Archive

Posts Tagged ‘Γένος’

Μιχ.Παντούλας: Η πατρίδα να μείνει αντρόπιαστη στην ψυχή του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού!

Μιχάλης ΠαντούλαςΑνοιχτή επιστολή στην πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας από τον γνώριμο των Βορειοηπειρωτών, κ. Μιχάλη Παντούλα, φιλόλογο και τ. βουλευτή Ιωαννίνων.

Σήμερα, 21 Φεβρουαρίου 2013, που γιορτάζουμε την εκατοστή επέτειο των ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ της πόλης των Ιωαννίνων και του μεγαλύτερου τμήματος της μείζονος Ηπείρου από τον οθωμανικό ζυγό πέντε αιώνων, θεώρησα πρέπον να μιλήσω δημόσια για τη λάθος απόφαση της μητέρας πατρίδας σε βάρος του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κι απ’ ότι έμαθα με προέκταση στον Ελληνισμό της Πόλης, της Τενέδου και της Ίμβρου.

Τα μεγάλα μυαλά της διοικητικής και πολιτικής γραφειοκρατίας των Αθηνών βρήκαν το φάρμακο να χτυπηθεί στη ρίζα της η οικονομική κρίση, που μαστίζει την Ελλάδα. Και τούτο θα συμβεί αν παύσει να χορηγείται το μικρό χρηματικό βοήθημα στους υπερήλικες Βορειοηπειρώτες, που η ίδια η ελληνική πολιτεία, για προφανείς λόγους, είχε καθιερώσει πριν από μερικά χρόνια.
Θέλω να πιστεύω ότι η ασυνέπεια αυτή, που αν δεν προσέξουμε μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία με δική μας αποκλειστικά ευθύνη, στο τέλος θα αποτραπεί. Όσοι σοφίστηκαν όλα τούτα πρέπει να μάθουν ότι στην κατηγορία των ανθρώπων, που έπαιρναν έως τώρα το μικρό αυτό βοήθημα, είναι οι συμμαθητές του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια από το σχολείο της Πωγωνιανής, οι πατριώτες που το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τους απένειμε το μετάλλιο του Έθνους γιατί στα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Εμβέρ Χότζα κράτησαν αμόλυντη την ελληνική συνείδηση και ταυτότητα, εκείνοι που σε πείσμα της αλβανικής εθνικιστικής υστερίας μετέδωσαν στα παιδιά και στα εγγόνια τους την περηφάνεια του Έλληνα και οι απόγονοι των εθνικών μας ευεργετών από την Κορυτσά, την Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο, τους Αγ. Σαράντα, τη Χειμάρα που τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής τούς στέρησαν από τις οικογένειές τους και τους κατέθεσαν στο ταμείο του Έθνους για τη δόξα της νεοσύστατης Ελλάδας.
Μου είναι αδύνατο να φανταστώ ότι όσοι παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ξεχνούν να συμπεριλάβουν στους λογαριασμούς τους τον “πολλαπλασιαστή” του εθνικού ωφέλους και του εθνικού κόστους. Γι’ αυτό και θέλω να ελπίζω -η συνείδησή μου το απαιτεί- η λάθος αυτή απόφαση να αναθεωρηθεί τώρα. Κι αν η πατρίδα το μικρό αυτό χρηματικό βοήθημα θέλει να το κάνει μικρότερο, ας το αποφασίσει. Είναι προφανές ότι το θέμα δεν είναι οικονομικό. Αφορά τον πυρήνα της σχέσης εμπιστοσύνης και αξιοπρέπειας της μητροπολιτικής Ελλάδας με τμήματα του οικουμενικού Ελληνισμού, που στην ιστορική τους διαχρονία διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην πνευματική και εθνική ολοκλήρωση του Γένους. Για δυο δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, που στον κάθε Έλληνα φορολογούμενο αντιστοιχεί το ποσό των τριών ευρώ το χρόνο, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ντροπιάσει την Ελλάδα.
Και επειδή ο δικός μου λόγος δεν είναι τόσο δυνατός, που να μπορεί να ανατρέψει αποφάσεις, θέλω την ανοιχτή αυτή επιστολή να τη συνοδεύσω με ένα συγκλονιστικό ανέκδοτο κείμενο. Γράφτηκε στα 1956 και εξακολουθεί να είναι επίκαιρο μέχρι σήμερα. Συντάκτης του ο Βορειοηπειρώτης Θύμιος Λιώλης από το Βούρκο των Αγ. Σαράντα. Ο συμμαχητής του Παύλου Μελά, ο οπλαρχηγός του αγώνα για την απελευθέρωση της Ηπείρου και της Αυτόνομης Ήπειρου, ο πρωτοπόρος της αντίστασης εναντίον των Ιταλογερμανών κατακτητών. Ο “άγιος” του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, που η γνώμη του είχε την ίδια απήχηση με τις προφητείες του πατρο-Κοσμά του Αιτωλού. Ο νέος Μακρυγιάννης με την τίμια και καθαρή ψυχή. Την επιστολή μού την εμπιστεύτηκε, πριν από δύο περίπου χρόνια, ο εγγονός του Χρήστος Λιώλης και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Έκρινα ωφέλιμο να τη δημοσιοποιήσω τώρα, με την πεποίθηση ότι το δυνατό μήνυμα που αυτή εκπέμπει θα δρομολογήσει θετικές πρωτοβουλίες στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο για την άμεση αναθεώρηση της κυβερνητικής απόφασης, που τη διακρίνει μία απίστευτη όσο και επικίνδυνη επιπολαιότητα. Αναμένουμε…

Ιδού το κείμενο της ιδιόχειρης επιστολής του Θύμιου Λιώλη:

Προς τον Ύπατον Πρόεδρον της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Αμερικής
Αξιότιμον κύριον Κων/ντίνον Δήμαν
Εις Αθήνας

Παιδί μου
Σε σένα τον θαυμάσιον και άξιον αγωνιστήν της ιεράς βορειοηπειρωτικής ιδέας, Σε σένα την πιο μεγάλη ελπίδα της δύσμοιρης Βορειοηπειρωτικής μας πατρίδος, απευθύνεται ένας παλαίμαχος αγράμματος και αντρόπιαστος αγωνιστής, σαν πατέρας για να σου πω πρώτα – πρώτα καλώς ορίσατε, ως ευλαβής προσκυνητής στην ελεύθερη Ελληνική πατρίδα, αλλά παράλληλα να σου ’μολογήσω και τα βάσανα της μαύρης μου ξενιτιάς και των γηρατιών μου το κατάντημα.
Δεν πρόκειται να σας συστηθώ ούτε να σας αραδιάσω τους αγώνας μου που έκαμα -καθήκον μου άλλωστε ελάχιστον προς την αγαπημένη μας πατρίδα- γιατί λίγο πολύ ο Θεός και η τύχη έφεραν την φτωχειά φήμη του ονόματός μου στ’ αυτιά σας. Είμαι ο οπλαρχηγός του Βούρκου Θύμιο-Λιώλης, που από τα νειάτα μου μέχρι τα βαθειά μου γεράματα κράτησα με τιμή το καριοφύλι της Λευτεριάς όσο μπορούσα άξια στον τόπο μας και έχω αθάνατα και αδιάψευστα παράσημα τις άμετρες λαβωματιές στο βασανισμένο μου κορμί.
Όταν ήμουν νέος αλώνιζα τις ράχες και τα κορφοβούνια της πατρίδος μας ωσάν λεύτερος σταυραετός. Τώρα όμως και μάλιστα ύστερα από τον βάρβαρο ξυλοδαρμό που υπέστην στις φυλακές Αβέρωφ υπό των ατίμων Ιταλών, ότε το 1941 συλληφθείς εις Αθήνας και μετέπειτα μεταφερθείς εις Τίρανα, τσακίστηκα και σωροβολιάστηκα κυριολεκτικώς σωματικά και ψυχικά. Μη νομίσης πως το ρίχνω κάτω, όχι θα κρατηθώ υπερήφανος για να μη γίνω περίγελος των εχθρών της πατρίδος μας. Σε σένα όμως που είσαι ένας αγνός αγωνιστής πρέπει να σου πω την αλήθεια.
Η φτωχειά πατρίδα Ελλάς μού εχορήγησε μια φτωχειά σύνταξη οπλαρχηγού τριακοσίων πενήντα δραχμών μηνιαίως αρκετή μόνον για να χορταίνη «ντουάνι» (καπνό) το τσιμπούκι μου. Επειδή στα νειάτα μου και στα γερατιά μου ή αγωνιζόμουν στα βουνά ή βρισκόμουν στα μπουντρούμια των φυλακών, δεν γκαζάντισα για τα γηρατιά μου. Αυτό δεν το λογαριάζω αν και με σφύγγει η ανάγκη της στερήσεως, γιατί αφού δεν πέθανα από τόσα βόλια των αρβανιταραίων δεν θα πεθάνω από ψωμί στην Αθήνα. Αν όμως συμβή το τελευταίο, τότε ασφαλώς προσωπικώς δεν θα πεθάνω ντροπιασμένος, γιατί σε άλλους θα ανήκη το προνόμιο της ντροπής.
Τελευταίως ήρχισαν μια δυσφημιστικήν εκστρατείαν εναντίον μου -προφανώς όργαναν της αλβανικής προπαγάνδας- και κάνουν μια άτιμον κριτικήν της πολύχρονης αγωνιστικής μου δράσεως. Εις αυτούς απάντησεν η τιμητική δι’ εμέ τελευταία αποκήρυξις των Τιράνων. Αν θέλουν πιο ντρίτα απάντηση τους προκαλώ παρ’ όλον τον όγκον χωρίς να λογαριάζω τα 78 μου χρόνια να έρθουν να αναμετρηθούμε εκεί που αναμετρούνται τα παληκάρια. Εκεί θα μάθουν οι συκοφάντες μου τα γιατάκια μου, εκεί θα τους δείξω τις βρύσες πού ‘πινα νερό, εκεί θα βρίσκονται ακόμη άθαφτοι οι συντρόφοι μου και ίσως κάτω από τα απάτητα χιόνια να βρούμε αίμα από τις άμετρες λαβωματιές μου.
Δεν μπορώ να βρω αρχή και τέλος γιατί πενήντα χρόνια ιστορία δεν μπορώ να την συμπεριλάβω σε μια αναφορά μου. Ένα θέλω κυρίως να σου πω, θέλω να σε ιδώ γιατί νομίζω πως τώρα ήρθατε από την πατρίδα και κάτι θα μου πείτε. Επειδή άκουσα και πίστεψα ότι έχεις αισθήματα γνησίου και τιμίου Χειμαρριώτου, θέλω να σε ιδώ. Μη διστάξης να δεχθής έναν αγνόν αγωνιστήν, επειδή έχει το θλιβερόν προνόμιον να είναι πάμπτωχος.
Εκεί που θα πας να προσκυνήσης -όπως έμαθα- τα Άγια χώματα της πατρίδος μας, στείλε τα χαιρετίσματα στους ζωντανούς και τους πεθαμένους από το Θύμιο Λιώλη.
Σε χαιρετώ
Με πατριωτική Αγάπη
Θύμιος Λιώλης
Οπλαρχηγός Βούρκου Β. Ηπείρου

Πρωινός Λόγος

Πηγή: Βορειοηπειρωτικά

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ – ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ (+4 Φεβρουαρίου 1843)

Μία από τίς κορυφαίες μορφές του Ελληνισμού διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, είναι χωρίς αμφιβολία ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός Γέρος του Μωριά, όπως τον ονόμασε ή λαϊκή φωνή.

Όταν ή μακαρίτισσα ή Σοφία Βέμπο τραγουδούσε: «Γεια καί χαρά σας, Μωραΐτες αδελφοί, πού αν μάνα δεν σας γέννα, οϋτ’ “Αγια Λαύρα θά ‘χαμε, ούτε Εικοσιένα», λίγο σκανδαλιζόμουνα. Αμάν, πια, πάλι με τους Μωραΐτες! Νισάφι! Μας έπρηξαν! Οι υπόλοιποι Έλληνες, δηλαδή, δεν κάναμε τίποτα; Ό σκανδαλισμός μου σταμάτησε όταν το βλέμμα μου στηλώθηκε στην πολυσέβαστη μορφή του Κολοκοτρώνη. – Μάλίστα εΐπα. “Αν το ‘πε για τον Κολοκοτρώνη, τότε δεν χωράει κουβέντα! Έτσι είναι!… Συμφωνώ καί επαυξάνω!…

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ό θρύλος, πού ό επιβλητικός ανδριάντας του πάνω στο περήφανο άλογο του υψώνεται μεγαλοπρεπής μπροστά στο κτήριο της Παληάς Βουλής των Ελλήνων, στο κέντρο της Αθήνας, με το χέρι να δείχνει δρόμο πορείας στους Έλληνες; Ποιος είν’ αυτός ό ιερός μύθος, πού τ’ όνομα του αγιάζει αμέτρητους δρόμους σ’ ελληνικές πόλεις καί χωριά, πού ή φωτογραφία του στολίζει κάθε Εθνική γιορτή των Πανελλήνων; Ποιος είν’ αυτός, πού τα Τουρκάκια, μέχρι τα βάθη της Ανατολίας, ακούγανε τ’ όνομα του καί πάθαιναν ακράτεια εντέρου καί τσίριζαν σαν λωλά: Κολοκοτρώνα!… Κολοκοτρώνα!… κι έτρεχαν να κρυφτούν;

Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770, Δευτέρα του Πάσχα, στη ρίζα ενός δένδρου, πάνω σ’ ένα απόκρημνο βουνό της Μεσσηνίας, ονομαζόμενο Ραμαβούνι. Πατέρας του ήταν ό ηρωικός αρχηγός των αρματολών του Μωριά Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ό φόβος και ό τρόμος των Τούρκων. Φονεύθηκε το 1780 στους Πύργους της Καστανιάς, μεταξύ Γυθείου καί Σπάρτης. Ή μητέρα του, ή ηρωική καπετάνισσα, λεγόταν Ζαμπία, το γένος Κωτσάκη και σώθηκε μόνη αυτή από την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων στη μάχη των Πύργων πού έπεσε ό σύζυγος της. Ντυμένη άντρίκια, με το σπαθί στο χέρι καί με το δεκάχρονο Θεόδωρο δίπλα της διέφυγε καί διέσωσε τον κατόπιν θρυλικό Αρχιστράτηγο γιο της. Ανάδοχος του στο άγιο βάπτισμα ήταν ό Ρώσος ναύαρχος Θεόδωρος ‘Ορλώφ, ό οποίος του χάρισε το δικό του όνομα.

Μεγαλωμένος μέσα σε μια ατμόσφαιρα βαθειάς χριστιανικής πίστεως καί άμετρης φιλοπατρίας, έκλεισε ό μικρός Θοδωράκης από νωρίς στην καρδιά του την αγάπη για το Χριστό καί για την Ελλάδα, την οποία πονούσε να τη βλέπει σκλαβωμένη καί τα παιδιά της να τυραννοϋνται καί να βασανίζονται από τους Τούρκους. “Το ψαλτήρι, το κτωήχι, (η Οκτώηχος = βιβλίο ψαλμών που ψέλνεται κατά την διάρκεια της Αναστάσεως το Πάσχα) το μηναίον, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού άνέγνωσα”, μας πληροφορεί ό ίδιος. Αυτές ήταν οί πρώτες καί κύριες πηγές της γνώσεως του, οί όποιες άρδευσαν την ψυχή του με τα νάματα της ευσέβειας. Γυμνάστηκε σωματικά από παιδί πολύ γερά καί είχε πόθο του να συνεχίσει το έργο του πατέρα του καί της ηρωικής οικογένειας των Κολοκοτρωναίων.

Τον προίκισε καί ό Θεός με εξαιρετική ευφυία, μυαλό – ξυράφι, τετραγωνική λογική, ισχυρή θέληση, διορατικότητα, γερό ένθυμικό, δύναμη σωματική και βροντερή φωνή επιβλητική, στεντόρεια, στοιχεία πού αναμφίβολα αναδεικνύουν τον Ηγέτη. Παράλληλα, έκαλλιέργησε από παιδί στον εαυτό του κάθε αρετή: εγκράτεια, αυτοκυριαρχία, ευθύτητα χαρακτήρας, υψηλό αίσθημα τιμής, παροιμιώδη άνιδιοτέλεια καί αφιλοκέρδεια, παραδειγματική άμνησικακία, τέτοια πού μόνο σε Συναξάρια συναντά κανείς, σεμνότητα, αξιοπρέπεια, μεγαλοψυχία, φιλαδελφία, αγνό πατριωτισμό. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσες αρετές συγκεντρωμένες σ’ ένα μονάχα πρόσωπο!

Δεκαπέντε χρονών παλληκαράκι ό Θοδωρής ανακηρύχθηκε από τα επιζώντα παλληκάρια του πατέρα του Καπετάνιος καί βγήκε στο κλαρί στα βουνά της Αρκαδίας. Δεκαεφτά χρονών αναγνωρίστηκε αρματωλός στην επαρχία του Λεονταρίου. Είκοσι χρονών παντρεύτηκε την κόρη ενός προεστού της περιοχής, την Αικατερίνη Καρούσου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους, τον Πάνο, τον Ιωάννη ή Γενναίο καί τον Κωνσταντίνο ή Κολίνο. Επίσης δυο θυγατέρες, τη Γεωργίτσα, πού πέθανε μικρή, καί την Ελένη, την οποία στα 1820 πάντρεψε με τον Νικήτα, αδελφό του Παπαφλέσσα. Όμως ό σκοπός της ζωής του ήταν ένας: Να λευτερώσει την Πατρίδα! Γι’ αυτό τον βλέπουμε να πετιέται σαν αρχάγγελος από βουνοκορφή σε βουνοκορφή κι από λαγκαδιά σε ρέμα, από χωριό σε χωριό κι από πολιτεία σε πολιτεία να ξεσηκώνει τους Έλληνες, να τους ενθαρρύνει, να ειρηνεύει καί να συμφιλιώνει όσους τρωγόντουσαν μεταξύ τους από οικογενειακά μίση καί ανόητες εχθρότητες, καί να ετοιμάζει όλους με κάθε τρόπο για τον μεγάλο σηκωμό. Αφού τους μιλούσε με τη μεγάλη ρητορική άνεση πού του χάρισε ό Θεός, έκανε το σταυρό του καί τους έλεγε: “Οσοι αγαπάτε την Πατρίδα, ελάτε κοντά μου! Πήγε στα Εφτάνησα. Ορκίστηκε τον όρκο του Φιλικού στη Ζάκυνθο. Μπήκε στην υπηρεσία του Αγγλικού στρατού για να μάθει καί την επιστήμη του πολέμου, να ετοιμαστεί για το μεγάλο έργο πού είχε μπροστά του. Έγινε Λοχαγός, κι αργότερα Ταγματάρχης. Συνεργάστηκε με τους Ρώσους καί με τους Γάλλους. Ήθελε να τον βοηθήσουν να πολεμήσει τον Τούρκο. Κέρκυρα, Λευκάδα, Ζάκυνθος, Ιθάκη ήταν τόποι πού τους έμαθε τόσο καλά, όσο καί την Πελοπόννησο. Ετοίμαζε τους Έφτανησιώτες να έρθουν αρωγοί στον ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων. Πήγε καί στα Κύθηρα.

Διηγείται σχετικά ό ίδιος: Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο καί έχαλάσθη εις την πρώτην Τουρκιά. “Οταν έπέρασα ήτον μία μάνδρα χαλασμένη καί σκεπασμένη ή εκκλησιά με κλάδους δένδρων. Τότε έταξα ότι: Παναγιά μου, βοήθησε μας να έλευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον τύραννο, καί να σε φκιάσω καθώς ήσουν πρώτα (1803). Τον αξίωσε πράγματι καί έκαμε το τάμα του: Με έβοήθησε, καί είς τον δεύτερον χρόνον της Επαναστάσεως μας έπλήρωσα το τάμα μου καί την έφκιασα. Στό μεγάλο κυνηγητό πού έκαμαν οι Τούρκοι στους κλέφτες της Πελοποννήσου όταν αντιλήφθηκαν ότι σε λίγο θα φούντωνε ό ξεσηκωμός, ό Κολοκοτρώνης απάντησε περνώντας ξανά στον Μωριά, επιτιθέμενος με ορμή κατά των Τούρκων, καίγοντας κι αφανίζοντας τα τουρκοχώρια περνώντας από μαχαίρι Τούρκους καί τουρκολάτρες. Κι όταν πια τα πράγματα έφτασαν στο ανθρωπίνως απροχώρητο για την ώρα, μπαρκάρησε, πήγε στ’ “Αγιον Όρος, όπου συναντήθηκε με τον Παπα-Βλαχάβα, τον Νικητάρα κι άλλους ονομαστούς οπλαρχηγούς καί συγκρότησαν έναν πειρατικό στόλο, με τον όποιο καταναυμαχουσαν τα τουρκικά πλοία στο ανατολικό Αιγαίο καί κούρσευαν τα τουρκικά παράλια, ώσπου νάρθει ή ώρα του γενικού ξεσηκωμού.

Ό Κολοκοτρώνης δεν είχε αυταπάτες, όσον αφορά στη βοήθεια των ξένων για την απελευθέρωση της Πατρίδος: “Οταν είδα ότι εις τα συμβούλια της Βιέννας δεν έγινε κανένα καλό δι’ ημάς… είπα, να μην έχωμεν ελπίδα λυτρώσεως άλλη παρά από τον εαυτό μας καί από τον Ύφιστον, γράφει. Έτσι, κάθε του σκέψη, κάθε του σχέδιο, κάθε του προσπάθεια καί ενέργεια, τα έναπέθετε πάντοτε στα χέρια του Θεού. Καί πίστευε απόλυτα καί διεκήρυσσε πώς: Ό Θεός έδωσε την ύπογραψήν Του δια την έλευθερίαν της Ελλάδος. Δεν την παίρνει πίσω! Κατόπιν έμπαινε στον αγώνα χωρίς να λογαριάζει τίποτα. Ή λέξη ηρωισμός είναι πολύ φτωχή για να χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον όποιο έμάχετο.

Οι μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες καί νίκες του ιερού αγώνα στην Πελοπόννησο φέρουν ανάγλυφη την προσωπική σφραγίδα του Κολοκοτρώνη. Τη σφραγίδα της φρόνησης, της σύνεσης, της στρατηγικής τέχνης, της ανδρείας, της πίστεως, της θυσίας καί της πολεμικής αρετής του: Καλαμάτα, Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια και ό Μωριάς ολόκληρος!… Μετά την αποφασιστική μάχη του Βαλτετσίου, ό θεοσεβής Αρχιστράτηγος έκήρυξε νηστεία για να ευχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τον Θεό. Όπως διηγείται ό ϊδιος: Δώδεκα – δεκατρείς Μαίου ήτον. Εικοσιτρεϊς ώρες έβάσταξε ό πόλεμος. Έκείνην την ήμερα ήτον Παρασκευή καί έβαλα λόγον ότι: Πρέπει να νηστεύσωμεν όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, καί να δοξάζεται αιώνας αιώνων έωσου στέκει το έθνος, διατί αυτή ήταν ή ελευθερία της Πατρίδος(2). Τί έχουν να πουν άραγε έπ’ αυτού όσοι, δεξιά κι αριστερά διοργανώνουν σουβλακομάζωξες καί ξεφαντώματα κοιλιοδουλείας καταμεσίς στη Μεγάλη Σαρακοστή, για να τιμήσουν τάχα μου την Επανάσταση του ’21; Αν σηκωνόταν από τον τάφο του ό Γέρος του Μωριά, το λιγότερο πού θάκουγαν από το στόμα του θάταν κανένα: Ντροπής όρέεε!!!… Ντροπής!!!

Παρά τη μεγάλη του συμβολή στην απελευθέρωση της Ελλάδος, παρά την αρετή του καί την άνιδιοτέλειά του, ό Πατέρας αυτός του Γένους ήπιε άπ’ αυτούς πού λευτέρωσε πολλά πικρά ποτήρια. Στή διάρκεια του αγώνα, κάποιοι Μανιάτες προσπάθησαν να τον σκοτώσουν μπαμπέσικα. Σώθηκε. Τους είχε κατόπιν του χεριού του. Κι όμως δεν εκδικήθηκε! Ή απάντηση του ήταν: Εάν ό Θεός μ’έφύλαξε, τούς χαρίζω τήν ζωήν. Αργότερα είδε τον γιο του Πάνο, τον δοξασμένο ήρωα του Αγώνος να πέφτει νεκρός από ελληνική σφαίρα. Στή διάρκεια εμφυλίων ταραχών, διαρκουντος του Αγώνος, φυλακίστηκε σ’ ένα Μοναστήρι στην Ύδρα. Αργότερα, στον καιρό της Όθωνικής Αντιβασιλείας συνελήφθη ξανά, φυλακίσθηκε καί μετά από μια παρωδία δίκης, κατά την οποία την τιμή του Γένους έσωσαν μόνο δύο τίμιοι δικαστές, ό Πολυζωίδης καί ό Τερτσέτης κηρύσσοντας τον αθώο, ό Κολοκοτρώνης καταδικάστηκε, ό κορυφαίος αυτός ήρωας της φυλής καί Πατέρας της Ελληνικής Ελευθερίας, σε… θάνατο! Ακούγοντας την καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, ό μεγάλος Κολοκοτρώνης, σηκώθηκε ήρεμα, έκαμε αργά – αργά τον σταυρό του καί είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου! Τίποτε άλλο! Κανένα σχόλιο! Έτοιμος να υποστεί καί τον θάνατο, ως πρόβατον επί σφαγήν, όπως ό Κύριος τον Όποιο πίστευε καί λάτρευε βαθύτατα.

Ευτυχώς ό Κύριος έφώτισε τον Όθωνα καί δεν επέτρεψε να συντελεσθεί το άνοσιούργημα, αλλά μετέτρεψε την ποινή του σεπτού ήρωα σε φυλάκιση, ώσπου, όταν ενηλικιώθηκε, του την χάρισε ολότελα καί τον αποκατέστησε πλήρως ηθικά καί στρατιωτικά στον βαθμό του Στρατηγού. Μάλιστα τον διόρισε καί στην υψηλή καί έπίζηλη θέση του Συμβούλου της Επικρατείας. Έτσι αποφεύχθηκε ένα έγκλημα, το όποιο θα έστιγμάτιζε το Γένος μας αιώνια. Σεβαστός σε όλους ό Κολοκοτρώνης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμώμενος από όλους καί μάλιστα από τους βασιλείς Όθωνα καί Αμαλία.

Το ταπεινό σπίτι του στην Πλάκα ήταν πανελλήνιο προσκύνημα. Όλοι οι επίσημοι επισκέπτες του νεοσύστατου κράτους θεωρούσαν τιμή τους να τον επισκεφθούν. Σπουδαίοι καί σοφοί τον συμβουλεύονταν. Ή νεολαία τον λάτρευε. Όποτε περπάταγε στους δρόμους της Αθήνας ό κόσμος μέριαζε, αποκαλύπτονταν κι έκανε εδαφιαίες υποκλίσεις. “Περνά ό Γέρος του Μωριά!”, έλεγαν με σεβασμό. Καί πίσω του συνήθως ακολουθούσαν τιμητικά νέα παλληκάρια πού έψαλλαν πατριωτικά τραγούδια. Κάποτε επισκέφθηκε το Γυμνάσιο των Αθηνών, το οποίο διηύθυνε ό μέγας εκείνος παιδαγωγός καί Δάσκαλος του Γένους, ό Γεώργιος Γεννάδιος. Μίλησε στους νέους. Άπλα. Μέσα από την καρδιά του, όπως συνήθιζε. Τους είπε ανάμεσα στα άλλα σοφά καί αγιασμένα: ”Πρέπει να φυλάξετε την Πίστη σας, καί να την στερεώσετε, διότι, όταν έπιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως καί έπειτα υπέρ Πατρίδος!… Πρίν άπ’ όλα να φυλάξετε στην ψυχή σας την Πίστη σας καί την Πατρίδα σας. Εμείς, περισσότερο από τα ντουφέκια, με την Πίστη μας στόν Χριστό καί την αγάπη μας στην Πατρίδα ελευθερώσαμε την Ελλάδα. Μείνετε πάντα καλοί Χριστιανοί καί καλοί Έλληνες. Έτσι ο Θεός θα σάς ευλόγη, ή Ελλάδα, θα σας προστατεύη καί όλα θα πάνε καλά στη ζωή σας…

Την νύχτα της 3ης προς την 4η Φεβρουάριου του 1843, επιστρέφοντας από μια γιορτή στα ανάκτορα για την επέτειο της άφίξεως του Όθωνα στην Ελλάδα, ό θρυλικός Γέρος του Μωριά, ό Δάσκαλος της πίστεως, της αρετής,του ήθους, της ανδρείας καί της λευτεριάς, προσβλήθηκε από αποπληξία κι αναχώρησε για την ουράνια Πατρίδα. Το Γένος υποκλίνεται στη μνήμη του. Οί Πανέλληνες τον θυμούμαστε. Πρέπει να τον θυμούμαστε! Ιδιαίτερα σήμερα, στις δύσκολες μέρες πού ζούμε καί πού οι αρετές πού μας δίδαξε σπανίζουν τόσο τραγικά.

1. Θ. Κολοκοτρώνη, ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ, Αθήναι, Κεφ. Β’, σελ. 44.
2. “Ενθ’όνωτ., σελ. 72.
3. Ένθ’άνωτ., σελ. 31.
κ.ΙΩΣΗΦ-ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΝΕΑΣ ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ
πηγή-περιοδικό ΄΄Πειραική Εκκλησία”(Μαρτ.2007)

Πηγή: Προσκυνητής

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Αν ρίξει κανείς ένα βλέμμα στο Γεωγραφικό Χάρτη, θα δεί ότι η υδρόγειος είναι διαιρεμένη σε τμήματα. Κάθε ένα από τα Τμήματα αυτά αποτελεί ιδιαίτερη χώρα.”Όλες όμως οι χώρες δεν είναι εθνικές. Αυτό σημαίνει ότι οι κοινωνίες, πού ζουν σε κάθε μία από τις χώρες αυτές, δεν είναι εθνικές ομοιογενείς δηλαδή δεν είναι εθνικές κοινωνίες, αλλά αποτελούνται σε μερικές χώρες από πληθυσμούς ανομοιογενείς. Με άλλους λόγους όλες οι κοινωνίες δεν αποτελούν έθνος.Το Έθνος είναι ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνίας, το Έθνος προϋποθέτει μία κοινωνία, άλλα περιέχει κάτι περισσότερο από μια απλή κοινωνία, είναι ένα σύνολο ανθρώπων, τούς οποίους συνδέουν μεταξύ τους πλην των κοινωνικών σχέσεων και ορισμένα άλλα στοιχεία, φυσικά, βιολογικά ψυχολογικά, ιστορικά. Τέτοια στοιχεία είναι η κοινή Πατρίδα, ή κοινή καταγωγή, ή φυλετική ομοιογένεια, η κοινή γλώσσα, η κοινή θρησκεία, ό κοινός πολιτισμός, ή κοινή νοοτροπία, τα κοινά ήθη και έθιμα, οι κοινές παραδόσεις, ή κοινή Ιστορία, κοινές εθνικές δόξες ή περιπέτειες, ή κοινή εθνική υπερηφάνεια .

Όλα αυτά αποτελούν παράγοντες της υπάρξεως μιας κοινωνίας. Όσοι περισσότεροι από τους παράγοντες αυτούς υπάρχουν τόσο οι δεσμοί μεταξύ των μελών του έθνους είναι στενότεροι ,και η εθνική συνοχή ισχυρότερη. Και όσο περισσότερα είναι τα μέλη μιας κοινωνίας, πού συνδέονται έτσι, τόσο το Έθνος είναι πιο ομοιογενές

Η χώρα μας ευτυχώς κατόρθωσε μετά ηρωικούς αγώνες να αποκαταστήσει την πλήρη σχεδόν εθνική της ενότητα και η ελεύθερη Ελλάς αποτελεί Έθνος ομοιογενές και συμπαγές. Για μας τούς Έλληνες και για την Ελλάδα άλλου είδους κοινωνική μορφή πλην της εθνικής, δεν είναι νοητή.

Το Έθνος είναι η διαρκής και αθάνατη μορφή τής Ελληνικής Κοινωνίας.
Ζούμε μέσα στην Ελληνική Κοινωνία. Αποτελούμε όχι μόνον ιστορικά, αλλά και βιολογικά και φυσιολογικά, αναπόσπαστα μέλη της ελληνικής φυλής. Αυτό αποτελεί μία αλήθεια πού κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί.

Αλλά τα στοιχεία αυτά που δημιουργούν τούς φυσικούς δεσμούς των ανηκόντων στο Έθνος, δεν αρκούν για την ύπαρξη ενός έθνους ισχυρού και συμπαγούς. Απαιτείται και κάτι άλλο, ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο. Το στοιχείο αυτό, πού και αυτό γεννιέται φυσικά, αλλά αναπτύσσεται και δυναμώνει με τη διαπαιδαγώγηση είναι ή εθνική συνείδηση η Εθνική ψυχή.

Είναι το λεγόμενο Εθνικό φρόνημα. Είναι η συνείδηση των ατόμων, πού ζουν σε ορισμένη στιγμή, ότι αποτελούν μέλη αναπόσπαστα του Έθνους και ότι η Εθνική ζωή αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ατομικής. Είναι η πίστη της υπάρξεως του Έθνους, η πίστη της ανάγκης της υπάρξεως του, ή πίστη της αξίας του Έθνους. Είναι η ενότης σκέψεων και αισθημάτων, πού προϋποθέτει την πίστη στην κοινή εθνική αποστολή. Είναι η συναίσθηση ότι το πρώτον καθήκον είναι να υπερασπίσει την ακεραιότητα της Πατρίδος και να εργαστεί για την πρόοδο της. Είναι ή πίστη αλλά και η θέληση να εργαστεί με όλες του τις δυνάμεις, και μέχρι θυσίας τής ζωής του, για την διατήρηση της Πατρίδος και για την καλύτερη εκπλήρωση τής ιστορικής της αποστολής.

Η συνείδηση αυτή αποτελεί μία συνεκτική ιδέα, μία κεντρομόλο δύναμη, πού έλκει τα άτομα στο να συσπειρωθούν και να αποτελέσουν ένα σύνολο με άρρηκτη συνοχή, ένα σύνολο συμπαγές και ισχυρό.

Αυτό δημιουργεί εκείνο που αποκαλείται εθνική αλληλεγγύη. Αλληλεγγύη πού δεν είναι μόνο φυσική, ένστικτη, υποσυνείδητη αλλά που με τη διαπαιδαγώγηση γίνεται ενσυνείδητη, θεληματική και επιτακτικό καθήκον.

Ποια είναι η σχέση μας προς την Ελληνική Κοινωνία, την Πατρίδα.
Η σχέση μας είναι ότι είμαστε υπηρέτες σε ότι άφορα την Πατρίδα, αφοσιωμένα παιδιά της. Επομένως η σχέση μας προς την ελληνική Πατρίδα είναι σχέση στενότατη, ακόμη στενότερη από τη σχέση του παιδιού προς τους γονείς του και η αφοσίωση είναι απόλυτη! Είναι η κατανόηση ότι όλοι μαζί αποτελούμε ένα σύνολο αλληλένδετο. Γιατί τότε μόνο, όταν είμαστε ένας λαός ενιαίος και αδιαίρετος, όταν όλα τα άτομα, πού συγκροτούν το λαό αυτό είναι αλληλέγγυα μεταξύ τους όταν κάθε άτομο αισθάνεται και πιστεύει ότι ή δυστυχία του άλλου είναι και δυστυχία δική του, αποτελούμε πραγματικά ένα Έθνος, ικανό να αναπτύσσει την εσωτερική του ζωή σε πολιτισμό, ακμή και πρόοδο, αλλά και ικανό να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πίεση από το εξωτερικό.

Για να επιτευχθεί όμως αυτό πρέπει να θυσιάσουμε μέρος του εαυτού μας και ηθικά και υλικά, χάριν του Συνόλου. Να θυσιάσουμε τον ατομικισμό μας. Γιατί ουδείς είναι ελεύθερος, αλλά όλοι είμαστε υπηρέτες της Πατρίδος μας. Πρέπει να κατανικήσουμε τον εγωισμό μας, τον ατομικισμό μας.

Από χιλιάδες χρόνια το Έθνος μας έδωσε τα ωραιότερα δείγματα εθνικών αγώνων ανδρείας, ηρωισμού και κατορθωμάτων. Από χιλιάδες χρόνια το Έθνος μας υπήρξε δημιουργός Αξιών, περισσότερο από κάθε άλλο Έθνος, προσφέροντας στο ανθρώπινο γένος τις βάσεις του σημερινού του πολιτισμού.

Πρέπει επομένως να αισθανόμαστε εθνική υπερηφάνεια για το παρελθόν μας. Είναι το παρόν και το μέλλον. Το Έθνος δεν αποτελείται μόνον από τις παρελθούσες γενεές, αλλά από τη σημερινή, αλλά και τις μέλλουσες. Εάν περάσουμε δίχως να εξασφαλίσουμε την μέλλουσα γενεά της Ελλάδος, θα έχουμε διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της Ελλάδος.

Το Έθνος συνδυάζει παρελθόν, παρόν και μέλλον. ‘Η έννοια του Λαού, λαμβανομένη κακώς ως απλό αριθμητικό σύνολο των διαβιούντων σε μια χώρα, δεν έχει σχέση με το Έθνος. Με το Έθνος συνδέονται εκείνοι μόνον πού έχοντας τις προαναφερθείσες ιδιότητες ενώνονται με την ψυχική ταυτότητα, πού είναι ό εθνική συνείδηση.

Το οργανικό αυτό σύνολο αποτελεί το λαό πού αντιπροσωπεύει σε δεδομένη στιγμή, την ανθρώπινη του έθνους υπόσταση.

Ό λαός επομένως, υπό την εθνική του έννοια, δεν συμπίπτει ούτε προς όλη την κοινωνία τής χώρας, αλλά ούτε και προς όλους τους υπηκόους του Κράτους Και αυτό γιατί είναι δυνατόν μέλη του έθνους να βρίσκονται ατά ξένα και να είναι μάλιστα και ξένοι υπήκοοι, να διατηρούν όμως την εθνική τους συνείδηση. Άφ’ ετέρου δε είναι δυνατόν να μην αποτελούν μέλη του Έθνους άτομα πού έχουν την ελληνική υπηκοότητα, αλλά δεν εμφορούνται από πατριωτική συνείδηση, όπως επίσης και άτομα, πού ανήκουν σε ξένες εθνικές μειονότητες.

Ή εθνική συνείδηση εκφράζεται με εθνικούς ύμνους, με έπη με σύμβολα. “Όλα συμβολίζουν την Πατρίδα και την κάνουν αισθητή στην καρδιά του καθενός σε κάθε τόπο και χρόνο. Συμβολίζουν την ενότητα των γενεών τού Παρελθόντος και του Μέλλοντος. Συμβολίζουν την ομοιογένεια, την εθνική συνέχεια των γενεών στην ιδία Πατρίδα, την εθνική αλληλεγγύη. Διεγείρουν το πατριωτικό αίσθημα και καθιστούν συνειδητά τα εθνικά καθήκοντα, πού επιβάλλονται σε κάθε Έλληνα.

Η Ελλάς είναι ή μεγάλη μάννα όλων μας. Είθε εμείς τα παιδιά της να ετοιμάσουμε ευτυχισμένο μέλλον για τα παιδιά μας και να κάμουμε κάθε θυσία και να υποστούμε κάθε στέρηση με χαρά και αγαλλίαση, για την ανύψωση του ελληνικού μας πολιτισμού, το μεγαλείο του “Έθνους και το μέλλον της Φυλής.

Το Έθνος είναι ένα σύνολο. Και το Ελληνικό Έθνος, πηγή του πολιτισμού και του Πνεύματος της Δύσεως πρέπει να ξαναβρεί τον εαυτό του. Αυτό είναι το ενικό περιεχόμενο, πού πρέπει να έχει μια Ελληνική Κυβέρνηση για να εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες της.

Για να γίνουμε, Έθνος συσσωματωμένο σε ένα σύνολο, χωρίς πάθη και μίση και εθνοκτόνους διχασμούς, χρειαζόμαστε πειθαρχία. Μόνον έτσι θα υψώσουμε υπερήφανοι τη σημαία του Πολιτισμού μας. μόνον έτσι θα κρατήσουμε τη θέση μας στον Κόσμο.

Για να μπορέσει όμως το Έθνος να σηκώσει υπερήφανα το κεφάλι του χρειάζεται Εθνική Κυβέρνηση, όπου να μην είναι ποτέ έρμαια της ιδιοτροπίας των κομμάτων. Μόνο τότε ό λαός ενωμένος, χωρίς εσωτερικές διαιρέσεις, με ομόνοια και πειθαρχία, μπορεί να αντιμετωπίσει τα σκοτεινά σχέδια των εχθρών του. Μόνο τότε διατηρεί υψηλό το φρόνημα και ακέραιη την ελληνική ψυχή του. Μόνο τότε θα φθάσει στο ύψος εκείνο, που θα του επιτρέψει να λύση τα προβλήματα τής ζωής του και τής ευημερίας του. Μόνο τότε θα εντείνει όλες τις δυνάμεις και θα δημιουργήσει και πάλι το Νέο Πολιτισμό του. Άλλη προϋπόθεση για την Αναδημιουργία του Έθνους, είναι η έξαρση των Ιδεωδών του και ή πίστη σ’ αυτά. Μέσα σε κάθε ελληνική ψυχή υπάρξουν μερικά πράγματα ουσιωδέστατα, πού σκεπάζουν όλα τα άλλα: Είναι τα Εθνικά Ιδεώδη. Το σύνολον τους είναι το Εθνικό Φρόνημα.

Αυτό ακριβώς προσπάθησε με κάθε μέσο ό κομμουνισμός να διαλύσει, επειδή γνώριζε ότι αντιτίθεται στο εθνοκτόνο έργο του. Αλλά δεν μπόρεσε, δεν μπορεί -και δεν θα μπορέσει ποτέ- γιατί αποτελεί τη συνολική ψυχή του έθνους.

Η πίστη και η αφοσίωση σ αυτά, καθιστούν το Έθνος απρόσβλητο από τις υπονομεύσεις της υποστάσεως του και εμφυσούν στους πολίτες του τα αισθήματα της υπερηφάνειας και της αυτοθυσίας, δεδομένου ότι τα Έθνη δεν γίνονται μεγάλα παρά όταν οι πολίτες έχουν τα αισθήματα αυτά βαθιά ριζωμένα. Όταν σε πλήρη ειρήνη και ευτυχία είναι έτοιμοι και αποφασισμένοι να δώσουν ότι τούς ζήτηση η Πατρίδα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφύσηση των αισθημάτων αυτών στους πολίτες, για την έξαρση της πίστεως στα Ιδεώδη είναι μια Εθνική Κυβέρνηση.

Μια κυβέρνηση για να είναι Εθνική, πρέπει να ανήκει σε όλο το Έθνος. Από την ώρα πού θα αναλάβει τις ευθύνες δεν έχει το δικαίωμα να δημαγωγεί, ούτε να απευθύνεται στα ποταπά ένστικτα του πλήθους. Πρέπει να αποτείνεται προς όλους, να τούς υποδεικνύει και εν ανάγκη να τούς επιβάλει να σκέπτονται γενικά, προς το συμφέρον όλου του Έθνους. Κανείς δεν μπορεί, ούτε και επιτρέπεται να βρίσκει το δικό του συμφέρον όταν το Έθνος δυστυχεί, γιατί το Έθνος αποτελεί ένα κοινωνικό σύνολο και οι Κοινωνίες δεν αποτελούνται από άτομα όπως λένε διάφορες αναρχικές φιλοσοφίες. Οι Κοινωνίες αποτελούνται από ομάδες. Ό κάθε άνθρωπος δεν είναι μόνος του. Εκτελεί μία εργασία. Και μαζί με τούς άλλους, πού εκτελούν την ιδία εργασία και έχουν τα ίδια συμφέροντα και τις ίδιες σκέψεις, αποτελεί ένα σύνολον. Γι’ αυτό, το συμφέρον του συνόλου, προέχει του συμφέροντος του ατόμου. Έτσι το Κράτος είναι εθνικό και δι αυτού κυβερνάται ολόκληρο το Έθνος.

«Προορισμός του Έλληνος
είς τόν κόσμον αυτόν ,
ήτο καί είναι εις κάθε έποχήν,
σήμερα καί αύριον,
ό εξανθρωπισμός της οικουμένης»

Περικλής Γιαννόπουλος

Η έννοια του Έθνους (φωτό 01)

Η έννοια του Έθνους (φωτό 02)

Η έννοια του Έθνους (φωτό 03)

Η έννοια του Έθνους (φωτό 04)

Πηγή: Αιώνια Ελληνική Πίστη