Archive

Posts Tagged ‘Αφοί’

Ο ΥΠΟΝΟΜΕΥΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ… ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΚΕ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ

Εξώφυλλο εφημερίδας "Μακεδονία"

Tο 1912, οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης, συγκέντρωσαν και παρέδωσαν στην Τουρκία το μυθικό ποσό των 650.000.000 χρυσών λιρών ενώ μέλη της εβραϊκής κοινότητας, συγκρότησαν εθελοντικό σώμα και πολέμησαν κατά του Ελληνικού στρατού

Ο Ελληνισμός τα τελευταία χρόνια καλείται να αντιμετωπίσει ένα μέτωπο εσωτερικών και εξωτερικών απειλών, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με την επιβίωσή του ως έθνους, άπτονται της Εθνικής του Κυριαρχίας αλλά και της διαφυλάξεως της Εθνικής του υποστάσεως. Μία από τις βασικότερες εξωτερικές επιβουλές, η δυσμενής έκβαση της οποίας συνεπάγεται την πρόκληση μίας νέας Εθνικής τραγωδίας, αναίμακτης αυτή τη φορά αλλά εξ ίσου οδυνηρής με τις προγενέστερες αιματηρές, είναι αυτή η οποία σχετίζεται με το λεγόμενο Μακεδονικό ζήτημα. Θραύση, στην κυριολεξία, κάνει και η ανθελληνική προπαγάνδα, η οποία διεξάγεται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, αναφορικά με το μείζονος σημασίας αυτό Εθνικό θέμα. Πρωτοπόροι, στην ανθελληνική αυτή εκστρατεία, τίθενται και πάλι οι εβραίοι, οι οποίοι καταβάλλουν τιτάνιες ομολογουμένως προσπάθειες, προκειμένου να «αποδείξουν» την… σλαβική καταγωγή των Μακεδόνων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επ’ αυτού, είναι η περίπτωση της μεταπτυχιακής ερευνήτριας του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, Αναστ. Καρακασίδου, η οποία υπό την προτροπή και συνεπικουρία του εβραίου ανθρωπολόγου Χέρτσφελντ, πανεπιστημιακού καθηγητή του Χάρβαντ, παρουσίασε μία ιστορική ανθρωπολογική εργασία, δια της οποίας αμφισβητεί την Ελληνική προέλευση των Μακεδόνων. Πρέπει να τονισθεί, ότι σύμφωνα με υφιστάμενες, απόλυτα εξακριβωμένες πληροφορίες, το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, δέχεται επί πολλών ετών τις γενναιόδωρες οικονομικές χορηγίες, του ουγγροεβραίου βαθύπλουτου επιχειρηματία Τζωρτζ Σόρος, ο οποίος ως γνωστόν στηρίζει την οικονομία των Σκοπίων. Οι σιωνιστές, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να παραχαράξουν και να διαστρεβλώσουν, με τους συνεργούς τους, την ιστορία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι και η «Ευρωπαϊκή Ιστορία» του επίσης εβραίου Ντυροζέλ, η οποία κυκλοφόρησε ευρύτατα προ ολίγων ετών, παρέλειψε τυχαία (!) κάθε αναφορά στην Ελλάδα. Αποκαλύπτεται λοιπόν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο βιασμού της ιστορικής πραγματικότητας και της αλήθειας.

«Η ιστορία των Εβραίων της Μακεδονίας»
Το 1993, το κρατικό έκτρωμα των Σκοπίων, εξέδωσε το βιβλίο του Αλεξάντερ Μπατκόβσκι «Η ιστορία των Εβραίων της Μακεδονίας», στο οποίο αναφέρεται, η σύμπνοια που διέκρινε τους εβραίους και τους σκοπιανούς. Ανάμεσα στα άλλα θέματα που θίγει ο συγγραφέας, κάνει λόγο για τη συμβολή των εβραίων στην επανάσταση του «’Ιλλιντεν», η οποία είχε ως αποτέλεσμα την θανάτωση χιλιάδων Ελλήνων, με στόχο την ανεξαρτητοποίηση της Μακεδονίας, κάνοντας μνεία στον ηγετικό ρόλο, των εβραίων αδελφών Καμχή, σε αυτή την εξέγερση.
Σε συνέδριο το οποίο διεξήχθη εξ’ άλλου στη Θεσσαλονίκη (Νοέμβριος 1992), με θέμα τις Εβραϊκές Κοινότητες της Νοτιανατολικής Ευρώπης κατά τους τελευταίους πέντε αιώνες, η εβραία «ιστορικός» Ρένα Μόλχο, η οποία μάλιστα τυγχάνει και πρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης του… Ελληνικού Εβραϊσμού, προέβη σε ψευδείς ισχυρισμούς της μορφής, ότι η πλειοψηφία των κατοίκων της Θεσσαλονίκης ήταν εβραίοι, κατά το 1912. Εδώ αξίζει να σημειωθεί, ότι παραδέχθηκε την αντίδραση των εβραίων της περιοχής, στην ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στον Εθνικό Ελληνικό κορμό. Στο σημείο ακριβώς αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εβραίοι, δια του περιοδικού τους «Χρονικά» (τεύχος Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1992), έχουν προβάλλει την «άποψη» του τουρκοεβραίου περιηγητή Ελβιγιά Τσελεμπή ότι «…ο πρώτος κτίσας την πόλιν ταύτην (την Θεσσαλονίκης), ήταν ο Σολομών!».

Στο συνέδριο, είχε τοποθετηθεί ο ιστορικός κ. Σκορδύλης, ο οποίος ανέφερε τις παρασκηνιακές προσπάθειες τις οποίες κατέβαλλαν οι εβραίοι για τη διεθνοποίηση της Μακεδονίας υπό ιουδαϊκή διοίκηση, ενώ επίσης τόνισε τη συγκρότηση μικτής τουρκο-βλαχο-εβραϊκής επιτροπής, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, έργο της οποίας υπήρξε η προώθηση της αυτονόμησης της Μακεδονίας. Οι άξιοι διάδοχοι σε μισελληνισμό του δημίου Χ. Κίσσιγκερ, ανάβουν στην κυριολεξία φωτιές, υποδαυλίζοντας με τη μέθοδο της τεχνητής οξύνσεως, μέσω του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ανύπαρκτα ζητήματα, π.χ. αυτά τα περί μειονοτήτων Αρβανιτών και Βλάχων, εμμένοντας ταυτόχρονα στη θέση περί υπάρξεως σλαυομακεδόνων. Ακόμη τα Σκόπια έχουν αναθέσει την προβολή των θέσεών τους σε παγκόσμιο επίπεδο, στην μεγαλύτερη αμερικανοεβραϊκή εταιρεία δημόσίων σχέσεων, την «Hill and Κnowlton», στην οποία έχει καταφύγει, καθόλου συμπτωματικά, και η Τουρκία…

Η ανάμειξη των εβραίων ιδρυτών του ΚΚΕ Μπεναρόγια και Βεντούρα
Η αδιαμφισβήτητη ανάμειξη των εβραίων ιδρυτών του ΚΚΕ Αβραάμ Μπεναρόγια και Κουν Βεντούρα, οι οποίοι μάλιστα ως βουλευτές του ιδίου κόμματος, έθεσαν θέμα ανεξαρτητοποιήσεως της Μακεδονίας το 1927 μέσα στην Ελληνική Βουλή, στην τρισάθλια απόπειρα διασπάσεως της Μακεδονικής γης από τον Ελλαδικό κορμό, φωτίζει αρκετά το παρασκήνιο. Η εβραϊκή καταγωγή του Υπουργού Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Καρντέλι, ο οποίος διετέλεσε ΥΠ.ΕΞ. επί των ημερών διακυβερνήσεως της χώρας από τον εβραιοκροάτη Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, δεν είναι γεγονός τυχαίο. Αμφότεροι υπήρξαν εμπνευστές και θεμελιωτές του ομοσπόνδου κρατιδίου της «Μακεδονίας».

Ανέκαθεν οι σιωνιστές στόχευαν στην απόσπαση της Μακεδονίας. Οι ραδιουργίες τους, σε όλα τα επίπεδα, το αποδεικνύουν. Από τα χρόνια ήδη της τουρκοκρατίας, ο εβραϊκής καταγωγής Ταάλ Μπέης, είχε επιδοθεί στην σφαγή του Μακεδονικού Ελληνισμού. Ακόμη και η ίδρυση του Μακεδονικού Κομιτάτου των Βουλγάρων, τρομοκρατική – δολοφονική οργάνωση που τόσο βασάνισε τον Μακεδονικό Ελληνισμό κατά τα έτη 1900-1908, ήταν έμπνευση, που υλοποιήθηκε από τους βουλγαρίζοντες κρυπτοεβραίους Γιόζεφ και Γιάγκοφ. Μεταγενέστερα, το 1905, η επανάσταση του «’Ιλλιντεν», όπως προαναφέρθηκε, στηρίχθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος στην ενεργό συμμετοχή των εβραίων, υπό την ηγεσία των αδελφών Καμχή.

Την ίδια μισελληνική στάση, επέδειξαν οι σιωνιστές κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ειδικότερα το 1912, οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι έλεγχαν τη στοά «Αλιάνς», συγκέντρωσαν, υπό μορφή εράνου και παρέδωσαν στην Τουρκία το μυθικό ποσό των 650.000.000 χρυσών λιρών (Δημοσίευμα Εφημερίδας «Εστία», 9 Οκτωβρίου 1912), ενώ μέλη της εβραϊκής κοινότητας, συγκρότησαν εθελοντικό σώμα και πολέμησαν κατά του Ελληνικού στρατού, στο πλευρό των Τούρκων.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει ν’ αναφερθεί ότι ουδέποτε, κατά την αρχαιότητα, η Θεσσαλονίκη διέθετε ισχυρή εβραϊκή κοινότητα. Από της ιδρύσεως μάλιστα της πόλεως (4ος αιών π.Χ.) μέχρι σήμερα, ο πληθυσμός της συμπεριελάμβανε ελάχιστο αριθμό εβραίων, τόσο μηδαμινό στον αριθμό, ώστε οι ιστορικοί δεν ασχολήθηκαν καν με την καταγραφή του. Όταν ο Σαούλ ή Παύλος επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη τον 1ο αιώνα μ.Χ. η εβραϊκή παροικία ήταν αρκετά ισχνή.

Ο κατακλυσμός της Θεσσαλονίκης από εβραίους, άρχισε να πραγματοποιείται κατά τον 16ο αιώνα, όταν οι εβραίοι εγκαταλείπουν ομαδικώς την Ισπανία, συνεπεία των διώξεων που υπέστησαν από την Ιερά Εξέταση. Σημαντικό ρεύμα εβραίων προς την Θεσσαλονίκη, παρατηρείται επίσης προς το 1720-1730, προερχόμενο από την Ιταλία. Το ρεύμα αυτό δεν προέρχεται από διωγμούς, αλλά εκδηλώνεται όταν οι εβραίοι διαπιστώνουν ότι λόγω της οθωμανικής κατοχής, μπορούν να εξαπλώσουν ασυδότως τις εκμεταλλευτικές τους δραστηριότητες σε ελληνικό έδαφος, όπως και το πράττουν, όσο καλύτερα μπορούν.

Χαρακτηριστικό είναι και το παρακάτω από τις ίδιες τις εβραϊκές μαρτυρίες (περιοδικό «Χρονικά», τεύχος Μαίου-Ιουνίου 1994, σελ. 24): «Στα 1821, κατά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης, πολλοί χριστιανοί της Θεσσαλονίκης συνελήφθησαν. Για την απελευθέρωσή τους, οι Τούρκοι αξιωματούχοι εισέπραξαν ως λύτρα 440.000 γρόσια. Για να συγκεντρώσουν αυτό το ποσόν οι χριστιανοί, δανείσθηκαν από Εβραίους τραπεζίτες προς 30-50% επιτόκιο, με ενέχυρο τιμαλφή και σκεύη των ναών, λαμβάνοντας μετρητά το ένα δεύτερο ή ένα τρίτο της αξίας. Δυστυχώς δεν ξέρουμε από ποιους τραπεζίτες».

Οι σιωνιστές είχαν υποτάξει οικονομικά την Θεσσαλονίκη
Οι σιωνιστές με πρωτοπόρους τους αδελφούς Μοδιάνο, είχαν υποτάξει οικονομικά κατά τέτοιο τρόπο την πόλη, ώστε να έχει περιέλθει στην κατοχή τους, ένα μεγάλο τμήμα της Θεσσαλονίκης. Όπως μας πληροφορεί το περιοδικό «Χρονικά», «…Οι αδελφοί Μοδιάνο κατείχαν πολύ σημαντική κτηματική περιουσία με τα μέτρα της Θεσσαλονίκης της εποχής, το ύψος της οποίας με τραπεζικούς υπολογισμούς, έφτανε τις 700.000 λίρες και περιελάμβανε πολλά αστικά ακίνητα και υπεραστικά γήπεδα. Πιο κοντά στην πραγματικότητα από τους αριθμούς ήταν η λαϊκή έκφραση ότι «η μισή Θεσσαλονίκη ήταν δική τους», έκφραση που διασώθηκε ως τις μέρες μας.
Οι εβραίοι τραπεζίτες εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο την δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει το Ελληνικό στοιχείο κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, θησαυρίζοντας στην κυριολεξία. Οι ίδιοι οι εβραίοι, στα «Χρονικά», ομολογούν: «Από τον 18ο αιώνα, καθώς ο χρηματικός φόρος γενικεύθηκε στην οθωμανική αυτοκρατορία, ολοένα και περισσότερα χωριά άρχισαν να δανείζονται από πλούσιους εβραίους ή τούρκους με πολύ υψηλό επιτόκιο, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σταδιακά σε τσιφλίκια, στο βαθμό που οι κάτοικοι των χωριών αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στους βαρείς φόρους και τους αυξανόμενους τόκους. Πολλά χωριά από τη Θεσσαλονίκη είχαν αυτή την τύχη», («Χρονικά», Μάιος – Ιούνιος 1994).

Πηγή: Greek-observatory

Γιαννάκης και Μίλτος Μανάκης: οι πρωτοπόροι Έλληνες κινηματογραφιστές των Βαλκανίων

Σχόλιο MacedonianAncestry: Ίσως να θέλετε να διαβάσετε πρώτα το άρθρο “Έλληνες φωτογράφοι στο Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα της ΠΓΔΜ)” και μετά το άρθρο παρακάτωΑδελφοί Μανάκη (ή Μανάκια)

Οι αδελφοί Μανάκη (ή Μανάκια) υπήρξαν πρωτοπόροι φωτογράφοι και κινηματογραφιστές στο χώρο των Βαλκανίων. Έλληνες στην καταγωγή, κατάγονται από την Αβδέλα Γρεβενών, ένα κεφαλοχώρι-βλαχοχώρι της Πίνδου, για την εθνικότητα τους όμως ερίζουν ως σήμερα οι Σέρβοι, οι Σκοπιανοί, οι Τούρκοι και οι Ρουμάνοι. Έδρασαν στα Βαλκάνια όπως οι αδελφοί Λυμιέρ στο Παρίσι και ο Έντισον στην Αμερική την ίδια περίπου περίοδο: ασχολήθηκαν και προώθησαν τη νέα Τέχνη του Κινηματογράφου ανοίγοντας το δρόμο στους μεγάλους δημιουργούς των επόμενων δεκαετιών και αφήνοντας πίσω τους μοναδικά ιστορικά φωτογραφικά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα των αρχών του 20ου αιώνα στα Βαλκάνια.

Η ζωή τους και το πρώιμο έργο τους
Οι αδελφοί Μανάκη, ο Γιαννάκης και ο Μίλτος, γεννήθηκαν στην Αβδέλα Γρεβενών στις 18.05.1878 και 09.09.1882 αντίστοιχα. Ο Γιαννάκης από μικρός ενδιαφερόταν για τη ζωγραφική και φοίτησε στο γυμνάσιο του Μοναστηρίου για να πάρει δίπλωμα δασκάλου αλλά και ζωγράφου με ιδιαίτερες ικανότητες στην «ιχνογραφία» και «καλλιγραφία». Ο Μίλτος, τέσσερα χρόνια πιο μικρός απ’ τον Γιαννάκη, σε αντίθεση με τον αδελφό του, είχε ενδιαφέρον κυρίως για τη φύση και τη φυσική ζωή και πολλά χρόνια πέρασε στην Αβδέλα. Κατόρθωσε να γίνει καλός φωτογράφος και στη συνέχεια κινηματογραφιστής με βοηθό τον αδελφό του Γιαννάκη. Αρχικώς δραστηριοποιήθηκαν στα Ιωάννινα ανοίγοντας φωτογραφείο, αλλά μετά από διώξεις που υπέστησαν από τις Οθωμανικές Αρχές μετέφεραν το ατελιέ τους στο Μοναστήρι.

Την πρώτη μεγάλη πόλη που επισκέφθηκαν ήταν η Κωνσταντινούπολη, το καλοκαίρι του 1905. Την ίδια χρονιά πήγαν στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι. Εκεί τους δόθηκε η ευκαιρία να παρευρεθούν στο γύρισμα μιας ταινίας και, με αυτό τον τρόπο, να μαγευτούν από τον κινηματογράφο. Οι Ὑφάντρες"Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μίλτος θα διηγηθεί: «Στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας καταλάβαμε ότι στην Αγγλία και στη Γαλλία πουλάνε μηχανές για γύρισμα «ζωντανών φωτογραφιών». Αυτή η είδηση για εμάς, εκείνη την εποχή, ήταν απίστευτη και μας προκάλεσε σοκ, παρόλο που δε μας άφηνε περιθώρια για υποψίες, αφού μάλιστα είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την προβολή μιας ταινίας μικρού μήκους. Οι άνθρωποι σε αυτές τις ταινίες θύμιζαν ένα είδος μαριονέτων, επειδή οι κινήσεις τους ήταν διακεκομμένες. Και θύμιζαν, θα έλεγα, εκείνες τις σκηνές, που τα χέρια και τα πόδια (των μαριονέτων) τα τραβούσαν με το σκοινί! Αυτό, όμως, δε στάθηκε εμπόδιο ώστε να μας απορροφήσει η ταινία, να μας γεμίσει αισθήματα και να μας καταμαγέψει. Ο Γιαννάκης δεν μπορούσε πλέον να αποβάλλει με τίποτε την επιθυμία που τον είχε καταλάβει… Δεν ήθελε να γυρίσει στην Μπίτολια χωρίς αυτή την κινηματογραφική μηχανή. Ακόμα και στον ύπνο του παραμιλούσε για αυτήν. Και μέχρι που να γυρίσω εγώ στο σπίτι εκείνος ξεκίνησε για το Λονδίνο, απ’όπου έφερε την κινηματογραφική μηχανή Bioscop.».

Η πρωτοπριακή κινηματογράφηση της καθημερινής ζωής και Ιστορικών γεγονότων στα Βαλκάνια
Οι Μανάκηδες γύρισαν το 1905, στο χωριό τους, την πρώτη κινηματογραφική ταινία στα Βαλκάνια τις περίφημες “υφάντρες”. Πρωταγωνίστρια της πρώτης και σύντομης σε διάρκεια ταινίας τους ήταν η γιαγιά τους κυρά-Λουκία Μανάκη, ετών 117, που έγνεθε μαλλί και ύφαινε στον αργαλειό. Το δεύτερο σε σειρά ντοκυμαντερ τους “το υπαίθριο σχολείο στην Πίνδο” ξεκινάει με ένα είδος λιτανείας όπου σε μια πλαγιά βαδίζουν κληρικοί και λαικοί μαζί με παιδιά που μεταφέρουν μια θρησκευτική εικόνα. Στα επόμενα πλάνα αποθανατίζεται το υπαίθριο Ελληνικό σχολείο της Αβδέλλας εν ώρα μαθήματος. Το υλικό αυτό αποτελεί μοναδικό τεκμήριο για την Ελληνορθόδοξη εκπαίδευση στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και συμπληρώνει το πλούσιο σχετικό φωτογραφικό υλικό. Δύο άλλα κλασικά ντοκιμαντέρ των αδερφών Μανάκη με πλούσιο υλικό από την οικονομική και κοινωνική ζωή στην Μακεδονία τα χρόνια της Οθωμανοκρατίας είναι ο “βλάχικος γάμος” και η “εμποροπανήγυρις”.

Με την κάμερά τους τύπου «Bioscop 300», αγορασμένη από το Λονδίνο το 1905 από το Γιάννη Μανάκη, αποθανάτισαν πολλά από τα πλέον συγκλονιστικά γεγονότα (περίπου 40) του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου στα Βαλκάνια μεταξύ των οποίων το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 και τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913. Ξέρουμε ότι το 1908 φωτογράφησαν και κινηματογράφησαν στρατιωτικές ασκήσεις των Νεότουρκων, υπό την καθοδήγηση του Νιάζι Μπέη. Το 1909 κινηματογράφησαν την επίσκεψη προσωπικοτήτων από τη Ρουμανία που επισκέφθηκαν το Γκόπεσι, το Ρέσεν, την Αχρίδα και το Σμίρντες. Το 1911 όμως έκαναν το πιο ολοκληρωμένο ρεπορτάζ για την επίσκεψη του Σουλτάνου Μεχμέτ Ε΄ Ρεσιάντ, την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, το ταξίδι του και την παραμονή του στην Μπίτολια.

Ο σουλτάνος Μεχμέτ στην θεσσαλονίκη

Ήταν εύκολο να φωτογραφίζουν και να κινηματογραφούν ακόμη και στις περιοχές όπου υπήρχαν αντάρτες (Νεότουρκοι) επειδή είχαν πολύ καλές σχέσεις με την αυλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, ανάλογα χαρτιά και φιρμάνια. Λέγεται μάλιστα ότι αυτοί κινηματογράφησαν και την Απελευθέρωση της πόλης στις 26 Οκτωβρίου 1912 αν και υπάρχουν γι’ αυτό επιφυλάξεις. Το διάστημα 1916-1919 ο Γιαννάκης Μανάκιας ήταν εξόριστος στη Φιλιππούπολη, γιατί μέσα στο φωτογραφείο τους είχαν βρεθεί όπλα και πυρομαχικά και γι’ αυτό είχε κατηγορηθεί ως κατάσκοπος από τους Βούλγαρους. Στο βουλγαρικό Πλόβντιφ λειτούργησε εκείνο το χρονικό διάστημα φωτογραφείο των Μανάκια. Ο Γιαννάκης φωτογράφησε μάλιστα τότε εκεί και το βασιλιά Φερδινάρδο.

Ο κινηματογράφος “Μανάκια” και το τελευταίο στάδιο της ζωής των αδερφών Μανάκη
Μετά την λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι αδελφοί Μανάκη επαναδραστηριοποιήθηκαν στο Μοναστήρι αποφασίζοντας να δημιουργήσουν την δική τους κινηματογραφική αίθουσα. Στις 7 Ιουλίου 1921 πήραν την άδεια και νοίκιασαν μια γεννήτρια από το Βλάχο Χρήστο Κίργιο ή Κυρατζή, ο οποίος είχε τυπογραφείο, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τον κινηματογράφο τους. Υπέγραψαν τη συμφωνία στις 9 Αυγούστου 1921 και δανείστηκαν μια μηχανή προβολής από τον Κώστα Τσιόμο, Βλάχος και αυτός, που ήταν ένας από τους κυριότερους διανομείς ταινιών στη Μακεδονία. Ένα χρόνο αργότερα, το 1922, το φθινόπωρο, απέκτησαν τη δική τους αίθουσα που την έκτισαν σε ένα οικόπεδο που το αγόρασαν από το Θεσσαλονικιό Λουκά Βρέττα. Αγόρασαν δικά τους μηχανήματα, συνεταιρίστηκαν με άλλους συμπατριώτες τους, όμως επειδή οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, το 1927 αποχώρησαν από την επιχείρηση οι άλλοι και έμεινε μόνο σε αυτούς ο κινηματογράφος «Μανάκια». Με αυτό τον τρόπο θεμελίωσαν την επιχείρησή τους. Δυστυχώς η αίθουσά τους καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά, το 1939.

Μετά την καταστροφή της κινηματογραφικής τους αίθουσας τα δύο αδέρφια χώρισαν. Ο Γιαννάκης επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε στη Ρουμάνικη Εμπορική Σχολή και εργαζόταν ως φωτογράφος στην παραλία. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε γλυκιά φυσιογνωμία, έξυπνος αλλά μοναχικός, με καλλιτεχνικές αγωνίες και θρήσκος. Ο Γιάννης Μανάκιας πέθανε σε ηλικία 76 ετών στη Θεσ/νίκη στις 19/5/1954, συντετριμμένος μετά και από το θάνατο του γιου του Δημήτριου σε ηλικία 22 ετών. Στο τέλος της ζωής του ήταν έρημος και πάμπτωχος.

Ο Μίλτος Μανάκιας έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μετά το τέλος του Β΄παγκοσμίου πολέμου στην Γιουγκοσλαβία, εργαζόμενος ως φωτογράφος και κινηματογραφιστής. Ευτύχησε μάλιστα να δει το πρόσωπό του σε γραμματόσημο που εκδόθηκε προς τιμήν του. Για τους Γιουγκοσλάβους υπήρξε εθνικός κινηματογραφιστής και παρασημοφορήθηκε από τον ίδιο τον στρατάρχη Τίτο τον οποίο άλλωστε είχε φωτογραφήσει. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξινομώντας τις χιλιάδες φωτογραφιών και τις δεκάδες ταινιών που δημιούργησαν τα δύο αδέλφια. Ο Μίλτος ως το τέλος της ζωής του λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Πέθανε στα Μοναστήρι στις 5/3/1964 σε ηλικία 82 ετών, όπου και θάφτηκε με τιμές που του απέδωσε το γιουγκοσλαβικό καθεστώς του Τίτο.

Αποτίμηση του έργου τους
Κατά την διάρκεια των δημιουργικών τους χρόνων οι αδελφοί Μανάκια έφτιαξαν ένα αρχείο με περισσότερες από 12.000 φωτογραφίες και 67 ταινίες μικρής διάρκειας συνολικού μήκους 1.500 μέτρων. Το αρχείο αυτό πουλήθηκε σε δύο δόσεις – και μετά από πολλές περιπέτειες – στο «Αρχείο της Μακεδονίας», ένα ίδρυμα της Δημοκρατίας των Σκοπίων, και στη συνέχεια πέρασαν στην ιδιοκτησία του Ιστορικού Αρχείου της Μπιτόλια. Οι ανεκτίμητες αυτές καταγραφές μιας εποχής και κάποιων συνθηκών που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί είχαν μείνει εν πολλοίς άγνωστες στην Ελλάδα μέχρι σχετικά πρόσφατα.

Το άγαλμα του Μίλτου Μανάκη στο Μοναστήρι

Αναμφίβολα το έργο των αδερφών Μανάκη είναι πρωτότυπο, πληθωρικό και έχει μεγάλη εθνολογική, ιστορική και καλλιτεχνική αξία. Η λήψη της πρώτης κινηματογραφικής ταινίας έγινε το 1906, από το Γάλλο οπερατέρ Λεόν, ο οποίος ανήκε στην εταιρεία Γκωμόν Αιγύπτου. Είχε έρθει στην Ελλάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και κινηματογράφησε το Στάδιο. Πρωτοπόροι όμως στο Βαλκανικό χώρο αναμφισβήτητα ήταν οι αδελφοί Μανάκια, αφού χωρίς να διακόψουν, παρά από ανωτέρα βία, κινηματογραφούσαν αυτά που λάμβαναν χώρα, κάνοντας ταινίες που σήμερα θα τις ονομάζαμε ντοκιμαντέρ. Πρώτα φωτογράφοι, κατόπιν κινηματογραφιστές δεν έπαψαν να υπηρετούν την τέχνη, κινηματογραφική ή φωτογραφική, με μεγάλη αφοσίωση, απόρροια του έρωτα τους για την τέχνη και πιο ειδικά για τη φωτογραφία και της θέλησής τους να ενημερώνονται και να χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες, με απώτερο σκοπό να εξυπηρετούν τα καλλιτεχνικά τους ενδιαφέροντα.

Ι. Β. Δ.

Πηγές
– Φώτος Λαμπρινός, Ισχύς μου η αγάπη του φακού (τα κινηματογραφικά επίκαιρα ως τεκμήρια Ιστορίας), εκδόσεις Καστανιώτη
http://www.cinemainfo.gr/kritikos/greekcinema/manakiabrothers.html
http://eu1.1host.gr/~aspromav/wordpress/
http://www.youtube.com/watch?v=6Auh4ArnqFw
http://www.youtube.com/watch?v=1jnoC3MQqVY&feature=related
http://www.youtube.com/watch?v=NqTBhMS-fTc&feature=related

Πηγή: Ιστορικά Θέματα

Έλληνες φωτογράφοι στο Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα της ΠΓΔΜ)

Του Άλκη Ξ. Ξανθάκη
Ιστορικού Φωτογραφίας
Διευθυντού Σχολής Φωτογραφίας ΑΚΤΟ

 
Ηλικιωμένο ανδρόγυνο Ελλήνων Μοναστηριωτών σε αναμνηστική φωτογραφία (imperia) τραβηγμένη στο στούντιο του Γεωργίου Λιόντα στο Μοναστήρι.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα το Μοναστήρι είχε μεγάλη οικονομική άνθηση, αποτέλεσμα εμπορικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας που δημιουργήθηκε στην περιοχή. Η παρουσία του ελληνικού στοιχείου ήταν έντονη με μεγάλη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο γιατί εγκαταστάθηκαν εκεί Έλληνες φωτογράφοι που εργάστηκαν από τα τέλη του 19ου και τις πρώτες δυο δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Πριν αναφερθούν όμως οι επαγγελματίες φωτογράφοι της πόλης, εκείνη την περίοδο, αξίζει μνείας ένας ερασιτέχνης φωτογράφος της. Πρόκειται για τον δικηγόρο Μιχαήλ Παπάζογλου, ο οποίος πρότεινε, σε εκτενές άρθρο του μια σειρά βελτιώσεων της ”αυτόματης εμφάνισης πλακών σε δοχεία”. Οι προτάσεις του αυτές δημοσιεύτηκαν στο γαλλικό περιοδικό ”Photo Revue”, στις 15 Ιουλίου του 1896, με ιδιαίτερα κολακευτικά σχόλια. Δυστυχώς δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες για τον δυναμικό αυτό ερασιτέχνη φωτογράφο. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να γινόταν εκτίμηση για το ποιός ήταν ο πρώτος Έλληνας φωτογράφος που εργάστηκε στο Μοναστήρι.

Την εποχή του Παπάζογλου όμως εργάστηκαν δυο από τους αδελφούς Λιόντα. Λίγο αργότερα θα εγκατασταθούν εκεί και οι αδελφοί Μανάκη.

Η οικογένεια Λιόντα
Το περίτεχνο, όπως φαντάζει σήμερα, φωτογραφικό σήμα του Γεωργίου Λιόντα σε δυο γλώσσες.

Ο πιο γνωστός είναι ο Γεώργιος Λιόντας. Σύμφωνα δε με ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, συνεργάστηκε μαζί του, για ένα διάστημα, και ο αδελφός του Μιχαήλ Λιόντας, που είχε το βασικό του φωτογραφείο στη Θεσσαλονίκη.

Η καταγωγή της περίφημης αυτής οικογένειας των φωτογράφων που κυριολεκτικά κατέκλυσαν όλο τον βορειοελλαδικό χώρο είναι από την Πελοπόννησο και συγκεκριμένα από το Λεωνίδιο. Στα τέλη του 18ου αιώνα, τα οκτώ άρρενα αδέλφια Λέοντα ή Λιόντα εγκαταλείπουν το χωριό τους και ανεβαίνουν βορειότερα για την ανεύρεση καλύτερης τύχης. Ίσως στην προέλευση του ονόματος τους πρέπει να αναζητηθεί κάποια βυζαντινή ρίζα, πράγμα άλλωστε πολύ πιθανό, γιατί βυζαντινά κείμενα αναφερόμενα στη φραγκοκρατία της Πελοποννήσου, μιλούν για τοπικούς άρχοντες-φεουδάρχες (τιμαριούχους) με το όνομα ΛΕΟΝΤΑΣ. Άλλωστε γενικότερα στη βυζαντινή ιστοριογραφία το όνομα ΛΕΩ-ΛΕΟΝΤΑΣ αναφέρεται συχνότατα, ακόμη και σαν αυτοκρατορικό. Έτσι από τις αρχές του 19ου αιώνα το όνομα αυτό απαντάται σε Κοζάνη, Μοναστήρι, Γιάννενα, Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Θράκη κ.α.

Οι σίγουρες πληροφορίες που έχουμε για τη γενεαλογία των φωτογράφων ”Λιόντα”, ξεκινούν από τον Γεώργιο Λέοντα που έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη τον 19ο αιώνα. Αυτός είχε 6 παιδιά, τον Μιχαήλ, τον Χρήστο, τον Θεόδωρο, τον Γιώργο, τον Κυριάκο και τον Νικόλαο. Όλοι τους με εξαίρεση τον Κυριάκο (ήταν γεωπόνος στο τσιφλίκι του Χατζηλαζάρου στο Γιάνετς -σημερινό Μεταλλικό Κιλκίς- και ασχολήθηκε ελάχιστα με τη φωτογραφία) εξωτερίκευαν κάποιες έμφυτες καλλιτεχνικές τάσεις εκδίδοντας με επιτυχία στη ζωγραφική και τη φωτογραφία που σαν νέα τεχνική απεικόνισης τραβάει αμέσως το ενδιαφέρον τους.

Ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Αμβρόσιος Σταυριανός σε καρτ μπινέτ του Γεωργίου Λιόντα. Η οικογένεια Λιόντα κατέκλυσε τον βορειοελλαδικό χώρο έχοντας από τον 19ο αι. το γνωστότερο και βασικότερο φωτογραφείο στη Θεσσαλονίκη. Το πότε ακριβώς ο Γεώργιος Λιόντας εμφανίζεται και πότε εγκαταλείπει το Μοναστήρι παραμένει ανεξακρίβωτο.

Γύρω στα 1908 τοποθετείται η παρουσία των συνεταίρων Σωτηρίου Πίντζα και του Λάζαρου Κερκελέ. Όμως η μόνη πληροφορία που υπάρχει για τους δυο αυτούς φωτογράφους προέρχεται από διαφήμισή τους στην εφημερίδα το ”Φως” που εκδιδόταν στο Μοναστήρι, όπου μεταξύ των άλλων ανέφεραν: ”[..] πως ως γνωστόν η επιτυχία έγκειται εν των φωτισμό, τη στάσεσι και τη καθαρότητι (sic), ανέκαθεν δε ημείς εκείνα ως το κύριον μέλημα ημών προς ικανοποίησιν και των μάλλον απαιτητικών επιδείξαμεν […].

Αδελφοί Μανάκια
Οι αδελφοί Γιαννάκης και Μίλτος Μανάκια με τις αδελφές τους Βασιλική και Στεργιανή στην είσοδο του κινηματογράφου τους στο Μοναστήρι. Από την Αβδέλλα, ένα βλαχοχώρι της Πίνδου, δεν είναι τόσο η παρουσία τους στη φωτογραφία, όσο, κυρίως στον κινηματογράφο στον οποίο θεωρούνται σκαπανείς στα Βαλκάνια.

Οι αδελφοί Γιάννης και Μιλτιάδης Μανάκη (το επίθετο Μανάκια με το οποίο συχνά αναφέρονται είναι μεταγενέστερο, γιουγκοσλαβικό), γεννήθηκαν στην Αβδέλλα, ένα βλαχοχώρι της Δυτικής Μακεδονίας. Ασχολήθηκαν με τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο στον οποίο θεωρούνται σκαπανείς στα Βαλκάνια.

Το 1898, ο Γιάννης, ο μεγαλύτερος από τους δυο, άνοιξε φωτογραφείο στα Γιάννενα. Το 1905 μετεγκαταστάθηκε στο Μοναστήρι, οικονομικό, διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου άνοιξε φωτογραφείο. Τον Μάιο του 1905 έφερε από το Λονδίνο τη Boiscope, την πρώτη κινηματογραφική μηχανή στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Με αυτήν την μηχανή, και αφού μύησε και τον αδελφό του Μίλτο, γύρισαν στην Αβδέλλα την πρώτη τους κινηματογραφική ταινία με τίτλο ”Υφάντρες” και πρωταγωνίστρια την ηλικίας 117 (!) χρονών γιαγιά τους.

Τα πολλά χρήματα όμως τα κέρδιζαν από τη φωτογραφία. Τα καλοκαίρια πήγαιναν στην Αβδέλλα και στα γύρω χωριά και φωτογράφιζαν χωριά, εκκλησίες, μετακινήσεις των Βλάχων προς τα πεδινά της Θεσσαλίας. Εκτός από τους ντόπιους είχαν και πελάτες στο εξωτερικό. Έδεναν στο Παρίσι περίτεχνα και χρυσόδετα άλμπουμ με φωτογραφίες της Αβδέλλας, της Σαμαρίνας, της Σμίξης, του Περιβολιού, αλλά και άλλων περιοχών και τα πουλούσαν στους πολυάριθμους Έλληνες μετανάστες σε όλο τον κόσμο.

Ο κινηματογράφος ”Cine Manaki” στο Μοναστήρι.
Λίγο πριν από τον τελευταίο πόλεμο κάηκε ολοσχερώς.

Το ”Κινο-Θέατρο” τους που ήταν παράλληλα και φωτογραφείο, ήταν πασίγνωστο σε όλα τα Βαλκάνια. Μεγάλος αριθμός από τις γυάλινες πλάκες των προσωπικοτήτων που φωτογράφισαν -δεσποτάδες της Μακεδονίας, Τούρκους πασάδες, Μακεδονομάχους και καπεταναίους- αρκετές από τις ταινίες τους διατηρούνται μέχρι σήμερα στο Μοναστήρι. Μόνο που οι Γιουγκοσλάβοι θεώρησαν καλό να… πολιτογραφήσουν τους δυο αδελφούς σαν δικούς τους, και να κυκλοφορήσουν μάλιστα και σχετικό γραμματόσημο προς τιμήν τους. Κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13 οι αδελφοί Μανάκη διέτρεχαν όλη την Μακεδονία φωτογραφίζοντας. Ορισμένες από τις φωτογραφίες τους αυτές τις τύπωσαν σε καρτ-ποστάλ. Υπήρξαν οι πρώτοι που φωτογράφησαν την είσοδο του ελληνικού στρατού στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.

Οι Αδελφοί Λιόντα και οι Αδελφοί Μανάκη υπήρξαν σημαντικοί φωτογράφοι. Και δεν είναι τυχαίο που επέλεξαν να εργαστούν στο Μοναστήρι.

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ – ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2001, Αφιέρωμα: Μοναστήρι ή Βιτώλια.

Σημείωση: Για τους Αδελφούς Μανάκια έχει προηγηθεί αφιέρωμα των ”Επτά Ημερών” δημοσιευμένο στις 2 Ιουνίου 1996 με τίτλο ”Τα Βαλκάνια με το βλέμμα των Μανάκια”.

Πηγή: Βλαχόφωνοι