλος αγώνας.
Μετά την αποτυχία της προσπάθειας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το δικό της σχέδιο για την ενίσχυση του Ελληνισμού.

Πρώτος αντικειμενικός σκοπός υπήρξε η ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, στη συνέχεια η ενίσχυση της Εκκλησίας, η οικονομική ισχυροποίηση της θέσης των Ελλήνων της Μακεδονίας , χωρίς να αγνοηθεί ο τομέας της πληροφόρησης.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897
Το 1885, μετά από προσπάθειες μιας επταετίας, οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να προσαρτήσουν με πολιτικοστρατιωτικό πραξικόπημα την Ανατολική Ρωμυλία(6/18 Σεπτεμβρίου 1885).

Το εγχείρημα συγκλόνισε Έλληνες και Σέρβους, που θεώρησαν τη βουλγαρική ενέργεια στοιχείο ανατροπής της ισορροπίας στη Βαλκανική και αφετηρία νέας εξόρμησης, αυτήν τη φορά προς τη Μακεδονία. Το ηθικό των Βουλγαρομακεδόνων αναπτερώθηκε, γιατί η βουλγαρική ηγεμονία πρόβαλλε στα μάτια των υπόδουλων χριστιανών ως η ανερχόμενη βαλκανική δύναμη.

Την εποχή εκείνη ο όρος «Μακεδόνας» δεν είχε εθνική αλλά γεωγραφική έννοια.

Το 1893 ιδρύθηκε στη Ρέσνα η «Μυστική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», η οποία αργότερα, το 1896, μετονομάσθηκε σε «Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», γνωστή σαν ΕΜΕΟ.

Την ίδια εποχή στη βουλγαρική ηγεμονία, οι πολυπληθείς βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις κατόρθωσαν το 1894 να συνενωθούν και να συστήσουν μια Ανώτατη Επιτροπή-Βερχόβεν Κομιτέτ- όλων των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που θα κατεύθυνε τον αγώνα στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Τη στιγμή που άρχισε να διαγράφεται η μεγάλη βουλγαρική εξόρμηση στη Μακεδονία, ο Ελληνισμός βρέθηκε με τις δυνάμεις του διχασμένες, οικονομικά ασθενής και διπλωματικά απομονωμένος. Από την κυβέρνηση η πρωτοβουλία περιήλθε στους ιδιώτες.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ο αντίκτυπος της ήττας του 1897 έγινε διπλά αισθητός στο μακεδονικό Ελληνισμό. Η παντοδυναμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνικού κλήρου είχε σοβαρά εξασθενίσει όχι μόνο από την εμφάνιση της αντίπαλης βουλγαρικής Εκκλησίας αλλά και από τη φαλκίδευση των προνομίων που επέβαλε η Πύλη.

Επιπλέον, το απόλυτο κύρος που έχαιρε το ανεξάρτητο ορθόδοξο ελληνικό κράτος- τουλάχιστον μέχρι την Ανατολική κρίση του 1875-1878- είχε μειωθεί και αυτό αισθητά καθώς στο προσκήνιο εμφανίσθηκαν δυναμικά και άλλα βαλκανικά χριστιανικά κράτη, ικανά να προσφέρουν στους υπόδουλους βοήθεια ή ελπίδα για μελλοντική απελευθέρωση.

Στην πράξη, οι βουλγαρικές επιδιώξεις στη Μακεδονία δεν μπόρεσαν να προωθηθούν γρήγορα, εξαιτίας, κυρίως, των διενέξεων των βουλγαρομακεδονικών επιτροπών ενιαίας γραμμής μεταξύ βουλγαρικής κυβέρνησης και κομιτάτων.

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ
Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να προσαρμόσει την αντίδρασή της στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η βουλγαρική εξόρμηση.

Αυτό, όμως που αρνήθηκε να πράξει το επίσημο ελληνικό κράτος ανέλαβε να το υλοποιήσει ο Γερμανός Καραβαγγέλης, μητροπολίτης Καστοριάς.

Εκτός των άλλων πέτυχε να αποσπάσει από το κομιτάτο τους σλαβόφωνους οπλαρχηγούς Κώτα από τη Ρούλια και Βαγγέλη από το Στρέμπενο, και με τον τρόπο αυτό απέκτησε την πρώτη ένοπλη δύναμη στην περιοχή Κορεστίων.

Η ελληνική, όμως, κυβέρνηση συνέχιζε την παθητική πολιτική. Στο μεταξύ, οι φωνές απόγνωσης και οι εκκλήσεις από το εσωτερικό της Μακεδονίας πολλαπλασιάζονταν.

Αποδέκτες στην Αθήνα των αιτημάτων των Μακεδόνων Ελλήνων ήταν, κυρίως, παράγοντες της ελληνικής πολιτικής, στρατιωτικής, επιστημονικής και δημοσιογραφικής κοινωνίας, οι οποίοι από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας, είχαν πυκνές διασυνδέσεις με το εσωτερικό της Μακεδονίας.

Καθώς, όμως, οι παράγοντες αυτοί, στην περίοδο 1898-1903, έφεραν δίκαια ή άδικα το στίγμα της αποτυχίας του ΄97, προσπάθησαν μόνοι τους να βοηθήσουν αυτούς που ήδη αγωνίζονταν στη Μακεδονία.

Μια ομάδα αξιωματικών και πολιτών, γύρω από την οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, άρχισε να δραστηριοποιείται. Ο γαμπρός του Στέφανου, Παύλος Μελάς, μαζί με άλλους συναδέλφους του πέτυχαν να στείλουν στον Καραβαγγέλη, την άνοιξη του 1903 την πρώτη ένοπλη ομάδα.

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ
Όλες αυτές οι δραστηριότητες δε στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν την κρατική μηχανή.

Οι επαναστατικές, όμως, ενέργειες των Βουλγάρων κατά το 1903 προκάλεσαν την ενεργό επέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στις μακεδονικές υποθέσεις.

Από κει και πέρα ήταν αδύνατον πλέον για την ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει αδρανής.

Τον Οκτώβριο του 1902 μεγάλα βουλγαρικά σώματα εισέδυσαν από τη βουλγαρική ηγεμονία στη βορειοανατολική και δυτική Μακεδονία όπου, σε συνεργασία με ντόπια βουλγαρομακεδονικά σώματα, προσπάθησαν να εξεγείρουν σε επανάσταση τον πληθυσμό.

Η πρωτοβουλία αυτή οφειλόταν σε ενέργειες του Ανώτατου Κομιτάτου της Σόφιας, το οποίο δεν είχε εξασφαλίσει τη συνδρομή της ΕΜΕΟ.

Η έγκαιρη κινητοποίηση του τουρκικού στρατού γρήγορα εξουδετέρωσε τις επαναστατικές ενέργειες.

Την άνοιξη του 1903, χωρίς εξουσιοδότηση από καμιά οργάνωση, προκλήθηκαν εκτεταμένες δολιοφθορές μέσα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της.

Ανάμεσα στους κυριότερους στόχους υπήρξαν το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας που ανατινάχθηκε, το ατμόπλοιο «Guadalquivir» που βυθίστηκε στον κόλπο της Θεσσαλονίκης και το σιδηροδρομικό και τηλεγραφικό δίκτυο που διακόπηκε σε διάφορα τμήματα της κεντρικής Μακεδονίας.

Οι τρομοκράτες επεδίωκαν τη δημιουργία εντυπώσεων παρά την πρόκληση γενικής εξέγερσης.

Οι Τούρκοι, όμως, αντέδρασαν με βίαια κατασταλτικά μέσα.

Μάταια οι ελληνικές αρχές προσπαθούσαν να αφυπνίσουν τις τουρκικές ώστε να προστατευθούν οι ελληνικές κοινότητες και οι μικτοί πληθυσμοί από τη διείσδυση στο χώρο τους της βουλγαρικής επαναστατικής ιδέας.

Έτσι, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλι-ντεν) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, με εντολή της ηγεσίας της ΕΜΕΟ, ξέσπασε η ένοπλη εξέγερση.

Το κύριο βάρος της προσπάθειας έπεσε στις επαρχίες της δυτικής και βόρειας Μακεδονίας, ενώ η κεντρική και ανατολική Μακεδονία παρέμειναν ουσιαστικά αμέτοχες, όπως επίσης και η αμιγώς ελληνόφωνη νότια ζώνη.

Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι πήραν μέρος στην εξέγερση σχισματικές και πατριαρχικές κοινότητες, σλαβόφωνες και βλαχόφωνες, άσχετα αν στην ενέργειά τους αυτή οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή με τη βία.

Από την πρώτη στιγμή οι Βούλγαροι προσπάθησαν να δώσουν και κοινωνικό περιεχόμενο στον αγώνα, κτυπώντας, εκτός από τις μικρές τουρκικές φρουρές, και τα τσιφλίκια και τα περιουσιακά στοιχεία των τούρκων μπέηδων.

Ταυτόχρονα, όμως, στράφηκαν και εναντίον των ηγετών του ελληνικού πληθυσμού, πολλούς από τους οποίους εκτέλεσαν ή εξανάγκασαν να καταφύγουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Όταν, όμως, ο τουρκικός στρατός ανασυντάχθηκε και άρχισε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις, η καταστροφή υπήρξε γενική.

Με μεθοδικότητα, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε Βουλγάρους ή Έλληνες, σε επαναστάτες ή παρασυρθέντες και εκβιασθέντες χωρικούς, οι τούρκοι εφήρμοσαν μέτρα γενοκτονίας.

Όταν έγινε ο απολογισμός, ο μακεδονικός ελληνισμός καταμετρούσε νέες εκατόμβες μαρτύρων.

Όσο για τους Βουλγάρους, η εξόντωση σπουδαίων οπλαρχηγών, η διάλυση πολλών σωμάτων, η σύλληψη εκατοντάδων στελεχών στα χωριά και στις πόλεις, έδωσαν αρχικά την εντύπωση ότι ο αγώνας τους στη Μακεδονία δέχθηκε σκληρό κτύπημα.

Η εξέγερση, όμως, του Ίλιντεν πέτυχε να προωθήσει τις βουλγαρικές θέσεις για μια πολιτική λύση του ζητήματος.

Χωρίς αμφιβολία, οι επαναστατικές κινητοποιήσεις του μακεδονικού πληθυσμού από τις βουλγαρικές οργανώσεις πρόβαλε με πειστικότητα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις το αίτημα για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.

Η ΕΝΟΠΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Η ένοπλη τροπή που πήραν τα γεγονότα της Μακεδονίας μέσα στο 1903 αναστάτωσε την ελληνική κοινή γνώμη.

Το ενδεχόμενο μελλοντικής ανακατανομής των διοικητικών ορίων πάνω σε ασαφείς εθνολογικές βάσεις, οδήγησε στην άρση των επιφυλάξεων των κυβερνητικών παραγόντων στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Θεοτόκη αποφάσισε να δράσει.

Πρώτη της ενέργεια υπήρξε η αποστολή στη δυτική Μακεδονία τετραμελούς ομάδας αξιωματικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς.

Η ομάδα αυτή μελέτησε την κατάσταση και εισηγήθηκε στην κυβέρνηση, ανάμεσα σε άλλα, και την αποστολή ένοπλων σωμάτων.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να στελεχώσει το προξενείο στη Θεσσαλονίκη με ικανούς διπλωμάτες, τους οποίους πλαισίωσε με αξιωματικούς του στρατού.

Για τη θέση του γενικού προξένου Θεσσαλονίκης επελέγη ο Λάμπρος Κορομηλάς, με ευρύτατες αρμοδιότητες.

Παράλληλα, σε στενή συνεργασία ιδιωτών και κυβέρνησης ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο», με πρόεδρο το διευθυντή της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτρη Καλαποθάκη. Σκοπός του Κομιτάτου ήταν η οργάνωση ένοπλου αγώνα στη Μακεδονία, και, θεωρητικά, και σε άλλες υπόδουλες επαρχίες της Τουρκίας.

Η προσοχή του Κομιτάτου στράφηκε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία όπου ο κίνδυνος είχε εμφανισθεί αμεσότερος κατά τα γεγονότα του Ίλιντεν. Στην ίδια, όμως, περιοχή υπήρχε κάποια προεργασία, χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη Γερμανού, της μυστικής οργάνωσης «Άμυνα», και μερικών μικρών σωμάτων ντόπιων οπλαρχηγών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στα τέλη Αυγούστου 1904, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αποστολή συγκροτημένου σώματος υπο τον Παύλο Μελά, ο οποίος, ως Γενικός Αρχηγός Δυτικής Μακεδονίας έθετε υπο την καθοδήγησή του όλες τις σκόρπιες ένοπλες ομάδες.

Η δράση του Μελά, όμως, δεν διάρκεσε παρά μόνο ενάμιση μήνα, αφού στις 13/26 Οκτωβρίου, το σώμα περικυκλώθηκε από τουρκικό στρατό στο χωριό Στάτιστα (σημ. Μελά) της Καστοριάς και ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας έξοδο. Τη θέση του Μελά ανέλαβε ο Κρητικός υπολοχαγός Γεώργιος Τσόντος.

Και οι δύο πλευρές- βουλγαρική και ελληνική- ελίσσονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να στρέψουν τον Τούρκο κατά του αντιπάλου τους.

Για τα ελληνικά σώματα, ο αγώνας πολλές φορές εξελισσόταν σε τριμέτωπο, καθώς, σε ορισμένες περιοχές, κυρίως της κεντρικής Μακεδονίας, νομάδες κτηνοτρόφοι Βλάχοι, που είχαν ασπασθεί τη ρουμανική ιδέα, ευθυγραμμίζονταν με τους Βουλγάρους. Η ζημιά που προκάλεσαν οι ρουμανίζοντες στον ελληνικό αγώνα ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μικρό τους αριθμό.


Τελείως αντίθετη ήταν η στάση που τήρησαν οι Βλάχοι των πόλεων, κωμοπόλεων και της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωριών της βόρειας Μακεδονίας, οι οποίοι αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής άμυνας σε όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ζωτική περιοχή του αγώνα υπήρξε η ελώδης λίμνη των Γιαννιτσών, όπου σε ολόκληρη σχεδόν τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα έλαβε χώρα ένας περίεργος, όσο και σκληρός πεζοναυτικός πόλεμος για την εξασφάλιση του ελέγχου της κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, συνηθέστερη μορφή επιχειρήσεων ήταν η επιδρομή σε κατοικημένους τόπους για την τιμωρία καταδοτών, τον εκφοβισμό των αντιπάλων ή την εκτέλεση στελεχών του Κομιτάτου.

Προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα (1907-1908) το βουλγαρικό κίνημα είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημεία κάμψεως.

Από τη μια πλευρά στην ακρότατη βόρεια Μακεδονία η σερβική Οργάνωση είχε παρουσιάσει έντονη δραστηριότητα, αμφισβητώντας από τους Βουλγάρους την πρωτοβουλία των κινήσεων, από την άλλη, οι οξύτατες διενέξεις μέσα στους κόλπους του βουλγαρικού κινήματος, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους οπαδούς του Ανώτατου Κομιτάτου (βερχοβιστές) και στην αριστερή μερίδα των οπαδών της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), είχαν μετατραπεί σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο.

Η αποξένωση, μιας μερίδας έστω, αγωνιστών από τα κέντρα απόφασης του βουλγαρικού κινήματος έγινε σαφέστερη, καθώς το παλαιό προπαγανδιστικό σύνθημα της αυτονομίας, μετατράπηκε γι αυτούς σε αυτοσκοπό του αγώνα τους.

Δηλαδή, για λόγους καθαρά τακτικής, οι Βούλγαροι δεν έλεγαν πως θέλουν τη Μακεδονία βουλγαρική αλλά ζητούσαν την αυτονομία της ως πρώτο βήμα. Η αριστερή τάση της ΕΜΕΟ, έκανε αυτοσκοπό την αυτονομία και για λόγους προσωπικών αντιπαραθέσεων.

Ο Μακεδονικός αγώνας πέρασε στην ιστορία σαν ένας από τους πιο κρίσιμους αγώνες που διεξήγαγε ο Ελληνισμός για την εθνική του ολοκλήρωση.

Γι αυτό δίκαια αναγνωρίζεται σαν ο «Τρίτος Αγώνας της Ανεξαρτησίας», μετά την Επανάσταση τους 1821 και τον Κρητικό Αγώνα.

Παρά τις προβλέψεις ξένων παρατηρητών που είχαν εντυπωσιασθεί από τη βουλγαρική δραστηριότητα στη Μακεδονία ως το 1904, ο αγώνας των Ελλήνων υπήρξε επιτυχής.

Όπως σημειώνει και ο Άγγλος ιστορικός του Μακεδονικού Αγώνα Douglas Dakin, η επιτυχία τους μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι αγωνίσθηκαν κυρίως σε περιοχή όπου ζούσε φιλικά προσκείμενος και συγγενής πληθυσμός, βαθιά προσηλωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική ιδέα, ανεξάρτητα αν δεν μιλούσε πάντα την ελληνική γλώσσα.

Αυτήν την ιδέα που πρέπει να επανακαλύψουμε.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Παρά, λοιπόν, τα αίμα που χύθηκε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις επέσπευσαν την προσέγγιση των βαλκανικών χριστιανικών κρατών.

Το Μάρτιο του 1912 Σέρβοι και Βούλγαροι συμφώνησαν στη σύναψη συμμαχίας, που στρέφονταν βασικά κατά της Τουρκίας.

Από την πλευρά του ο Βενιζέλος είχε έγκαιρα αισθανθεί τους κινδύνους μιας μονομερούς σερβο-βουλγαρικής ενέργειας. Γι αυτό προσπάθησε από το 1911 να έρθει σε συνεννόηση με τους Βουλγάρους, οι οποίοι επιδίωκαν δέσμευση της Ελλάδας για την ίδρυση αυτόνομου μακεδονικού κράτους, που στην πραγματικότητα θα ελεγχόταν από τη Σόφια.

Τελικά οι δύο κυβερνήσεις συμφώνησαν να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας (30 Μαίου 1912) χωρίς να αναφερθούν στη μελλοντική τύχη των μακεδονικών εδαφών.

Στην απόφασή τους αυτή οι Βούλγαροι οδηγήθηκαν από υπέρμετρη αυτοπεποίθηση στη στρατιωτική τους ισχύ.

Η στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας αποδείχθηκε πλεονέκτημα καθώς η υποτίμηση της ελληνικής ισχύος από τους Βουλγάρους άφησε στις ελληνικές δυνάμεις ελεύθερο πεδίο δράσης στη νότια Μακεδονία.

Η νοοτροπία αυτή δεν εγκατέλειψε τους Βουλγάρους ούτε και όταν, στις αρχές Οκτωβρίου, άρχισαν οι συνδυασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των βαλκανικών κρατών.

Το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού στρατού είχε στραφεί προς τη Θράκη, με κύρια επιδίωξη την Κωνσταντινούπολη.

Με τις αλλεπάλληλες όμως νίκες του ελληνικού στρατού και τη γοργή, σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, προέλασή τους στην καρδιά της Μακεδονίας, το βουλγαρικό επιτελείο επέσπευσε την προέλαση προς νότο μιας μεραρχίας για να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη.

Η κίνηση αυτή έγινε έγκαιρα γνωστή στην Αθήνα και παρά την προτίμηση του αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου να συνεχίσει την προέλαση του στρατού προς βορρά, ο Βενιζέλος επέμεινε στην άμεση κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, ώρες μόνο πριν την άφιξη των Βουλγάρων.

Αυτός ήταν ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος τα αποτελέσματα του οποίου αμφισβήτησαν οι Βούλγαροι και οδήγησαν τις εξελίξεις στο Δεύτερο Βαλκανικό.

Τώρα, οι Βούλγαροι πολεμούσαν εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστρεπτικό για τους Βουλγάρους.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) τερμάτισε το Β! Βαλκανικό Πόλεμο και οριστικοποίησε τα σύνορα των τριών βαλκανικών χωρών στη Μακεδονία.

Κατά περίεργη σύμπτωση, η νότια περιοχή που περιήλθε στην Ελλάδα ταυτιζόταν περίπου προς τα όρια της «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη μια μικρή λωρίδα που παρέμεινε εντός της σερβικής και βουλγαρικής περιοχής.

Στη νότια αυτή ζώνη περιλαμβάνονταν, εκτός από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, και οι μεγαλύτερες μάζες των σλαβόφωνων κατοίκων που είχαν διατηρήσει την ελληνική τους εθνική συνείδηση.

Ωστόσο, σημαντικοί αριθμητικά ελληνικοί πληθυσμοί παρέμειναν αποκλεισμένοι στη σερβική και βουλγαρική Μακεδονία, από όπου αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην ελληνική Μακεδονία αφήνοντας πίσω ελάχιστα υπολείμματα ελληνικών εστιών.

Το ίδιο συνέβη και στο νότο με τις πληθυσμιακές μάζες που είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο τίτλος του άρθρου είναι τίτλος σε ένα σύντομο πόνημα του Γιώργου Βαφόπουλου για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: Ανιχνεύσεις

Αφιέρωμα μνήμης: Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα: Καπετάν Ράμναλης από το Ίσωμα*

Το 1955 ο αείμνηστος Σταύρος Μάνεσης γυρίζει την Μακεδονία και μελετά τα γλωσσικά ιδιώματα. Εκεί συναντά γέρους που αναθυμούνται το δράμα της σκλαβιάς. Ένας εκατοχρονίτης γέροντας του λέει το εξής πρωτότυπο. «Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε σκλάβοι σε ξένα χέρια επ’ άπειρον το γραφτό έλεγε πως θα ενωθούμε με την Ελλάδα, γιατί Ελλάς θα πει… Έλα».Ίσως η αφελής αυτή «ετυμολογική» ανάλυση του εθνικού μας ονόματος να είναι και η ωραιότερη που έχει γραφτεί. Άθελά του όμως ο γέροντας, ετυμολόγησε μία άλλη λέξη, την ελευθερία, η οποία προέρχεται από το ρήμα έρχομαι, από τον μέλλοντα του «ελεύσομαι», που σημαίνει «θα έλθω». Η ελευθερία είναι το αγαθό που έρχεται στους λαούς που έχουν τόλμη και αρετή. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός πως ο εθνικός μας ύμνος, είναι “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”.

Λέμε πολλές φορές πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το σωστό είναι πως δεν επαναλαμβάνεται η ιστορία, απλώς οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. Πριν η Μακεδονία περιέλθει οριστικά -με το αίμα των παιδιών της Ελλάδας- στους κόλπους της μητρός της, ταλανιζόταν από τις δολοπλοκίες και τις ασχημονίες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, που την προόριζαν για την Βουλγαρία. Όπως συμβαίνει στις μέρες μας, έτσι και πριν από την απελευθέρωσή της από τον Ελληνικό Στρατό, η Μακεδονία το ενδοξότερο, τολμώ να πω, τμήμα του Ελληνισμού και της ιστορία μας, είχε καταντήσει διπλωματικό παίγνιο των ισχυρών της γης. Κινδύνευε η πανάρχαια «ελληνίδα γη» να αποκοπεί από τον εθνικό κορμό.

Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό μία ολιγόλογη ιστορική αναδρομή, από την επανάσταση του ’21, ως την στιγμή που παλικάρια, σαν τον καπετάν Ράμναλη, ζώνονται τα όπλα και υπερασπίζονται το χώμα που τους γέννησε, που μπαίνουν «ες αεί» στο εικονοστάσι της Μακεδονίας, ως ήρωες Μακεδονομάχοι.

Πριν από τον αγώνα Από το 1797 ο πρωτομάρτυρας και πρωτομάστορας της λευτεριάς μας, Ρήγας Φερραίος, παροτρύνει τους Μακεδόνες να ξεσηκωθούν. Γράφει στο «Θούριό» του: «Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήστε για μια /και αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά». Να αναφέρω εδώ παρενθετικά πως ο πρώτος κλεφταρματολός που αναφέρει η ιστορία, ο Καραμιχάλης, έδρασε στην περιοχή του Ολύμπου, λίγες μόλις δεκαετίες μετά την άλωση της Πόλης. Ήταν Μακεδών.

Κατά την Επανάσταση του ’21 η Μακεδονία επαναστατεί. Μπορεί η επίσημη ιστορία να γράφει πως απέτυχε, όμως η επανάσταση στην Μακεδονία καθήλωσε για πολύ καιρό τα τουρκικά στρατεύματα και έδωσε την ευκαιρία στους επαναστάτες των Νοτίου Ελλάδας να εδραιώσουν την Επανάσταση. Το τέλος της Επανάστασης βρίσκει όμως την Μακεδονία εκτός του αρτιγέννητου κράτους. Είναι χαρακτηριστικό πως το 1829 πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους υποβάλλουν υπόμνημα στον Καποδίστρια με το οποίο τον παρακαλούν να ζητήσει «παρά των Προστάτιδων Δυνάμεων, ίνα και η σκληρώς αγωνισθείσα Μακεδονία συμπεριληφθεί εις τα όρια του ελευθέρου κράτους».

Το 1828-29 ξεσπά ρωσοτουρκικός πόλεμος που διεξήχθη κυρίως επί του βουλγαρικού εδάφους. Οι Ρώσοι τότε ανακαλύπτουν έκπληκτοι έναν λαό που ομιλεί ένα σλαβικό ιδίωμα που προσομοίαζε με την ρωσική γλώσσα. Ερωτώμενοι βέβαια οι κάτοικοι αυτής της περιοχής, τι είναι, απαντούν στο σλαβικό ιδίωμα, «Ρωμηοί». Τότε ουσιαστικά αρχίζει η αφύπνιση του βουλγαρικού στοιχείου, υποκινούμενου από τη Ρωσία.

Τα σχέδια των Ρώσων για έξοδο στο Αιγαίο μέσω ενός υποχείριού τους λαού, θα υλοποιηθούν με την ανασύσταση βουλγαρικού κράτους. Πλήθος Ρώσων προπαγανδιστών περιτρέχουν την Βουλγαρία, την Ανατολική Ρωμυλία, την Βόρειο Μακεδονία εξάπτώντας τον βουλγαρικό εθνικισμό. Δεν παραλείπει το «ξανθό γένος» να ενσπείρει και να στρέψει το μίσος των Βουλγάρων κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το 1854 ξεσπά ο Κριμαϊκός Πόλεμος μεταξύ Ρώσων και Τούρκων. Η Μακεδονία επαναστατεί κατά των Τούρκων. Οι ελπίδες αναπτερώνονται. Στα Γρεβενά πρωτοστατεί ο περίφημος αρματολός και αγωνιστής του ’21 Θεόδωρος Ζιάκας. Στη Χαλκιδική ο γιος του «Γέρου της Μακεδονίας», Τσάμης Καρατάσος, στον Όλυμπο οι τοπικοί οπλαρχηγοί. Δυστυχώς οι εκβιασμοί των Μεγάλων Δυνάμεων κατά του ανίσχυρου ελληνικού βασιλείου αφήνουν αβοήθητους τους Επαναστάτες. Η επανάσταση σβήνει. Επακολουθεί όπως γράφουν μαρτυρίες της εποχής «χαλασμός».

Το 1866 εξερράγη η Κρητική Επανάσταση. Ο Ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη, Ιγνάτιεφ, για να επιτύχει την εύνοια του Σουλτάνου υπέρ των Βουλγάρων, παρότρυνε τους τελευταίους να προσφερθούν για να πολεμήσουν στο πλευρό των Τούρκων τον κοινό εχθρό Βουλγάρων και Τούρκων, τους Έλληνες. Το 1869 λήγει η Κρητική Επανάσταση, ο σουλτάνος πνέει μένεα κατά των Ελλήνων. Τότε το 1870 συντάσσει ο Ιγνάτιεφ το περίφημο αυτοκρατορικό φιρμάνι με το οποίο ιδρύεται η Βουλγαρική Εξαρχία, που αποσκιρτά από το Πατριαρχείο.

Ο Μακεδονικός αγώνας
Από την στιγμή αυτή μπορούμε να πούμε πως αρχίζει ο ένδοξος Μακεδονικός Αγώνας. Το άρθρο 10 του φιρμανιού -αυτό είναι το σημαντικότερο- προέβλεπε πως εφόσον το 2/3 των κατοίκων μιας περιοχής επιθυμούσαν να προσέλθουν στην Εξαρχία, τότε η περιοχή εντασσόταν σ’ αυτήν. Οι Βούλγαροι βρήκαν πλέον το μέσο και τον τρόπο για να εκβουλγαρίσουν την Μακεδονία.

Εφεξής Πατριαρχικός σήμαινε Έλληνας και Εξαρχικός, Βούλγαρος. Η επίτευξη της πλειοψηφίας των 2/3 αποτέλεσε τον κύριο σκοπό των Βουλγάρων. Οι απειλές και οι διώξεις αρχίζουν. Το 1877-78 ξεσπά νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η Τουρκία νικάται κατά κράτος υπογράφοντας την ολέθρια συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που προβλέπει την Μεγάλη Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι χωρίς να ρίξουν ούτε ένα βόλι ιδρύουν ένα τεράστιο κράτος (κάτι παρόμοιο που γίνεται σήμερα με την Αλβανία).

Οι ελληνικοί πληθυσμοί των μακεδονικών πόλεων και χωριών με συλλαλητήρια και ψηφίσματα και κυρίως η αντίδραση των Άγγλων και Γάλλων στις ρωσικές επιδιώξεις, επιμελώς κρυπτόμενες πίσω από τον Βουλγαρισμό, ακυρώνουν στο Βερολίνο το 1878 τα σχέδια. Ιδρύονται όμως δύο ηγεμονίες, η Βουλγαρική και της Ανατολικής Ρωμυλίας την οποία η Βουλγαρία προσαρτά αμαχητί το 1885. Η αντίδραση του ισχνού Ελληνικού κρατιδίου καταπνίγεται από τις λεγόμενες Προστάτιδες Δυνάμεις με τον γνωστό πανάθλιο αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων. Η Μακεδονία επαναστατεί με πρωταγωνιστή τον ηρωικό επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο και αρχηγό τον λοχαγό Κοσμά Δουμπιώτη.

Μπορεί να απέτυχε η επανάσταση, όμως, όπως γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, «δε θα καταγραφόταν έγκαιρα η ελληνική αντίδραση στους κινδύνους που περιέκλειαν για τη Μακεδονία οι όροι της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου». Οι Βούλγαροι όμως αποθρασύνονται. Οι δολοφονίες Ελλήνων ιερέων, δασκάλων και προκρίτων είναι πλέον το μέσον εξαναγκασμού για προσχώρηση στην εξαρχία. Ιδρύουν το 1893 το Μακεδονικό Κομιτάτο. Δεν τολμούν να το ονομάσουν βουλγαρικό γιατί η λέξη Βουλγαρία είναι μισητή στους Μακεδόνες. Ταυτόχρονα ρίχνουν το σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Σκοπός τους η αυτονομία και κατόπιν η προσάρτηση.

Το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας τους έχει ανοίξει την όρεξη. Μετά και τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1897, συμμορίες Κομιτατζήδων εγκληματούν απροκάλυπτα κατά του ελληνικού στοιχείου. Το 1902 ο Άγγλος Γενικός πρόξενος Θεσσαλονίκης γράφει σε έκθεσή του: «Η δολοφονία είναι το κυριότερο όπλο των Κομιτατζήδων. Δεν υποχωρούν προ ουδενός. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματα του. Χιλιάδες εφονεύθησαν τα τελευταία έξι έτη». Το επίσημο κράτος τρομαγμένο κα ντροπιασμένο ακολουθεί την πολιτική της «άψογου στάσεως». Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Αντιδρά όμως το Πατριαρχείο. Γύρω στο 1900 στέλνει νέους και δραστήριους Ιεράρχες στις Μητροπόλεις της Μακεδονίας να οργανώσουν την άμυνα και να εμψυχώσουν τους κατατρομοκρατημένους πληθυσμούς.

Ο Πολυανής Φώτιος
Μεταξύ αυτών και ο επίσκοπος Πολυανής και μετέπειτα και Κιλκισίου Φώτιος Παγιώτας. Το 1904 αναλαμβάνει στη Δοϊράνη το βαρύ έργο. Λίγα λόγια για τον ηρωικό ιεράρχη. «Ο Μητροπολίτης Φώτιος υπήρξε άσπιλος, ακαταπόνητος αγωνιστής, εμπνευσμένος ιεράρχης, χαρακτήρας μεγίστης δράσεως, στυλοβάτης του Χριστιανισμού και του Γένους εις την αιματοβαμμένην γην της Μακεδονίας. Επ’ αυτού δε αντανακλάται η λάμψις των παλαιών Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου και Χρυσοστόμου». Στην Δοϊράνη και στην ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, ο Φώτιος, χάρις στην δυναμικότητά του, επανέφερε πολλούς κατοίκους στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Γύριζε έφιππος τα χωριά και σκόρπιζε θάρρος, ελπίδα και χαρά για τον Ελληνισμό. Οι Βούλγαροι ζητούσαν πολλές φορές τρόπο να τον φονεύσουν, αλλά ουδέν επέτυχαν. Το 1913 οι Βούλγαροι τον συνέλαβαν αιχμάλωτο κατά την υποχώρησή τους, τον μετέφεραν στην Βουλγαρία με σκοπό να τον εκτελέσουν, αλλά η προέλαση των Ρουμάνων μέχρι την φυλακή του Φωτίου απέτρεψε τα δόλια σχέδια. Δραπέτευσε ο Φώτιος και μάλιστα ο ίδιος ο βασιλιάς της Ρουμανίας ζήτησε να τον δει, για να θαυμάσει την ανδρεία και το φρόνημά του Μητροπολίτη. Όταν οι Βούλγαροι τον απείλησαν με την ζωή του, αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι απάντησε: «Και αν έναν δεσπότην φονεύσετε, πολλοί άλλοι Πολυανής υπάρχουν, η Ελλάδα είναι αιώνια». Επέστρεψε ο σεπτός ιεράρχης στην Μητρόπολή του την οποία εποίμανε μέχρι την κοίμησή του, το 1928.

Ο καπετάν Ράμναλης
Ταυτόχρονα μαζί με τους ηρωικούς ιεράρχες αντιδρούν και ντόπιοι Μακεδόνες που πολλές φορές ομιλούν το σλαβικό ιδίωμα. Το 1907 ο Γάλλος δημοσιογράφος Παγιαρέ σημειώνει γι’ αυτούς «Πάντες ούτοι οι Μακεδόνες, ανεξαρτήτως της γλώσσης, την οποία ομιλούν, προτιμούν να σταυρωθούν παρά των Βουλγάρων, παρά ν’ αρνηθούν τον Ελληνισμόν τους». Μεταξύ αυτών και ο καπετάν Ράμναλης. Γεννήθηκε στο χωριό Ράμνα, σημερινό Ίσωμα του Κιλκίς, το 1885. Γονείς του ο Δημήτριος και η Δομνίτσα Βίλιογλου. Οι γονείς του καθώς και ένας θείος του δολοφονήθηκαν από τους Βούλγαρους Κομιτατζήδες, όταν ο Γιάννης ήταν 17 ετών.

Οργανώνει μόνος του ομάδα από συγχωριανούς του και εκδικείται τις δολοφονίες αθώων από τους Βούλγαρους. Δεν αργεί η φήμη του να φτάσει στο Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Έρχεται κρυφά σ’ αυτό και εκεί ακούει σιωπηλός τον γραμματέα του Προξενείου Δημήτριο Ζώη, που δεν ήταν άλλος από την υπολοχαγό Δημήτριο Κάκκαβο, μετέπειτα αντιστράτηγο, να του αναθέτει μία αποστολή.

Το φθινόπωρο του 1904 η κοινωνία των Σερρών ήταν ανάστατη, γιατί ένας πλούσιος Σερραίος είχε νοικιάσει το σπίτι του στους Βούλγαρους, για να το κάνουν σχολείο. Πουθενά δεν είχαν ιδιόκτητα σχολικά κτίρια, σημειώνει ο Μόδης. Ο καπετάν Ράμναλης πήγε στις Σέρρες και ο προδότης βρέθηκε νεκρός. Ο καπετάνιος γυρίζει στον τόπο του και συνεχίζει τη δράση του. Την ημέρα δούλευε στα χωράφια του και το βράδυ μεταμορφωνόταν στον τρομερό καπετάν -Φάντασμα, όπως τον έλεγαν οι Βούλγαροι. Κανείς δεν φανταζόταν πως το αμούστακο παιδαρέλι είναι ο τρομερός εκδικητής. Ένα σιδερένιο χέρι έβγαινε ξαφνικά από το σκοτάδι, χτυπούσε και πάλι χανόταν. Φόβος και τρόμος είχε καταλάβει τους Βούλγαρους και τους προδότες της περιοχής Λαγκαδά. Αναστατώθηκαν οι Βούλγαροι, κινήθηκαν οι Ρώσοι αξιωματικοί, κινητοποιήθηκαν οι Τούρκοι. Μα δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος ούτε άλλο σημάδι από αντάρτικό σώμα. Κανένας δεν είδε τίποτα, κανένας δεν άκουσε τίποτα. Οι Βουλγαροκτόνοι εξαφανίζονταν σαν τιμωρά φαντάσματα.

Σιγά-σιγά το όνομά του έγινε στα χείλη των χωρικών προσευχή. Ήταν ο μεγάλος λαϊκός ήρωας. Οι διαταγές και οι συστάσεις του ήταν νόμος για όλη την περιφέρεια. Ακόμη κι ο τρομερός Τούρκος λήσταρχος Χαλίλ Τσαούς κάπου τρύπωσε και δεν έδινε σημεία ζωής. Στο μεταξύ ο Ράμναλης έπεσε με τα μούτρα για να μάθει γράμματα. Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι του πρόκριτου Ζάννα κι εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα. Η φιλομάθειά του ήταν πρωτοφανής. Ήθελε να γίνει αξιωματικός και να δοξαστεί. Αλλά και πάλι εξαφανιζόταν χωρίς προειδοποίηση. Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο δρούσε είναι το παρακάτω γεγονός.

Η γυναίκα του Ζάννα, διάβασε στις εφημερίδες πως ένα Βούλγαρος Κομιτατζής παπάς βρέθηκε στον πάτο ενός πηγαδιού. Ρωτά τον καπετάνιο: “-Εσύ τον σκότωσες Γιάννη; -Όχι κυρία Ζάννα, εγώ τέτοια πράγματα δεν κάνω. -Τότε; -Να μόλις με είδε που πήγα να του πάρω την ευλογία, τόσο πολύ τρόμαξε, που έπεσε μόνος του μέσα στο πηγάδι”. Με τη Νεοτουρκική Επανάσταση (10 Ιουλίου 1908) παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.

Οι Τούρκοι αξιωματικοί σκοτώνονταν, ποιος να πρωτοφωτογραφηθεί μαζί του. Ο άγριος Τούρκος ληστής Χαλίλ Τσαούς, ένας γιγαντόσωμος άνδρας, που είχε τρομοκρατηθεί κι είχε λουφάξει από τη δράση του νεαρού καπετάνιου, μούντζωσε τον εαυτό του μπροστά σε πολύ κόσμο και είπε: -«Ντροπή στο μπόι και στα μουστάκια σου, Χαλίλ, που τρόμαξες απ’ αυτό το νιάνιαρο».

Μόλις πέρασε ο νεοτουρκικός μήνας του μέλιτος, έστειλαν οι αρμόδιοι το Γιάννη στην Αθήνα για ασφάλεια. Είχαν αρχίσει να δολοφονούν οι Νεότουρκοι τους Μακεδονομάχους. Εκεί εξακολούθησε με μεγάλη επιμέλεια τις σπουδές του. Πήρε και πτυχίο σχολαρχείου. Όταν συναντούσε γνωστούς Μακεδονομάχους αξιωματικούς, τους αράδιαζε αρχαίες ελληνικές φράσεις και λατινικές.

Το 1910 περίπου πηγαίνει και στο σχολή αξιωματικών, αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει λόγω του ότι ήταν ολιγογράμματος και μετά από έναν χρόνο περίπου εγκαταλείπει τη σχολή και επανέρχεται στην περιοχή Λαγκαδά. Η παραμονή του πρώτου βαλκανικού πολέμου για την απελευθέρωση της Μακεδονίας βρίσκει τον καπετάν Ράμναλη να ξαναοργανώνει ομάδα από τα παλικάρια του.

Την παραμονή της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης με δέκα άντρες, έχοντας στήσει ενέδρα στο Δερβένι, κλείνει το δρόμο στην εμπροσθοφυλακή της Βουλγαρικής μεραρχίας η οποία είχε στρατοπεδεύσει στην Άσσυρο. Έτσι νομίζοντας ότι την περιοχή κατέχει ο ελληνικός στρατός οι Βούλγαροι καθυστέρησαν για ένα 24ωρο, με αποτέλεσμα να μπει πρώτος ο ελληνικός στρατός και να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη.

Εν συνεχεία αποκόβει τις τηλεπικοινωνίες του Ταξίμ Πασά της Θεσσαλονίκης, ώστε να μην μπορεί να επικοινωνήσει με την Υψηλή Πύλη, όπως λεγόταν τότε η κυβέρνηση της Τουρκίας, και να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στο διάδοχο Κωνσταντίνο. Αν επικοινωνούσε ο φρούραρχος Θες/νικης με την Κωνσταντινούπολη τα πράγματα είναι σίγουρο πως θα περιπλεκόταν. Οι Ρώσοι καιροφυλακτούσαν και θα πίεζαν να παραδοθεί η πόλη του Αγίου Δημητρίου στους Βούλγαρους.

Ο αγώνας του Καπετάν Γιάννη Ράμναλη δεν σταματά εδώ, διότι σύντομα αρχίζει ο δεύτερος βαλκανικός πόλεμος και την παραμονή του πολέμου λαμβάνει μέρος στον αγώνα για ξεκαθάρισμα της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης από τους Βούλγαρους που είχαν έρθει δόλια, τάχα για ξεκούραση. Γνωρίζοντας τη βουλγαρική γλώσσα έδρασε αστραπιαία, σαν λιοντάρι, ξεκαθαρίζοντας τις σκοπιές του βουλγαρικού στρατού.

Στις 17 Ιουνίου 1913 πρώτος μπαίνει με την ομάδα του στον Λαγκαδά και βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τον ελληνικό στρατό στη μάχη του Λαχανά και της Νιγρίτας. Μετά το πέρας του πολέμου αποσύρεται στα Λαγκαδίκια Λαγκαδά, παντρεύεται και αποκτά δύο παιδιά, το Δημήτρη και τη Δομνίτσα. Δολοφονείται το 1923 από ομάδα ληστών. Αυτή ήταν εν ολίγοις η δράση του λαμπρού παλικαριού.

Το χρέος μας σήμερα Σήμερα διερχόμαστε μια κρίσιμη καμπή του λεγόμενου μακεδονικού θέματος. «Αυτό που κερδήθηκε με αίμα, χάνεται με το μελάνι». Είναι, δυστυχώς, μία μεγάλη αλήθεια, που προκαλεί λύπη και αγανάκτηση στο λαό μας. Μία ένδοξη ιστορία, μία διαδρομή γεμάτη αγώνες, θυσίες και αίματα υποκλέπτεται από ένα γειτονικό κρατίδιο, χάρις στο «μελάνι» των ισχυρών και κυρίως του πανίσχυρου.

Με φανερή πλαστογράφηση της ιστορίας, καταπατώντας χιλιετή ιστορικά δεδομένα, κατορθώνουν οι Σκοπιανοί, μέσα σε 60 μόλις χρόνια, να οικειοποιηθούν το ένδοξο όνομα. Μια ελληνοβουλγαρική ουσιαστικά διένεξη, που λύθηκε «δια των όπλων», κατέληξε σε αγωνιώδη προσπάθεια του Ελληνισμού να περισώσει τα όσια και τα ιερά του. Μπορούμε ασφαλέστατα να μιλάμε σήμερα για έναν νέο Μακεδονικό Αγώνα, έναν αγώνα ύπουλο, αφανή, ανηλεή, που μετατοπίσθηκε πλέον στις ψυχές. Ο αγώνας είναι και πνευματικός και όσο δεν θα βρεθεί Έλληνας πολιτικός ή πολίτης, ο οποίος θα αποδεχθεί το ανοσιούργημα, ο αγώνας θα είναι νικηφόρος.

Ο Ίων Δραγούμης ο μεγάλος Μακεδονομάχος πολιτικός έλεγε το εξής: «Ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι σ’ αυτόν έλαχε να σώσει το έθνος του, έτσι θα προσπαθήσουν πολλοί και θα το σώσει όποιος μπορέσει. Και αλήθεια να ήταν πως ούτε έναν Έλληνα δεν βρίσκεις στη Μακεδονία, πρέπει να είναι ελληνική η Μακεδονία. Άλλα κράτη αρπάζουν πολιτείες και χώρες και ‘μεις, και κείνα που είναι δικά μας και εκείνα δεν τα κρατάμε».

Ο λόγος του είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρος σήμερα. «Οι νεκροί πεθαίνουν όταν λησμονιούνται» λέει ο ποιητής. Ο καπετάν Ράμναλης, ο ήρωας, ο Μακεδονομάχος ζη διότι δεν λησμονιέται.

* Κείμενο ομιλίας κατά την τελετή αποκαλυπτηρίων της προτομής του Καπετάν Ράμναλη στο Ίσωμα, 1998

** Δάσκαλος

Πηγή: Αντίβαρο

Μακεδονικό Έθνος Ούτε Υπήρξε Ούτε Υπάρχει

Η αφετηρία δημιουργίας του ψευδομακεδονικού έθνους των Σκοπίων

Το 1918 επικράτησε στη Ρωσία το Κομμουνιστικό καθεστώς, με στόχους την συν τω χρόνω εξάπλωσή του αρχικά στις γειτονικές χώρες, που προϋπέθετε και την έξοδο στο Αιγαίο, που δεν είχε επιτύχει ο Τσάρος και εν συνεχεία την επέκταση στην Ευρώπη.

Κομμουνιστικά κόμματα άρχισαν να ιδρύονται συστηματικά σε διάφορες χώρες και ιδιαίτερα στη Βαλκανική. Η συσταθείσα το 1921, προφανώς με εντολή του Κόμματος Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία (Β.Κ.Ο.), μετά από πρόταση του Βούλγαρου Κομμουνιστή Κολλάρωφ, διακήρυξε την επιδίωξη αυτονόμησης της Μακεδονίας και Θράκης από την Ελλάδα, με στόχο να προσαρτηθούν στη Βουλγαρία, καθώς και η Ανατολική Ρωμυλία και βέβαια να επιτευχθεί ο έλεγχος του Αιγαίου. Ο Γενικός Γραμματέας του Κ.Κ.Ε. Γεωργιάδης διαφώνησε και διεγράφη.

Το 1924 η απόφαση της Β.Κ.Ο. επικυρώθηκε στη Μόσχα από την Κομιντέρν και έγινε υποχρεωτική για όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Ηγετικά στελέχη του Κ.Κ.Ε. που συμμετείχαν στη Β.Κ.Ο. και διαφώνησαν, διεγράφησαν από το Κόμμα.

Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδωσε την αφορμή στον Τίτο της δημιουργίας, αντί της αυτονομήσεως, του ψευδούς Μακεδονικού Έθνους των Σκοπίων, ως προγεφυρώματος για επέκταση στο Αιγαίο.
Τον Οκτώβριο του 1940, σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη είχε ήδη υποταγεί στο Χίτλερ, η Σοβιετική Ένωση ήταν τότε σύμμαχος της Γερμανίας και όλες οι Βαλκανικές χώρες είχαν επαφές με τον Χίτλερ. Η Ελλάδα τότε μόνη στην Ευρώπη, δέχτηκε επίθεση από την Φασιστική Ιταλία την οποία και νίκησε.

Το Φεβρουάριο 1941 ο Άγγλος Υπουργός Εξωτερικών Ήντεν ήλθε στην Ελλάδα και ανέφερε στον Έλληνα Πρωθυπουργό, ότι η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία αρνήθηκαν να συμπράξουν με την Ελλάδα και να πολεμήσουν κατά της Γερμανίας. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός επανέλαβε προηγούμενη δέσμευσή της Ελλάδας, ότι θα πολεμήσει ακόμη και μόνη της και κατά της Γερμανίας, παρά το γεγονός, ότι ήδη πολεμούσε στην Αλβανία κατά της Ιταλίας. Τότε ο Ήντεν έλαβε τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ, που έλεγε να μην πιεσθεί η Ελλάδα να εμπλακεί σε άπελπι αγώνα και με τη Γερμανία.

Μετά την απάντηση αυτή της Ελλάδας έφθασαν από τις αρχές Μαρτίου 1941 στον Πειραιά πολύ περιορισμένης στρατιωτικής δυνατότητας Αγγλικά, Αυστραλέζικα και Νεοζηλανδικά τμήματα, που αργότερα πολέμησαν στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία και την Κρήτη κατά των Γερμανών.

Στα Σκόπια εισήλθαν οι Γερμανοί από Βουλγαρικό έδαφος όπου έγιναν δεκτοί ως ελευθερωτές. Τα Σκόπια ήταν πρωτεύουσα της περιφέρειας της νότιας Σερβίας, γνωστής ως Βαρδάρσκα. Η Γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας έγινε την 6η Απριλίου 1941.

Εάν η Ελλάδα, όπως έκαναν η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία, ηρνείτο να πολεμήσει κατά του Άξονα:
α) «Οι Γερμανοί θα είχαν καταλάβει πριν έλθει ο χειμώνας τη Μόσχα και την Πετρούπολη και άλλη θα ήτο η τύχη του πολέμου, όπως είπε ο Γερμανός Στρατάρχης Καϊτελ στην Δίκη της Νυρεμβέργης, και άλλοι θα ήταν σήμερα κατηγορούμενοι». Άμεση επιβεβαίωση, πλην των Απομνημονευμάτων Γερμανών Στρατηγών, αποτελεί και η δήλωση του Χίτλερ τόσο στη γνωστή κινηματογραφίστρια φίλη του Leni Riefenstahl, όσο και στην Πολιτική του Διαθήκη, ότι: «Η επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδος υπήρξε καταστροφική για την Γερμανία. Αν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δεν χρειάζονταν τη βοήθεια μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε προλάβει να κατακτήσουμε το Λένινγκραντ και τη Μόσχα, πριν μας πιάσει το ρωσικό ψύχος»

β) Δεν θα επικρατούσε ο Κομμουνισμός στη Γιουγκοσλαβία και δεν θα εδημιουργείτο θέμα Μακεδονίας
Ο Τίτο, κυρίαρχος στη Γιουγκοσλαβία ως Κομμουνιστής, αφού εξουδετέρωσε τον Εθνικιστή Μιχαήλοβιτς, την 2α Αυγούστου 1944, με σύμφωνη γνώμη του Στάλιν, ανήγγειλε από το Σερβικό έδαφος την ίδρυση «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», υλοποιώντας και τις από το 1921 αποφάσεις της Κομιντέρν και όλων των Βαλκανικών Κομμουνιστικών Κομμάτων.

Για να αναγνωρισθεί όμως η νέα εθνότητα, δηλαδή η «Μακεδονική Εθνότητα», έπρεπε να υπάρξει χωριστή κρατική υπόσταση, ιδιαίτερη γλώσσα, ανεξάρτητη εκκλησία και ιστορική παράδοση. Τα ανύπαρκτα αυτά συστατικά στοιχεία του ανυπάρκτου «Μακεδονικού Έθνους» οι πλαστογράφοι της Ιστορίας της Μακεδονίας τα κατασκεύασαν στα χαρτιά έκτοτε:

α) Το 1945 σχηματίστηκε Κυβέρνηση και Βουλή «Μακεδονική».
β) Το 1944 ονόμασε «Μακεδονική Γλώσσα» το προφορικό Βουλγαρικό ιδίωμα, που ομιλείτο στα Σκόπια και μόνο το 1945, μετά από επεξεργασία έγινε την 7.6.1945 η 6η επίσημη γλώσσα της Γιουγκοσλαβίας. Η πρώτη Γραμματική της «Μακεδονικής Γλώσσας» κυκλοφόρησε το 1952 και το πρώτο Φιλολογικό Λεξικό το 1961.
γ) Το αθεϊστικό Κομμουνιστικό Κόμμα του Τίτο, ίδρυσε το 1968 την «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Μακεδονίας», που δεν την αναγνωρίζει καμία Ορθόδοξη Εκκλησία.
δ) Με τον ψευδή ισχυρισμό, ότι οι Αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες, επινόησαν ότι ως Σλάβοι, ενώθηκαν τον 6ο αιώνα με τους μη Έλληνες Μακεδόνες και έγιναν αυτοί Μακεδόνες. Ως Μακεδόνες συγκέντρωσαν από όλα τα αρχεία του κόσμου, ότι ανεφέρετο στη Μακεδονία και οικειοποιήθηκαν όλα τα γεγονότα και πρόσωπα που ανά τους αιώνες έδρασαν στη Μακεδονία και το 1969 κυκλοφόρησαν την «Ιστορία του ψευδομακεδονικού Έθνους», που αποτελεί την μεγαλύτερη πολιτική και ιστορική απάτη στην παγκόσμια Ιστορία.

Εκατοντάδες επιστήμονες δούλεψαν δεκαετίες και κυκλοφόρησαν βιβλία και περιοδικά για να πείσουν τη λαϊκή μάζα, ότι υπάρχει «Μακεδονική Εθνότητα».

Το τεχνητό αυτό «Μακεδονικό Έθνος», το Μονοκομματικό Κομμουνιστικό Καθεστώς το επέβαλε στους νέους των Σκοπίων και φοβούμαι και σε πολλούς νέους των άλλων Κομμουνιστικών χωρών και με έναν, αδιανόητο, για δημοκρατικές χώρες προπαγανδιστικό μηχανισμό ενός μονοκομματικού Κομμουνιστικού, καθεστώτος, παραπλάνησε ανιστόριτους και αφελείς σε ολόκληρο τον κόσμο.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ ΟΥΤΕ ΥΠΗΡΞΕ ΟΥΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ

Οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες. Είχαν όλα, κατά τον Ηρόδοτο (Ι, 581), τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το αυτό Έθνος. Δηλαδή είχαν την αυτή γλώσσα με όλους τους άλλους Έλληνες, την Ελληνική. Τα αυτά ιερά και είχαν τους αυτούς Θεούς, η κατοικία των οποίων ήταν στο Μακεδονικό Όρος τον Όλυμπο. Οι 9 Μούσες ήταν επίσης από τα Πιέρια της Μακεδονίας. Οι Μακεδόνες όπως όλοι οι Έλληνες συμμετείχαν στις Αμφικτιονίες και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η ταυτότητα των Μακεδόνων ως Ελλήνων, που είναι ταυτότητα Ελλήνων, αποτελεί την ουσία του Σκοπιανού προβλήματος και όχι η απλή ονομασία του κράτους χωρίς να συνδέεται με την Ιστορία. Την ταυτότητα των Μακεδόνων ως Ελλήνων, επιβεβαιώνουν τα ιερά κείμενα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, κείμενα αρχαίων Ελλήνων, Εβραίων και Ρωμαίων συγγραφέων και χιλιάδες ελληνικών επιγραφών.

Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, με επιστολή του της 11.1.1993 προς τα Παγκόσμια Εβραϊκά Συνέδρια και Συμβούλια, αναφέρει: «Η Ιουδαϊκή θρησκεία και φιλολογία αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες του αρχαίου εθνολογικού χαρακτήρα των Μακεδόνων ως Ελλήνων».

«Οι αρχαίοι και νεώτεροι Μακεδόνες είναι Έλληνες και η γλώσσα των Μακεδόνων είναι η Ελληνική», διακήρυξαν με ομόφωνα ψηφίσματα τους τα Νομοθετικά Σώματα 14 Πολιτειών των Η.Π.Α.

Την ανωτέρω ιστορική αλήθεια επιβεβαίωσαν οι 15 ηγέτες της ΕΟΚ τον Ιούνιο 1992 στη Διάσκεψη Κορυφής στη Λισσαβώνα, όπου ομόφωνα α­ποφάσισαν να αναγνωρίσουν τα Σκόπια εφόσον δεν θα έχουν τη λέξη «Μα­κεδονία». Το θέμα είχε τεθεί από τον τότε Πρόεδρο της Ελλη­νικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος στην από 3.1.1992 επιστολή του, όπου τόνιζε ότι είναι Μακεδόνας και ετόνιζε ότι:
«Η αναγνώριση της αυτοαποκαλουμένης “Δημοκρατίας της Μακεδονίας” έχει θεμελιώδη σημασία για την Ελλάδα και το γνωρίζω καλύτερα από κάθε άλλον αφού είμαι ο ίδιος Μακεδών. Η Δημοκρατία αυτή ούτε εθνολογικά, ούτε ιστορικά έχει το δικαίωμα να ονομάζεται Μακεδονία».«Η εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού της χώρας αυτής αποτελείται από Αλβανούς, Τούρκους, Τσιγγάνους και Σλάβους, που καμία σχέση δεν έχουν με Μακεδόνες», και ότι: «Είναι αδιανόητο με την λήξη του Ψυχρού Πολέμου να δίδεται ιστορική νομιμοποίηση σε Τίτο και Μόσχα που ονόμασαν την Νότιο Γιουγκοσλαβία σε Μακεδονία προς έξοδο στο Αιγαίο αποσπώντας την Μακεδονία από την Ελλάδα».

Την εθνολογική σύνθεση των κατοίκων της ΠΓΔΜ ως Σλάβων (Βουλγάρων και Σέρβων) ομολόγησε και ο τ. Πρόεδρος της ΠΓΔΜ κ. Κίρο Γκλιγκόρωφ με την δήλωση του: «Δεν διεκδικούμε τον Αλέξανδρο, ημείς είμεθα Σλάβοι».
Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που αναφέρει στο βιβλίο του ο κ. Κίρο Γκλιγκόρωφ «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» (σελ. 259), ότι στην δεξίωση που έγινε στη Νέα Υόρκη την επομένη της αναγνωρίσεως ως ανεξαρτήτου Κράτους των Σκοπίων, μια ομάδα νέων από την Αυστραλία του είπαν: «Εσείς μιλήσατε, αλλά δεν είπατε το σημαντικότερο. Δεν είπατε ότι εμείς είμαστε απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ότι αρνηθήκαμε την καταγωγή μας, τους προγόνους μας». «Δυσκολεύτηκα να βρω απάντηση αμέσως (συνεχίζει ο Γκλιγκόρωφ στο βιβλίο του) και τελικά τους είπα:
«Ξέρετε, σέβομαι τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις σας. Είναι δικαίωμα σας. Αλλά σύμφωνα με την ιστοριογραφία στον Μακεδονικό λαό επικρατεί η γνώμη ότι είμαστε Σλάβοι. Έχουμε έλθει στα Βαλκάνια τον 6ο και 7ο αιώνα έχουμε εγκατασταθεί στα εδάφη που ονομάζονται Μακεδονία. Δεν γνωρίζω το κατά πόσο στις φλέβες μας συνεχίζει να ρέει κάποια σταγόνα αίματος των αρχαίων Μακεδόνων!». Αλλά ακόμα και έτσι, δεν είναι αυτό που δίνει την ταυτότητα του λαού μας. Δεν θέλω να σας πείσω για το αντίθετο, αφού είστε αυτής της γνώμης. Είναι δικαίωμα σας αλλά αυτό δεν πρέπει να αλλοιώνει την άποψη σας για το γεγονός πως η δημοκρατία της Μακεδονίας είναι ανεξάρτητο κράτος. Έμειναν ακόμη μου φάνηκε μισή ώρα στην αίθουσα και έφυγαν ανικανοποίητοι, όπως μου φάνηκε».

Πρώτος και άμεσα κατήγγειλε την δημιουργία από τον Τίτο της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» ο Stettinious, τότε Υπουργός Εξωτερικών της Κυβερνήσεως Ρούζβελτ που διείδε τον απώτερο στόχο των Κομμουνιστών, ο οποίος με την υπ’ αριθ. 868614/26.12.1944 Εγκύκλιό του προς τους Πρεσβευτές και τους Προξένους των ΗΠΑ έδωσε οδηγίες να πληροφορήσουν, ότι η Αμερικανική Κυβέρνηση θεωρεί δημαγωγία (δηλ. ως απάτη), την ύπαρξη «Μακεδονικού Έθνους», «Μακεδονικής συνείδησης». «Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εκπροσωπούν ούτε εθνική, ούτε πολιτική πραγματικότητα και στόχο έχουν την απόσπαση τμήματος της Ελλάδος (της …Μακεδονίας που κατοικείται από Έλληνες).

Ο Ζέλεφ όταν ως Πρόεδρος της Βουλγαρίας ρωτήθηκε την 20η Ιουνίου 1993 στη Σουηδία, από δημοσιογράφο της Σουηδικής Εφημερίδας Svenska Dugbladed, για «Μακεδονικό Έθνος», δήλωσε ότι: «Το Μακεδονικό Έθνος που δημιούργησε μετά τον Πόλεμο η Κομιντέρν είναι Έγκλημα του ΤΙΤΟΪΣΜΟΥ και του ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΥ».

Δυστυχώς ο Πρόεδρος των ΗΠΑ κ. Τζωρτζ Μπους (υιός) εγκατέλειψε την πάγια πολιτική των ΗΠΑ (Στεττίνιους και Δόγμα Τρούμαν) στο πρόβλημα που δημιούργησε ο Τίτο και η Μόσχα, μετονομάζοντας μεταπολεμικά τη νότιο Γιουγκοσλαβία σε «Μακεδονία».

Στο Μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης έγιναν πρόσφατα εγκαίνια Έκθεσης αρχαιολογικών θησαυρών της Μακεδονίας με τίτλο «Από τον Ηρακλή στον Μέγα Αλέξανδρο». Ο Ρόμπιν Λέιν Φοξ, ιστορικός και Καθηγητής της Οξφόρδης – ο ιστορικός σύμβουλος του Αμερικανού παραγωγού Olive Stone στην κινηματογραφική ταινία «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ»- μιλώντας στα εγκαίνια της έκθεσης δήλωσε «Ξαναγράφεται η ιστορία της αρχαίας ελληνικής τέχνης από ότι την ξέραμε μέχρι σήμερα». Ο ίδιος με τρεμάμενη φωνή από την συγκίνηση χαρακτήρισε την έκθεση την μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στην Βρετανία όσον αφορά την αρχαία Ελλάδα. Ο Ρόμπιν Λέιν Φοξ σε δήλωση του στην κρατική τηλεόραση υπογράμμισε και το πολιτικό μήνυμα της εκθέσεως «Αποδεικνύει ότι αυτοί που υποστηρίζουν ότι τα Σκόπια είναι Μακεδονία είναι τουλάχιστον ανιστόριτοι. (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Τρίτη 12 Απριλίου 2011). Είναι σαν να υποστηρίζει κάποιος ότι η Οξφόρδη είναι στη Λευκορωσία».

Μετά τα ανωτέρω, τα κράτη που αναγνώρισαν την ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» οφείλουν να ανακαλέσουν την απόφαση τους.

Πηγή: Γεώργιος Εχέδωρος – Μικρές Εκδόσεις

Categories: Ιστορία του Μακεδ. ζητήματος, Ιστορικά Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΒΑΣ

ΠαπανίκανδροςΟ Αναστάσιος Παπαϊωάννου γεννήθηκε το 1877 στο Βογιαλίκ της Ανατολικής Ρωμυλίας. Υπηρέτησε ως δάσκαλος στο χωριό του και στην Χάλκη της Δωδεκανήσου και τον Φεβρουάριο του 1900 εγγράφεται στη Νομική Σχολή Αθηνών όπου και μυείται στην οργάνωση Εθνική Άμυνα.

Ενώ βρίσκεται στις επί πτυχίω εξετάσεις του, εγκαταλείπει την Νομική για να λάβει μέρος στον Μακεδονικό αγώνα. Περνά από τις Καρυές και την Δοϊράνη, ως δάσκαλος και πράκτορας μαζί.

Το 1908, κατ’ απαίτησιν του επιτελάρχη του Μακεδονικού αγώνα στρατηγού Εξαδάκτυλου, αλλά και της Εθνικής Άμυνας, χειροτονείται ιερέας και στέλνεται ως Αρχιερατικός επίτροπος στην Καρατζόβα.
Έτσι ξεκινά η δράση του θρυλικού παπα Νίκανδρου, του ελευθερωτή της Καρατζόβας.

Εκεί, αναδιοργανώνει και συντονίζει τις τοπικές αντάρτικές ομάδες, που είχαν δεχτεί βαρύ ηθικό πλήγμα με τον θάνατο του Καπετάν Γαρέφη και φροντίζει για την ασφάλεια των πατριαρχικών χωριών της περιοχής, που δέχονταν ισχυρή πίεση από τους Κομιτατζήδες, αλλά και από τους Νεότουρκους τώρα πια.

Με την κήρυξη του Βαλκανικού πολέμου οι Τούρκοι προβαίνουν σε μέτρα τρομοκρατίας του χριστιανικού πληθυσμού, ενώ ξεκινά και ένας αγώνας μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ανταρτών για τον έλεγχο των χωριών. Έτσι, ο παπα Νίκανδρος ενδύεται για ακόμη μια φορά την στολή του μακεδονομάχου και ενισχύει τον οπλαρχηγό Αργύρη Κιτάνο, που φτάνει από την Έδεσσα με 70 άνδρες και στις 7 Οκτωβρίου καταφέρνουν, μετά από σκληρή μάχη με τους κομιτατζήδες, να ελέγξουν την Αριδαία.

Στο μεταξύ οι Τούρκοι έχουν συλλάβει τις κεφαλές του χριστιανικού στοιχείου, οι οποίοι ρίχνονται στις φυλακές και βασανίζονται ανηλεώς. Στην ύπαιθρο, οι Χριστιανοί απειλούνται με σφαγή από το εξοπλισμένο και εξαγριωμένο μουσουλμανικό πλήθος. Τότε ο παπα Νίκανδρος διαδίδει, αρκετά πειστικά όπως αποδείχτηκε, πως 400 Έλληνες αντάρτες έχουν διεισδύσει στην Καρατζόβα, με αποτέλεσμα να τρομοκρατηθούν οι Τούρκοι και να ησυχάσουν. Ο ίδιος ανεβαίνει στο Μπάχοβο, εστία του Μακεδονικού αγώνα, και οργανώνει ένα σώμα είκοσι επίλεκτων ανταρτών{14 Μπαχοβίτες και 6 Γαρεφιώτες), όλοι τους πνευματικά του τέκνα, φυγόστρατοι και της απολύτου εμπιστοσύνης του.

Με σωματοφύλακα τον Λιάλιο Τραϊανό από το Γαρέφι, φτάνει στις 21 του μήνα στην Έδεσσα, που έχει ήδη ελευθερωθεί, και ζητά ένα μικρό στρατιωτικό τμήμα, το οποίο θα παραλάβει την Καρατζόβα από τους Τούρκους. Του το αρνούνται με εκνευριστική συνέπεια, παρά τα αλλεπάλληλα διαβήματά του, ενώ επιτρέπουν στου Βουλγάρους, τους οποίους και τροφοδοτούν, να απελευθερώνουν χωριά στο όνομα του Βασιλέα της Ελλάδος! Τελικά, με τη μεσολάβηση του Δεσπότη, εξασφαλίζει 100 όπλα τύπου μαρτίνι και 20 τουρκικές στρατιωτικές στολές. Στις 27 Οκτωβρίου φεύγει από την Έδεσσα και το ίδιο βράδυ φτάνει στο Μπάχοβο.

Δυο μέρες μετά, επικεφαλής των 20 μαχητών του, ντυμένοι όλοι με στρατιωτικές στολές και οπλισμένοι, εισέρχεται στην Αριδαία και την παραλαμβάνει από τις τουρκικές αρχές εν ονόματι του Βασιλέως της Ελλάδος, υψώνοντας την ελληνική σημαία στο Διοικητήριο.
Ήταν μια μέρα σαν κι αυτήν, 29 Οκτωβρίου 1912. Είκοσι Έλληνες, όλοι τους γηγενείς Μακεδόνες, με επικεφαλής έναν νέο Παπαφλέσσα, παρά και ενάντια στην ανόητη τακτική του στρατού, απελευθέρωσαν την πατρίδα τους.

Μια εβδομάδα μετά, χάρη στις επίμονες και συνεχείς παραινέσεις του παπα Νίκανδρου, με τη μεσολάβηση και του λοχαγού Εξαδάκτυλου, ελήφθη η απόφαση, κι ένα τάγμα υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Σταματόπουλο, φθάνει στην Αριδαία την 4η Νοεμβρίου 1912, ημέρα κατά την οποία εορτάζεται η απελευθέρωση της πόλης.

Η παράδοση διέσωσε τα ονόματα των δεκατριών, από τους είκοσι, ηρωικών Μακεδόνων:
Βέσκος Τσώτσος, οπλαρχηγός, Αμπάρης Ιωάννης, Λιάλιος Τραϊανός του Δημητρίου, Μιλτιάδης Πέτρος του Κων/νου, Τζάκος Δημήτριος του Χρήστου, Μπίνος Αναστάσιος του Ευσταθίου, Αναστασιάδης Γεώργιος, Αναστασιάδης Χρήστος, Νικολάου Χρήστος, Ίτσκος Τραϊανός, Παλιούρης Μιχαήλ, Κουβάτσης Ευστάθιος και Σιώπης Γεώργιος.

Πηγή: Τάσος Καρατζόγλου, Η Αλμωπία στο διάβα των αιώνων, Αριδαία 2009

 

Πηγή: H Φωνή των γηγενών Μακεδόνων – entopios.gr