Archive

Posts Tagged ‘Εμβέρ Χότζα’

Η τραγική ειρωνεία της τύχης…

Όταν το 1989 στη Δερβιτσάνη είχε έρθει ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησής του Αντώνη Σαμαρά, η πλατεία μπροστά στο Πολιτιστικό Μέγαρο ήταν κατάμεστη από Βορειοηπειρώτες: από παιδιά, μεσήλικες και υπερήλικες, που είχαν έρθει από τα τέσσερα άκρα της Βορείου Ηπείρου.

Ήταν η περίοδος που φαινόταν πως η Αλβανία βρισκόταν σε τροχιά «ελεύθερης πτώσης» και οι ελπίδες του λαού της για ελευθερία και δημοκρατία είχαν αναπτερωθεί. Τότε η λαοθάλασσα της Δερβιτσάνης, για πρώτη φορά στα μεταπολεμικά χρονικά της Αλβανίας, θα γιουχάιζε ανοιχτά των πρωθυπουργό Αντίλ Τσαρτσάνη. Χρειάστηκε η παρέμβαση του Έλληνα πρωθυπουργού ώστε να ηρεμήσει το πλήθος.

Σ’ εκείνη τη συγκέντρωση, μπροστά στη λαοθάλασσα, Μητσοτάκης και Σαμαράς επεσήμαναν το γεγονός πως ο δρόμος προς την ελευθερία είχε ανοίξει διάπλατα και πως η Μητέρα Πατρίδα τούς περίμενε με ανοιχτές αγκάλες.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι Βορειοηπειρώτες πήραν τα βουνά, μέσα στα χιόνια και κάτω ακόμη και από τις σφαίρες των Αλβανών συνοριακών φρουρών κατέφθαναν κατά εκατοντάδες στην Πατρίδα τους, που τόσο αγαπούσαν, που τόσο λαχταρούσαν όλα αυτά τα χρόνια της δικτατορίας. Ήταν τότε που Μητσοτάκης και Σαμαράς θεωρήθηκαν από τους Βορειοηπειρώτες ως «Μεσσίες».

Οι Βορειοηπειρώτες πράγματι εκπλήρωσαν το όνειρό τους να ζήσουν στην πατρίδα τους την Ελλάδα. Και νόμισαν πως εκεί θα τους περίμενε ο παράδεισος, εκείνος ο παράδεισος για τον οποίο τους επιβεβαίωσε στη Δερβιτσάνη ο κ. Σαμαράς. Νόμισαν πως, όταν θα έφταναν εκεί, θα έπιαναν πλέον αυτό τον παράδεισο και θα ξεχνούσαν την κόλαση στην οποία έζησαν δεκάδες χρόνια υπό το στυγνό καθεστώς του Εμβέρ Χότζα.

Τι συνέβηκε όμως στην πραγματικότητα; Ενώ τα αδέρφια τους οι ελλαδίτες τους περίμεναν όπως ο αδερφός τον αδερφό, δε συνέβηκε το ίδιο και με την Ελληνική Πολιτεία. Και τότε, από την αρχή, οι Βορειοηπειρώτες ήταν υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν έναν νέο αγώνα για να αποκτήσουν εκεί στην πατρίδα τους τα δικαιώματά τους ως Έλληνες και όχι ως αλλοδαποί. Πράγμα πολύ δύσκολο, αφού η γραφειοκρατία, ίσως ακόμη και η πραγματική βούληση των κυβερνώντων, έκαναν τη δουλειά τους.

Όλοι οι Βορειοηπειρώτες γνωρίζουν καλά τι αγώνας χρειάστηκε ακόμη και για να φύγει από πάνω τους η ρετσινιά του αλλοδαπού, του Αλβανού. Τότε μερικοί από τους Βορειοηπειρώτες αναγκάστηκαν μέσα στην οργή και την απελπισία τους να αναφωνήσουν: «Τι είμαστε τέλος πάντων εμείς; Πηγαίνουμε στην Ελλάδα, μας αποκαλούν Αλβανούς, πηγαίνουμε στην Αλβανία, μας αποκαλούν σκατοέλληνες!». Χρειάστηκε σκληρός αγώνας ώστε να πειστούν οι κυβερνώντες για την θεώρηση πολλαπλών διαδρομών, την πεντάχρονη βίζα, το ΕΔΤΟ, την απόδοση της ιθαγένειας, το βιβλιάριο υγείας, τη σύνταξη του ΟΓΑ στους υπερήλικες κτλ. κτλ.

Νόμισαν οι Βορειοηπειρώτες πως, έστω και αργά και με το σκληρό τους αγώνα, θα τελείωναν πλέον τα βάσανά τους μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. Όμως δεν ήταν γραφτό. Οι καλαμαράδες των Αθηνών, δεξιοί και αριστεροί (με εξαιρέσεις πάντα, διότι κάθε κανόνας έχει και εξαιρέσεις), ήταν πάντα ψυχροί και θα τολμούσα να πω «δολοφόνοι» του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού. Και άρχισαν σταδιακά να αφαιρούν χωρίς καθόλου να ντρέπονται, όσα είχαν αποκτήσει με τον αγώνα τους οι Βορειοηπειρώτες και αυτά τα όσα ήταν ό,τι δικαιούνταν ως Έλληνες. Στην αρχή έκοψαν από τους νεότερους το βιβλιάριο υγείας με το δικαιολογητικό ότι δεν μένουν στην Ελλάδα και να τους κάνουν να πεθαίνουν ακόμη και για μία απλή εγχείρηση στα ανύπαρκτα νοσοκομεία της Αλβανίας. Στη συνέχεια έκαμαν γολγοθά ακόμη και την ανανέωση του ΕΔΤΟ, αφού ζητούσαν λαγούς με πετραχήλια. Η απόδοση της ιθαγένειας άρχισε και συνεχίζεται με ρυθμούς χελώνας, για να μην πούμε πως έχει διακοπή.

Ήρθε όμως και το τελευταίο πλήγμα, το πιο δολοφονικό, το πιο προδοτικό, εκείνο που πραγματικά έβαλε την ταφόπετρα στο μαρτυρικό χώρο της Βορείου Ηπείρου. Με το σκεπτικό της μη μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα, αρχικά έκοψαν τη σύνταξη του ενός εκ των δύο Βορειοηπειρωτών συζύγων και τώρα και στους δύο. Έδωσαν δηλαδή τη χαριστική βολή σε εκείνους που επί μισό αιώνα και σε αντίξοες συνθήκες, όχι μόνο κράτησαν μέσα τους αναμμένη τη φλόγα του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης, αλλά τα μεταλαμπάδευσαν αυτά και στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους. Η σύνταξη της πείνας των 300 ευρώ, από τη μια μεριά τους έκανε τουλάχιστον υπερήφανους γιατί τους σκεφτόταν η Μητέρα Πατρίδα, ενώ από την άλλη τους έδινε το έναυσμα να παραμείνουν με αξιοπρέπεια στα πατρώα τους εδάφη και να κρατούν ζωντανά τα χωριά της Βορείου Ηπείρου, αφού οι νέοι αναγκάστηκαν να φύγουν για τους γνωστούς πλέον λόγους.

Το 1989 στη Δερβιτσάνη ο Σαμαράς τους υποσχέθηκε τον ελληνικό παράδεισο και τους παρότρυνε να εγκαταλείψουν το μαρτυρικό χώρο της Βορείου Ηπείρου και να εγκατασταθούν στη μητέρα τους την Ελλάδα. Μάρτης του 2013, μετά από 24 χρόνια, το ίδιο άτομο, ο Αντώνης Σαμαράς, ο κάποτε «Μεσσίας», τούς δολοφονεί εν ψυχρό με τη διακοπή της σύνταξης του ΟΓΑ.

Αυτή είναι η τραγική ειρωνεία της τύχης…

Πηγή: Βορειοηπειρωτικά

Μιχ.Παντούλας: Η πατρίδα να μείνει αντρόπιαστη στην ψυχή του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού!

Μιχάλης ΠαντούλαςΑνοιχτή επιστολή στην πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας από τον γνώριμο των Βορειοηπειρωτών, κ. Μιχάλη Παντούλα, φιλόλογο και τ. βουλευτή Ιωαννίνων.

Σήμερα, 21 Φεβρουαρίου 2013, που γιορτάζουμε την εκατοστή επέτειο των ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ της πόλης των Ιωαννίνων και του μεγαλύτερου τμήματος της μείζονος Ηπείρου από τον οθωμανικό ζυγό πέντε αιώνων, θεώρησα πρέπον να μιλήσω δημόσια για τη λάθος απόφαση της μητέρας πατρίδας σε βάρος του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κι απ’ ότι έμαθα με προέκταση στον Ελληνισμό της Πόλης, της Τενέδου και της Ίμβρου.

Τα μεγάλα μυαλά της διοικητικής και πολιτικής γραφειοκρατίας των Αθηνών βρήκαν το φάρμακο να χτυπηθεί στη ρίζα της η οικονομική κρίση, που μαστίζει την Ελλάδα. Και τούτο θα συμβεί αν παύσει να χορηγείται το μικρό χρηματικό βοήθημα στους υπερήλικες Βορειοηπειρώτες, που η ίδια η ελληνική πολιτεία, για προφανείς λόγους, είχε καθιερώσει πριν από μερικά χρόνια.
Θέλω να πιστεύω ότι η ασυνέπεια αυτή, που αν δεν προσέξουμε μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία με δική μας αποκλειστικά ευθύνη, στο τέλος θα αποτραπεί. Όσοι σοφίστηκαν όλα τούτα πρέπει να μάθουν ότι στην κατηγορία των ανθρώπων, που έπαιρναν έως τώρα το μικρό αυτό βοήθημα, είναι οι συμμαθητές του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια από το σχολείο της Πωγωνιανής, οι πατριώτες που το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τους απένειμε το μετάλλιο του Έθνους γιατί στα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Εμβέρ Χότζα κράτησαν αμόλυντη την ελληνική συνείδηση και ταυτότητα, εκείνοι που σε πείσμα της αλβανικής εθνικιστικής υστερίας μετέδωσαν στα παιδιά και στα εγγόνια τους την περηφάνεια του Έλληνα και οι απόγονοι των εθνικών μας ευεργετών από την Κορυτσά, την Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο, τους Αγ. Σαράντα, τη Χειμάρα που τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής τούς στέρησαν από τις οικογένειές τους και τους κατέθεσαν στο ταμείο του Έθνους για τη δόξα της νεοσύστατης Ελλάδας.
Μου είναι αδύνατο να φανταστώ ότι όσοι παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ξεχνούν να συμπεριλάβουν στους λογαριασμούς τους τον “πολλαπλασιαστή” του εθνικού ωφέλους και του εθνικού κόστους. Γι’ αυτό και θέλω να ελπίζω -η συνείδησή μου το απαιτεί- η λάθος αυτή απόφαση να αναθεωρηθεί τώρα. Κι αν η πατρίδα το μικρό αυτό χρηματικό βοήθημα θέλει να το κάνει μικρότερο, ας το αποφασίσει. Είναι προφανές ότι το θέμα δεν είναι οικονομικό. Αφορά τον πυρήνα της σχέσης εμπιστοσύνης και αξιοπρέπειας της μητροπολιτικής Ελλάδας με τμήματα του οικουμενικού Ελληνισμού, που στην ιστορική τους διαχρονία διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην πνευματική και εθνική ολοκλήρωση του Γένους. Για δυο δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, που στον κάθε Έλληνα φορολογούμενο αντιστοιχεί το ποσό των τριών ευρώ το χρόνο, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ντροπιάσει την Ελλάδα.
Και επειδή ο δικός μου λόγος δεν είναι τόσο δυνατός, που να μπορεί να ανατρέψει αποφάσεις, θέλω την ανοιχτή αυτή επιστολή να τη συνοδεύσω με ένα συγκλονιστικό ανέκδοτο κείμενο. Γράφτηκε στα 1956 και εξακολουθεί να είναι επίκαιρο μέχρι σήμερα. Συντάκτης του ο Βορειοηπειρώτης Θύμιος Λιώλης από το Βούρκο των Αγ. Σαράντα. Ο συμμαχητής του Παύλου Μελά, ο οπλαρχηγός του αγώνα για την απελευθέρωση της Ηπείρου και της Αυτόνομης Ήπειρου, ο πρωτοπόρος της αντίστασης εναντίον των Ιταλογερμανών κατακτητών. Ο “άγιος” του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, που η γνώμη του είχε την ίδια απήχηση με τις προφητείες του πατρο-Κοσμά του Αιτωλού. Ο νέος Μακρυγιάννης με την τίμια και καθαρή ψυχή. Την επιστολή μού την εμπιστεύτηκε, πριν από δύο περίπου χρόνια, ο εγγονός του Χρήστος Λιώλης και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Έκρινα ωφέλιμο να τη δημοσιοποιήσω τώρα, με την πεποίθηση ότι το δυνατό μήνυμα που αυτή εκπέμπει θα δρομολογήσει θετικές πρωτοβουλίες στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο για την άμεση αναθεώρηση της κυβερνητικής απόφασης, που τη διακρίνει μία απίστευτη όσο και επικίνδυνη επιπολαιότητα. Αναμένουμε…

Ιδού το κείμενο της ιδιόχειρης επιστολής του Θύμιου Λιώλη:

Προς τον Ύπατον Πρόεδρον της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Αμερικής
Αξιότιμον κύριον Κων/ντίνον Δήμαν
Εις Αθήνας

Παιδί μου
Σε σένα τον θαυμάσιον και άξιον αγωνιστήν της ιεράς βορειοηπειρωτικής ιδέας, Σε σένα την πιο μεγάλη ελπίδα της δύσμοιρης Βορειοηπειρωτικής μας πατρίδος, απευθύνεται ένας παλαίμαχος αγράμματος και αντρόπιαστος αγωνιστής, σαν πατέρας για να σου πω πρώτα – πρώτα καλώς ορίσατε, ως ευλαβής προσκυνητής στην ελεύθερη Ελληνική πατρίδα, αλλά παράλληλα να σου ’μολογήσω και τα βάσανα της μαύρης μου ξενιτιάς και των γηρατιών μου το κατάντημα.
Δεν πρόκειται να σας συστηθώ ούτε να σας αραδιάσω τους αγώνας μου που έκαμα -καθήκον μου άλλωστε ελάχιστον προς την αγαπημένη μας πατρίδα- γιατί λίγο πολύ ο Θεός και η τύχη έφεραν την φτωχειά φήμη του ονόματός μου στ’ αυτιά σας. Είμαι ο οπλαρχηγός του Βούρκου Θύμιο-Λιώλης, που από τα νειάτα μου μέχρι τα βαθειά μου γεράματα κράτησα με τιμή το καριοφύλι της Λευτεριάς όσο μπορούσα άξια στον τόπο μας και έχω αθάνατα και αδιάψευστα παράσημα τις άμετρες λαβωματιές στο βασανισμένο μου κορμί.
Όταν ήμουν νέος αλώνιζα τις ράχες και τα κορφοβούνια της πατρίδος μας ωσάν λεύτερος σταυραετός. Τώρα όμως και μάλιστα ύστερα από τον βάρβαρο ξυλοδαρμό που υπέστην στις φυλακές Αβέρωφ υπό των ατίμων Ιταλών, ότε το 1941 συλληφθείς εις Αθήνας και μετέπειτα μεταφερθείς εις Τίρανα, τσακίστηκα και σωροβολιάστηκα κυριολεκτικώς σωματικά και ψυχικά. Μη νομίσης πως το ρίχνω κάτω, όχι θα κρατηθώ υπερήφανος για να μη γίνω περίγελος των εχθρών της πατρίδος μας. Σε σένα όμως που είσαι ένας αγνός αγωνιστής πρέπει να σου πω την αλήθεια.
Η φτωχειά πατρίδα Ελλάς μού εχορήγησε μια φτωχειά σύνταξη οπλαρχηγού τριακοσίων πενήντα δραχμών μηνιαίως αρκετή μόνον για να χορταίνη «ντουάνι» (καπνό) το τσιμπούκι μου. Επειδή στα νειάτα μου και στα γερατιά μου ή αγωνιζόμουν στα βουνά ή βρισκόμουν στα μπουντρούμια των φυλακών, δεν γκαζάντισα για τα γηρατιά μου. Αυτό δεν το λογαριάζω αν και με σφύγγει η ανάγκη της στερήσεως, γιατί αφού δεν πέθανα από τόσα βόλια των αρβανιταραίων δεν θα πεθάνω από ψωμί στην Αθήνα. Αν όμως συμβή το τελευταίο, τότε ασφαλώς προσωπικώς δεν θα πεθάνω ντροπιασμένος, γιατί σε άλλους θα ανήκη το προνόμιο της ντροπής.
Τελευταίως ήρχισαν μια δυσφημιστικήν εκστρατείαν εναντίον μου -προφανώς όργαναν της αλβανικής προπαγάνδας- και κάνουν μια άτιμον κριτικήν της πολύχρονης αγωνιστικής μου δράσεως. Εις αυτούς απάντησεν η τιμητική δι’ εμέ τελευταία αποκήρυξις των Τιράνων. Αν θέλουν πιο ντρίτα απάντηση τους προκαλώ παρ’ όλον τον όγκον χωρίς να λογαριάζω τα 78 μου χρόνια να έρθουν να αναμετρηθούμε εκεί που αναμετρούνται τα παληκάρια. Εκεί θα μάθουν οι συκοφάντες μου τα γιατάκια μου, εκεί θα τους δείξω τις βρύσες πού ‘πινα νερό, εκεί θα βρίσκονται ακόμη άθαφτοι οι συντρόφοι μου και ίσως κάτω από τα απάτητα χιόνια να βρούμε αίμα από τις άμετρες λαβωματιές μου.
Δεν μπορώ να βρω αρχή και τέλος γιατί πενήντα χρόνια ιστορία δεν μπορώ να την συμπεριλάβω σε μια αναφορά μου. Ένα θέλω κυρίως να σου πω, θέλω να σε ιδώ γιατί νομίζω πως τώρα ήρθατε από την πατρίδα και κάτι θα μου πείτε. Επειδή άκουσα και πίστεψα ότι έχεις αισθήματα γνησίου και τιμίου Χειμαρριώτου, θέλω να σε ιδώ. Μη διστάξης να δεχθής έναν αγνόν αγωνιστήν, επειδή έχει το θλιβερόν προνόμιον να είναι πάμπτωχος.
Εκεί που θα πας να προσκυνήσης -όπως έμαθα- τα Άγια χώματα της πατρίδος μας, στείλε τα χαιρετίσματα στους ζωντανούς και τους πεθαμένους από το Θύμιο Λιώλη.
Σε χαιρετώ
Με πατριωτική Αγάπη
Θύμιος Λιώλης
Οπλαρχηγός Βούρκου Β. Ηπείρου

Πρωινός Λόγος

Πηγή: Βορειοηπειρωτικά

Κάναμε το λάθος με τους Σκοπιανούς, να μην το επαναλάβουμε με τους Τσάμηδες

Είναι απαραίτητο να επιδειχθεί η δέουσα προσοχή, στις διαφαινόμενες προθέσεις των Αλβανών να επιτείνουν τις προσπάθειές τους για δημιουργία “θέματος Τσάμηδων”

Είναι γνωστό ότι επί μακρά χρονική περίοδο το σκοπιανό ζήτημα δεν απασχολούσε καθόλου την ελληνική πολιτεία. Είτε διότι εξαναγκασθήκαμε από τους Συμμάχους μας να μη ενοχλούμε τον Τίτο, προκειμένου να μη στραφεί προς την ΕΣΣΔ, είτε από κακή εκτίμηση.

Γεγονός είναι, πως όποιος πριν από τρεις δεκαετίες τολμούσε να αναφερθεί στην προκλητικότητα των εν Ελλάδι φιλοσκοπιανών, αντιμετώπιζε την οργή της Πολιτείας, με το σαθρό επιχείρημα ότι είναι ελάχιστοι, και πως ασχολούμενοι μ’ αυτούς τους δίνουμε αξία. Πόσο ανόητη ήταν η αντιμετώπιση, φαίνεται από τα πράγματα.

Φοβούμαι πως το ίδιο πράττουμε και με τους Αλβανοτσάμηδες. Είναι αλήθεια, πως τόσο οι Σλάβοι όσο και οι Αλβανοί είναι υποκινούμενοι. Αυτοί που απεργάζονται τη δημιουργία μικρών προτεκτοράτων στα Βαλκάνια, κάνουν καλά τη δουλειά τους. Το πρώτο επομένως που πρέπει να εκτιμήσουν οι Έλληνες αρμόδιοι, είναι πως ο υποκινητής είναι αρκετά ισχυρός και προφανώς αντίπαλοί μας δεν είναι ο κ. Γκρούεφσκι στα Σκόπια ή ο κ. Ίντριζι στην Αλβανία.

Προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιες, με το Σκοπιανό, δυσάρεστες καταστάσεις, είναι απαραίτητο να επιδειχθεί η δέουσα προσοχή, στις διαφαινόμενες προθέσεις των Αλβανών να επιτείνουν τις προσπάθειές τους για δημιουργία “θέματος Τσάμηδων”.

Παρήγορο στοιχείο ήταν, η αντίδραση του προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κ. Παπούλια, ο οποίος διέκοψε την επίσκεψή του στη γείτονα χώρα, και απέστειλε διττό μήνυμα: αφ’ ενός προς τους Αλβανούς, ότι ο ίδιος θα αντιδράσει στις όποιες ενέργειες γίνουν από πλευράς τους για ανακίνηση και διόγκωση του θέματος, αφετέρου και προς την ελληνική πολιτεία, ότι δεν θα καταστεί συνήγορος και υποστηρικτής πολιτικών πράξεων, που δεν θα φέρουν τη σφραγίδα αξιοπρεπούς αντιμετώπισης των εθνικών θεμάτων.

Η ενέργεια του κ. Κ. Παπούλια δεν είχε την ανάλογη συνέχεια. Δεν προβάλλαμε αντιρρήσεις στις πιέσεις και χωρίς κάποιο αντάλλαγμα ψηφίσαμε υπέρ της ένταξης της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ, δεχθήκαμε χωρίς έλεγχο εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανούς, μεταξύ των οποίων και καταδίκους σε βαριές ποινές, αλλά και με επιδότηση δική μας στείλαμε επιχειρήσεις στην Αλβανία, προκειμένου να μη υπάρξουν μεγάλες κοινωνικές εντάσεις στη χώρα αυτή, όπως προέβλεπε το Σύμφωνο Σταθερότητας που άκριτα αποδεχθήκαμε. Τώρα δε με τη Συμφωνία του αγωγού, τους κάναμε ένα σημαντικό δώρο, απεμπολώντας το αντάλλαγμα που δικαιούμασταν.

Το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι η ενημέρωση τόσο της διεθνούς, όσο ­δυστυχώς­ και της ελληνικής κοινής γνώμης, περί του θέματος των Αλβανών Τσάμηδων, εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου, οι οποίοι όχι μόνον παρέμειναν ατιμώρητοι για τα εγκλήματα που διέπραξαν, αλλά ­και λόγω αυτού­ εμφανίζονται ως τιμητές και απαιτούν την, κατ’ αυτούς, δικαίωση.

Προ πάντων, πρέπει να εξηγηθεί, ότι το επίθετο Τσάμης υποδηλοί ­εν παραφθορά­ τον κάτοικο περιοχής γύρω από τον ποταμό Θύαμη, ανεξάρτητα αν πρόκειται περί Έλληνος ή Αλβανού, που διέμενε για κάποιο χρονικό διάστημα εκεί.

Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί Τσάμηδες, μετά από πίεση κυρίως της Ιταλίας και της υποχώρησης, του τότε δικτάτορα πρωθυπουργού Θ. Πάγκαλου σε κάθε τι το αλβανικό ­σε επιστολή προς τον Αλβανό ομόλογό του, διακήρυξε την ελληνοαλβανική, όχι αρβανίτικη, καταγωγή του­ παρέμειναν στην Ελλάδα, παρά τα περί αντιθέτου προβλεπόμενα για ανταλλαγή πληθυσμών, που ολοκληρώθηκε το 1925.

Αυτοί λοιπόν οι Τσάμηδες, 15 χρόνια αργότερα, βρήκαν την ευκαιρία να πλήξουν τη χώρα μας, συνεργάσθηκαν με Ιταλούς και Γερμανούς και τέλεσαν απάνθρωπα εγκλήματα κατά των Ελλήνων. Μικρό μέρος αυτών δημοσιεύουμε, σύμφωνα με Έκθεση Ειδικής προς τούτο Επιτροπής του ΟΗΕ (Πίνακας Εγκλημάτων του “Αλβανικού Συστήματος Διoικήσεως”, κατά την κατοχή στη Θεσπρωτία):

Δολοφονηθέντες υπό Τσάμηδων μόνων ή εν συνεργασία με τα στρατεύματα κατοχής 632.
Eξαφανισθέντες και απαχθέντες όμηροι 428.
Βιασμοί γυναικών και κορασίδων 209.
Aπαγωγαί 31.
Πυρποληθείσαι οικίαι 2.332.
Λεηλατηθέντα ολοσχερώς χωριά 53.
Διαρπαγέντα ζώα: α) αιγοπρόβατα 37.556, β) βοοειδή 9.285, γ) ιπποειδή 4.185, δ) πoυλερικά (ένα μέρος) 30.000, ε) κυψέλαι 742…

Οι Αλβανοί Τσάμηδες, για να αποφύγουν την τιμωρία τους, έφυγαν από την Ελλάδα μαζί με τα στρατεύματα κατοχής, όταν τελείωσε ο πόλεμος. Μεγάλος αριθμός από αυτούς δικάστηκαν από την ελληνική δικαιοσύνη ερήμην και καταδικάστηκαν σε ποινές, που έμειναν ανεκτέλεστες.

Η ελληνική πολιτεία, μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα, δεν ανακίνησε το θέμα απαιτώντας την απόδοση δικαιοσύνης, με πιθανό αποτέλεσμα να βρεθεί σε λίγο καιρό η Ελλάδα απολογούμενη, για δήθεν παραβιάσεις των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων, ατιμώρητων και αποθρασυνθέντων εγκληματιών.

Δεν θα είναι η πρώτη φορά…

Ο Μακεδών

Πηγή: Maccunion