Archive

Posts Tagged ‘Εφημερίδες’

Ἡ Μακεδονία μετακόμισε …ἐκτὸς Ἑλλάδος!!!

Με αφορμή το κλείσιμο των συνόρων από τους Σκοπιανούς, η Μακεδονία μετακόμισε εκτός Ελλαδας, στην αρθρογραφία του Διεθνούς Τύπου.

Ελληνο-«Μακεδονικά» σύνορα εντόπισαν οι …«δημοκράτες» σύμμαχοί μας, που μας έσωσαν από τους …κακούς φασίστες…

Η διάλυση της λογικής και η επιβολή του παραλογισμού είναι στο πρόγραμμα της Νέας Τάξεως.
H πρωτεύουσα της Μακεδονίας, Πέλλα, είναι στην Ελλάδα.
Οι Μακεδόνες έγραφαν, μιλούσαν Ελληνικά και λάτρευαν τους ίδιους θεούς με τους άλλους Έλληνες, οι οποίοι τοποθέτησαν την κατοικία των θεών τους σε βουνό της Μακεδονίας.
Η ιερή πόλη των Μακεδόνων, το Δίον, βρίσκεται επίσης στην Ελλάδα, όπως και το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο κομμάτι της Αρχαίας Μακεδονίας.
Όμως όλα αυτά είναι… ασήμαντες λεπτομέρειες για τους επικυριάρχους και τα δικά τους συμφέροντα.

Αποφάσισαν να λέγεται Μακεδονία μία χώρα που βρίσκεται εκτός… Μακεδονίας, με τον ίδιο αυταρχικό τρόπο που αποφάσισαν οι άντρες να γίνουν gay και η Παλαιστίνη να γίνει Ισραήλ.

Πηγή: Φιλονόη

Advertisements

Η απελευθέρωση της Καστοριάς

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 01)
Τμήμα ελληνικού ιππικού στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο

H Καστοριά απελευθερώθηκε απο τον ελληνικό στρατό την 11η Νοεμβρίου 1912. Η ημερομηνία αυτή έμελλε να θέσει τέλος στα 527 χρόνια του τουρκικού ζυγού (1385-1912) και να την κατατάξει οριστικά ανάμεσα στις πόλεις του Νεοελληνικού Κράτους. Ήταν ημέρα εορτής του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Μηνά, ενός όχι και τόσο δημοφιλούς Αγίου στην λατρευτική ζωή των καστοριανών έως τότε. Χαρακτηριστική είναι η ανυπαρξία περιώνυμου ναού μεταξύ των δεκάδων εκκλησιών της πόλης. Από την ημέρα εκείνη βέβαια ο Άγιος Μηνάς είναι ο πολιούχος της πόλης, αν και μέχρι σήμερα δεν έχει κτιστεί ναός στο όνομά του. Η Καστοριά λοιπόν, είναι η τελευταία χρονολογικά πόλη της Μακεδονίας που απελευθερώθηκε κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο μεταξύ των συνασπισμένων βαλκανικών κρατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 100 χρόνια απο την ημέρα εκείνη και είναι η κατάλληλη στιγμή για μια επετειακή αναφορά στο χρονικό της απελευθέρωσης. Σε κανένα βιβλίο δεν γίνεται αρκετά διεξοδική περιγραφή της απελευθέρωσης της πόλης απο τους Οθωμανούς. Μοναδικά λεπτομερή κείμενα αυτά που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στις παλιές εφημερίδες “Καστοριά”, “Δυτική Μακεδονία”, “Φωνή της Καστοριάς”, “Ορεστιάς” και “Νέα Καστοριά”. Η πληρέστερη εξιστόρηση είναι αυτή του Ι. Μπακάλη που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Δυτική Μακεδονία το 1930[1]. Ο Ι. Μπακάλης[2] ως ιστοριοδίφης ασχολήθηκε εκτενέστατα με τα γεγονότα εκείνα, χρησιμοποιώντας το ημερολόγιο του πατέρα του αλλά και τις δικές του μνήμες καθώς ζούσε τότε. Ακόμη, ο Ι. Άρτης, ο επικεφαλής του τμήματος που απελευθέρωσε την πόλη, συνέγραψε μια σύντομη εξιστόρηση στην εφημερίδα “Ορεστιάς”[3]. Πηγές μας όλα αυτά τα άρθρα του τύπου και μικρά κείμενα στο περιοδικό “Μακεδονική Ζωή”.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 02)
Σπάνια φωτογραφία του Μπεκήρ Αγά (1882-1914)

Στις 19 Οκτωβρίου 1912, μετά τη μάχη στη Νεάπολη Βοΐου με τους κρήτες αντάρτες εθελοντές, ο ηττημένος Μπεκήρ Αγάς[4] οπισθοχωρεί στην Καστοριά και καταφεύγει στην Κορυτσά ώστε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και να στρατολογήσει Τουρκαλβανούς ατάκτους. Το διάστημα 20 – 21 Οκτωβρίου η Καστοριά μένει χωρίς μεγάλη τουρκική δύναμη και ορισμένοι ενθουσιώδεις καστοριανοί δημιουργούν επιτροπή υπο τον πρώην Δήμαρχο Λ. Μαυροβίτη[5] και τη στέλνουν στον αρχηγό των εθελοντών Κατεχάκη που βρισκόταν στο Βογατσικό, με σκοπό να ζητήσουν την άμεση απελευθέρωση της πόλης. Προηγήθηκε η άρνηση του Μητροπολίτη Ιωακείμ[6] να συνδράμει την επιτροπή, καθώς θεωρούσε φρονιμότερο να περιμένει τον τακτικό στρατό[7]. Η στάση του αυτή επικρίθηκε αλλά αποδείχτηκε σωστή, καθώς στις 22 Οκτωβρίου επιστρέφει ο Μπεκήρ Αγάς με εκατοντάδες τουρκαλβανούς οπλίτες και στρατοπεδεύει στο ύψωμα του Δισπηλιού. Μαζί με το τακτικό στράτευμα του Μεχμέτ Πασά και ντόπιους οπλισμένους τούρκους χωρικούς δημιουργούν μια δύναμη 3000 ανδρών περίπου και εξαπολύουν επίθεση. Αναγκάζουν με αλλεπάλληλες μάχες τους κρήτες εθελοντές, που είχαν προωθηθεί μέχρι το Μαυροχώρι, να οπισθοχωρήσουν άτακτα και να φτάσουν στη Σιάτιστα. Εκεί, έγινε σημαντική μάχη (4 Νοε) που ανέστρεψε την κατάσταση και επαναπροώθησε τους Έλληνες[8]. Περισσότερα για όλα αυτά θα αναφερθούν σε επόμενη ανάρτηση για τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 03)
Ο Επίλαρχος Ιωάννης Άρτης (1861-1956) ήταν ο επικεφαλής του αποσπάσματος που απελευθέρωσε την Καστοριά

Στις 10 Νοεμβρίου το 1ο Σύνταγμα Ιππικού υπο τον Αντισυνταγματάρχη Κ. Ζαχαρακόπουλο[9] εγκαταστάθηκε στο Βατοχώρι, καταδιώκοντας τα υποχωρούντα τούρκικα στρατεύματα απο το Μοναστήρι προς την Κορυτσά. Στέλνεται η 1η ίλη υπο τον Επίλαρχο Ι. Άρτη[10] ως αναγνώριση προς την Καστοριά. Υπήρχε η λανθασμένη πληροφορία ότι οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την πόλη και ο διάδοχος απέστειλε διαταγή απο τη Φλώρινα που βρισκόταν πως σοβαροί πολιτικοί λόγοι επιτάσσουν την κατάληψη της Καστοριάς[11]. Η ίλη διέθετε 30-35 ιππείς μεταξύ των οποίων ο Υπίλαρχος Π. Νικολαΐδης[12], ο Ανθυπίλαρχος Φ. Πηχεών[13]. Διέρχονται απο τον Γάβρο, τον Κρανιώνα, το διάσελλο Σταυρός και φθάνουν έξω απο τον Απόσκεπο, όπου σταθμεύουν. Τότε διατάσσεται ο Υπίλαρχος Νικολαΐδης να μπει κρυφά στην πόλη μαζί με δύο ακόμη ιππείς, τον δεκανέα Μουστακλή και τον στρατιώτη Γούσια. Στην πόλη βρισκόταν εκείνη την ημέρα 3 τάγματα πεζικού με 3000 περίπου άνδρες και 3 ορειβατικά πυροβόλα υπο τον Μεχμέτ Πασά και το εφεδρικό τάγμα της Στάροβας με 800 άνδρες και 2 πυροβόλα υπο τον Εστρέφ Μπέη, που κατέλυαν στον στρατώνα της Ντόπλιτσας και τούρκικες οικίες. Ακόμη, υπήρχαν 150 άτακτοι Τουρκαλβανοί υπο τον Μπεκήρ Αγά και τους ληστές Σαλή Μπούτκα και Μερσίν Αράπη, στους οποίους δεν επιτράπηκε η είσοδος στην πόλη για την αποφυγή λεηλασιών. Αυτοί στάθμευαν έξω απο την πόλη προς νότο μετά τον στρατώνα. Καϊμακάμης της πόλης ήταν ο Τζαφέρ Μπέης, διοικητής της Χωροφυλακής ο Κασίμ Πασάς που κατέφθασε απο την Κορυτσά και διοικητής της Αστυνομίας ο Εμίν Εφέντη. Σύνολο χωροφυλακή και αστυνομία διέθεταν 70 άνδρες[14]. Οι πλούσιοι μπέηδες της πόλης αντιλαμβανόμενοι την εξέλιξη του πολέμου άρχισαν να εγκαταλείπουν την Καστοριά ήδη απο τις 7 Νοεμβρίου. Είχανε παραδώσει τις οικίες τους και περιουσιακά τους αντικείμενα για φύλαξη σε έλληνες συμπολίτες τους, με σκοπό να τα πάρουνε πίσω όταν τελείωνε ο πόλεμος. Μόνο ο Ζουλφεκιάρ Μπέης παρέμεινε και είχε δημιουργήσει ένα μικτό σώμα πολιτοφυλακής με Τούρκους, Έλληνες και Εβραίους κατοίκους της πόλης για τον περιορισμό των καταστροφών.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 04)
Τούρκος αξιωματικός του Ιππικού στην Καστοριά
Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 05)
Νεαροί τούρκοι στρατιώτες της Καστοριάς, μπροστά απο τον τεκέ του Σαντζακτάρ Αλή Μπαμπά στην περιοχή της Ντόπλιτσας
Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 06)
Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Λεπτίδης (1871-1931) προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες κατά την απελευθέρωση της πόλης

Ο Υπίλαρχος Νικολαΐδης ακολουθώντας την διαταγή κινήθηκε προσεκτικά προς την πόλη για την συλλογή πληροφοριών. Είχε ήδη νυχτώσει όταν διήλθαν απο ένα πηγάδι (ή βρύση) κάτω απο έναν πλάτανο στην σημερινή Χλόη και έφτασαν στην όχθη της λίμνης κοντά στο σημερινό γήπεδο. Από εκεί εισήλθαν προσεκτικά στην πόλη και βρέθηκαν μπροστά στον τεκέ του Κασίμ Μπαμπά, που βρισκόταν στην βόρεια είσοδο της πόλης (στα σημερινά Ψαράδικα) όπου υπήρχε και μια κρήνη. Τα πρώτα άτομα που συνάντησαν ήταν δύο τούρκοι χωροφύλακες (ζαπτιέδες) οι οποίοι φυλούσαν το σημείο εκείνο και τους αφόπλισαν αμέσως. Ο Νικολαΐδης ζήτησε να ειδοποιηθεί ο στρατωτικός διοικητής της πόλης και έτσι ένας απο τους χωροφύλακες πορεύτηκε προς την οικία του[15]. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι καθώς πλησίαζαν μεσάνυκτα και η κυκλοφορία απαγορευόταν. Ο τούρκος χωροφύλακας συνάντησε στον δρόμο τον έλληνα δήμαρχο της πόλης Κ. Γούση, που βρισκόταν στο ζαχαροπλαστείο του Α. Κάλλιαρη, και του ανέφερε το περιστατικό. Ο δήμαρχος ευθύς πηγαίνει συναντήσει τον Νικολαΐδη μαζί με τον ζαχαροπλάστη Α. Κάλλιαρη και τον υπάλληλό του[16]. Παρουσιάζεται μπροστά του και του αναφέρει την τουρκική δύναμη της πόλης, ενώ συμφωνεί να μεταβεί στον διοικητή Μεχμέτ Πασά. Σ’ αυτό το σημείο διαφωνούν οι διαφορετικές αφηγήσεις των πρωταγωνιστών καθώς ο στρατιώτης Γούσιας αναφέρει ότι μετέβη μαζί με τον τούρκο χωροφύλακα και έναν τούρκο αξιωματικό της Αστυνομίας στην οικία του Μεχμέτ Πασά[17], ενώ ο δήμαρχος αναφέρει ότι αυτός πήγε στο σπίτι του πασά, αφου νωρίτερα είχε δεχθεί την άρνηση του μητροπολίτη να τον συνοδεύσει[18]. Το ποιο απο τα δύο συνέβη ή αν και τα δύο συνέβησαν με διαφορά κάποιας ώρας έχει μικρή σημασία, πάντως βέβαιο είναι ότι πρώτα συνάντησαν τυχαία στον δρόμο τον τουρκαλβανό δικαστή Γεωργάκη Εφέντη, αργότερα πέρασαν απο την Αστυνομία που βρισκόταν στην σημερινή οδό Μητροπόλεως (λίγο πάνω απο την πλατεία Δαβάκη) και τέλος έφτασαν στο σπίτι όπου διέμενε ο Μεχμέτ Πασάς (οικία Σμούντα).

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 07)
Ο Ανθυπίλαρχος Φ. Πηχεών (1875-1947) που συμμετείχε ενεργά στην κατάληψη της πόλης

Ο δήμαρχος Γούσης ανέφερε το ερώτημα του Νικολαΐδη στον Μεχμέτ Πασά αν θα πολεμήσει ή αν θα παραδώσει την πόλη, μαζί με την ψευδή πληροφορία ότι 25000 άνδρες του ελληνικού στρατού είχαν περικυκλώσει την πόλη. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στα πρόθυρα της Καστοριάς (Απόσκεπος) μόνο η ολιγομελής ομάδα του Άρτη. Μετα απο δύο ημέρες κατάφθασε εδώ όλο το 1ο Σύνταγμα Ιππικού απο το Βατοχώρι και η ΙΙΙ Μεραρχία απο το Σκλήθρο. Ο πιεσμένος Μεχμέτ Πασάς δήλωσε ότι δεν πρόκειται να προβάλλει αντίσταση και είπε στον δήμαρχο να μεταβούν στον στρατώνα της Ντόπλιτσας, όπου θα συναντούσε και τον Νικολαΐδη. Κατέβηκαν μαζί την σημερινή οδό Μητροπόλεως και οι δρόμοι τους χώρισαν, ο μεν να πορευθεί πρώτος στον στρατώνα, ο δε να αναφέρει το γεγονός στον Νικολαΐδη. Ο υπίλαρχος είχε μεταβεί στον Απόσκεπο για να αναφέρει τις σχετικές πληροφορίες στον Άρτη και ειδοποιήθηκε αμέσως μέσω ενός απεσταλμένου βοσκού απο τον δήμαρχο[19]. Στο μεταξύ είχε συγκληθεί στρατιωτικό συμβούλιο στον στρατώνα μεταξύ των τούρκων αξιωματικών και είχε αποφασισθεί η άμεση αποχώρηση όλων των στρατευμάτων προς την Βίγλιστα και την Κορυτσά. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν δέχτηκε ο Μεχμέτ Πασάς την ταπείνωση να παραδώσει αυτοπροσώπως την πόλη, αλλά να την εγκαταλείψει. Βέβαια, ο αιμοσταγής Μπεκήρ Αγά και οι τουρκαλβανοί ληστές Σαλή Μπούτκα και Μερσίν Αράπη επέμεναν να πυρπολήσουν την πόλη πριν αναχωρήσουν. Εδώ φάνηκε η μεγάλη προσωπικότητα του Μεχμέτ Πασά και των μπέηδων της πόλης που τους εμπόδισαν, καθώς γνώριζαν ότι αυτό θα είχε δραματικό αντίκτυπο στους παραμένοντες τούρκους πολίτες. Όταν ο Υπίλαρχος Νικολαΐδης μαζί με τον δήμαρχο Γούση κατεύθαναν, συναντούσαν σε όλο το δρόμο εκατοντάδες ανάστατους τούρκους στρατιώτες που τρέχαν εδώ και εκεί. Κανείς βέβαια δεν τόλμησε να τους πειράξει, παρ΄όλο που έβλεπαν πρόσωπο με πρόσωπο έναν έλληνα αξιωματικό. Όταν έφθασαν στον στρατώνα δεν βρήκαν κανέναν, καθώς ήδη είχε αναχωρήσει το τούρκικο επιτελείο μαζί με τους μπέηδες της πόλης. Παράλληλα, είχε ειδοποιηθεί και η δύναμη 1000 ανδρών μαζί με τα πυροβόλα της να εγκαταλείψει το Άργος Ορεστικό και να συμπτυχθεί προς την Βίγλιστα. Έτσι, απο το βράδυ εκείνο μεταξύ 10 και 11 Νοεμβρίου η Καστοριά ήταν ελεύθερη πόλη. Οι τρεις έλληνες ιππείς αναχώρησαν για τον Απόσκεπο και διεμύνησαν στον δήμαρχο να ετοιμάσουν οι κάτοικοι ψωμί και φαγητό για 25000 στρατιώτες, καθώς την άλλη ημέρα θα έμπαιναν θριαμβευτές στην πόλη[20]. Οι καστοριανοί εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκαν. Ετοίμαζαν ελληνικές σημαίες και φαγητά για να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό και έκαναν δεήσεις στον Άγιο Μηνά, καθώς ξημέρωνε η εορτή του.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 08)
Μεταγενέστερη φωτογραφία του τούρκικου στρατώνα, όπου έδρευαν οι δυνάμεις του Μεχμέτ Πασά. Σήμερα σώζεται σε κακή κατάσταση και δεν έχει κηρυχθεί ως διατηρητέο μνημείο.
Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 09)
Το παλιό μητροπολιτικό μέγαρο, όπου έγινε η πρώτη παρουσίαση των ελλήνων αξιωματικών και δίπλα η Μητρόπολη.

Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 11ης Νοεμβρίου ο Ανθυπίλαρχος Πηχεών εισήλθε πρώτος με λίγους ιππείς και κατευθύνθηκε στον μητροπολίτη, όπου προανήγγειλε την απελευθέρωση της πόλης[21]. Στις 10:00 π.μ ο Επίλαρχος Άρτης με τους άνδρες του εισήλθε επίσημα στην πόλη και οι χιλιάδες πολίτες ξεχύθηκαν στους δρόμους να τον προϋπαντήσουν. Οι καμπάνες σήμαναν χαρμόσυνα και εκατοντάδες σημαίες κρεμάστηκαν στα μπαλκόνια. Ο γιατρός Δ. Φερραίος προσπάθησε να εκφωνήσει λογύδριο υποδοχής και δεν τα κατάφερε απο τη συγκίνηση. Η πομπή κατέληξε στην Μητρόπολη, όπου έγινε η πρώτη πανυγηρική δοξολογία στην ελεύθερη πόλη, χωροστατούντος του Μητροπολίτη Ιωακείμ. Την πανηγυρική ομιλία του Μητροπολίτη Ιωακείμ στον ναό ακολούθησε δεξίωση στο μητροπολιτικό μέγαρο. Εκεί, μετείχαν όλες οι θρησκευτικές κοινότητες της πόλης ωστε να δείξουν καλό πρόσωπο και την υποταγή τους στον ελληνικό στρατό, ανεξάρτητα βέβαια με τι έκαναν το προηγούμενο διάστημα. Πήραν τον λόγο ο μητροπολίτης, ο διευθυντής του εβραϊκού σχολείου Γκέρσον, εκ μέρους της τουρκικής κοινότητας ο έμπορος Σουλεϊμάν Εφέντη και ο Επίλαρχος Άρτης. Ο καστοριανός Ανθυπίλαρχος Πηχεών τοιχοκόλλησε στους τοίχους της πόλης την προκήρυξη[22]:

Εν ονόματι του Βασιλέως της Ελλάδος Γεωργίου του Α’
Καταλαμβάνω την πόλιν Καστορίαν, διακηρύττω καθ’ Υψηλήν εντολήν της Βασιλικής Αυτού Υψηλότητος του Διαδόχου και Γενικού Αρχηγού των εν Μακεδονία στρατευμάτων, ότι οι νόμοι του Ελληνικού Κράτους θέλουσι ισχύει απο σήμερον και δια την Επαρχίαν Καστοριάς ανεξαρτήτως θρησκεύματος.
Απο σήμερον μέχρι νεωτέρας διαταγής θέλει ισχύει ο Στρατιωτικός Νόμος, καθ’ όλην την Επαρχίαν.

Εγένετο εν Καστορία τη 11η Νοεμβρίου 1912
Ο Διοικητής Ιππικού
Ιωάννης Άρτης

Το απόγευμα της ίδια ημέρας (19:00) στάλθηκε στο Άργος Ορεστικό μικρό απόσπασμα 5 ιππέων. Οι τούρκικες δυνάμεις το είχαν εγκαταλείψει και πορευόταν προς τη Βίγλιστα, μαζί με τους μπέηδες, τους υπαλλήλους και εκατοντάδες τούρκους πρόσφυγες απο την κωμόπολη και το χωριό Καλονέρι Βοΐου. Οι αργίτες δεν είχαν γνώση των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν το προηγούμενο βράδυ στην Καστοριά και με έκπληξη είδαν την πόλη τους άδεια απο στρατό το πρωί της 11ης Νοεμβρίου. Παρόμοια σκηνικά χαράς εκτυλίχθηκαν και εδώ το απόγευμα με υποδοχή του αποσπάσματος απο τους κατοίκους[23]. Επίσης, την ίδια ημέρα απελευθερώθηκαν οι οικισμοί του ανατολικού και νοτιοανατολικού τμήματος της επαρχίας. Τα εθελοντικά σώματα Μακρή και Μαυρογένη εισήλθαν στο κατεστραμμένο Βογατσικό και την επομένη στο Άργος Ορεστικό, όπου προέβησαν σε αντίποινα πυρπολώντας τούρκικα κονάκια. Η ΙΙΙ Μεραρχία υπο τον Υποστράτηγο Κ. Δαμιανό[24] πορεύθηκε απο το Σκλήθρο στο διάσελλο της Κλεισούρας και στάθμευσε στην κωμόπολη Βασιλειάδα.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 10)
Αποσπάσματα απο τις εφημερίδες “Σκριπ” και “Εμπρός” τον Νοέμβριο του 1912

Τις πρωινές ώρες της 12ης Νοεμβρίου εισήλθε στην Καστοριά το 1ο Σύνταγμα Ιππικού και λίγο αργότερα ολόκληρη η ΙΙΙ Μεραρχία. Υπήρχε πρόβλημα στέγασης των χιλιάδων αυτών στρατιωτών και έτσι συγκροτήθηκε μια επιτροπή εύρεσης καταλυμμάτων στην πόλη.Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στον στρατώνα και τούρκικα αρχοντικά κονάκια πολλά απο τα οποία πυρπόλησαν οι στρατιώτες κατα τη διαμονή τους ‘’από εμπρόσεκτη απροσεξία’’[25]. Την κατάληψη της Καστοριάς ακολούθησαν διθυραμβικά άρθρα στον Τύπο της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας[26], ενώ το επόμενο διάστημα το ελληνικό στράτευμα σταμάτησε την καταδίωξη των Τούρκων και ανασυντάχθηκε. Σταδιακά συγκεντρώθηκαν οι Μεραρχίες ΙΙΙ, ΙV και V στο δυτικό τμήμα της επαρχίας και μαζί με το 1ο Σύνταγμα Ιππικού συγκρότησαν Τμήμα Στρατιάς, το Στρατηγείο της οποίας εγκαταστάθηκε στο χωριό Λεύκη (25 Νοε). Απο εκεί συνέχισαν την καταδίωξη προς τα εδάφη της Κορυτσάς.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - 100 χρόνια ελεύθερη Καστοριά (φωτό 11)
Υποδοχή του Βασιλιά Κωνσταντίνου στην Καστοριά μετά την απελευθέρωση

Πηγές εικόνων:

  • Αρχείο Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης
  • Αρχείο ΕΛΙΑ
  • Αρχείο εφημερίδων “Σκριπ” και “Εμπρός”
  • Αρχείο Γ. Γκολομπία
  • Αρχείο Π. Τσολάκη
  • Λ. Παπάζογλου (επιμ. Γ. Γκολομπίας / Κ. Αντωνιάδης) , Φωτογραφικά πορτραίτα από την Καστοριά και την περιοχή της την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, Θεσ/νίκη, 2005
  • Ε. Κουτσιαύτης, Ιερός Ναός Κοιμ. της Θεοτόκου Καστοριάς και Επίσκοποι Μητροπόλεως Καστοριάς 150 χρόνια (1850-2006), εκδ. Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Καστοριάς, Καστοριά, 2006

Πηγές πληροφοριών

  • [1] Eφ. Δυτική Μακεδονία, φ. 23 (27.4.30) – φ. 59 (4.1.31)
  • [2] Ο Ιωάννης Μπακάλης (1902-1956) γεννήθηκε στην Καστοριά το 1902. Σπούδασε δικηγόρος και διορίστηκε στο Πρωτοδικείο Καστοριάς το 1926. Το 1929 ξεκινά την έκδοση της μεσοπολεμικής εφημερίδας Δυτική Μακεδονία μέχρι τον πόλεμο. Το διάστημα 1948-1956 έγινε εκδότης της εφημερίδας Ορεστιάς και πέθανε στην γενέτειρά του το 1956. Έχει συγγράψει και δύο ιστορικά βιβλία για την Καστοριά.
  • [3] Eφ. Ορεστιάς, φ. 106 (7.11.48) – φ. 108 (28.11.48), φ. 111(12.12.48), φ. 112 (19.12.48), φ. 116 (23.1.49)
  • [4] Ο Μπεκήρ Φικρί Αγάς (1882-1914) κατάγονταν απο τον Αγ. Γεώργιο (Τσούρχλι) Γρεβενών. Κατατάχτηκε στον τούρκικο στρατό απο μικρή ηλικία και πολέμησε στην Υεμένη. Το 1907 επιστρέφει στα Γρεβενά και ως Λοχαγός έγινε διοικητής της Χωροφυλακής Γρεβενών. Συμμετείχε ως ηθικός αυτουργός στη δολοφονία του Μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδη το 1911 απο ρουμανοβλάχικη συμμορία. Στους Βαλκανικούς Πολέμους οργάνωσε ένα σώμα 80 ανδρών της χωροφυλακής Γρεβενών και 500 άτακτους ένοπλους χωρικούς. Πολεμώντας τον ελληνικό στρατό αποσύρθηκε στην Αλβανία και αργότερα μετέβη στη Ρουμανία και την Κωνσταντινούπολη. Πολέμησε κατα τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στον Καύκασο ως Αντισυνταργματάρχης, όπου σκοτώθηκε.
  • [5] Ο Λεωνίδας Μαυροβίτης κατάγονταν απο το Μαυροχώρι. Εγκαταστάθηκε στην Καστοριά και διετέλεσε δήμαρχος της πόλης. Συμμετείχε ενεργά στην απελευθέρωση της πόλης απο τους Τούρκους το 1912. Τον Μεσοπόλεμο ανέλαβε Διευθυντής του Υποκαταστήματος της Τράπεζας Θεσσαλίας στην Καστοριά, η οποία πτώχευσε.
  • [6] Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Λεπτίδης (1871-1931) γεννήθηκε στην κωμόπολη Γκέλβερι (Κελλίβαρα) του Ικονίου. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου έγινε διάκονος, πρεσβύτερος και αναδείχτηκε διδάκτορας της Θεολογίας. Το 1902 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ερυθρών της Μητρόπολης Εφέσσου. Το 1909 μετατίθεται στην Μητρόπολη Πρεσπών και Αχριδών και το 1911 στην Μητρόπολη Καστοριάς. Συνέβαλλε τα μέγιστα στη μη καταστροφή της Καστοριάς απο τους Τούρκους πριν την απελευθέρωση. Πέθανε το 1931 στην Καστοριά και χαρακτηριστικό είναι ότι στην επικήδεια πομπή μεταφέρθηκε στο νεκροταφείο πάνω σε μια πολυθρόνα. Βλέπε σχετικά: Ε. Κουτσιαύτης, Ιερός Ναός Κοιμ. της Θεοτόκου Καστοριάς και Επίσκοποι Μητροπόλεως Καστοριάς 150 χρόνια (1850-2006), εκδ. Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Καστοριάς, Καστοριά, 2006, σ. 148, 149
  • [7] Γ. Μυλωνάς, Η δράσις των αντάρτικων σωμάτων εν Μακεδονία κατα τον πόλεμον του 1912-1913, Εν Βόλω, 1913, σ. 30-32
  • [8] Γ. Μυλωνάς, Η δράσις των αντάρτικων σωμάτων εν Μακεδονία κατα τον πόλεμον του 1912-1913, Εν Βόλω, 1913, σ. 28-60
  • Σ. Κελαϊδής, Εθελοντικά σώματα Κρητών εν Μακεδονία, Εν Αθήναις, 1913, σ. 84-144
  • Γ. Τζημόπουλος, Η απελευθέρωσις της Δυτικής Μακεδονίας απο την τουρκική σκλαβιά, Θεσ/νίκη, 1974, σ. 81-96
  • Γ. Πετσίβας (επιμ), Ο Βαλκανοτουρκικός Πόλεμος. Απομνημονεύματα Ι. Καραβίτη, Πετσίβα, Αθήνα, 2001, σ. 192-209
  • Γ. Βέλκος (επιμ), Γ. Δικόνυμου ή Μακρή Ημερολόγιον πολέμου 1912 και 1913 εν Μακεδονία και Ήπειρω, Γιαχούδης, Θεσ/νίκη, 2003, σ. 61-67
  • [9] Ο Κωνσταντίνος Ζαχαρακόπουλος (1860-1919) γεννήθηκε στο Καροπλέσι Ευρυτανίας και φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, αποφοιτώντας ως Ανθυπίλαρχος Ιππικού. Συμμετείχε στον πολέμο του 1897 και τους Βαλκανικούς Πολέμους, ως διοικητής του 1ου Συντάγματος Ιππικού. Αποστρατεύτηκε το 1919 ως Υποστράτηγος και πέθανε στην Αθήνα.
  • [10] Ο Ιωάννης Άρτης (1861-1956) κατάγονταν απο το Μεσολόγγι. Μετά τη Σχολή Ευελπίδων πολέμησε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Ως Επίλαρχος Ιππικού συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και μάλιστα ήταν ο διοικητής της ίλης του απελευθέρωσε τη Φλώρινα, την Καστοριά και το Άργος Ορεστικό. Πήρε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία τοποθετήθηκε στρατιωτικός διοικητής Προύσσας. Αποστρατεύθηκε το 1923 ως Υποστράτηγος και πέθανε το 1956.
  • [11] Aρχείο ΔΙΣ, φ. 1699α/Α/1122
  • Ι. Άρτης, Η κατάληψις της Καστοριάς, εφ. Ορεστιάς, φ. 107 (14.11.48)
  • [12] Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης (1871-) γεννήθηκε στην Ελευσίνα Αττικής και φοίτησε στην σχολή Ευελπίδων. Ως αξιωματικός του Ιππικού πήρε μέρος στον πόλεμο του 1897, στους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου για κάποιο διάστημα ήταν διοικητής της Ταξιαρχίας Ιππικού. Ήταν ο πρώτος έλληνας αξιωματικός που εισήλθε στην Καστοριά κατα την απελευθέρωση του 1912. Αποστρατεύτηκε το 1927 ως Υποστράτηγος και πέθανε.
  • [13] Ο Φιλόλαος Πηχεών (καπετάν Φιλώτας ή Λαύρας) (1875-1947) ήταν γιός του πρωτεργάτη του Μακεδονικού Αγώνα Αναστάσιου Πηχεών και γεννήθηκε στην Καστοριά. Μετέβη στην νότια Ελλάδα, όπου έγινε ανθυπίλαρχος του ελληνικού ιππικού. Το 1905 πρωτοεμφανίστηκε ως καπετάν Φιλώτας με το σώμα του Δούκα στην περιοχή και αργότερα συνεργάστηκε με τον Δικώνυμο-Μακρή. Κατέφυγε λόγω ασθένειας στην Αθήνα και επανήλθε το 1907 ως καπετάν Λαύρας στην περιοχή του Μοριχόβου. Ειχε ενεργό ρόλο κατά την απελευθέρωση της Καστοριάς το 1912, ενώ κατά το Μεσοπόλεμο αναρριχήθηκε μέχρι αξίωμα του Υποστρατηγού. Σήμερα, το σωζώμενο αρχοντικό του Φιλόλαου Πηχεών στην Καστοριά, όπου διέμενε μέχρι τον θάνατό του το 1947, έχει μετατραπεί σε Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα.
  • [14] Μ. Αργυρόπουλος, Η απελευθέρωσις της Καστοριάς, εφ. Καστοριά, φ. 728 (7.11.37)
  • [15] Ν. Γρηγοριάδης, Πως κατελήφθη η Καστοριά, εφ. Καστοριά, φ. 501 (11.11.32)
  • 11 Νοεμβρίου 1912: Τρεις καβαλάρηδες ελευθερώνουν την Καστοριά, Μακεδονική Ζωή 270 (Νοε 88), σ.
  • [16] Μ. Αργυρόπουλος, Η απελευθέρωσις της Καστοριάς, εφ. Καστοριά, φ. 728 (7.11.37)
  • [17] Ι. Μπακάλης, Η κατάληψη της Καστοριάς, εφ. Δυτική Μακεδονία, φ. 59 (4.1.31) (προσωπική αφήγηση του στρατιώτη Κ. Γούσια)
  • [18] Μ. Αργυρόπουλος, Η απελευθέρωσις της Καστοριάς, εφ. Καστοριά, φ. 728 (7.11.37) (προσωπική αφήγηση δημάρχου Κ. Γούση)
  • [19] O.π, φ. 728(7.11.37)
  • [20] 11 Νοεμβρίου 1912: Τρεις καβαλάρηδες ελευθερώνουν την Καστοριά, Μακεδονική Ζωή 270 (Νοε 88), σ.
  • [21] Κ. Πηχιών, Τα περιστατικά της απελευθερώσεως της πόλεώς μας, εφ. Νέα Καστοριά, φ. 21 (11.11.56)
  • [22] Ι. Μπακάλης, Φλόγες και δάφνες, εφ. Καστοριά, φ. 297 (11.11.28)
  • Ι. Άρτης, Η κατάληψις της Καστοριάς, εφ. Ορεστιάς, φ. 107 (14.11.48)
  • Γ. Τζημόπουλος, Η απελευθέρωσις της Δυτικής Μακεδονίας απο την τουρκική σκλαβιά, Θεσ/νίκη,
    1974, σ. 144
  • Δ. Μακρής, Πως απελευθερώθηκε η Καστοριά το 1912, Μακεδονική Ζωή 138 (Νοε 77), σ. 16
  • [23] Ανέκδοτο προσωπικό ημερολόγιο Χρήστου Τυπάδη, αρχείο Μορφωτικού Συλλόγου Ορεστίς Άργους Ορεστικού, σ. 80, 81
  • [24] Ο Κωνσταντίνος Δαμιανός (1853-1915) κατάγονταν απο την Ύδρα και φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων. Συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς Πολέμους, ως διοικητής της ΙΙΙ Μεραρχίας. Πέθανε το 1915 στην Αθήνα.
  • [25] Ι. Μπακάλης, Η απελευθέρωσις της Καστοριάς, εφ. Δυτική Μακεδονία, φ. 48 (19.10.30)
  • [26] Ε. Πελαγίδης, Η απελευθέρωση της Καστοριάς με τον φακό του αθηναϊκού Τύπου του 1912, Μακεδονική Ζωή 186 (Νοε 81), σ. 14-18

Πηγή: Η απελευθέρωση της Καστοριάς την 11η Νοεμβρίου 1912

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ: Εκατό χρόνια δόξας!

Βαλκανικοί Πόλεμοι 01Η κορύφωση της επιτυχίας: Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης

Η σημερινή επέτειος των πιο ένδοξων πολέμων
Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

Πέρασαν από τότε εκατό χρόνια…. Από τότε, που καταγράφηκαν σελίδες ένδοξης ιστορίας. Εκατό χρόνια από τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13 που έμειναν στην λαϊκή συλλογική μνήμη σαν ένδοξο παραμύθι με πολλή δράση και αίσιο τέλος. Και στην πολιτική και τη διπλωματία, σαν άθλος συνένωσης όλων των εθνικών δυνάμεων για την επίτευξη της μεγάλου στόχου.

Οι πόλεμοι αυτοί, που άλλαξαν το χάρτη των Βαλκανίων, χαρακτηρίζονται σαν ο μεγαλύτερος ελληνικός στρατιωτικός άθλος μετά την Επανάσταση του 1821.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, αποτελούν στη σύγχρονη ιστορία, το λαμπρότερο στρατιωτικό επίτευγμα της Ελλάδας, η οποία κατόρθωσε να διπλασιάσει την έκτασή της και τον πληθυσμό της, ενσωματώνοντας στον εθνικό κορμό συμπαγείς αλύτρωτους ελληνικούς πληθυσμούς.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους φτάσαμε μέσα από σειρά ζυμώσεων, οι οποίες άρχισαν από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν στο ευρύτερο γεωγραφικό περιβάλλον άρχισαν να σημειώνονται μεγάλες ανακατατάξεις.

Μια προδρομική πρωτοβουλία, αποτέλεσε η μυστική συνθήκη του Φεσλάου, που είχε υπογράψει η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη με τα άλλα βαλκανικά κράτη, αποσκοπώντας στην απελευθέρωση των υπόδουλων λαών. Ακολούθησαν ποικίλα γεγονότα, που ανέβασαν τον εθνικό πυρετό για την τύχη των αλύτρωτων Ελλήνων. Το Ανατολικό ζήτημα με την προϊούσα αποσάθρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Πανσλαβισμός του ρώσου διπλωμάτη Ιγνάτιε, το σχίσμα της βουλγαρικής εκκλησίας, ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1878, ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 με την επαίσχυντη ήττα, ο ένοπλος αγώνας Ελλήνων και Βουλγάρων στη Μακεδονία. Η Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908, ο αναβρασμός στην αυτόνομη ακόμα Κρήτη και άλλα γεγονότα, συνέβαλαν αποφασιστικά στην σύμπηξη της βαλκανικού μετώπου, το οποίο με πρωτοβουλία του Ελευθέριου Βενιζέλου, διαμορφώθηκε σε ένα ενιαίο αμυντικό σύμφωνο Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας, Ρουμανίας και Μαυροβουνίου εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Κοινό αίτημα των συμβαλλόμενων κρατών, ήταν, να εισαγάγουν οι Οθωμανοί ριζικές μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, υπέρ των χριστιανικών υπόδουλων λαών. Η Υψηλή Πύλη απέρριψε το συμμαχικό τελεσίγραφο. Έτσι στις 25 Σεπτεμβρίου 1912, το Μαυροβούνιο κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Ακολουθούν στις 3 Οκτωβρίου η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία.

Βαλκανικοί Πόλεμοι 02Ο Βενιζέλος προσέρχεται στη Βουλή για να αναγγείλει την κήρυξη του πολέμου

Η κήρυξη του πολέμου
Στη Βουλή των Ελλήνων, στις 5 Οκτωβρίου 1912, ο υπουργός Εξωτερικών Λάμπρος Κορομηλάς, αναγγέλλει:
«Το Ελληνικό κράτος εκ συμφώνου προς την Βουλγαρία και την Σερβία, του Μαυροβουνίου προηγηθέντος κήρυξε χθες τον πόλεμoν κατά της Τουρκίας». Τη σοβαρότητα της στιγμής, διακόπτουν κατά την περιγραφή των πρακτικογράφων της Βουλής «χειροκροτήματα ραγδαία εκ της αιθούσης και των ακροατηρίων».
Και συνέχισε ο Κορομηλάς:
«Αι πολεμικέ επιχειρήσεις ήρξαντο από της πρωίας της σήμερον. Έχομεν την πεποίθησιν ότι η νίκη θα στέψη τα όπλα της Ελλάδος και των συμμάχων αυτής και ότι τα αποτελέσματα του πολέμου θα είναι αντάξια του βυθισμένου τιμίου και ευγενούς αίματος του Στρατού και του Ναυτικού». Και πάλι οι πρακτικογράφοι της Βουλής σημειώνουν: «Ζωηρόταται επιδοκιμασίαι και χειροκροτήματα πανταχόθεν».
Τον υπουργό Εξωτερικών διαδέχεται στο βήμα ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, που διαβάζει το διάγγελμα του βασιλέως Γεωργίου Α΄
Ο βασιλεύς Γεώργιος Α΄ στο διάγγελμά του, τόνιζε μεταξύ άλλων:
«Η Ελλάς πάνοπλος μετά των συμμάχων της εμπνεομένων υπό των αυτών αισθημάτων και συνδεομένων δια κοινών υποχρεώσεων, αναλαμβάνει τον ιερόν αγώνα του δικαίου και της ελευθερίας των καταδυναστευομένων λαών της Ανατολής».

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Η αναχώρηση του στρατού για το μέτωποΗ αναχώρηση του στρατού για το μέτωπο

Η επιστράτευση είχε γίνει, μέσα σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού.
Ο ελληνικός στρατός άρχισε την προέλασή του στις 5 Οκτωβρίου 1912 στη Θεσσαλία. Πρώτη μεγάλη νίκη η απελευθέρωση της Ελασσόνας την επόμενη μέρα, μετά από σχεδόν πεντάωρη σκληρή μάχη.
Ο Στυλιανός Γονατάς στη απομνημονεύματά του σημειώνει:
«Μόλις κατήλθομεν εις την πεδιάδα εδέχθημεν τους πρώτους εχθρικούς κανονιοβολισμούς εκ μακράς αποστάσεως. Ήτο το πρώτον βάπτισμα του πυρός. Η προέλασις εγένετο ως εάν επρόκειτο περί ασκήσεων. Η Τουρκική αντίστασις εκάμφθη και μετά από αγώνα, ο οποίος διήρκεσεν από της 9ης πρωινής έως της 2ας μ. εισήλθομεν, διελθόντες δια Τσαριτσάνης, κωμοπόλεως εντελώς ελληνικής, εις Ελασσόνα».
Παράλληλα, προωθούνται ελληνικά τάγματα στο Μέτωπο της Ηπείρου. Καταλαμβάνονται το Γκρίμποβο, οι Κουμτσάδες και η διάβαση της Κιάφας.
Ο στόλος με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ» απέπλευσε από το Φάληρο, ενώ η ναυτική μοίρα του Ιονίου Πελάγους εισήλθε στον Αμβρακικό Κόλπο και στο λιμάνι της Βόνιτσας. Στις 12 Οκτωβρίου καταλαμβάνεται η Λήμνος, με τη στρατηγική της θέση απέναντι στα Στενά των Δαρδανελίων.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Ο Διάδοχος ΚωνσταντίνοςΟ Διάδοχος Κωνσταντίνος

Στην ξηρά με αξιοπρόσεκτη ορμή ο στρατός με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, απελευθερώνει τη Δεσκάτη. Στα οχυρωμένα Στενά του Σαρανταπόρου, συναντά ισχυρή αντίσταση των Τούρκων, με πυροβολικό. Η σφοδρή μάχη της 9ης και 10ης Οκτωβρίου ήταν αποφασιστική. Η υποχώρηση των εχθρικών δυνάμεων ανοίγει το δρόμο προς τη Δυτική Μακεδονία.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος αφηγείται:
«Το πεζικό επιτέθηκε με καταπληκτική γενναιότητα, έξι συντάγματα στην πρώτη γραμμή κάτω από μια βροχή πυροβολισμών, που δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό».
Ακολουθεί η κατάληψη της Κοζάνης στις 11 του μηνός, η απελευθέρωση των Σερβίων και ο έλεγχος του ποταμού Αλιάκμονα. Δύο μέρες αργότερα φτάνει στην Κοζάνη ο βασιλεύς Γεώργιος, ενώ ο στρατός προωθείται προς τη Βέροια. Στο μέτωπο της Ηπείρου ολοκληρώνεται η κατάληψη της Φιλιππιάδας και του Λούρου. Μετά από διήμερα μάχη καταλαμβάνονται και τα Πέντε Πηγάδια.
Η προέλαση του στρατού επιταχύνεται. Απελευθερώνονται τα Γρεβενά και η Κατερίνη.

Τα σπέρματα του Διχασμού
Η 12η Οκτωβρίου της είναι μια ημέρα σημαδιακή. Σημαδιακή γιατί από εκεί αρχίζουν οι πρώτες προστριβές του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η κυβέρνηση, έχοντας εξακριβωμένες πληροφορίες από τον Θρακικής καταγωγής στρατιωτικό γιατρό του Βουλγαρικού στρατού Φίλιππο Νίκογλου ότι η Βουλγαρία ενδιαφερόταν να προλάβει να μπει πρώτη στη Θεσσαλονίκη, ειδοποιεί τηλεγραφικά τον αρχηγό στρατού στη Θεσσαλία.
«Αναμένω να μοι γνωρίσητε την περαιτέρω διεύθυνσιν ην θα ακολουθήση η προέλασις του Στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ’ όψιν ότι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοι επιβάλουν να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις Θεσσαλονίκην. Βενιζέλος».

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Ο Ελευθέριος ΒενιζέλοςΟ Ελευθέριος Βενιζέλος

Παρόμοια προειδοποίηση, απηύθυνε στον Κωνσταντίνο και ο υπουργός Εξωτερικών, Λάμπρος Κορομηλάς, υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων: «Φρονώ ότι πρέπει κατά το δυνατόν να εντείνωμεν ημετέρας ενεργείας ώστε καταληφθή όσον τάχιστα Θεσσαλονίκη, ίνα μη ημέτερα αποτελέσματα έλθωσιν πολύ ύστερον των στρατών των συμμάχων. Κορομηλάς».

Το Γενικό Επιτελείο του Διαδόχου μετά τη νίκη του Σαρανταπόρου είχε πρόθεση να καταδιώξει της Τούρκους προς Βορράν και να καταλάβει το σπουδαίο κέντρο του Ελληνισμού το Μοναστήρι. Είχε προετοιμάσει μάλιστα και τα σχετικά σχέδια.
Ο Κωνσταντίνος ενοχλημένος, ενημερώνει από τα Σέρβια τον υπουργό Εξωτερικών Κορομηλά, για την κατάσταση του μετώπου, καταλήγοντας στο τηλεγράφημά του:
«Θα εξακολουθήσω με την αυτήν έντασιν δυνάμεων επιδιώκων την καταστροφήν του εχθρού επί τη βάσει σχεδίου το οποίον προδιέγραψα και του οποίου τον αντικεμενικόν σκοπόν μόνος εγώ είμαι αρμόδιος και υπεύθυνος να κανονίζω. Παρακαλώ δε υμάς, όπως ευαρεστούμενος, μη προσπαθήτε επηρεάζητε την διεύθυνσιν των επιχειρήσεων. Κωνσταντίνος».
Η επιτακτική διαταγή του πρωθυπουργού και υπουργού Στρατιωτικών Ελευθέριου Βενιζέλου, αναγκάζει τον Κωνσταντίνο, να στρέψει τη Στρατιά προς τη Θεσσαλονίκη. Ο πρώτος σπόρος του Διχασμού, είχε πέσει στο χώμα…
Λίγες μέρες αργότερα, ο στόλος απελευθερώνει τη Θάσο, τη Σαμοθράκη και τον Άγιο Ευστράτιο. Η χαρά ολοκληρώνεται στις 18 του μηνός με ένα παράτολμο εγχείρημα. Ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης διεισδύει απαρατήρητος με το τορπιλοβόλο του στο οχυρωμένο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, βυθίζει την τουρκική κανονιοφόρο «Φετίχ Μπουλέντ» εκτοξεύοντας τρεις τορπίλες στα πλευρά της και διαφεύγει με ασφάλεια.
Παράλληλα με το στόλο, ο στρατός ξηράς, μετά από μια πεισματική και πολύωρη μάχη μπαίνει νικητής και στα Γιαννιτσά, ανοίγοντας έτσι το δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Περίθαλψη τραυματιών στη ΦιλιππιάδαΠερίθαλψη τραυματιών στη Φιλιππιάδα

Με ακάθεκτη ορμή προελαύνουν οι ελληνικές δυνάμεις και στην Ήπειρο, καταλαμβάνοντας στις 21 του μηνός την Πρέβεζα. Στην Μακεδονία καταλαμβάνουν τη Σιάτιστα, τον Πολύγυρο, και προωθούνται προς τη Φλώρινα.
Η 24η και η 25η Οκτωβρίου είναι κρίσιμες μέρες. Ο στρατός έχει διαβεί με ειδικές ζεύξεις τον Αξιό, αφού οι γέφυρές του είχαν ανατιναχθεί και βλέπει αμυδρά στο βάθος του ορίζοντα τη Θεσσαλονίκη.
Ο ανθυπασπιστής τότε Στέφανος Σαράφης, στις Ιστορικές Αναμνήσεις του θυμάται:
«Στις 24 το βράδυ περάσαμε τον Αξιό με σχεδίες, που είχε κάνει το Μηχανικό λίγο βορειότερα, από τη σιδηροδρομική γέφυρα, όπου περνούσε άλλο τμήμα. Με τις σχεδίες αργήσαμε πολύ να περάσουμε το ποτάμι. Κάθε τμήμα που περνούσε προχωρούσε να καταλάβει θέσεις γιατί το πρωί επρόκειτο ν’ αρχίσει η μάχη της Θεσσαλονίκης».
Ο Τούρκος αρχιστράτηγος Χασάν Ταχσίν Πασάς επιχειρεί διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης. Οι διαπραγματεύσεις γίνονται σε έπαυλη έξω από τη Θεσσαλονίκη, στην τοποθεσία Τοψίν.
Η αντιπαράθεση της Κωνσταντίνου – Βενιζέλου συνεχίζεται. Η κυβέρνηση που δεν είχε ενημέρωση για τις εξελίξεις περί την Θεσσαλονίκη ανησυχεί. Ο Βενιζέλος τηλεγραφεί στον Κωνσταντίνο:
«Παραγγέλεσθε ν’ αποδεχθήτε την προσφερομένη υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και εισέλθετε εις αυτήν άνευ τινός αναβολής. Καθιστώ Υμάς υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής. Βενιζέλος».
Ο Κωνσταντίνος, απαντά και πάλι ενοχλημένος:
«Συναισθάνομαι πλήρως την ευθύνην ήν φέρω και παρακαλώ εις το εξής να μη μοι υπομιμνήσκηται τούτο δι’ οιανδήποτε υπόθεσιν. Εάν ώφειλον ή ού να παραδεχθώ την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης ήμην ο μόνος αρμόδιος να κρίνω ευρισκόμενος επί τόπου και επιβάλλων της όρους. Απόδειξις δε το επιτευχθέν αποτέλεσμα».

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Η είσοδος του Βασιλέως και του Διαδόχου στη ΘεσσαλονίκηΗ είσοδος του Βασιλέως και του Διαδόχου στη Θεσσαλονίκη

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης
Τελικά η πόλη, ημέρα της εορτής του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου παραδίδεται αμαχητί. Αργά το βράδυ οι αξιωματικοί του επιτελείου του αρχιστρατήγου Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη και υπογράφουν το πρωτόκολλο παράδοσης.
Την επομένη, μέσα σε θάλασσα λαϊκών πανηγυρισμών εισέρχονται τα ελληνικά στρατεύματα με επικεφαλής τον βασιλέα Γεώργιο και τον Διάδοχο Κωνσταντίνο.
Και ενώ οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ολοκληρώσει την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, προς την πόλη σπεύδει παρά τις σχετικές προειδοποιήσεις, ο Βούλγαρος στρατηγός Θεοδωρώφ επικεφαλής της VII Μεραρχίας. Ακολούθησε σειρά διαπραγματεύσεων και τελικά επετράπη η είσοδος δύο μόνο ταγμάτων με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να αναπαυθούν ο Διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου Μπόρις και ο πρίγκιπας Κύριλλος, που υπηρετούσαν στα τάγματα αυτά.
Τα γεγονότα αυτά, έδειχναν, πως η κατάσταση με τη Βουλγαρία θα προκαλούσε τριβές.
Σημαντικές εξάλλου ήταν οι ελληνικές επιτυχίες και στο Μέτωπο της Ηπείρου, όπου απελευθερώνονται πόλεις και χωριά, με στόχο πάντα την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Ο στόλος απελευθερώνει της Αγίους Σαράντα. Ο στρατός καταλαμβάνει κωμοπόλεις και χωριά παρά την αντίδραση που συναντά, όπως για παράδειγμα στο Συρράκο. Μία μετά την άλλη πέφτουν οι οχυρωμένες τοποθεσίες και περιέρχονται στους νικητές, η Μανωλιάσσα και η Σκάλα Παραμυθιάς.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Το ελληνικό πυροβολικό στο ΜπιζάνιΤο ελληνικό πυροβολικό στο Μπιζάνι

Μεγάλης σημασίας της είναι η εκπόρθηση του ιδιαιτέρως οχυρωμένου Μπιζανίου και η είσοδος του στρατού στα Ιωάννινα.
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, το Φεβρουάριο του 1913, υπήρξε ένα σπουδαίο στρατιωτικό και πολιτικό γεγονός στην έκβαση του Βαλκανικού Πολέμου. Και δικαιολογημένα ανήγγειλε τη μεγάλη στρατιωτική νίκη ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, προσερχόμενος στη Βουλή.
Ο πρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος, το απόγευμα της 21ης Φεβρουαρίου 1913, έδωσε το λόγο αμέσως μόλις κήρυξε την έναρξη της συνεδρίασης, στον πρωθυπουργό και υπουργό των Στρατιωτικών Ελευθέριο Βενιζέλο, που είχε προσέλθει περιχαρής.
Και εκείνος, εν μέσω θυελλωδών χειροκροτημάτων, ανήλθε στο βήμα και ανακοίνωσε το τηλεγράφημα του αρχιστρατήγου και διαδόχου Κωνσταντίνου, που είχε σταλεί από το στρατηγείο του στο Χάνι του Εμίν Αγά. «Την τρίτην πρωινήν, ήρξατο γενική επίθεσις κατά του φρουρίου Ιωαννίνων».
Στη συνέχεια διάβασε τις αναλυτικές αναφορές για την επίθεση και τα επόμενα τηλεγραφήματα, σύμφωνα με τα οποία, στις 8 το πρωί ο στρατιωτικός διοικητής των Ιωαννίνων Εσάτ Πασάς επιθυμούσε να παραδώσει τα Ιωάννινα. Έστειλε μάλιστα αντιπροσωπεία να διαπραγματευθεί τα της παραδόσεως.
Και ενώ η αίθουσα σείονταν από τα χειροκροτήματα, ο Βενιζέλος, διάβασε το τηλεγράφημα του υπαρχηγού του Επιτελείου, σύμφωνα με το οποίο «τρεις ίλαι ιππικού υπό την διοίκησιν του υποστρατήγου Σούτσου, εισήλθον εις τα Ιωάννινα μετά της χωροφυλακής».
Αμέσως μετά μίλησαν οι Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, Γεώργιος Θεοτόκης, Δημήτριος Ράλλης, Δημήτριος Γούναρης και άλλοι.
Προς το τέλος της συνεδρίασης, ελήφθη από το Χάνι του Εμίν Αγά και άλλο τηλεγράφημα, που γνωστοποιούσε την υπογραφή του πρωτοκόλλου της παραδόσεως. Το φρούριο των Ιωαννίνων- έλεγε το τηλεγράφημα- παραδίδεται στον Ελληνικό Στρατό. Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί, παραδίδονταν ως αιχμάλωτοι πολέμου, μαζί με όλο το υλικό της, τις σημαίες και τα άλογά τους.
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, χαιρετίσθηκε με ενθουσιασμό και από τον Τύπο. Ο ποιητής Χρήστος Χρηστοβασίλης δημοσίευσε ποίημα, ειδικά για την περίσταση, αναφέροντας μεταξύ άλλων:

Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι
Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδούμε,
Γιατί ελευτερωθήκανε, Αϊτέ, τα Γιάννινα της.

Ο Γεώργιος Σουρής έγραψε στο «Ρωμηό» ανάλογο ποίημα.
Τα πήραμε τα Γιάννινα
Μάτια πολλά το λένε,
όπου γελούν και κλαίνε.
Το λεν πουλιά των Γρεβενών
κι αηδόνια του Μετσόβου…

Η συνεδρίαση ελύθη για να παραστούν οι βουλευτές, στην Δοξολογία που ετελείτο στη Μητρόπολη Αθηνών.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Το περιοδικό “Νουμάς” πανηγυρίζει…Το περιοδικό “Νουμάς” πανηγυρίζει…

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων έγινε μετά από πολυήμερη σκληρή πολιορκία των οχυρωμένων θέσεων της ευρύτερης περιοχής, κάτω από σκληρές καιρικές συνθήκες. Η γενική επίθεση κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας του Μπιζανίου, άρχισε το πρωί της 20ης Φεβρουαρίου 1913. Οι μαχητές του 1ου Συντάγματος Ευζώνων διακρίθηκαν για τις τολμηρές διεισδύσεις τους. Οι ελληνικές δυνάμεις με διάφορα στρατηγικά τεχνάσματα, κατόρθωσαν να παραπλανήσουν της Τούρκους. Το πυροβολικό έβαλε ασταμάτητα.
Στις 11 το βράδυ, ο διοικητής των Ιωαννίνων Εσάτ Πασάς αναγκάσθηκε να στείλει απεσταλμένους για παράδοση της πόλης. Η συμφωνία επιτεύχθηκε και η παράδοση της πόλης ορίσθηκε για τις 8 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου. Υπεγράφη και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης. Το υπέγραφε ο διοικητής της οχυρωμένης τοποθεσίας Τούρκος αντισυνταγματάρχης Βεχήπ Μπέης και οι Έλληνες λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός.
Ο αρχιστράτηγος και Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε στην πόλη της 22 Φεβρουαρίου και μαζί με το Στράτευμα έγιναν δεκτοί από της κατοίκους με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. Επακολούθησε δοξολογία στη Μητρόπολη. Η Ήπειρος ολόκληρη ζούσε μεγάλες στιγμές.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Ο ελληνικός στόλος σε δράσηΟ ελληνικός στόλος σε δράση

Η δράση του Στόλου
Στη θάλασσα εξακολουθούσε να κυριαρχεί ο ελληνικός στόλος. Στις 2 Ιανουαρίου 1913 επιχειρεί έξοδο από τα Στενά των Δαρδανελίων το τουρκικό καταδρομικό «Χαμηδιέ» που καταφθάνει και κανονιοβολεί την Ερμούπολη και διαφεύγει ανενόχλητο.
Τρείς μέρες αργότερα τουρκικά πολεμικά ενθαρρυμένα από το περιστατικό αυτό βγαίνουν από τα Στενά και κατευθύνονται στην Λήμνο. Η ναυμαχία που ακολουθεί με εκατέρωθεν κανονιοβολισμούς επί 2,5 ώρες λήγει με νικητές τους Έλληνες. Η μεγάλη αυτή νίκη έκτοτε οριστικοποιεί την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο, αφού ο τουρκικός στόλος δεν επιχείρησε άλλη έξοδο από τα Δαρδανέλια, στον πόλεμο αυτό.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Το σημείο, όπου δολοφονήθηκε ο βασιλεύς Γεώργιος Α΄Το σημείο, όπου δολοφονήθηκε ο βασιλεύς Γεώργιος Α΄

Η δολοφονία του βασιλέως Γεωργίου Α΄
Ένα απρόσμενο γεγονός στις 5 Ιανουαρίου, ρίχνει βαριά σκιά στα χαρμόσυνα γεγονότα των στρατιωτικών επιτυχιών. Η δολοφονία του βασιλέως Γεωργίου του Α΄ στη Θεσσαλονίκη το 1913, υπήρξε γεγονός καταλυτικής σημασίας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Τη δραματική αυτή δολοφονία, όταν κορυφώνονταν οι ελληνικοί πολεμικοί θρίαμβοι, που οδήγησαν στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου της, θα θυμηθούμε σήμερα.
H δολοφονία του βασιλέως Γεωργίου το 1913 στη Θεσσαλονίκη, συγκλόνισε το Έθνος.
Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ανήγγειλε τη δολοφονία στη Βουλή, στην οποία κατά την περιγραφή της εποχής, οι βουλευτές προσήλθαν με μέλανα ενδύματα, ενώ οι κυρίες στο θεωρείο ήταν «μελανειμονούσες» και με μαύρα καπέλα, κατά την περιγραφή της εποχής.
Ο Βενιζέλος εξέφρασε τη βαθύτατη οδύνη του γιατί «ο βασιλεύς Γεώργιος πληγείς υπό δολοφόνου χειρός εν Θεσσαλονίκη χθες το απόγευμα, καθ’ ήν στιγμήν επέστρεφε εκ περιπάτου, εξέπνευσε μετ’ ολίγας στιγμάς». Ταυτόχρονα, δεν έκρυψε την ανησυχία της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι η δολοφονία έγινε πριν ακόμα κατοχυρωθούν διεθνώς τα αποτελέσματα των πολεμικών θριάμβων της χώρας, στο Βαλκανικό Μέτωπο.
Ο Γεώργιος Θεοτόκης, υπογράμμισε ότι «δολοφόνος χειρ έκοψε το νήμα της ζωής του βυθίσασα εις οδύνην και λύπην και εις βαθύτατον πένθος ολόκληρον το Έθνος».
Ο Δημήτριος Ράλλης τόνισε, ότι «ο μιαρός κακούργος δεν έπληξε τα στέρνα του αοιδίμου βασιλέως. Έπληξεν αυτό το Έθνος και εν τη κακουργία αυτού υπερέβαλε τον Ηρόστρατον και τον Εφιάλτην».
Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ από τις 29 Οκτωβρίου 1912 είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να υπογραμμίσει με έμφαση, την ελληνική κυριαρχία στη Μακεδονία.
Η αποτρόπαια δολοφονία έγινε το απόγευμα της 5ης Μαρτίου 1913. Ο Γεώργιος συνήθιζε κάθε απόγευμα να κάνει περίπατο στους δρόμους της πόλης και μάλιστα χωρίς αυστηρά μέτρα ασφαλείας.
Εκείνο το μοιραίο απόγευμα, ο άνθρωπος που τον δολοφόνησε, ο Αλέξανδρος Σχινάς, καταγόμενος από τις Σέρρες, πλησίασε το βασιλιά από πίσω και τον πυροβόλησε με περίστροφο. Ο Γεώργιος εξέπνευσε καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο.
Επικράτησε αναστάτωση. Η κυβέρνηση στην Αθήνα, ειδοποιήθηκε αμέσως με τηλεγράφημα.
Τα ελατήρια του Σχινά δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ, γιατί λίγες μέρες αργότερα ο δράστης αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τα παράθυρο του Διοικητηρίου, όπου εκρατείτο ανακρινόμενος.
Για το θάνατο του Γεωργίου, αμέσως επικράτησε μια μεταφυσική ερμηνεία, συνδεδεμένη με τη δεισιδαιμονία περί τον αριθμό 13. Ο μονάρχης, απέφευγε να ορκίζει στις 13 κάθε μηνός κυβερνήσεις και υπουργούς αλλά και να παίρνει σοβαρές αποφάσεις. Το έτος της δολοφονίας του έληγε σε 13. Τα χρόνια που βασίλεψε ήταν 49 και η πρόσθεση των αριθμών 4 συν 9 δίνει άθροισμα 13.
Αργότερα, κυρίως από τα χρόνια του Διχασμού και μετά, διατυπώθηκε και άλλη ερμηνεία, συνομωσιολογική. Τη δολοφονία, έλεγαν οι οπαδοί της θεωρίας, οργάνωσαν οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, για να καταλάβει το θρόνο της Ελλάδας ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, που θεωρείτο φιλικότερα προσκείμενος προς την Γερμανία, ενώ ο Γεώργιος ήταν αγγλόφιλος.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Η κηδεία του Γεωργίου Α’ στην ΑθήναΗ κηδεία του Γεωργίου Α’ στην Αθήνα

Δεν είναι λίγοι και εκείνοι, που πιστεύουν, πώς αν δεν εξέλιπε τότε ο βασιλεύς Γεώργιος, δεν θα ακολουθούσε η σύγκρουση Βενιζέλου- Κωνσταντίνου, που οδήγησε τη χώρα στον Διχασμό.
Η κηδεία του Γεωργίου στην Αθήνα, όπου μεταφέρθηκε η σορός του, υπήρξε πάνδημη.

Ο Γεώργιος Σουρής, έγραψε στο «Ρωμηό» τους στίχους:
«Μαυρίλ’ απλώνεται παντού, σε πλάτη και σε μήκη
Μαύρος κι ο Πύργος ο Λευκός μές’ στη Θεσσαλονίκη
Κι εκεί που τον εσκότωσαν ανάβει μια καντήλα,
Πούναι το φως της παγερό, καρδιάς ανατριχίλα».

Στις 8 Μαρτίου 1913 έγινε στη Βουλή, η πανηγυρική συνεδρίαση για την ορκωμοσία του νέου βασιλέως του Κωνσταντίνου.
Ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος τερματίσθηκε τον Δεκέμβριο του 1912 με την Συνδιάσκεψη του Λονδίνου υπό την προεδρία του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέυ.
Η Βουλγαρία αν και της είχε επιδικαστεί η Δυτική Θράκη, διεκδικώντας τη Θεσσαλονίκη και τις πόλεις της Μακεδονίας, επέδειξε διάθεση ηγεμονισμού, γεγονός που οδήγησε την Ελλάδα και τη Σερβία να συνάψουν διμερή Συνθήκη Συμμαχίας. Η έλλειψη πνεύματος συνεννόησης από την πλευρά της Βουλγαρίας για τις εδαφικές διευθετήσεις μεταξύ των νικητών οδήγησε σε πολεμική αντιπαράθεση τους χθεσινούς συμμάχους.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Προέλαση του ΙππικούΠροέλαση του Ιππικού

Οι εχθροπραξίες άρχισαν στα μέσα Ιουνίου 1913 με επιθέσεις βουλγαρικών δυνάμεων στην περιοχή του Παγγαίου και της Νιγρίτας.
Στην Αθήνα σε συνεδρίαση της Βουλής στις 21 Ιουνίου, ο Βενιζέλος υπογραμμίζει:
«Έχομεν πεποίθησιν, ότι αγωνιζόμεθα, ουχί δια να κατακτήσωμεν ξένας χώρας, ουχί δια να αρπάσωμεν τα ανήκοντα εις άλλους. Έχομεν την συναίσθησιν ότι αγωνιζόμεθα ίνα αποκτήσωμεν ό,τι ανήκει εις ημάς χωρίς να επωφεληθώμεν εκείνου το οποίον ανήκει εις άλλους».
Διαδοχικά, εκκαθαρίζεται η Θεσσαλονίκη από τους Βουλγάρους, ενώ σε περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας σημειώνονται αψιμαχίες. Στις 20 Ιουνίου 1913 καταλαμβάνεται η Νιγρίτα. Στρατηγικές νίκες επιτυγχάνει ο Ελληνικός στρατός σε πολύνεκρες μάχες για την απελευθέρωση του Κιλκίς και την εξουδετέρωση της οχυρωμένης τοποθεσίας του Λαχανά στην κατεύθυνση Θεσσαλονίκης- Σερρών.
Μετά τις 22 Ιουνίου η βουλγαρική υποχώρηση αρχίζει να επιταχύνεται δείχνοντας, πως επέρχεται η πανωλεθρία των Βουλγάρων στρατιωτών. Η νίκη των Ελλήνων στην περιοχή της Δοϊράνης είναι περιφανής. Ακολουθεί η Στρώμνιτσα, η Καβάλα και το Σιδηρόκαστρο, τότε Δέμιρ Ίσαρ. Στις 29 Ιουνίου 1913 ελευθερώνονται και οι Σέρρες. Οι ελληνικές δυνάμεις στις πόλεις που ελευθερώνουν ανακαλύπτουν φρικαλεότητες.
Ο διοικητής της VII Μεραρχίας συνταγματάρχης Ναπολέων Σωτήλης, τηλεγραφεί στην Αθήνα:
«Πόλις Σερρών εκάη ολόκληρος, εξαιρέσει Τουρκικής και Εβραϊκής συνοικίας. Αγορά της εκάη. Πλήθυς γυναικόπαιδων ευρέθησαν φονευμένα η απανθρακωμένα εντός των οικιών. Πόλις στερείται άρτου».
Η προέλαση των ελληνικών δυνάμεων είναι ακάθεκτη. Στις 30 Ιουνίου απελευθερώνεται το Δοξάτο, το οποίο δοκιμάστηκε με φοβερές σφαγές των κατοίκων του, ενώ τα σπίτια του κάηκαν ολοσχερώς. Την 1η Ιουλίου απελευθερώνεται και η Δράμα. Ακολουθεί το Μελένικο, η Κάτω Βρόντου, το Νευροκόπι και η Ξάνθη.
Από της 8 έως τις 11 Ιουλίου οι ελληνικές δυνάμεις επιτίθενται εναντίον των βουλγαρικών, στα στρατηγικά στενά της Κρέσνας. Ο αγώνας είναι σκληρός, αλλά τελικά παραβιάζονται οι οχυρώσεις των Στενών. Πέφτουν και η Στρώμνιτσα και η Τζουμαγιά.
Ο ανταποκριτής της «Νταίηλυ Τέλεγκραφ», τηλεγραφούσε από τη Στρώμνιτσα:
«Η μάχη διεξήχθη λυσσώδης αμφοτέρωθεν, αλ’ η ορμή του Ελληνικού Στρατού παρέσυραν εν τέλει, παν εμπόδιων».
Ο δρόμος προς τη Σόφια ανοίγει…

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Η αναγγελία της κατάληψης του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης)Η αναγγελία της κατάληψης του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης)

Η απελευθέρωση του Δεδέαγατς
Ταυτόχρονα ο στόλος υπό τον Παύλο Κουντουριώτη, παγιώνει τον έλεγχο του Αιγαίου και στις 12 Ιουλίου 1913 απελευθερώνει το Δεδέαγατς, τη σημερινή Αλεξανδρούπολη. Για τις ταχυδρομικές ανάγκες μάλιστα, τυπώνονται επάνω στο μικρό τυπογραφείο του θωρηκτού «Αβέρωφ» τα πρώτα ελληνικά γραμματόσημα του Δεδέαγατς. Άνδρες που προωθούνται βόρεια φτάνουν έως έξω από το Σουφλί, στο χωριό Κορνοφωλιά. Άλλες δυνάμεις εκστρατεύουν δυτικά και απελευθερώνουν την Γκιουμουλτζίνα, τη σημερινή Κομοτηνή δηλαδή.
Ήδη έχει ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης.
Ενσωματώθηκε στον ελληνικό κορμό η Κρήτη, αλλά παρέμεινε τελικά εκτός Ελλάδας, η απελευθερωμένη από τον ελληνικό στρατό Βόρεια Ήπειρος.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Η διάσκεψη του ΒουκουρεστίουΗ διάσκεψη του Βουκουρεστίου

Η Ρωσία, που δεν ήθελε αυτόν τον πόλεμο καταβάλλει προσπάθειες για τον τερματισμό του. Η Αυστρία και η Ρουμανία κάνουν διαβήματα για κατάπαυση των εχθροπραξιών. Αποφασίζεται να συγκληθεί διάσκεψη στο Βουκουρέστι. Την Ελλάδα αντιπροσωπεύει ο Βενιζέλος. Αντιμετωπίζει τις σφοδρές αντιδράσεις στο εδαφικό ζήτημα, αλλά τελικά βρίσκεται συμβιβαστική λύση. Η Ελλάδα, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, έχει φτάσει τα σύνορά της έως το Νέστο και τις κορυφογραμμές του Μπέλες, κρατώντας οριστικά πλέον την Μακεδονία. Η Βουλγαρία παίρνει τη Δυτική Θράκη, που θα την κρατήσει έως το 1919. Η Τουρκία ανακαταλαμβάνει με σφοδρές μάχες την περιοχή της Αδριανούπολης. Τα ελληνοσερβικά σύνορα οριστικοποιούνται στην γραμμή μεταξύ Φλώρινας και Μοναστηρίου.

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Οι εύζωνοι είχαν διακριθεί…. Οι εύζωνοι είχαν διακριθεί…

Οι θυσίες
Στους Βαλκανικούς Πολέμους, με την τόσο ένδοξη διεξαγωγή τους, υπήρξαν και ανθρώπινες απώλειες. Και αυτές είναι δραματικές.
Έχουν καταγραφεί 307 νεκροί αξιωματικοί και 555 τραυματίες.
Οι νεκροί οπλίτες είναι 7.918 και οι τραυματίες 32.587. Επιπλέον 188 οπλίτες θεωρούνται αγνοούμενοι. Και κοντά σε όλους αυτούς καταμετρήθηκαν και 580 «παγόπληκτοι». Οπλίτες δηλαδή που έπαθαν κρυοπαγήματα.
Τα αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων, υπερέβησαν τις προσδοκίες όλων. Η Ελλάδα, μετά την λήξη των δύο Βαλκανικών Πολέμων, είχε σχεδόν διπλασιάσει το έδαφος της αφού από 63.211 τετραγωνικά χιλιόμετρα του 1897 έφτασε στα 121.794 το 1913. Αλλά και ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά αφού από 2.631.952 έφτασε στα 4.832.167 κατοίκους .
Το γόητρο των Ενόπλων Δυνάμεων είχε αναστηλωθεί μετά την καταρράκωση του 1897. Η οικονομία και η ανάπτυξη απέκτησαν ανοδική πορεία. Το λαϊκό αίσθημα είχε ικανοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό θεωρώντας πως οι περιφανείς νίκες πραγμάτωναν τους εθνικούς πόθους της λεγόμενης Μεγάλης Ιδέας. Δυστυχώς, ο διχασμός δεν άργησε να έρθει, μαζί με την Μικρασιατική καταστροφή του 1922.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Αφίσα εποχής με τα συμμαχικά κράτη και τους ηγέτες τουςΑφίσα εποχής με τα συμμαχικά κράτη και τους ηγέτες τους

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Ο θάνατος του βουλευτή και ποιητή Λορέντζου ΜαβίληΟ θάνατος του βουλευτή και ποιητή Λορέντζου Μαβίλη

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Έλληνες στρατιώτες εισέρχονται στη ΘεσσαλονίκηΈλληνες στρατιώτες εισέρχονται στη Θεσσαλονίκη

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Βέροια: Νοσοκομεία εκστρατείας σε αντίσκηναΒέροια: Νοσοκομεία εκστρατείας σε αντίσκηνα

Βαλκανικοί Πόλεμοι - Εικόνα από το μέτωπο της Ηπείρου. Διακρίνεται ο διάδοχος ΚωνσταντίνοςΕικόνα από το μέτωπο της Ηπείρου. Διακρίνεται ο διάδοχος Κωνσταντίνος

Πηγή: Olympia.gr

Μακεδονία: Ιστορία του Τύπου της Θεσσαλονίκης

Μακεδονία: Ιστορία του Τύπου της Θεσσαλονίκης
Ερμής/Φάρος της Μακεδονίας: Την πρώτη Ελληνική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, εξέδωσε ο Σοφοκλής Γκαρπολάς, ένας Έλληνας τυπογράφος με Βλάχικη καταγωγή και θερμή Ελληνική συνείδηση. ΄Εξι χρόνια αργότερα η εφημερίδα μετονομάστηκε σε “Φάρο της Μακεδονίας” κι από το 1895 σε “Φάρο της Θεσσαλονίκης“. Συνέχισε νε εκδίδεται από τα παιδιά πλεον του εκδότη, με παύσεις, με διώξεις, με καταδίκες και με οικονομικά προβλήματα μεχρι το 1912, λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Η συμβολή των εφημερδίων του Γκαρπολά ήταν σημαντική και καθοριστικη γα την διάδοση του εθνικού φρονήματος των σκλαβωμένων κατοίκων και στους αγώνες για την Ελληνικότητα της Μακεδονίας.

Nέα Aλήθεια
Kαθημερινή απογευματινή εφημερίδα (η Eστία της Θεσσαλονίκης). Eκδόθηκε ως “Aλήθεια” το 1903 και διέκοψε οριστικά το 1971. Iδρυτής και εκδότης: Aθ. Kούσκουρας. Διευθυντής: I. Kούσκουρας. Mεταξύ των συντακτών της ξεχώρισαν οι I. Mπήτος, K. Σνωκ, Aντ. Θεοδωρίδης, Π. Παπαγεωργίου, Aχ. Kαλεύρας κ.ά. Kινήθηκε στον ευρύτερο χώρο του εθνικού Φιλελευθερισμού, ενώ μεταπολεμικά τήρησε μετριοπαθή συντηρητική πολιτική γραμμή.

Mακεδονία
H μακροβιότερη και πιο γνωστή εφημερίδα της πόλης. Kυκλοφορεί από το 1911. Eκδότης-διευθυντής K. Bελλίδης και μετά το 1936 I. Bελλίδης. Διευθύνεται μετά το 1980 από την K. Bελλίδου. Mεταξύ των συντακτών της ξεχωρίζουν τα ονόματα των Π. Λεβαντή, B. Mεσολογγίτη, Γ. Ωρολογά, I. Σαμαρά, N. Φαρδή, I. Iωαννίδη, K. Δημάδη, A. Xαμουδόπουλου, Aρ. Xασιρτζογλου, Bουργουντζή κ.ά. Aπό το 1915 τάσσεται στο πλευρό του Eλευθέριου Bενιζέλου και θα παραμείνει μέχρι σήμερα πιστή στην ευρύτερη φιλελεύθερη δημοκρατική παράταξη, φροντίζοντας να παρέχει στους αναγνώστες της πλήρη ειδησεογραφική ενημέρωση.

Eφημερίς των Bαλκανίων
Aπογευματινή εφημερίδα. Eκδόθηκε το 1918, κυκλοφόρησε μέχρι το 1941, επανεκδόθηκε για ένα μήνα το 1946 και για 5 περίπου μήνες το 1950. Σφραγίστηκε απο την πληθωρική προσωπικότητα του διευθυντή και αρχισυντάκτη της N.Kαστρινού. Eπέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι σε κοινωνικά προβλήματα, όπως π.χ. τ προσφυγικό και υποστήριξε την αβασίλευτη Δημοκρατία στο πλευρό του Aλέξανδρου Παπαναστασίου.

Mακεδονικά Nέα
Aπογευματινή αξιόλογη εφημερίδα. Kυκλοφόρησε απο το 1924 ώς το 1934. Διευθυντές της: Π. Λούβαρης – B. Mεσολογγίτης. Yποστήριζε αρχικά τη δημοκρατική παράταξη, αλλά στη συνέχεια και τους Πάγκαλο και Kονδύλη.

Tαχυδρόμος Bορείου Eλλάδος
Aντιβενιζελική εφημερίδα. Eκδόθηκε απο το 1920 ώς το 1937. Eκδότης N. Δαρβέρης και διευθυντής Π. Ωρολογάς.

Eλληνικός Bορράς
Hμερήσια εφημερίδα. Eκδόθηκε το 1936 από τν Γ. Λεβαντή με αρχισυντάκτη τον Στ. Στάγκο. Διέκοψε την έκδοσή της όταν επιβλήθηκε η δικτατορία της 4ης Aυγούστου. Eπανεκδόθηκε το 1945 από τους Π. Λεβαντή, B. Mεσολογγίτη, X. Xιωτοπουλο, υποστηρίζοντας τους φιλελεύθερους, ενώ από το 1952 προσχώρησε στον Eλληνικό Συναγερμὀ του Παπάγου και από το 1956 στην EPE του K. Kαραμανλή, με μαχητική αρθρογραφία και εκδότρια την T. Λεβαντή. Aπό το 1986 κυκλοφορεί ως εβδομαδιαία.Aνάμεσα στoυς συντάκτες της ξεχωρίζουν τα ονόματα των Hλ. Kύρου, Γ. Δώσσα, Σ. Xριστοδούλου, Δ. Zαφειρόπουλου, B. Nέττα, N. Στάγκου και N. Mέρτζου και υπήρξε, απο τη δεκαετία του ’70, η ψυχή της εφημερίδας.

Θεσσαλoνίκη
Aπογευματινή εφημερίδα. Kυκλοφορεί από τον Mάιο του 1963, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα προβλήματα της πόλης και τη διάσωση της ιστορικής φυσιογνωμίας της. Eκδόθηκε από τον I. Bελλίδη και ανάμεσα στους συντελεστές της ξεχωρίζουν τα ονόματα των I. Iωαννίδη, Γ. Aρβανιτίδη, Γ. Mπέρτσου, Aντ. Kύρτη, X. Mεμή, Γ. Λιάννη, K. Tσαρούχα, Αντ. Πεκλάρη, Δ. Γουσίδη, Γ. Μυλαράκη.

του Γιώργου Αναστασιάδη,
Καθηγητή Πολιτικής Ιστορίας

Πηγή: Καθημερινή, ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, 26 Φεβ. 1995

Πηγή: history-of-Macedonia

Διόρθωση κειμένου: MacedonianAncestry