Archive

Posts Tagged ‘Γ. Μπαμπινιώτης’

Η ιδιάζουσα συγγένεια της Αρχαίας Μακεδονικής προς την κοινή Νέα Ελληνική

Στό ζήτημα τοῦ πλήρους καί ἐμπε­ρι­στα­τωμένου καθορισμοῦ τῆς ταυτότητας τῶν ἀρχαίων Μακεδόνων, ἡ ἀκαδημαϊκή, νεο­γραμματικῶν κατευθύνσεων ἱστορική γλωσσολογία, παρά τήν συμβολή της στήν διασάφηση πολλῶν ἐπί μέρους ζητημάτων, ἔχει ἀναδείξει ἀνάγλυφα καί ὅλες τίς ἀνακολουθίες καί τίς προβληματικές πλευρές τῆς μηχανιστικῆς της μεθοδολογίας.Γιά τούς μή ἐνημερωμένους περί τά τῆς νεογραμματικῆς θεωρίας, ἐπισημαίνουμε ὅτι, δέσμια τοῦ νευτώνειου πνεύματος τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰῶνα, καί γυρεύοντας νά διατυπώσῃ αὐστηρούς, οἱονεί «φυσικούς» νόμους πού (ὑποτίθεται ὄτι) διέπουν τήν γλωσσική ἐξέλιξη, ὡδηγήθηκε σέ στρέβλωση καί βιασμό τῶν ἀντικειμενικῶν γλωσσικῶν πραγματικοτήτων καί στήν κατασκευή ἑνός ἰδεατοῦ, γραμμικοῦ, προκρούστειου προτύπου.

Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν μακεδονική διάλεκτο, ἡ νεογραμματική θεωρία, ἀρνούμενη νά ἀποδεχθῆ ὅτι φωνολογικές ἐναλλαγές τοῦ τύπου φ-β (Φίλιππος – μακεδ. Βίλιππος), θ-δ (αἰθρία – μακεδ. ἀδραία), χ-γ (ἄχερδος – μακεδ. ἀγέρδα) κ.λπ. μπορεῖ νά εἶναι ἐνδογενοῦς χαρακτῆρα καί νά ἀποτελοῦν ἀπότοκο ἐσωτερικῶν ἐξελίξεων στό πλαίσιο τῆς μακεδονικῆς διαλέκτου ἤ εὐρύτερα τῆς καθ’ ὅλου ἑλληνικῆς, τίς ἀποδίδει σέ ξενικές ἐπιδράσεις ἤ καί στό γεγονός ὅτι ἡ «μακεδονική» στό σύνολό της εἶναι μιά ξένη γλῶσσα, ἡ ὁποία τρέπει τά ἰνδοευρωπαϊκά μέσα δασέα bh, dh, gh σέ β, δ, γ (: b, d, g) καί ὄχι φ, θ, χ ὅπως ἡ ἀρχαία ἑλληνική: “Βλέπουμε λοιπόν ὅτι στά Μακεδονικά τό bh ἀντί τοῦ φ γίνεται β, π.χ. στό ὀφρύες τῶν ἄλλων ἑλληνικῶν διαλέκτων ἀντιστοιχεῖ τό μακεδονικό ἀβροῦFες (καί ἀβροῦτες), στό ἑλληνικό κεφαλά ἀντιστοιχεῖ τό μακεδονικό κεβαλά, […] στό ἑλληνικό φαλακρός ἀντιστοιχεῖ τό μακεδονικό κύριο ὄνομα Βάλακρος. Πβ. ἀκόμα Βερενίκη ἀντί Φερενίκη κ.ἄ.” (Ἀ. Θαβώρης, Ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, Ἰωάννινα, 1971, σ. 47)

Ὁ Γ. Μπαμπινιώτης (“Η θέση της Μακεδονικής στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους”, στό Η γλώσσα της Μακεδονίας, σ. 176-177), παρατηρεῖ: “Σε μελέτη μου «Mediae question in Ancient Macedonian Greek reconsi-dered» υποστηρίζω ότι η φωνητική αξία των β, δ, γ της Μακεδονικής ήταν εκείνη των ηχηρών διαρκών συμφώνων [..] και όχι των ηχηρών κλειστών [..], πράγμα που τοποθετεί το όλο πρόβλημα του φωνολογικού συστήματος των συμφώνων της Μακεδονικής επί νέας βάσεως. [..] η αβασάνιστη αντίληψη περί της υφής των β, δ, γ ως b, d, g […] πρέπει να αναθεωρηθεί [..] Φαινόμενα όπως η εναλλαγή των β και F σε λακωνικές (δωρικές) επιγραφές του 4ου π.Χ. αι. (προβειπάhας = προFειπάσας) δείχνουν τάσεις πρώιμης εμφανίσεως της αποκλειστοποίησης σε αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Άρα η μακεδονική διάλεκτος [..] προηγήθηκε σε εξελίξεις που σφράγισαν τη φωνολογική φυσιογνωμία ολόκληρης της νεότερης ελληνικής γλώσσας από των μεταγενεστέρων χρόνων και ιδίως κατά την περίοδο της Αλεξανδρινής Κοινής.”

Γιά ὅσους δέν εἶναι ἐξοικειωμένοι μέ τήν εἰδική ὁρολογία τῆς ἱστορικῆς γλωσσολογίας σημειώνουμε ὅτι αὐτό πού ὑποστηρίζεται ἐν ὀλίγοις εἶναι ὅτι τά ἀρχαῖα μακεδονικά β, δ, γ ταυτίζονταν μέ τά σημερινά νεοελληνικά β, δ, γ. Μόνο πού ὁ Γ. Μπαμπινιώτης σέ μιά προφανῆ προσπάθεια νά διασώσῃ τό κῦρος τῆς νεογραμματικῆς θεωρίας μιλάει γιά «τάσεις πρώιμης εμφανίσεως της αποκλειστοποίησης», τήν στιγμή πού ἡ φωνολογική συμπεριφορά τῆς μακεδονικῆς διαλέκτου δείχνει νά ἀνάγεται σέ πολύ παλαιότερες περιόδους (ἀσφαλῶς πρό τοῦ 2.000 π.Χ.), ἀφοῦ συγγενεύει (ἄν δέν ταυτίζεται) μέ τήν φωνολογική συμπεριφορά τῆς λεγομένης «προ»ελληνικῆς, τῆς ὁποίας ἡ φωνολογική συγγένεια πρός τήν νέα ἑλληνική ἔχει καί στό παρελθόν ἐπισημανθῆ ἀπό τόν ὑποφαινόμενο.

Ἔχει ὅμως ἰδιαίτερη σημασία ὅτι τώρα πλέον ἡ ἐπισήμανση τῶν χαρακτηριστικῶν αὐτῶν τῆς λεγομένης «προ»ελληνικῆς ἐν συναρτήσει πρός τά τῆς νέας ἑλληνικῆς γίνεται ἀπό ἕναν ἐπιστήμονα πού εἶναι βαθύς γνώστης τῆς καθ’ ὅλου ἑλληνικῆς, στήν μακρά της διαδρομή ἀπό τήν μυκηναϊκή καί κλασική ἑλληνική μέχρι τήν μεσαιωνική καί τήν νεώτερη. Ὁ Ἰ. Προμπονᾶς στήν μελέτη του «Φωνητικά φαινόμενα της «προελληνικής» στη νέα ελληνική;» (Ευεργεσίη, Τόμος χαριστήριος στον Παναγιώτη Ι. Κοντό, τ. Α΄, σ. 153 – 167) ἐπισημαίνει μεταξύ ἄλλων καί τά ἑξῆς: «Επομένως, στην περίπτωση της εναλλαγής α-ε κοντά στα υγρά και έρρινα έχουμε να κάμουμε με μια τάση που χαρακτηρίζει την ενιαία ελληνική γλώσσα από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα. Η εναλλαγή α-ε δεν είναι χαρακτηριστικό της καλουμένης «Προελληνικής». Η καλουμένη «Προελληνική» ως προς το φαινόμενο αυτό ταυτίζεται με την Ελληνική» (σ. 161). Καί παρακάτω: «Δεν γνωρίζουμε τι ήταν οι Κύδωνες, οι μεγαλήτορες Ἐτεόκρητες και οι δῖοι Πελασγοί. Τίποτε δεν αποκλείει να ήσαν παλαιοί Έλληνες των οποίων η γλώσσα ηχούσε στα ώτα των άλλων Ελλήνων παράξενα και ενδεχομένως ως ξένη. Θα προσκομίσω ένα παράλληλο από την μακραίωνα ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Εδώ και χρόνια γίνεται κοινώς παραδεκτό ότι η Τσακωνική διάλεκτος είναι άμεση συνέχεια της μεταγενέστερης Λακωνικής. Έως ότου όμως Έλληνες και ξένοι επιστήμονες αποδείξουν την ελληνική καταγωγή της Τσακωνικής, η διάλεκτος αυτή ακόμη και από τους λογίους εθεωρείτο σλαβικό ιδίωμα…» (σ. 163).

Κάτι ἀνάλογο νομίζουμε συνέβαινε μέ τούς ἀρχαίους Μακεδόνες καί τήν ἀρχαία μακεδονική, οἱ ὁμοιότητες τῆς φωνητικῆς συμπεριφορᾶς τῆς ὁποίας μέ αὐτήν τῆς λεγόμενης «προ»ελληνικῆς τό πιθανώτερο εἶναι ὅτι ἀνάγονται σ’ ἕνα παλαιότατο πρωτοελληνικό (γραικικό) ὑπόστρωμα, καί ἑπομένως ὀφείλονται στό ὅτι ἡ γραικική γλῶσσα, ἡ κατά τήν γνώμη μας διαδεδομένη στόν ἑλλαδικό καί μικρασιατικό χῶρο πολύ πρό τοῦ 2.000 π. Χ., διέθετε ἠχηρά τριβόμενα β, γ, δ καί ἄηχα τριβόμενα φ, χ, θ, τά ὁποῖα ἐναλλάσσονται μέ καταπληκτική εὐκολία τόσο στήν λεγόμενη «προ»ελληνική, ὅσο καί στήν νέα ἑλληνική. [ ]

Τήν ἁλυσίδα τέτοιων «παράδοξων», πλήν διαπιστωμένων φωνητικῶν μεταβολῶν (πού, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, μποροῦν νά παράσχουν μιά διαφορετική ἐξήγηση γιά τό φαινόμενο τῶν χειλοϋπερωικῶν, πρβλ. ὅπως – ὅκως / lupus – λύκος κ.τ.τ.) εἴμαστε σέ θέση νά ἀνιχνεύσουμε καί σέ λέξεις τῆς μακεδονικῆς διαλέκτου ἐπιβεβαιώνοντας μέ τήν γλῶσσα τῶν πραγμάτων καί ὄχι τῶν ὑποθετικῶν νόμων καί ὁλιστικῶν, σχηματικῶν θεωριῶν, ὅτι πράγματι ἡ μακεδονική, ὡς ἕνα ὀργανικό μέλος τῆς πρωτοελληνικῆς / γραικικῆς διέθετε ἠχηρά τριβόμενα β, γ, δ καί ἄηχα τριβόμενα φ, χ, θ, ὅπως καί ἡ νέα ἑλληνική.

• Τό μακεδονικό ὄνομα ψαριοῦ «σφύραινα» πού ἀντιστοιχεῖ κατ’ ἄλλους στήν ζαργάνα, καί κατ’ ἄλλους στό ψάρι λοῦτσος, παρουσιάζεται στίς διάφορες ἑλληνικές περιοχές μέ τούς τύπους σφύρινα Πελοπν. (Μονεμβ.) σφύναιρη Κάλυμν. Λειψ. σφύνουρα Σάμ. σφύναρα Λέρ. σφύρνα Καστελόρρ. Κύθν. Μῆλ. Σύμ. Χάλκ. Θά συμφωνήσῃ κανείς μαζί μας ὅτι – ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν τό συγκεκριμένο ψάρι ταυτίζεται μέ τήν ἀρχαία σμύραινα καί μύραινα, κ.ν.ἑ. σμέρνα – ἡ ὀνομασία φαίνεται νά ἀποτελῇ ἐναλλακτική ἐξέλιξη μιᾶς ρίζας πού μοιάζει νά ἀντιστοιχῇ στό σημαινόμενο «ἐπίμηκες ὀφιοειδές ψάρι». Τήν συγγένεια τῶν σφύραινα καί σμύραινα ἐπιβεβαιώνουν οἱ πάμπολλοι νεοελληνικοί τύποι γιά τό ψάρι σμέρνα (προφ. ζμέρνα), ὅπως σμύραινα, σμύναιρα, σμύρναιρα, σμύνιαιρα, σμυνιαίρα, σμύνιρα, σμύναρα, σμύναιρη, σμυναριά, σμυρναριά, ἀσμύναιρα, ἀζμύναιρα, ἀσμύνναιρα, ἀσμυναριά, ἀσμυναργιά, ἀζμυ-ναργιά, ἀσμέρνα, ὀσμύραινα, σμύρνα, ζμύρνα, σμουρούνα, μουρούνα, σφύρνα, σμέρλα, μυνιαίρα, σμύρνιος ὁ, σμυρνιός ὁ, σμερνί τό.

Ἐν τούτοις, ἀκόμα καί βάσει τῆς νεο-ελληνικῆς φωνητικῆς λογικῆς, μιά τροπή μ > φ (ἤ φ > μ) εἶναι ἀπίθανη, ὁπότε πρέπει νά ὑποτεθῇ ὅτι τῆς διτυπίας σφύραινα – σμύραινα ὑπόκειται ἐνδιάμεσος τύπος *σβύραινα ὁ ὁποῖος εἶναι σέ θέση νά ἑρμηνεύσῃ τήν μετάβαση ἀπό τόν ἕνα φθόγγο στόν ἄλλο μέσῳ τοῦ ἠχηροῦ τριβομένου β, κατά τό σχῆμα φ > β > μ ἤ μ > β > φ. Εἶναι ἐνδεικτικό τῆς ἀξίας καί τῆς σημασίας τῶν μαρτυριῶν τῆς νέας ἑλληνικῆς, ὅτι τό ἐνδιάμεσο αὐτό στάδιο τῆς φωνητικῆς ἀξέλιξης κάνει τήν ἐμφάνισή του στούς (κατά τήν γνώμη μας ἀπολιθωματικούς) τύπους σβέρνα Κορσ. Πελοπν. (Λάγ.) ζbέρνα Μεγαν. (Κατωμέρ.) (= ἡ σμέρνα). Ἕνα ἐπί πλέον συμπέρασμα πού μπορεῖ νά ἐξαχθῇ ἀπό τήν παραπάνω συλλογιστική – ἐάν βεβαίως εὐσταθῇ – εἶναι ὅτι ἡ μακεδονική διάλεκτος δέν παρουσιάζει, ὅπως θά ἦταν ἀναμενόμενο, τύπο *σβύραινα, ἀλλά τύπο σφύραινα, πρᾶγμα πού ἐνδεχομένως σημαίνει ὅτι ἡ τροπή φ > β (π.χ. Φίλιππος > Βίλιππος) δέν μπορεῖ νά διεκδικῇ τήν ἰσχύ νόμου.

• Τό ἀρχαῖο μακεδονικό ὄνομα Βρομερός (πρβλ….στρατεύει ἐπὶ Ἀρριβαῖον τὸν Βρομερόν, Λυγκηστῶν Μακεδόνων βασιλέα… Θουκ. Δ 83) παραπέμπει κατά τήν γνώμη μας στό κ.ν.ἑ. βρομερός (= βρόμικος, ρυπαρός), εἶναι δέ ἐνδεικτική τῆς ἰδιαιτερότητας τῆς γραικικῆς / πρωτοελληνικῆς παράδοσης καί τοῦ ἡμιλανθάνοντος χαρακτῆρα της, ἡ παρατήρηση τοῦ ἀττικιστῆ Φρυνίχου (2ος αἰ. μ.Χ.): «βρῶμος. πάνυ ἐζήτηται, εἰ χρὴ λέγειν ἐπὶ τῆς δυσωδίας. μέχρι οὖν εὑρίσκεται ἐπὶ δυσωδίας ἄχαριν ὀσμὴν λέγε ὥσπερ οἱ κωμῳδοποιοί.». Κοντολογίς, παρά τήν ἐργώδη, μακρόχρονη ἔρευνα γιά τό κατά πόσον ἡ λέξη βρόμος, βρόμα κ.τ.λ. εἶναι ἀττικῆς προελεύσεως – πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι τόν 2ο μ.Χ. αἰ. ἡ λέξη χρησιμοποιοῦνταν παγκοίνως ὅπως σήμερα – δέν βρέθηκε κάποιο στοιχεῖο «νομιμοποιητικό» τῆς χρήσης της, ὁπότε καλό εἶναι νά ἀποφεύγεται «μέχρι νεωτέρας»!

Ἕνας στοιχειωδῶς σκεπτόμενος ἄνθρωπος μπορεῖ νά καταλάβῃ μέσα ἀπ’ αὐτήν τήν σύντομη παρατήρηση τοῦ Φρύνιχου τό εἶδος τῆς περιφρόνησης πού ἐπεφύλαξε γιά τό πιό ζωντανό καί πιό βαθύ ὑπόστρωμα τῆς γλωσσικῆς καί πολιτισμικῆς μας ὕπαρξης ἡ ἀττικιστική (καί ὄχι ἀττική) μικρόνοια καί δοκησισοφία.

Ὅσον ἀφορᾷ στήν ἐτυμολογική διερεύνηση τῆς λέξης, παρακάμπτοντας τίς κατά τήν γνώμη μας μή ἱκανοποιητικές ἀναγωγές στά βρομῶ, βρόμος (= ἰσχυρός κρότος) ἤ βρῶμα (= φαγέδαινα τοῦ στόματος), θά ἀποτολμούσαμε μιά ἐνδοσυγκριτική συσχέτιση τῆς λέξης πρός τά φλόμος, φλομίζω, φλομιάζω, φλομώνω πού, ὅπως ἐπισημάναμε προηγουμένως, παραπέμπουν στά ἀ.ἑ. πλεύμων, πνεύμων, ν. ἑ. πλεμόνι, φλεμόνι καί στό ἄμεσα μέ αὐτά συνδεδεμένο αἴσθημα τῆς ἀσφυξίας λόγῳ καπνοῦ, δυσωδίας, κ.λπ. [πρβλ. τήν κοινή φράση μᾶς φλόμωσες (= μᾶς βρόμισες), σφλομίζου (= βρομίζω: ἀρχίνεψ’ τό πορδιό τσαί μᾶς σφλόμ’σε) Στερελλ. (Δεσφ.)]. Ἐνισχυτική τῆς παραπάνω ἄποψης εἶναι ἡ σύμπτωση τῆς σημασίας τοῦ βρομίζω ὡς «βρίθω», «εἶμαι γεμᾶτος» [πρβλ. «βρωμάει ὁ κόσμος – ὁ τόπος ἀπὸ τὸ δεῖνα πρᾶμα (ἐπὶ ἀφθονίας πράγματός τινος)»] πρός αὐτήν τοῦ φλομίζω, φλομώνω ὡς «γεμίζω» [πρβλ. φλουμών’νι τά χαντάκια νιρό Στερελλ. (Ἀχυρ.) φλόμουσις λάσπις τά ροῦχα σ’ Θεσσ. (Ἀνατ.) Αὐτό τό τυρί φλούμισε σκουλήκια / φλούμισε ὁ τόπος ἀκρίδες Ἤπ. (Κατσανοχ.) φλούμιαξαν οἱ ψεῖρις στού κουρμί μ’ Στερελλ. (Αἰτωλ.) Θά φλουμνιάξ’ τού σταφύλ΄’ φέτου Στερελλ. (Αἰτωλ.) σιφλομώνω (= ὑπερπληροῦμαι, χορταίνω, «τήν τυλώνω») Πελοπν. (Κυνουρ.) κ.λπ.] [ ]

• Ἡ παρουσία τοῦ ὀδοντικοῦ στό μακεδονικό ἀβροῦτες (: ὀφρῦς), ἀλλά καί ἡ ὁμοιότητά του πρός τύπους τῆς νέας ἑλληνικῆς ὅπως βρύδι Κύπρ. ἀφρούδι Κρήτ. φρύτ’ Καππ. ὑποβάλλει τήν ἐντύπωση εἴτε ὅτι μιά μορφή τοῦ ὑποκοριστικοῦ τοῦ ὀφρύς, «ὀφρύδιον» – ἀπό τό ὁποῖο θεωρεῖται ὅτι προέρχεται καί τό ν. ἑ. φρύδι – ὡδήγησε στήν μορφοποίηση τοῦ μακεδονικοῦ τύπου, εἴτε – τό καί πιθανώτερο κατά τήν ἄποψή μας – ὅτι τό ὀδοντικό ἀποτελεῖ ὀργανικό στοιχεῖο τῆς ρίζας, πού διατηρήθηκε στήν γραικική / πρωτοελληνική.

• Τό μακεδονικό ὄνομα Περδίκκας (καί ὄχι Πέρδιξ, ὅπως θά ἦταν στήν ἀττική διάλεκτο) εἶναι ἐνδεικτικό μιᾶς στενότερης σχέσης πρός τό κ.ν.ἑ. πέρδικα, καί ἴσως δέν εἶναι τυχαῖος ὁ καταβιβασμός τοῦ τόνου στό συνηθέστατο στήν σημερινή Μακεδονία «περδίκα» (= πέρδικα). Ἕνα στοιχεῖο πού ἐνισχύει – καί προάγει – τήν παραπάνω ἐκτεθεῖσα συλλογιστική, εἶναι καί ἡ διαπίστωση ὅτι τό πολύχρωμο ψάρι πέρκα (ἀ. ἑ. πέρκη, περκίς), πού τά ἐντυπωσιακά του χρώματα ἐμφανίζουν μεγάλη ὁμοιότητα πρός αὐτά τῆς πέρδικας, ὀνομάζεται σέ ὡρισμένες περιοχές πέρδικα, πέρdικα, πέρδ’κα, σπέρκα. [ ]

Οἱ ἐπισημάνσεις βέβαια γιά τήν σχέση ἀρχαίας μακεδονικῆς διαλέκτου καί νέας ἑλληνικῆς θά μποροῦσαν νά εἶναι πολύ περισσότερες (πρβλ. μακεδ. βασίλισσα, κοράσιον, κάραβος κ.ἄ.). Ἀλλά καί μέσα ἀπό αύτήν τήν σύντομη ἀναφορά προκύπτει ἀνάγλυφη ἡ οὐσία τῆς ὑπόθεσής μας, ὅτι δηλ. ἡ ἀρχαία μακεδονική διάλεκτος ἀποτελεῖ μιά μορφή τῆς πρωτοελληνικῆς / γραικικῆς, καί μ’ αὐτήν τήν ἔννοια, ἡ ἐπικράτηση τῶν μακεδόνων Ἑλλήνων ἐπί τῶν νοτίων Ἑλλήνων σηματοδοτεῖ τήν ἔναρξη τῆς σταδιακῆς ἀνάδυσης στήν ἐπιφάνεια τοῦ ἡμιλανθάνοντος, δῆθεν «προ»ελληνικοῦ, τῶ ὄντι δέ γραικικοῦ ὑποστρώματος τῆς ἑλ­ληνικῆς, μιά διαδικασία πού συνεχίσθηκε μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο ὥς τίς μέρες μας.

Ἐπειδή δέ τά τρίτοις ἴσα καί ἀλλήλοις ἴσα, ἕπεται ὅτι ἡ συγγένεια ἀρχαίας μακεδονικῆς διαλέκτου καί καθ’ ὅλου νέας ἑλληνικῆς πρός τήν καλουμένη «προ»ελληνική συνεπάγεται μιά ἰδιαίτερη σχέση τῆς νέας ἑλληνικῆς πρός τήν μακεδονική, στενότερη καί ἀπ’ αὐτήν πρός τήν ἀρχαία ἀττική διάλεκτο.

Γι’ αὐτό καί ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας σήμερα, παίρνει τίς διαστάσεις ὑπεράσπισης τῆς ὑπαρκτῆς (ἄν καί μή γραμμικῆς) συνέχειας καί βαθύτερης ἑνότητας τοῦ ἑλληνισμοῦ, καί τῆς ἑλληνικότητας τοῦ αὐθεντικώτερου, συμπαγέστερου, ἀνθεκτικώ­τερου καί οἰκειότερου πρωτογενοῦς πυρῆνα του (τό ὅτι ἡ λαϊκή παράδοση ἀπ’ ὅλους τούς μεγάλους ἄνδρες τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας «θυμᾶται» μόνο τόν Μεγαλέξαντρο καί τήν Γοργόνα τήν ἀδελφή του, πρέπει νά σημαίνῃ κάτι).

Εἶναι καιρός, χωρίς ἀποκοπή ἀπό τήν ἀττική παράδοση, ἀλλά μέ ἀγάπη, σεβασμό καί γνώση γι’ αὐτήν τήν θεμελιώδη συνιστῶσα τοῦ γλωσσικοῦ καί πολιτιστικοῦ μας «εἶναι», νά δώσουμε ἕνα ἰδιαίτερο βάρος στήν μελέτη καί τήν ἀνάδειξη τῆς παμπάλαιας πρωτοελληνικῆς/ γραικικῆς παράδοσης, κάτι πού τό χρωστᾶμε ὄχι μόνο στόν ἑαυτό μας ἀλλά καί στόν κόσμο.

Συγγραφέας: Χρήστος Δάλκος
Άρδην τ. 67

Πηγή: MacedoniaHellenicLand

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ)

Για μας τους Έλληνες και ιδιαίτερα για μας τους Μακεδόνες πρόβλημα αν οι αρχαίοι Μακεδόνες πρόγονοί μας ήταν ή όχι ελληνική φυλή ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε πρόκειται να υπάρξει, αφού όλη η ιστορία των Μακεδόνων από την αρχαιότητα ως σήμερα είναι ιστορία Ελλήνων.Το όνομά τους Μακεδνοί, Μακεδόνες, Μακέται πού σημαίνει άντρες ψηλοί σάν τίς λεύκες, όπως και το όνομα της χώρας τους Μακετία, Μακεδονία, προέρχεται από μια πανάρχαια ελληνική λέξη μάκος πού είναι οι δωρικός τύπος της λέξεως μήκος. Ή λέξη μακεδνός μαρτυρείται ήδη από τους αρχαιότερους Έλληνες ποιητές και ιστορικούς συγγραφείς, τον Όμηρο και τον Ηρόδοτο (Οδύσσ. η 106 οιά τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο, πβ. Ησύχιο, μακεδνή – μακεδανή• μακρά υψηλή., Ήροδ. 1, 56 το δέ (ελληνικόν έθνος) πολυπλάνητον κάρτα… εκ δέ της Ιστιαιήτιδος ως εξανέστη υπό Καδμείων οίκεε έν Πίνδω Μακεδνόν καλεόμενον).

Τα ονόματα των θεών τους, οι μύθοι και οι μυθικοί ήρωες, τα μικρά τους ονόματα, τα ονόματα των μηνών, τα τοπωνύμια και το λεξιλόγιο της διαλέκτου των, όπως μας το διέσωσαν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς και Λεξικογράφοι και Γραμματικοί, είναι όλα πανάρχαια ελληνικά. Και όλα αυτά δεν τα μαρτυρεί μόνο ή παράδοση, άλλα τα επιβεβαιώνουν και οι ελληνικές επιγραφές πού βρέθηκαν και βρίσκονται συνεχώς σε ολόκληρη την αρχαία Μακεδονία και πού άρχισαν ήδη συγκεντρωμένες να εκδίδονται.

Αλλά και από τους ξένους επιστήμονες όσοι ως τα τέλη τού περασμένου αιώνα ασχολήθηκαν με τους Μακεδόνες και τη γλώσσα τους, κανένας δεν είχε διανοηθεί να αμφισβητήσει την ελληνικότητα της καταγωγής των.

Ήδη στα τέλη τού 17ου αιώνα και αρχές τού 18ου ονομαστοί γερμανοί φιλόλογοι της εποχής εκείνης, όπως οι Stolberg (Stolbergius) και οι Lang (Langius) ονομάζουν όλη τη μετακλασική περίοδο της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, από τα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, ως τους πρώτους μ.Χ. αιώνες, όχι μόνο ‘Ελληνική Κοινή (Hellenika Communis) ή ελληνιστική γλώσσα (Lingua Macedonica), αλλά και Μακεδονική γλώσσα (Lingua Hellinica) και Μακεδονική διάλεκτο (Macedonicus Sermo) δηλαδή τη γλώσσα την οποία ήδη οι μεταγενέστεροι Έλληνες συγγραφείς είχαν ονομάσει κοινή και την οποία αττικισταί όπως οι Μοίρις την διέστελλαν από την Αττική διάλεκτο ονομάζοντάς την απλώς Ελληνική. Σήμερα την ονομάζουμε και Αλεξανδρινή Κοινή. Έναν αιώνα αργότερα ένας άλλος γερμανός φιλόλογος οι Fr. Sturz έγραφε ολόκληρο βιβλίο με τίτλο De Dialecto Macedonica et Alexandrina, Lipsiae 1808, στο οποίο εξετάζεται επίσης ή αλεξανδρινή κοινή, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της ακμής των Μακεδόνων και τού Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του.

Οι φιλόλογοι αυτοί τονίζουν με έμφαση τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων ότι ή γλώσσα των Ελλήνων είχεν ως ξεκίνημα και αρχή τη Θεσσαλία και τη και ότι όλων των ελληνικών πόλεων και εθνών ή αρχή πρέπει να αναχθεί στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα γειτονικά μέρη. Πράγματι είναι πολύ γνωστά τα σχετικά αρχαία χωρία. Ο Ηρόδοτος π.χ. τονίζει κατηγορηματικά ότι οι Μακεδόνες είναι ελληνικό Έθνος πού κατοικούσε πρώτα στην περιοχή της Οσσας και τού Ολύμπου στην Ίστιαιώτιδα και ύστερα διώχτηκε από τους Καδμείους και εγκαταστάθηκε στην Πίνδο με το όνομα Μακεδνόν, όπου μακεδνόν έθνος ονομάζονται οι Λακεδαιμόνιοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Έπιδαύριοι και οι Τροιζήνιοι). Δεν έχει οι Ηρόδοτος καμιά αμφιβολία ότι οι Μακεδνοί αυτοί μιλούσαν γλώσσα ελληνική. Είναι Έλληνες, μας λέγει αλλού (ν, 22) όχι μόνο όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι, αλλά τυχαίνει να το ξέρω και εγώ (Έλληνας δέ τούτους είναι τους από Περδίκκεω γεγονότας κατάπερ αυτοί λέγουσι, αυτός τε ούτω τυγχάνω επιστάμενος), ενώ για τους Πελασγούς, τους οποίους θεωρεί προγόνους των Αττικών τονίζει ρητά στο προηγούμενο χωρίο (1, 56) ότι δεν ξέρει τίποτα για τη γλώσσα τους, για την οποία συμπεραίνει από τις μετακινήσεις τους ότι κάποτε ήταν ξένη, βάρβαρη, και ότι όταν αφομοιώθηκαν από τους άλλους Έλληνες άλλαξαν και ή γλώσσα τους και μιλούσαν ελληνικά (ήντινα δε γλώσσαν ίεσαν οι Πελασγοί ούκ έχω ατρεκέως είπαι). Και οι Αριστοτέλης επίσης (Μετεωρ. 353 α) τοποθετεί το ορμητήριο των παλαιών Ελλήνων (την αρχαία Ελλάδα) στο βορρά, στην Ήπειρο, στην περιοχή της Δωδώνης, ενώ αργότερα οι Πολύβιος διηγείται ότι ένας πρέσβης των Ακαρνάνων, οι Λυκίσκος, μιλώντας στους Λακεδαιμονίους ονόμασε τους Μακεδόνες πρόφραγμα (δηλ. προμαχώνα) της Ελλάδος και ότι αυτό είναι κοινή πεποίθηση όλων των Ελλήνων. Υπάρχει και οι Όλυμπος, στον οποίο όλοι οι Έλληνες τοποθέτησαν οι,τι (ιερότερο και πολυτιμότερο είχαν: τους θεούς των, από την εποχή τού Ομήρου• Ολύμπιο και Δωδωναίο ονομάζει τον πατέρα των θεών, τον Δία και ολύμπια τα δώματα όλων των άλλων Θεών. Το βουνό αυτό όμως είναι της Μακεδονίας και οι Στράβων το ονομάζει πανύψηλο μακεδονικό βουνό (μακεδονικόν όρος μετεωρότατον νιι, 329, απόσπ. 14). Εκεί στους πρόποδές του βρισκόταν το Δίον, ή ιερή πόλη των Μακεδόνων και βορειότερα, όχι πολύ μακριά, οι Αιγές, ή πρώτη τους πρωτεύουσα. Τώρα τα ερείπιά τους μαζί με τα ερείπια και της δεύτερής των πρωτεύουσας της Πέλλας, είναι αψευδείς μάρτυρες τού Ελληνισμού των, όπως και οι ακμάζουσες ως σήμερα μακεδονικές πόλεις ή Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη τη μακεδονίτιδι γράφει οι Αιλιανός ΝΑ 15 200), ή Βέροια, ή Έδεσσα, και άλλες.
* * *

Τα τέλη τού περασμένου αιώνα είναι μια εποχή θα έλεγα «πονηρή για τους λαούς της Βαλκανικής. Είναι ή εποχή κατά την οποία, μετά την επιτυχία της ελληνικής επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων το 1821, αρχίζουν και οι άλλοι λαοί της βαλκανικής χερσονήσου να αγωνίζονται για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Παράλληλα όμως αρχίζουν να αποκτούν και Ευρωπαίους «προστάτες». Αυτήν λοιπόν την εποχή παρουσιάζονται στην Ευρώπη γερμανοί κυρίως φιλόλογοι (ιστορικοί, γλωσσολόγοι) οι οποίοι ερευνούν τώρα το μακεδονικό γλωσσικό υλικό με τη μέθοδο της σχετικά νέας επιστήμης, της συγκριτικής, ΙΕ Γλωσσολογίας, οπότε αρχίζει ένα είδος διαλόγου με δημοσιεύματα και απαντήσεις καθώς διατυπώνονται τώρα από μερικούς ορισμένες επιφυλάξεις και αμφιβολίες ως προς την αρχική ελληνική καταγωγή των Μακεδόνων. Οι τελευταίοι στηρίχτηκαν κυρίως στην απουσία, όπως ισχυρίστηκαν, διαλεκτικών μακεδονικών επιγραφών πριν από τον 5ο αιώνα π.Χ,9 οπότε, όπως πιστεύουν, έγινε οι δήθεν εξελληνισμός των Μακεδόνων, και σε ορισμένες ιστορικές πηγές από τις οποίες οι κυριότερες αναφέρονται στη διάκριση πού γίνονταν κατά καιρούς από ορισμένους συγγραφείς ανάμεσα στους όρους Μακεδόνες και Έλληνες, σαν να μήν είχαμε καμιά άλλη διάκριση ονομασιών των ελληνικών φυλών από την εποχή τού Ομήρου! Άκαρνάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Δαναοί, Μυρμιδόνες, Έλληνες, Πανέλληνες, Παναχαιοί, Περραιβοί, Γραικοί, Λακεδαιμόνιοι, Ηπειρώτες, Θεσσαλοί, Κρήτες, Θηβαϊσι, Φωκεϊς, κ.ά.(Οδ.δ725)

Έτσι στο ελληνικότατο (με ελάχιστες εξαιρέσεις) λεξιλόγιο της μακεδονικής διαλέκτου, όπως μας το διέσωσαν μεταγενέστεροι λεξικογράφοι και συγγραφείς, επεσήμαναν τάχα μερικά στοιχεία συγγενικά με την Ιλλυρική, πού μας είναι κι αυτή ελάχιστα γνωστή, ενώ τον ελληνικότατο χαρακτήρα του, όπως και των τοπωνυμίων, των κυρίων ονομάτων των Μακεδόνων, την ελληνική λατρεία και την συνεχή και συνετή ελληνική δραστηριότητα των Μακεδόνων, πού δεν μπορούν να αμφισβητήσουν, προσπάθησαν να τον εξηγήσουν με τον απίθανο συλλογισμό ότι, οι Μακεδόνες εξελληνίστηκαν τάχα (πώς και από ποιους;) γύρω στον 5ο ή 6ο αιώνα π.Χ.

Στούς συλλογισμούς αυτούς και τις επιφυλάξεις απάντησαν με ανεξάντλητα επιχειρήματα Έλληνες και ξένοι επιστήμονες και κυρίως οι Γ.Ν. Χατζιδάκις με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα σε ελληνική και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Για τον δήθεν «εξελληνισμό» των Μακεδόνων χαρακτηριστική είναι π.χ. ή απάντηση πού έδωσε ήδη το 1906 οι γερμανός φιλόλογος Ο. Hoffmann (Die Makedonen, ihre sprache und ihr volkstrum, Gottingen 1906, σελ. 231): «Το ελληνικό όνομα είναι από άποψη φωνητικής και φωνητικών νόμων, όπως και της μορφολογίας του τόσο βασικά διαφορετικό από το όνομα της Θρακικής και Ιλλυρικής, ώστε το ελληνικό όνομα των Μακεδόνων να είναι αδιανόητο να θεωρηθεί: ως ενδιάμεσος τύπος ανάμεσα στο ελληνικό όνομα και το Θρακικό. Επομένως όποιος δεν θεωρεί τους Μακεδόνες Έλληνες, αυτός λογικά πρέπει να βγάλει το συμπέρασμα ότι ξαφνικά οι Μακεδόνες εγκατέλειψαν εντελώς τα πατροπαράδοτα μικρά τους ονόματα ήδη τον νι ή ν αιώνα και για να δείξουν τον θαυμασμό τους στον ελληνικό πολιτισμό πήραν τα ονόματα των Ελλήνων. Φυσικά το να αντικρούσει κανείς έναν τέτοιο ισχυρισμό το θεωρώ εντελώς περιττό».

Γενικά τον δήθεν «εξελληνισμό» των Μακεδόνων πού δεν αποδεικνύεται άλλωστε και δεν μαρτυρείται από καμιά πηγή, τον ονομάζει οι Hoffmann στον πρόλογό του «ψυχολογικό αίνιγμα.

Αλλά και όλες οι λεγόμενες «πηγές αμφιβολιών είναι πράγματι αμφίβολης αποδεικτικότητας και ως κοινό χαρακτηριστικό έχουν την απουσία εντελώς έστω και μιάς ρητής μαρτυρίας ότι οι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες και ότι δεν μιλούσαν ελληνική γλώσσα. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι Μακεδόνες ήταν αλλόγλωσσοι ή αλλόθροοι ή βαρβαρόφωνοι, όπως συνήθιζαν να ονομάζουν οι Έλληνες συγγραφείς όσους δεν μιλούσαν ελληνική γλώσσα. Όπως είδαμε οι Ηρόδοτος αναφέροντας το δωρικόν έθνος ως μακεδνόν και το Αττικόν ως καταγόμενο από τους Πελασγούς, μόνο για τους τελευταίους τονίζει ρητά ότι δεν ήξερε τι είδους γλώσσα μιλούσαν. Ο Όμηρος πού δεν αναφέρει πολλά βόρεια ελληνικά φύλα (ενώ γνωρίζει τον Άξιό) σημειώνει ότι στην Ελλάδα υπήρχαν κάτοικοι πού μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες. Στήν Οδύσσεια οι Μέντης «έπλεε έπ’ αλλοθρόους ανθρώπους» (α 183) και αλλού διηγείται ότι στην Κρήτη υπήρχαν πολλοί άνθρωποι και ενενήντα πόλεις με διαφορετική γλώσσα (άλλη δ’ άλλων γλώσσα μεμιγμένη τ 172). Στήν Ιλιάδα αναφέρει επίσης τους Κάρες ως β α ρ β α ρ οι φ ω ν ο υ ς: «Νάστης δ’ αυ Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων» Β 867). Από τη βόρειο Ελλάδα αναφέρει τους Θράκες ότι ήταν με το μέρος των Τρώων και ότι οι Τρώες είχαν συμμάχους πού μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες (πολλοί γάρ κατά άστυ μέγα Πριάμοιο επίκουροι, άλλη δ’ άλλων γλώσσα πολυσπερέων ανθρώπων… Ιλιάδ., Β 803, πβ. και Δ 437 ου γάρ πάντων ήεν ομός θρόος ούδ’ ία γήρυς, αλλά γλώσσ’ εμέμικτο, πολύκλητοι δ’ έσαν άνδρες (άραγε και οι Παίονες πού ήταν με το μέρος τους να ήταν ελληνική φυλή; — αυτάρ Πυραίχμης άγε Παίονας αγκυλοτόξους τηλόθεν εξ Αμυδώνος, άπ’ Άξιού ευρύ ρέοντος Αξιού ου κάλλιστον ύδωρ επικύρναται αίαν, Ίλιάδ., Β 843). Και οι Μακεδόνες; Το πιθανότερο είναι ότι τότε ακόμα δεν είχαν εμφανισθεί στο προσκήνιο της Ιστορίας, όπως δείχνει το χωρίο τού Άρριανού 7, 92 όπου αναφέρεται ότι οι Φίλιππος Β’ παρέλαβε τους Μακεδόνες «πλανήτας και απόρους εν διφθέραις τους πολλούς νέμοντας ανά τα όρη πρόβατα ολίγα…» (τα λόγια αποδίδει οι Αρριανός στον Μ. Αλέξανδρο, πού απευθύνεται στους μακεδόνες στρατιώτες). Και, δεύτερον, όσα λέγει οι Αθηναίος Δημοσθένης στους λόγους του εναντίον τού Φιλίππου: «μέγας ηυξήθη» (2,5), «ήρθη μέγας» (2,8) «εκ μικρού και τυχόντως γέγονεν ανελπίστως μέγας» (18,182), «μέγας γέγονεν ασθενής ών το κατ’ αρχάς» (1,12), «ευδαίμων μέγας και φοβερός πάσιν Έλλησι και βαρβάροις» (8,67), «μέγας εκ μικρού και ταπεινού το κατ’ άρχάς… ηύξηται» (9,21). Αν όμως στον Όμηρο ήταν άγνωστοι οι Μακεδόνες ή οι ποιητής δεν τους αναφέρει ως ασήμαντους κατά την εποχή των γεγονότων της Τροίας, έν τούτοις υπάρχει στα ομηρικά ποιήματα ή λέξη μακεδνός με τη σημασία ψηλός, για τις λεύκες (οιά τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο, Οδυσσ. η 106. Φυσικά δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοεί οι Όμηρος με την έκφραση «μεμιγμένη γλώσσα» και «άλλη άλλων» και επομένως δεν αποκλείεται να εννοεί μ’ αυτήν και τις διαλεκτικές διαφορές της ίδιας της ελληνικής γλώσσας. Μιά τέτοια πιθανότητα φαίνεται ιδιαίτερα στο τ 172 της Οδύσσειας πού αναφέρεται στην Κρήτη. Εκεί μνημονεύονται ανακατεμένοι οι Ετεοκρήτες, οι Κύδωνες και οι Πελασγοί με τους Αχαιούς και τους Δωριείς (…έν μεν Αχαιοί/ έν δ’ Ετεοκρήτες μεγαλήτορες, έν δε Κύδωνες / Δωριέες τε τριχάϊκες = μακρυμάλληδες). Πάντως οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς μετά τον Όμηρο, αρχίζοντας από τον Ηρόδοτο, είχαν συνείδηση πλέον των τοπικών αυτών διαλεκτικών διαφορών. Ο Ηρόδοτος π.χ. αναφέρει για τους Ίωνες ότι είχαν «τρόπους τέσσερας παραγωγέων» (1, 142).

Ενώ όμως των νοτίων Ελληνικών περιοχών οι διάλεκτοι μας είναι γνωστές, γιατί λίγο ή πολύ καλλιεργήθηκαν και μας κληροδότησαν κείμενα και επιγραφές, των βορείων ελληνικών φύλων οι διάλεκτοι δεν καλλιεργήθηκαν, γιατί λόγω της φύσεώς των, όπως θα δούμε, δεν ήταν κατάλληλες για γραπτή γλώσσα, και επομένως οι πληροφορίες γι’ αυτές είναι ελλιπείς. Πάντως δεν λείπουν οι σποραδικές αναφορές και οι νύξεις για την ύπαρξη των.

Ήδη σε ένα απόσπασμα τού έργου «Μακεδόνες» ενός κωμικού τού 5ου αιώνα π.Χ. διαπιστώνουμε το γεγονός ότι οι Μακεδόνες μιλούσαν σίγουρα μια δική τους ελληνική διάλεκτο. Είναι οι κωμικός Σ τ ρ ά τ τ ι ς και το απόσπασμα μια στιχομυθία ανάμεσα σε έναν Αθηναίο και έναν Μακεδόνα: Λέγει οι Αθηναίος: «ή σφύραινα δ’ έστι τις;» και οι Μακεδόνας άπαντά: «κέστραν μεν ύμμες ωττικοί κικλήσκετε» (τι πράγμα είναι ή σφύραινα; — αυτό πού εσείς οι Αττικοί ονομάζετε κέστρα. Πρόκειται για το ψάρι λούτσος). Στον Θουκυδίδη αναφέρονται οι Αιτωλοί ότι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των Ευρυτάνων και ότι είναι οι γνωστότατοι γλώσσαν, δηλ. εντελώς ακαταλαβίστικοι ως προς την ομιλία τους (ΙΙΙ, 94), Επίσης στον Ευριπίδη (Φοίνισσες 138) οι Αιτωλός Τυδεύς, γιος τού Οινέα, χαρακτηρίζεται ως αλλόχρως όπλοισι μιξοβάρβαρος (παράδοξος ως προς τα όπλα, μισοβάρβαρος — ίσως ως προς τη γλώσσα, πβ. Πλουτάρχου, •Αλέξ., 47, 6 εκέλευε [οι •Αλέξανδρος] γράμματά τε ελληνικά μανθάνειν και μακεδονικοίς όπλοις εντρέφεσθαι [τους νεαρούς Πέρσας]). Πολλοί εξηγούν τα χωρία αυτά στα πλαίσια μιάς υποθέσεως ότι οι Αιτωλοί είχαν αναμιχθεί τάχα τότε με Ιλλυριούς. Ότι οι Αιτωλοί ήταν ελληνική φυλή το γνωρίζουμε ήδη από την •Ιλιάδα όπου αναφέρεται ότι πήραν μέρος μαζί με τους άλλους Έλληνες στην εκστρατεία της Τροίας (Αιτωλών δ’ ηγείτο Θόας Ανδραίμονος υιός, Ίλιάδ. Β 638) και το βεβαιώνουν έπειτα και οι επιγραφές πού βρέθηκαν στην περιοχή. Αργότερα οι λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος (31,29 – 3ος αιώνας π.Χ.) μας πληροφορεί ότι οι Αιτωλοί μιλούσαν την ίδια διάλεκτο πού μιλούσαν και οι Άκαρνάνες και οι Μακεδόνες.

Βλέπουμε ωστόσο ότι τα ελληνικά αυτά φύλα των βορείων ελληνικών περιοχών, όπως της Ηπείρου, πού πρέπει να μιλούσαν «δύσκολες» ελληνικές διαλέκτους, δεν δίσταζαν ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς της «πολιτισμένης» νότιας Ελλάδας, όπως οι Θουκυδίδης, να τα ονομάζουν «βάρβαρα» και τη διάλεκτό τους «βάρβαρη», όπως δεν δίσταζε και οι Δημοσθένης να αποκαλεί τον Φίλιππο και τους Μακεδόνες «βαρβάρους». Βαρβάρους π.χ. αποκαλεί οι Θουκυδίδης τους Χάονες, τους Θεσπρωτούς και τους Μολοσσούς (βλ. Π. 80-81). Ακόμα και ή διάλεκτος της Λέσβου χαρακτηρίζεται σε ένα χωρίο τού Πλάτωνος βάρβαρη. Συγκεκριμένα στον Πρωταγόρα (341 ) οι Πρόδικος λέγει για τον Λέσβιο Πιττακό ότι οι Σιμωνίδης κατηγορώντας τον τον θεωρεί ότι είναι γαλουχημένος με γλώσσα βάρβαρη (— Αλλά τι οίει, έφη, λέγειν, ώ Σώκρατες, Σιμωνίδου άλλο, ή τούτο, και ονειδίζειν τω Πιττακώ ότι τα ονόματα ούκ ηπίστατο ορθώς διαιρείν άτε Λέσβιος ών και έν φωνή βαρβάρω τεθραμμένος;) Ότι όμως βάρβαρος δεν σημαίνει στους αρχαίους πάντοτε ξένος φαίνεται καθαρά και από το γεγονός ότι ελληνικότατες λέξεις χαρακτηρίζονται πολλές φορές από λεξικογράφους ή άλλους συγγραφείς «βάρβαρες» (π.χ. το δέ ευκαιρείν βάρβαρον, — φάγομαι βάρβαρον, λέγε ούν έδομαι (Φρύνιχος), αφεδρών και λουτρών βάρβαρα (Σουίδας) κλπ.

Ύστερα άπ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς ότι τα χωρία των αρχαίων συγγραφέων πού αναφέρονται στη γλώσσα των Μακεδόνων, όταν την χαρακτηρίζουν μόνο Μακεδονική, υπογραμμίζουν απλώς ότι πρόκειται για ελληνική διάλεκτο. Και ακριβώς αυτήν την έννοια έχουν οι όροι «μακεδονίζειν» και «μακεδονιστί», όταν αναφέρονται στη γλώσσα των Μακεδόνων, όπως έχουν και οι αντίστοιχες αιολίζειν και αιολιστί, αττικίζειν και αττικιστί, δωρίζειν και δωριστί, ιωνίζειν και ιωνιστί κλπ. Κι ακόμα το ίδιο εκφράζουν και οι λατινικές φράσεις Patius Sermo του Curtius και Macedonicus Sermo τού Σενέκα.

Σαφείς υπαινιγμούς για την ελληνική διάλεκτο των Μακεδόνων έχουμε στα χωρία: Τού Πλουτάρχου, Πύρρος, Π. όπου αναφέρεται ότι οι Πύρρος εγκατέστησε, λέγει, στη Μακεδονία φρουρά από άνδρες οι οποίοι προσποιήθηκαν ότι είναι Μακεδόνες («…ήσαν δε τινες ους οι Πύρρος εγκαθίει προσποιουμένους είναι Μακεδόνας…) και τού Παυσανία ιν, 29,1 οι οποίος περιγράφει μια σκηνή όπου οι Μεσσήνιοι αναγνώρισαν εκείνους πού τους πλησίασαν νύχτα, από την ομιλία και τα όπλα τους ότι είναι Μακεδόνες («…εκ τε των όπλων και της φωνής Μακεδόνας και Δημήτριον τον Φιλίππου γνωρίζουσιν όντας»).

Για την εποχή της Μεσαιωνικής Ελληνικής και της πρώιμης Νέας Ελληνικής οι πληροφορίες πού έχουμε σχετικά με την ιδιωματική γλώσσα των Μακεδόνων και των άλλων βορείων Ελλήνων είναι ελάχιστες. Από τα τέλη όμως τού περασμένου αιώνα αρχίζει ή συστηματική έρευνα των ιδιωμάτων αυτών στα πλαίσια της μελέτης της νέας Ελληνικής γλώσσας. Ένα από τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής ήταν να διαπιστωθούν δυο βασικά γνωρίσματα των βορείων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής τα οποία σε γενικές γραμμές είναι: 1) ή τροπή των εκάστοτε ατόνων φωνηέντων e (ε, αι) σε ι και ο (ο, ω) σε ον, π.χ. γιλώ (γελώ), πιθιρός (πεθερός), κιντώ (κεντώ), κιρός (καιρός), λιμός (λαιμός), πιδί (παιδί) κ.ά. και 2) ή αποβολή των εκάστοτε ατόνων ι και ου, π.χ. κ’νώ (κινώ), ψ’λά (ψηλά), ψ’κή (ψυχή), π’νώ (πεινώ), κ’λιά (κοιλιά) κ.ά. και β’νό (βουνό), δ’λειά (δουλειά), π’λί (πουλί) κ.ά. ή οποία όμως δεν συμβαίνει πάντοτε.

Παρουσιάστηκε έπειτα το πρόβλημα πότε διαμορφώθηκαν τα δυο αυτά βασικά γνωρίσματα στις περιοχές αυτές. Οι γνώμες πού διατυπώθηκαν κατά καιρούς από Έλληνες και ξένους γλωσσολόγους ήταν πολλές. Μολονότι όμως ήδη το 1898 οι Κ. Dieterich επεσήμανε παρουσία των γνωρισμάτων αυτών σε επιγραφή από τη Θεσσαλία τού 2ου αιώνα π.Χ. ή γνώμη του δεν έγινε αποδεκτή. Από τους άλλους κυριότερους μελετητές τού προβλήματος οι Γ. Χατζιδάκις τοποθετούσε τη διαμόρφωση των δυο αυτών γνωρισμάτων στον 16ο μ.Χ. αιώνα (1892, 1905), οι Ν. Ανδριώτης τον 10ο μ.Χ. αιώνα (1924), και τελευταία οι Γ. Μπαμπινιώτης τον 6ο μ.Χ. αιώνα (1977) (μόνο ως προς την τροπή των ατόνων ε και ο).

Στo μεταξύ οι Α. Γ. Τσοπανάκης (1955) διερωτήθηκε μήπως, αν ή γνώμη τού Κ. Dieterich είναι σωστή, θα μπορούσαμε να δεχτούμε και την ύπαρξη μιάς ζώνης όπου επικρατούσε μια αιολική κοινή και να τη συσχετίσουμε με τη σημερινή ζώνη των βορείων νεοελληνικών ιδιωμάτων.

Σε δημοσίευμά μου σχετικό με την παλαιότητα των δύο αυτών γνωρισμάτων, από αφορμή μια λέξη τού ποιητή της Αλεξανδρινής εποχής (3ος αιώνας π.Χ.) Ηρώνδα, τη λέξη προύν(ε)ικος, υποστήριξα την υποψία αυτή τού Τσοπανάκη με συγκεκριμένα στοιχεία και τοποθέτησα την αρχή του τον 3ο αι. π.Χ.20

Και πρώτα πρώτα το μοναδικό παράδειγμα τού Κ. Dieterich από τον 2ο π.Χ. αιώνα το πλούτισα με περισσότερα και παλαιότερα από τον αιώνα αυτόν, φθάνοντας ως τον 3ο, πού είναι και ή εποχή κατά την οποία αρχίζει ή ισοχρονία των φωνηέντων, μολονότι υπάρχουν και ακόμα παλιότερης εποχής. Έπειτα τη γνώμη ότι τα γνωρίσματα αυτά πρέπει να διαμορφώθηκαν αρχικά στις περιοχές της Βοιωτίας, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, όπου κυριαρχούσε παλαιότερα ή Αιολική διάλεκτος, την υποστήριξα και με το επιχείρημα ότι υπάρχουν σήμερα στη Νεοελληνική Κοινή λέξεις πού διατήρησαν τα γνωρίσματα αυτά τουλάχιστον από τη μεσαιωνική εποχή. Οι λέξεις αυτές ασφαλώς απλώθηκαν στην Ελληνική Κοινή κατά τη μεταγενέστερη και μεσαιωνική εποχή από τις περιοχές αυτές, όπου και σήμερα τα γνωρίσματα αυτά κυριαρχούν ως νόμος, π.χ. βουίζω, βουβός, γουφάρι, κουβαλώ, κουδούνι, σφουγγάρι κλπ.

Προσπάθησα επίσης να εξηγήσω την σποραδική γραπτή παράδοση των γνωρισμάτων αυτών, υποστηρίζοντας ότι επειδή πρόκειται για γνωρίσματα της προφορικής ομιλίας, κατά την οποία οι τύποι των λέξεων αλλοιώνονται, οι λέξεις αυτές δεν κρίνονται κατάλληλες και να γράφονται, παρά μονάχα εκείνες οι οποίες από την πολλή χρήση γίνονται κοινές και όχι όλες, π.χ. ενώ λέμε κάτσε, δεν το γράφουμε εύκολα.

“Ας δούμε τώρα αν υπάρχουν τα βασικά αυτά φωνητικά γνωρίσματα των βορείων ελληνικών ιδιωμάτων και στο μακεδονικό λεξιλόγιο, όπως μας το διέσωσαν οι μεταγενέστεροι λεξικογράφοι και συγγραφείς και τελευταία και οι επιγραφές. Όπως είναι γνωστό το λεξιλόγιο της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου αποτελείται από εκατόν πενήντα περίπου προσηγορικά ονόματα (117, σύμφωνα με την αρίθμηση τού Ε. Degani), ενώ οι επιγραφές μας προσφέρουν κυρίως κύρια ονόματα, πολλά από τα οποία παρουσιάζουν γνωρίσματα της μακεδονικής διαλέκτου.

Στήν εργασία μου για τη λέξη προύν(ε)ικος ανέφερα ως τροπή ο(ω) σε ου τις λέξεις ακρουνοί και κυνούπες από τα δυο λήμματα τού Ησυχίου: ακρουνοί – όροι [= όρη] υπό Μακεδόνων και κυνούπες• άρκτος, Μακεδόνες. Και οι δυο λέξεις οδηγούν στις ονομαστικές άκρων και κύνωψ, πβ. μύ-ωψ, και το λήμμα: άκρουν• όρους κορυφή ή όρος (Ησύχιος).

Σημαντικό τώρα είναι ότι οι Ησύχιος (5ος μ.Χ. αιώνας) αντιγράφει από παλαιότερους Λεξικογράφους και άλλους συγγραφείς, άλλα δεν μας δίνει και χρονολογικές πληροφορίες για τίς μακεδονικές λέξεις, όπως και για τα άλλα λήμματά του. Υπάρχει κάποια χρονολόγηση όταν μας αναφέρει τους συγγραφείς άπ’ όπου παίρνει τα λήμματά του. Όταν π.χ. αναφέρει τον Μακεδόνα Α μ ε ρ ί α τότε ξέρουμε ότι ή λέξη ήταν σε χρήση στους Μακεδόνες τουλάχιστον τον 3ο αιώνα π.Χ. Για τις άλλες λέξεις όμως δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε την εποχή κατά την οποία χρησιμοποιούνταν, παρά μονάχα ότι μπορεί να είναι αρχαίες, μεταγενέστερες ή πρώιμες μεσαιωνικές (ως την εποχή του).

Πιστεύοντας πάντοτε ότι τα δυο βασικά γνωρίσματα των σημερινών βορείων ελληνικών ιδιωμάτων (της Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδος και νησιών τού Β. Αιγαίου) είναι παλαιά (ξεκινούν τουλάχιστο από τον 3ο αιώνα π.Χ.), ξανακοίταξα με κάποια προσδοκία το γλωσσικό υλικό πού αποδίδεται στους αρχαίους Μακεδόνες και Κυρίως τις λέξεις εκείνες πού δεν ετυμολογήθηκαν ακόμα. Πολλοί προτείνουν διάφορες ετυμολογίες, πιστεύοντας ότι είναι, είτε ελληνικής αρχής, είτε ξενικής (θρακικής, Ιλλυρικής, φρυγικής κλπ.), χωρίς όμως ως τώρα να λάβουν υπόψη και το γεγονός ότι αιτία της ετυμολογικής επισκοτίσεώς των μπορούσε να ήταν [και] τα δύο αυτά γνωρίσματα. Ήδη στο βιβλίο μου ιστορία της ελληνικής γλωσσάς, μιλώντας για τίς λέξεις αυτές της Μακεδονικής διαλέκτου, είχα τονίσει μεταξύ άλλων: «…κανένας όμως δεν μπορεί να αποκλείσει, νομίζω, και την περίπτωση μερικές από τίς λέξεις αυτές να είναι ελληνικής αρχής, άλλα να φαίνονται ξενικές εξαιτίας των φωνητικών κλπ. μεταβολών πού τυχόν έχουν υποστεί με το πέρασμα τού χρόνου…». Στήν έρευνά μου αυτή δεν διαψεύστηκα. Σάς παρουσιάζω σήμερα δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Πρόκειται για τις λέξεις των αρχαίων Μακεδόνων: δ ρ ή γ ε ς και Β λ ο υ ρ ε ί τα ι ς.

Η πρώτη μας παραδίδεται από τον Ησύχιο, στη λέξη δρήγες, και σημαίνει σπουργίτια (στρουθοί): δρήγες• στρουθοί Μακεδόνες. Η δεύτερη είναι ένα επίθετο της θεάς Άρτεμης και αναφέρεται σε μια επιγραφή πού βρέθηκε στο χωριό Επισκοπή στην περιοχή της Σκύδρας στη Μακεδονία. Η επιγραφή είναι τού 3ου αιώνα μ.Χ. (253 μ.Χ. περίπου).

Η λέξη δρήγες είναι οι πληθυντικός μιάς αμάρτυρης αρχαίας ελληνικής λέξεως *δείρηξ και σχηματίστηκε από τη γνωστή αρχαία ελληνική λέξη δειρά (δειρή) = λαιμός, τράχηλος (πβ. περι-δέραιον). Από αυτή τη λέξη σχηματίστηκε και ή λέξη δειρ-ήτης, ή οποία αναφέρεται από τον Αθήναιο ότι τη χρησιμοποιούσαν οι Ηλείοι στην Πελοπόννησο και έχει την ίδια σημασία με τη μακεδονική δρήγες, δηλ. στρουθοί, σπουργίτια. Το δρήγες προήλθε από τον πληθυντικό τού *δείρηξ (πβλ. ίρηξ, πέρδιξ κ.ά.) δείρηγες (στον Ησύχιο έχουμε αδέσποτο: δίρηγες), άπ’ όπου με κατέβασμα τού τόνου στην παραλήγουσα προήλθε οι τύπος *δειρήγες (οι Ησύχιος αναφέρει και πάλι τύπο δηγήρες). Ύστερα, με την αποβολή πλέον τού άτονου ει (το ει ξέρουμε ότι προφέρονταν ι ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ.) σύμφωνα με τον ένα από τους δυο γνωστούς νόμους των βορείων ιδιωμάτων, το δειρήγες έγινε: δρήγες (ή ονομαστική δρήξ δεν μαρτυρείται).

Το επίθετο Βλουρείτις αναφέρεται στην επιγραφή ως εξής:

Άρτεμιν αγροτέ- / ραν Γαζωρείτι- / δα και Βλουρείτιν… Για το επίθετο Γαζωρείτις ξέρουμε ότι προέρχεται από τη γνωστή μακεδονική πόλη Γάζωρος. Τι είναι όμως το Βλουρείτις; Ως τώρα δεν είχε δοθεί ικανοποιητική απάντηση. Και όμως ή λέξη είναι και πάλι ελληνική. Είναι τύπος της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου τού επιθέτου Φιλ-ορείτης, το θηλ. Φιλ-ορείτης. Το Φιλ-ορείτης ως φιλ-ωρείτης μας το διέσωσε ένας επιγραμματοποιός των χρόνων τού Αυγούστου, οι Ερύκιος και αναφέρεται στον Πάνα (Πανί φιλωρείτα…, βλ. Παλατινή Ανθολογία νι, 96). Το θηλ. φιλ-ορείτις έγινε στη διάλεκτο των αρχαίων Μακεδόνων βλουρείτις κανονικά με την γνωστή πρώτα τροπή τού φ σε β, την αποβολή έπειτα τού άτονου ι και την τροπή τού άτονο ο σε ου: > φιλο-> βιλο- > βλο- > βλου.
Τελειώνοντας θα αναφέρω μια ακόμα ανετυμολόγητη μακεδονική λέξη πού παρουσιάζει ένα γενικότερο γνώρισμα της Ελληνικής γλώσσας.

Στό λήμμα τού Ησυχίου γάρκαν• ράβδον, Μακεδόνες, ή λέξη γάρκαν δεν έχει ακόμα ετυμολογηθεί σίγουρα (οι Degani, Ελληνικά 35, 1984, 14, χαρακτηρίζει το έτυμον Obscurum). Και όμως πρόκειται εδώ για την ελληνικότατη λέξη τον ή την χάρακα(ν), αιτιατική της λέξεως οι, ή χάραξ, ή οποία με τη γνωστή μακεδονική τροπή τού χ σε γ και την αποβολή τού α (κατά τον λεγόμενο νόμο τού Kretschmer) μετατράπηκε σε γάρκαν (το τελικό -ν, κατά τα ημέραν, χώραν κλπ.). Ή λέξη σημαίνει στην αρχαία Ελληνική και «ράβδος δισχιδής κατά το έν άκρον προς υποστήριξιν κλημάτων αμπέλου κοινώς “κάμαξ”.

Και είναι αυτός ένας ακόμα αψευδής μάρτυρας της συνεχούς παρουσίας τού μακεδονικού Ελληνισμού στην πολύπαθη γη των πατέρων μας.

Α. Ι. Θαβώρης
ΠΗΓΗ: Γ. Μπαμπινιώτης, Η γλώσσα της Μακεδονίας, εκδ. Όλκος 1992.

Πηγή: Μaccunion