Archive

Posts Tagged ‘Θουκυδίδης’

ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΤΟΝ ΟΡΟ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»

ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΤΑ ΣΚΟΠΙΑ
ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΤΟΝ ΟΡΟ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ

 

Του Αντιναυάρχου ε.α. Π. ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΥ Π.Ν

 

Είναι γνωστές οι επίμονες προσπάθειες των Σκοπίων να επιβάλουν στη διεθνή κοινότητα και ειδικότερα στην Ελλάδα, τα Ελληνικά ιστορικά ονόματα «Μακεδονία» και «μακεδόνας» για τον κρατικό και εθνικό τους προσδιορισμό. Ο αδιάντροπος αυτός σφετερισμός της ταυτότητας των Μακεδόνων, που είναι και ταυτότητα των Ελλήνων, καθώς και της ελληνικότητας του Ονόματος, της Γλώσσας, της Ιστορίας και του Πολιτισμού της Μακεδονίας, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, δεν μας ξενίζει ιδιαίτερα γιατί ξεκίνησε πριν από 60 χρόνια. Εκείνο που μας ξενίζει είναι η πρόσφατη αναγνώριση των Σκοπίων, από τις ΗΠΑ, με το Ελληνικό αυτό όνομα, γιατί είναι αχαρακτήριστη, άστοχη, προσβλητική, επικίνδυνη, σε βάρος της Ελλάδας, και οπωσδήποτε ασυνεπής σε σχέση με τις προγενέστερες θέσεις και ενέργειές του επί του θέματος.
Αδιάψευστα ιστορικά γεγονότα και ντοκουμέντα αποδεικνύουν ότι η, με σύμφωνη γνώμη του Στάλιν, μετονομασία, τον Αύγουστο του 1944, από τον Τίτο, από Νότια Σερβία σε «Μακεδονία», είχε δύο στόχους : ο πρώτος στόχος ήταν ο προσδιορισμός και αποδυνάμωση της Σερβίας, ο δε δεύτερος και σπουδαιότερος, η απόσπαση της Βόρειας Ελληνικής Επαρχίας της Μακεδονίας προς έλεγχο του Αιγαίου, ιδιαίτερα της πολύ σημαντικής πόλεως και λιμένος της Θεσσαλονίκης, και η στη συνέχεια δημιουργία της ψευδομακεδονίας του Αιγαίου. Φαίνεται ότι οι ΗΠΑ λησμόνησαν την τότε σαφή και αποτελεσματική στάση ως και τις στη συνέχεια ενέργειές τους.
Συγκεκριμένα, στην ενέργεια αυτή του Τίτο, οι ΗΠΑ αντιτάχθησαν και αντέδρασαν άμεσα με τον Υπουργό Εξωτερικών, της Κυβερνήσεως Ρούσβελτ, Εdward R. Stetinius Jr, o oποίος με την υπ΄αριθμό 868014/26-12-44 εγκύκλιό του, δήλωσε τα εξής : «Η Κυβέρνηση αυτή θεωρεί ότι οποιαδήποτε αναφορά σε «Μακεδονικό Έθνος», «Μακεδονική Πατρώα Γη» ή «Μακεδονική Εθνική Συνείδηση» είναι αδικαιολόγητη και δημαγωγική, δεν αντιπροσωπεύει εθνική ή πολιτική πραγματικότητα, ενώ διαβλέπει, στην παρούσα αναβίωσή της, πιθανό μανδύα για επιθετικές ενέργειες εναντίον της Ελλάδας. Η επίσημη πολιτική αυτής της Κυβέρνησης είναι να λάβει τα αναγκαία μέτρα εναντίον εκείνων που θα βοηθήσουν τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία στη δημιουργία «Μακεδονικού Ζητήματος» σε βάρος της Ελλάδας».
Την πολιτική αυτή ενίσχυσαν και νεώτεροι Πρόεδροι ως και τα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ. ΟΙ ανωτέρω δηλώσεις αποδείχθησαν προφητικές δεδομένου ότι ο Τίτο και ο Στάλιν πράγματι ξεκίνησαν επιθετική ενέργεια εναντίον της Ελλάδας στην οποία οι ΗΠΑ αντέδρασαν με το Δόγμα ΤΡΟΥΜΑΝ και βοήθεια προς την Ελλάδα, το 1947, προκειμένου να προστατευθεί η εδαφική της ακεραιότητα από κομμουνιστική κατοχή. Την ανωτέρω άποψη/στάση των ΗΠΑ ενίσχυσαν επίσης, μεταξύ άλλων, ο ΟΗΕ, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος και οι ομολογίες Στάλιν και Δημητρώφ.
Κατωτέρω θα επαναληφθούν συνοπτικά, οι κυριότεροι λόγοι που δεν επιτρέπουν τη χρήση των ονομάτων «Μακεδονία», «Μακεδόνας» και «Μακεδονικός από το νέο κράτος :
α. Δεν είναι σωστό μια χώρα, η οποία είναι τμήμα μιας γεωγραφικής περιοχής, να ορίζεται αυθαίρετα από μόνη της, με επίσημο τρόπο, εκπρόσωπος της όλης περιοχής.
β. Δεν αντιπροσωπεύει ούτε εθνική ούτε πολιτική πραγματικότητα δεδομένου ότι τα ονόματα αυτά είναι καθαρά Ελληνικά, αναφορικά με την προέλευσή τους, και ότι δεν υπάρχει Μακεδονική φυλή. Η χρήση των ονομάτων αυτών στην αρχαία Ελλάδα, ακόμη και σε προσδιορισμούς όπως «Βασίλειο της Μακεδονίας του Φιλίππου του Β΄ή του Μεγάλου Αλεξάνδρου» έδειχνε γεωγραφική περιοχή και όχι εθνότητα. Οι Μακεδόνες όπως οι Αθηναίοι, οι Σπαρτιάτες, οι Θηβαίοι, Κύπριοι κ.λ.π. ήταν όλοι Έλληνες.
γ. Μπορεί να στηρίξει εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος γειτονικών χωρών, όπως συνέβηκε πολλές φορές μέχρι τώρα.
δ. Δεν υπάρχει ομοιογένεια στον πληθυσμό του νέου κράτους. Σύμφωνα με ένα άρθρο στο περιοδικό Christian Science Monitor, στις 28 Οκτωβρίου 1992, στη σελίδα 19, από τον C.M.WOODHOUSE, πολύ γνωστό ιστορικό και πρώην μέλος του Βρετανικού Κοινοβουλίου ο οποίος υπηρέτησε τη Μεγάλη Βρετανία, στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο πληθυσμός αποτελείται από 40-45% Σλάβους, 30% Αλβανούς, 10% Έλληνες και 10% Τσιγγάνους και λοιπούς.
ε. Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί την παραποίηση της ιστορίας της Μακεδονίας στους ακόλουθους ψευδείς ισχυρισμούς/επιχειρήματα που έχουν κατασκευασθεί από τους Σκοπιανούς αξιωματούχους προκειμένου να υποστηρίξουν τις προσπάθειές τους να επιβάλουν τη χρήση του ονόματος Μακεδονία και των παραγώγων του :

– Ότι οι Μακεδόνες δεν είναι Έλληνες αλλά μια ξεχωριστή εθνότητα.
– Ότι η γλώσσα τους δεν είναι η Ελληνική, αλλά το ιδίωμα που ομιλείται στην περιοχή των Σκοπίων.
– Ότι η Μακεδονία εκτείνεται προς Βορράν πολύ πέραν των ορίων της ιστορικής Μακεδονίας, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνει πραγματικές σλαβικές περιοχές που δεν είχαν υπάρξει ποτέ τμήματα της Μακεδονίας στην αρχαιότητα και οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν τμήματα της αρχαίας Δαρδανίας.

– Ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες, αλλά ένα ξεχωριστό έθνος που είχε σχέση με τους Ιλλυριούς και τους Θράκες.
– Ότι όταν οι Σλάβοι κατέβηκαν στη Βαλκανική, κατά τη διάρκεια του 6ου και 7ου αιώνων μ.Χ. συγχωνεύθηκαν με τους μη Έλληνες απογόνους των αρχαίων Μακεδόνων και έτσι δημιουργήθηκε ένα νέο έθνος οι Σλαβο-Μακεδόνες.
– Ότι οι απόγονοι αυτών των Σλαβο-Μακεδόνων του μεσαίωνα είναι οι σημερινοί Μακεδόνες των Σκοπίων.
– Ότι στη Βουλγαρία και Ελλάδα υπάρχουν κάτοικοι οι οποίοι ανήκουν σ΄αυτό το «Μακεδονικό Έθνος» οι οποίοι σχηματίζουν καταπιεσμένες μειονότητες των οποίων τα δικαιώματα πρέπει να αναγνωρισθούν.
– Ότι οτιδήποτε αποκαλούμενο «Μακεδονικό», ήθη, έθιμα, πολιτισμός κ.λ.π. δεν είναι Ελληνικό, αλλά δημιούργημα των Μακεδόνων του τύπου των Σκοπίων.

Φυσικά όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορούν να αντέξουν κριτική γιατί είναι τελείως αμφισβητήσιμοι τόσο με ιστορικά και εθνολογικά όσο και με πολιτιστικά ή κοινωνιολογικά κριτήρια.
Τα επιχειρήματα να μη χρησιμοποιηθούν τα ονόματα «Μακεδονία» και «Μακεδονικός» είναι ουσιώδη και σε σύγκριση με τους ισχυρισμούς των Σκοπιανών είναι συντριπτικά και αποφασιστικά.
Οι κατασκευασμένοι από τους Σκοπιανούς ισχυρισμοί, που προαναφέρθηκαν, προβάλλονταν και προβάλλονται συνεχώς από τους αξιωματούχους των Σκοπίων όχι μόνο τότε που ήταν ομόσπονδο κράτος αλλά ιδιαίτερα και πιο επίμονα τώρα που είναι ανεξάρτητο κράτος. Μολονότι δεν αντέχουν ακόμη και στοιχειώδη κριτική δεδομένου ότι είναι ψευδείς και αδικαιολόγητοι, τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία θα αποδείξουν ότι τα αντικρούοντα αυτούς επιχειρήματα είναι ουσιαστικά, συντριπτικά και αποφασιστικής σημασίας.
Η Μακεδονία από μόνη της, με τις χιλιετίες της παλιάς της δόξας, δεν θα επιτρέψει την αλλαγή της ιστορίας. Μόνο το άκουσμα των ονομάτων του Αριστοτέλη και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η συνεισφορά τους στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, του πρώτου με τη σοφία του και του δεύτερου με την πολεμική του αρετή, την ανδρεία, την εξαίρετη πολιτική και τη μεγαλοσύνη του, θα έπρεπε να είναι αρκετά για να επαναφέρουν στα λογικά τους όλους αυτούς που προσπαθούν να παραποιήσουν την ιστορία της.
Η Μακεδονία υπήρξε πάντοτε και εξακολουθεί να είναι ακόμη η πιο προχωρημένη έπαλξη και ο προμαχώνας της Ελλάδας.
Όλες οι ιστορικές πηγές συμφωνούν αναφορικά με τη γεωγραφική θέση της αρχαίας Μακεδονίας της οποίας τα όρια ήταν τα ακόλουθα :

– Το Αιγαίο Πέλαγος και τα βουνά Καμβούνια, Πιέρια και Όλυμπος προς νότον.
– Οι λίμνες Οχρίδα και Πρέσπα και τα βουνά Βαμβούνα, Σκόμιο και Ροδόπη προς βορράν.
– Ο ποταμός Νέστος προς ανατολάς και τα βουνά Γράμμος και Πίνδος προς δυσμάς.

Οι κάτοικοι αυτής της περιοχής, οι Μακεδόνες, ανήκαν σε μια από τις αρχαιότερες Ελληνικές φυλές. Οι πλησιέστεροι συγγενείς τους ήταν οι Θεσσαλοί και ειδικότερα οι Μαγνήσιοι με τους οποίους μοιράζονταν την Αιολική καταγωγή.
Η γλώσσα που μιλούσαν ανήκε στους αρχαιότερους τύπους της Ελληνικής και είχε συγγένεια με τις διαλέκτους της Αιολικής, Αρκαδικής, Κυπριακής και Μηκυναϊκής.
Η θρησκεία των Μακεδόνων ήταν η ίδια με τη θρησκεία των άλλων Ελλήνων οι δε μύθοι και παραδόσεις τους ήταν τα ίδια που συναντούσες σε όλο τον Ελληνικό κόσμο.
Ο Βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππος ο Β΄και ο γιός του Αλέξανδρος ο Μέγας – στον οποίο οι Σκοπιανοί προσπαθούν επισταμένα να προσδώσουν «Σλαβομακεδονική» ταυτότητα – ενεργούσαν όχι απλώς σαν Έλληνες αλλά σαν Πανελλήνιοι Αρχηγοί με την έννοια ότι έκαναν πράξη την παλιά ιδέα του σχηματισμού ενός ενιαίου Ελληνικού κράτους με τη συγχώνευση των Ελληνικών πόλεων-κρατών.
Στις χρονικές περιόδους που ακολούθησαν, και ειδικότερα μετά την εμφάνιση στη Βαλκανική των Σλάβων και των Βουλγάρων (6ο και 7ο αιώνα μ. Χ.) η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας όπως προσδιορίσθηκε προηγουμένως εξακολούθησε να είναι η έπαλξη και ο προμαχώνας του Ελληνισμού όπως ακριβώς ήταν και κατά την αρχαιότητα.
Η Παλαιά Διαθήκη, οι αρχαίοι συγγραφείς, σύγχρονοι ερευνητές, αμέτρητες επιγραφές σε αγάλματα, τάφους, στήλες με Ελληνικά ονόματα και αναθήματα, χιλιάδες νομίσματα, όχι μόνο στη Μακεδονία και στην υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και σε χώρες του εξωτερικού όπως στη Λιβύη, την Αίγυπτο και την Ασία, μέχρι τις Ινδίες, επιβεβαιώνουν κατηγορηματικά ότι, οι Μακεδόνες σαν Έλληνες, είχαν τους ίδιους θεούς, τις ίδιες θρησκευτικές λατρείες, και ότι ήταν αυτοί που διέδωσαν τη γλώσσα τους, που ήταν η Ελληνική, και το Ελληνικό πνεύμα σε όλο το γνωστό τότε κόσμο.
Η Παλαιά Διαθήκη περιλαμβάνει ακαταμάχητα και αδιάσειστα αυτούσια στοιχεία στα κείμενά της. Σε ένα από αυτά, ο Προφήτης Δανιήλ, 200 περίπου χρόνια πριν από τη γέννηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, προέβλεψε ότι «ο Βασιλιάς των Μήδων και των Περσών θα κατατροπωθεί από έναν Έλληνα Βασιλιά και ότι αυτόν τον πρώτο μεγάλο Βασιλιά θα τον διαδεχθούν τέσσερις Βασιλιάδες από το ίδιο Βασίλειο».
Οι Αρχαίοι συγγραφείς και ιστορικοί δίνουν επίσης αμέτρητα αποδεικτικά στοιχεία. Η πρώτη ιστορική αναφορά δίνεται από τον Όμηρο ο οποίος στην Ιλιάδα μνημονεύει τα ονόματα διαφόρων Πελασγικών και Ελληνικών φυλών που ζούσαν στη Μακεδονία.
– Ο Στράβων αναφέρει: «Φυσικά η Μακεδονία είναι μέρος της Ελλάδας».
– Ο Ηρόδοτος γράφει: «Οι απόγονοι του Περδίκα, του πρώτου Βασιλιά των Μακεδόνων, είναι Έλληνες, όπως οι ίδιοι το θέλουν και όπως εγώ ο ίδιος το ξέρω».
– Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι: «Οι Μακεδόνες αποτελούνται από διάφορες ελληνικές φυλές κάτω από διάφορους Βασιλιάδες».
– Ο Πολύβιος λέει: «Οποία και πόσο μεγάλη τιμή πρέπει να ανήκει στους Μακεδόνες οι οποίοι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους δεν έπαψαν ποτέ να μάχονται εναντίον των Βαρβάρων για την ασφάλεια των Ελλήνων».
– Ο Αρριανός, στο βιβλίο του «Ανάβαση του Αλεξάνδρου» αναφέρει ότι μετά τη μάχη του Γρανικού ο Αλέξανδρος έκανε τα εξής: «Έστειλε στην Αθήνα, την πρώτη πόλη όλων των Ελλήνων, και όχι στην Πέλλα που ήταν η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, τριακόσιες πανοπλίες και άλλα Περσικά λάφυρα, για να ανατεθούν στην πολιούχο Αθηνά με την αφιέρωση «Αλέξανδρος ο Φιλίππου και οι Έλληνες, πλην Λακεδαιμονίων, από των Βαρβάρων των την Ασίαν οικούντων». Επίσης λέει ότι 2000 Έλληνες μισθοφόρους των Περσών, που συνέλαβε αιχμαλώτους, τους έστειλε δέσμιους στη Μακεδονία για να εργασθούν εκεί σαν δούλοι «ότι παρά τα κοινά δόξαντα τοις Έλλησιν, Έλληνες όντες, εναντία τη Ελλάδι υπέρ των Βαρβάρων εμάχοντο».
Με τις ενέργειές του αυτές ο Αλέξανδρος, εκτός από την απογοήτευσή του για τη μη συμμετοχή των Σπαρτιατών στην Πανελλήνια εκστρατεία εναντίον των Περσών και για τις πολύ λίγες περιπτώσεις που Έλληνες πολέμησαν στο πλευρό των Περσών, δείχνει κυρίως πόσο περήφανος αισθανόταν για την Ελληνική καταγωγή του, ότι το επίτευγμά του το θεωρούσε καθαρά Ελληνικό και ότι το ίδιο θα έπρεπε να αισθάνονταν και οι άλλοι Μακεδόνες αφού ο Αλέξανδρος δεν έκανε καμιά ξεχωριστή αναφορά σ΄αυτούς.
Ο Παυσανίας επιβεβαιώνει ότι οι Μακεδόνες ήταν μέλη των Δελφικών Αμφικτυονιών λέγοντας : «Την εποχή μου οι Αμφικτυονίες ήταν τριάντα. Οι περιοχές της Νικόπολης, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας έστειλαν η κάθε μια από έξη αντιπροσώπους» δεδομένου ότι, όπως είναι γνωστό σε όλους, μόνο Έλληνες ήταν μέλη Αμφικτυονιών. Επίσης ο Παυσανίας επιβεβαιώνει ότι οι Μακεδόνες συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου μόνο Έλληνες μπορούσαν να αγωνιστούν, με πολλές συμμετοχές και πολλούς νικητές.
Ο Γιόχαν Γουσταύος Ντρόϊζεν, διαπρεπής Γερμανός φιλόλογος και ιστορικός στην ιστορία που έγραψε για το Μέγα Αλέξανδρο τονίζει ότι: «και οι δύο, και ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος, μετέφεραν και μετέδωσαν στους λαούς της Ασίας όχι το Μακεδονικό πολιτισμό, γιατί δεν υπήρξε ποτέ ανεξάρτητος, αλλά τον Ελληνικό πολιτισμό».

Όταν οι χάρτες αποκαλύπτουν την αλήθεια
Οι προσπάθειες που έχουν γίνει από τους Σκοπιανούς να παρέξουν αποδεικτικά στοιχεία για τους ισχυρισμούς τους, με την κατασκευή πλαστών χαρτών, δεν απέδωσαν. Όσο σκληρά και να προσπαθήσει κάποιος δεν θα βρει, πουθενά σ΄όλο τον κόσμο, χάρτες εκτυπωμένους πριν από το 1944 οι οποίοι να εμφανίζουν τη λέξη «Μακεδονία» δε οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός από την Ελλάδα.
Το πόσο αβάσιμα είναι τα επιχειρήματα των Σκοπιανών στην προσπάθειά τους να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ότι υπάρχει «Μακεδονικό Έθνος» αποδεικνύεται από τους παρακάτω εθνολογικούς και ιστορικούς χάρτες :

– Ο εθνογραφικός χάρτης των εθνοτήτων στη Μακεδονία την περίοδο 1912-1926 ο οποίος εκτυπώθηκε το 1970 από το New Cambridge Modern History.

– Ο εθνογραφικός χάρτης του Kieport που εκτυπώθηκε στο Βερολίνο το 1818.

– Ο εθνογραφικός χάρτης που έφτιαξε ο Ιταλός Amendore Vergili το 1908 με βάση την Τουρκική απογραφή που είχε διεξαχθεί από τον Hilmi Pasha.

– Ο χάρτης του Standford.

– Ο ιστορικός χάρτης της Ελλάδας που εκδόθηκε στη Βαλτιμόρη από τον Ε.Ζ.Coal το 1824, στο υπόμνημα του οποίου ο εκδότης περιγράφει τη Μακεδονία σαν τμήμα της Ηπειρωτικής Ελλάδας ενώ σημειώνει ότι τα βόρεια σύνορά της βρίσκονται πέραν της πόλης του Μοναστηρίου.

– Ο χάρτης που εκδόθηκε από το φημισμένο Ιστορικό-Γεωγράφο ORTELIUS το 1579, που αναφέρεται στα ιεραποστολικά ταξίδια του Αποστόλου Παύλου, όπου η ελληνική επικράτεια εμφανίζεται ενιαία συμπεριλαμβάνουσα τη Μακεδονία.

– Ο εθνογραφικός χάρτης των Βαλκανίων που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1878 ο οποίος δείχνει τη μεγάλη υπεροχή του Ελληνικού πληθυσμού, έναντι όλων των άλλων εθνοτήτων χωρίς καμιά ένδειξη των αυτοαποκαλουμένων Μακεδόνων.

Κανείς από αυτούς τους χάρτες, ή οποιοσδήποτε άλλος που εκδόθηκε πριν από το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν κάνει καμιά αναφορά σε ξεχωριστό «Μακεδονικό Έθνος» για τον απλό λόγο ότι δεν υπήρξε τέτοιο έθνος πριν το εφεύρει ο Τίτο.

Δεν υπάρχει Μακεδονική γλώσσα
Οι προσπάθειες των Σκοπιανών να παρουσιάσουν αποδεικτικά στοιχεία ότι η αποκαλούμενη «Μακεδονική γλώσσα» είναι το ιδίωμα που ομιλείται στην περιοχή των Σκοπίων δεν μπορούν να πείσουν κανένα. Η γλώσσα τους, η οποία εμπεριέχει αυτοτελή Σλαβική γλώσσα, ήταν τελείως άγνωστη μέχρι το 1944. Και όσο πολύ και αν προσπαθήσει κάποιος δεν θα βρει τίποτε που να αποδεικνύει την ύπαρξή της. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι Σλαβόφωνοι κάτοικοι της νότιας Γιουγκοσλαβίας και της Νοτιοδυτικής Βουλγαρίας ήταν γνωστή σαν ένα γλωσσικό ιδίωμα της Βουλγαρικής.
Μετά τη δημιουργία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, για προφανείς πολιτικούς λόγους, ένας πολύ μεγάλος αριθμός φιλολόγων και υποτρόφων της φιλολογίας στρατολογήθηκε προκειμένου να δημιουργήσει μια ξεχωριστή γραπτή γλώσσα.
Αφού πήραν το ήδη ομιλούμενο Βουλγαρικό γλωσσικό ιδίωμα σαν σημείο εκκίνησης και αφού δανείστηκαν ευρύτατα από την Ελληνική, τη Σερβική, τη Ρωσική και άλλες Σλαβικές γλώσσες, δημιούργησαν μια φιλολογική γλώσσα την αποκαλούμενη «Μακεδονική γλώσσα» η οποία αναγνωρίστηκε από το Γιουγκοσλαβικό Σύνταγμα σαν μια από τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε ένα κείμενο, ούτε μια επιγραφή σε αυτή τη γλώσσα πριν από το 1944 αποδεικνύει, χωρίς αμφιβολία, ότι δεν έχει καμιά σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες και τους απογόνους τους που μιλούσαν πάντοτε Ελληνικά.
Το γεγονός ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τους άλλους Έλληνες φαίνεται και στο έργο του Ρωμαίου Ιστορικού Livy, ο οποίος γράφει ότι τη συνέλευση των Ελλήνων στην Αιτωλία το 200 π.χ. την παρακολούθησαν «αντιπρόσωποι από τους Αιτωλούς, τους Ακαρνάνες και τους Μακεδόνες, οι οποίοι μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα».
Δεν υπάρχει επίσημο κείμενο ούτε στο πρόσφατο ούτε στο απώτερο παρελθόν στο οποίο να γίνεται μνεία για «Μακεδονία» ή για «Μακεδόνες». Ούτε η συνθήκη του Βερολίνου ούτε η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου κάνουν κάποια αναφορά σ΄αυτό το ενδεχόμενο. Η επίσημη Τουρκική απογραφή του 1905 δίνει αριθμητικά στοιχεία για τους πληθυσμούς της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, η οποία ήταν διηρημένη στα Βιλαέτια της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, δείχνει μεγάλη υπεροχή των Ελλήνων ενώ δεν κάνει καμιά αναφορά σε «Μακεδόνες» για τον απλό λόγο ότι κανένας από τους ερωτηθέντες δεν εδήλωσε τέτοια καταγωγή.
Ένα γεγονός που έχει γίνει αποδεκτό ακόμη και από Σλάβους Ιστορικούς είναι ότι η εγκατάσταση των Σλάβων στα Βαλκάνια έλαβε χώρα τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ότι η πολιτιστική τους ιστορία αρχίζει κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα μ.Χ. Οι θεμελιωτές της πολιτιστικής ιστορίας των Σλάβων, ήταν δύο Έλληνες μοναχοί από τη Θεσσαλονίκη, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του 9ου αιώνα, με σημείο εκκίνησης τη Μακεδονία, δίδαξαν τους Σλάβους τη βασισμένη στα Ελληνικά Κυριλλική γραφή και τη Χριστιανική πίστη της Ελληνο-Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι οι πρώτες ουσιώδεις πηγές της πολιτιστικής ζωής και της ιστορίας τους είναι Ελληνικές του Βυζαντίου.
Αυτό και μόνο το γεγονός αποστερεί από τους Σλάβους το δικαίωμα να διεκδικήσουν οιονδήποτε ιστορικό δεσμό με τα Βαλκάνια πριν από τον 6ον αιώνα μ.Χ. και οιονδήποτε πολιτιστικό πριν από τον 10ο αιώνα. Η θεωρία των Σκοπιανών ότι ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος ήταν Σλαβομακεδόνες, η οποία είναι τουλάχιστον αστεία, δέχθηκε ένα ισχυρό ράπισμα από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο ΙΙ, ο οποίος στις 31 Δεκεμβρίου 1980 διένειμε σε όλην την καθολική εκκλησία διακήρυξη, με την οποία ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος μνημονεύονται ως «οι Έλληνες αδελφοί» και καθιερώνονται ως προστάτες της Ευρώπης.

Γεγονότα τα οποία δεν δικαιολογούν άγνοια
Το πολύ γνωστό γεγονός ότι η Παλαιά Διαθήκη μεταφράσθηκε για πρώτη φορά στην Ελληνική.
Η Χριστιανική θρησκεία εκμεταλλεύτηκε το γεγονός που η Ελληνική γλώσσα, χάρη στον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του, είχε γίνει παγκόσμια και τη χρησιμοποίησε σαν το κυριότερο μέσο για τη διάδοσή της ώστε να γίνεται κατανοητή από τα διάφορα έθνη.
Τα τρία Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων γράφηκαν εξ αρχής στην Ελληνική, ενώ το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, το οποίο γράφηκε στην Αραμαϊκή, μεταφράστηκε πολύ νωρίς στην Ελληνική.
Το γεγονός ότι ο Απόστολος Παύλος άρχισε τις Αποστολικές του περιοδείες από τη Μακεδονία.
Η εξήγηση είναι ότι επειδή ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του είχαν διαδώσει στο εξωτερικό τον Ελληνικό πολιτισμό και την Ελληνική παιδεία, στο σπίτι του Παύλου μιλούσαν την Ελληνική και ο ίδιος είχε διδαχθεί Ελληνικές επιστήμες.
Ο Holzner στο βιβλίο του που αναφέρεται στον Παύλο γράφει : «Κάποτε από τη Μακεδονία ήλθε ο νεαρός ήρωας (Αλέξανδρος) με τα 22 του χρόνια και έφερε τα δώρα της Δύσης, την Ελληνική γλώσσα και Φιλοσοφία, στην Ανατολή. Τώρα η Δύση αξίωσε το πιο πολύτιμο δώρο από την Ανατολή, τη διδασκαλία του Ναζωραίου……».
Η ιστορία και η πολιτιστική κληρονομιά της Μακεδονίας ως «Ελληνιστική εποχή» επηρέασε την ιστορία της ανθρωπότητας.
Όπως αναφέρει σε ειδική μελέτη του 1955 το Ινστιτούτο Εξωτερικών Υποθέσεων και το Πανεπιστήμιο LUND της Σουηδίας, η ιστορία της Μακεδονίας δεν είναι ιστορία μόνον των Ελλήνων αλλά και όλων των Ευρωπαίων, δεδομένου ότι οι Μακεδόνες διέδωσαν τον Ελληνικό πολιτισμό στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.
Η θέση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
Η Ευρωπαϊκή Ένωση το Δεκέμβριο του 1991 και τον Ιούνιο του 1992 στις προϋποθέσεις που καθόρισε για την αναγνώριση του νέου κράτους των Σκοπίων περιέλαβε τον όρο να μη χρησιμοποιηθεί η λέξη Μακεδονία στο όνομά τους.

Κατόπιν των ανωτέρω δεν δικαιολογείται , ούτε επιτρέπεται η υφαρπαγή από τους Σκοπιανούς, ούτε και σαν συνθετικό του Ελληνικού ονόματος «Μακεδονία», για τον κρατικό και εθνικό τους προσδιορισμό. Δεν επιτρέπεται επίσης και η σκόπιμη άγνοια ή παράβλεψη της ιστορικής πραγματικότητας, από τρίτες χώρες, μικρές ή μεγάλες, για εξυπηρέτηση των όποιων συμφερόντων τους. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε κάποια παραχώρηση εάν μας έφερναν έστω και ένα γραπτό ή μη μνημείο, χάρτη ή άλλο εύρημα, προ του 1944 που να μην είναι Ελληνικό.

Πηγή: elesme.gr

Ποια γλώσσα μιλούσαν οι Μακεδόνες;

Η “Μακεδονική” δεν ήταν μια μη Ελληνική γλώσσα, αλλά διάλεκτος της Ελληνικής γλώσσας.

Την απάντηση πρέπει να την αναζητήσουμε πρώτα σε μια εκτίμηση της κατάστασης κατά τον 4ο αιώνα. Όταν ο Αλέξανδρος εκπαίδευσε 30.000 νεαρούς Πέρσες για να ενσωματωθούν στον Μακεδονικό στρατό, κανόνισε να μάθουν τα Ελληνικά γράμματα και να ανατραφούν σύμφωνα με τα Μακεδονικά πολεμικά ήθη (Πλουτ. Αλεξ. 47.3, “γράμματα τε μανθάνειν Ἑλληνικά και Μακεδονικοῖς ὄπλοις ἐντρέφεσθαι”). Τα Ελληνικα έπρεπε να εκφράσουν την Ελληνική γλώσσα και τα Μακεδονικά όπλα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν στους αγώνες στο πλευρό των Μακεδόνων. Επιπλέον, όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε από την Ινδία, οργάνωσε κάθε τομέα του πεζικού να συντίθεται (σε αναλογία) από τέσσερις Μακεδόνες και δώδεκα Πέρσες.(Αρρ. Αναβ. 7.23.3-4). Σε ένα στρατό οργανωμένο με αυτό τον τρόπο η κοινή γλώσσα ήταν πρακτική ανάγκη και αυτός ήταν ο λόγος που οι Πέρσες διδάσκονταν Ελληνικά κατ’ αρχήν. Εξυπακούεται επομένως ότι η γλώσσα των Μακεδόνων στρατιωτών ήταν Ελληνική.

Υπάρχει μια επιπλέον ένδειξη ότι η γλώσσα του Μακεδονικού στρατού ήταν η Ελληνική στην περίπτωση του Κλείτου, όταν ο Αλέξανδρος, φοβούμενος απόπειρα εναντίον του μέσα στην αναστάτωση, φώναξε τους φρουρούς του “στη Μακεδονική”, καθώς αυτή ήταν “το σύνθημα για σοβαρή αναταραχή”. (Πλουτ. Αλεξ. 51.4, “Μακεδονιστί καλῶν τους ὑπασπιστάς τοῦτο δε ἦν σύμβολον θορύβου μεγάλου”). Η χρήση της Μακεδονικής έκανε αυτή τη διαταγή μοναδική, και την χρησιμοποίησε ο βασιλιάς μόνο σε μια τέτοια κρίση, επειδή όλες οι άλλες διαταγές ήταν στην κοινή Ελληνική. Εννοείται ότι η συνηθισμένη γλώσσα των Μακεδόνων στρατιωτών ήταν η Ελληνική. Εάν, λοιπόν, οι Μακεδόνες του τετάρτου αιώνα μιλούσαν την Ελληνική ως δική τους γλώσσα, πρέπει να συμπεράνουμε ότι την μιλούσαν και στον πέμπτο αιώνα, όταν ο Θουκυδίδης τους περιέγραψε ως βαρβάρους, και πιθανόν νωρίτερα, όταν κατακτούσαν περιοχές και στις δύο πλευρές του Αξιού ποταμού. Το νόημα λοιπόν της λέξης Μακεδονιστί γίνεται έτσι ξεκάθαρο. Η “Μακεδονική” δεν ήταν μια μη Ελληνική γλώσσα, αλλά διάλεκτος της Ελληνικής γλώσσας την οποία ο Αλέξανδρος μιλούσε για κάποιον ιδιαίτερο σκοπό.

N.G.L. Hammond και G.T. Griffith, Ιστορία της Μακεδονίας, τόμος Β΄ ( 550 – 336 π.Χ.), Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 58- 59.

Πηγή: history-of-Macedonia

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ)

Για μας τους Έλληνες και ιδιαίτερα για μας τους Μακεδόνες πρόβλημα αν οι αρχαίοι Μακεδόνες πρόγονοί μας ήταν ή όχι ελληνική φυλή ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε πρόκειται να υπάρξει, αφού όλη η ιστορία των Μακεδόνων από την αρχαιότητα ως σήμερα είναι ιστορία Ελλήνων.Το όνομά τους Μακεδνοί, Μακεδόνες, Μακέται πού σημαίνει άντρες ψηλοί σάν τίς λεύκες, όπως και το όνομα της χώρας τους Μακετία, Μακεδονία, προέρχεται από μια πανάρχαια ελληνική λέξη μάκος πού είναι οι δωρικός τύπος της λέξεως μήκος. Ή λέξη μακεδνός μαρτυρείται ήδη από τους αρχαιότερους Έλληνες ποιητές και ιστορικούς συγγραφείς, τον Όμηρο και τον Ηρόδοτο (Οδύσσ. η 106 οιά τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο, πβ. Ησύχιο, μακεδνή – μακεδανή• μακρά υψηλή., Ήροδ. 1, 56 το δέ (ελληνικόν έθνος) πολυπλάνητον κάρτα… εκ δέ της Ιστιαιήτιδος ως εξανέστη υπό Καδμείων οίκεε έν Πίνδω Μακεδνόν καλεόμενον).

Τα ονόματα των θεών τους, οι μύθοι και οι μυθικοί ήρωες, τα μικρά τους ονόματα, τα ονόματα των μηνών, τα τοπωνύμια και το λεξιλόγιο της διαλέκτου των, όπως μας το διέσωσαν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς και Λεξικογράφοι και Γραμματικοί, είναι όλα πανάρχαια ελληνικά. Και όλα αυτά δεν τα μαρτυρεί μόνο ή παράδοση, άλλα τα επιβεβαιώνουν και οι ελληνικές επιγραφές πού βρέθηκαν και βρίσκονται συνεχώς σε ολόκληρη την αρχαία Μακεδονία και πού άρχισαν ήδη συγκεντρωμένες να εκδίδονται.

Αλλά και από τους ξένους επιστήμονες όσοι ως τα τέλη τού περασμένου αιώνα ασχολήθηκαν με τους Μακεδόνες και τη γλώσσα τους, κανένας δεν είχε διανοηθεί να αμφισβητήσει την ελληνικότητα της καταγωγής των.

Ήδη στα τέλη τού 17ου αιώνα και αρχές τού 18ου ονομαστοί γερμανοί φιλόλογοι της εποχής εκείνης, όπως οι Stolberg (Stolbergius) και οι Lang (Langius) ονομάζουν όλη τη μετακλασική περίοδο της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, από τα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, ως τους πρώτους μ.Χ. αιώνες, όχι μόνο ‘Ελληνική Κοινή (Hellenika Communis) ή ελληνιστική γλώσσα (Lingua Macedonica), αλλά και Μακεδονική γλώσσα (Lingua Hellinica) και Μακεδονική διάλεκτο (Macedonicus Sermo) δηλαδή τη γλώσσα την οποία ήδη οι μεταγενέστεροι Έλληνες συγγραφείς είχαν ονομάσει κοινή και την οποία αττικισταί όπως οι Μοίρις την διέστελλαν από την Αττική διάλεκτο ονομάζοντάς την απλώς Ελληνική. Σήμερα την ονομάζουμε και Αλεξανδρινή Κοινή. Έναν αιώνα αργότερα ένας άλλος γερμανός φιλόλογος οι Fr. Sturz έγραφε ολόκληρο βιβλίο με τίτλο De Dialecto Macedonica et Alexandrina, Lipsiae 1808, στο οποίο εξετάζεται επίσης ή αλεξανδρινή κοινή, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της ακμής των Μακεδόνων και τού Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του.

Οι φιλόλογοι αυτοί τονίζουν με έμφαση τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων ότι ή γλώσσα των Ελλήνων είχεν ως ξεκίνημα και αρχή τη Θεσσαλία και τη και ότι όλων των ελληνικών πόλεων και εθνών ή αρχή πρέπει να αναχθεί στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα γειτονικά μέρη. Πράγματι είναι πολύ γνωστά τα σχετικά αρχαία χωρία. Ο Ηρόδοτος π.χ. τονίζει κατηγορηματικά ότι οι Μακεδόνες είναι ελληνικό Έθνος πού κατοικούσε πρώτα στην περιοχή της Οσσας και τού Ολύμπου στην Ίστιαιώτιδα και ύστερα διώχτηκε από τους Καδμείους και εγκαταστάθηκε στην Πίνδο με το όνομα Μακεδνόν, όπου μακεδνόν έθνος ονομάζονται οι Λακεδαιμόνιοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Έπιδαύριοι και οι Τροιζήνιοι). Δεν έχει οι Ηρόδοτος καμιά αμφιβολία ότι οι Μακεδνοί αυτοί μιλούσαν γλώσσα ελληνική. Είναι Έλληνες, μας λέγει αλλού (ν, 22) όχι μόνο όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι, αλλά τυχαίνει να το ξέρω και εγώ (Έλληνας δέ τούτους είναι τους από Περδίκκεω γεγονότας κατάπερ αυτοί λέγουσι, αυτός τε ούτω τυγχάνω επιστάμενος), ενώ για τους Πελασγούς, τους οποίους θεωρεί προγόνους των Αττικών τονίζει ρητά στο προηγούμενο χωρίο (1, 56) ότι δεν ξέρει τίποτα για τη γλώσσα τους, για την οποία συμπεραίνει από τις μετακινήσεις τους ότι κάποτε ήταν ξένη, βάρβαρη, και ότι όταν αφομοιώθηκαν από τους άλλους Έλληνες άλλαξαν και ή γλώσσα τους και μιλούσαν ελληνικά (ήντινα δε γλώσσαν ίεσαν οι Πελασγοί ούκ έχω ατρεκέως είπαι). Και οι Αριστοτέλης επίσης (Μετεωρ. 353 α) τοποθετεί το ορμητήριο των παλαιών Ελλήνων (την αρχαία Ελλάδα) στο βορρά, στην Ήπειρο, στην περιοχή της Δωδώνης, ενώ αργότερα οι Πολύβιος διηγείται ότι ένας πρέσβης των Ακαρνάνων, οι Λυκίσκος, μιλώντας στους Λακεδαιμονίους ονόμασε τους Μακεδόνες πρόφραγμα (δηλ. προμαχώνα) της Ελλάδος και ότι αυτό είναι κοινή πεποίθηση όλων των Ελλήνων. Υπάρχει και οι Όλυμπος, στον οποίο όλοι οι Έλληνες τοποθέτησαν οι,τι (ιερότερο και πολυτιμότερο είχαν: τους θεούς των, από την εποχή τού Ομήρου• Ολύμπιο και Δωδωναίο ονομάζει τον πατέρα των θεών, τον Δία και ολύμπια τα δώματα όλων των άλλων Θεών. Το βουνό αυτό όμως είναι της Μακεδονίας και οι Στράβων το ονομάζει πανύψηλο μακεδονικό βουνό (μακεδονικόν όρος μετεωρότατον νιι, 329, απόσπ. 14). Εκεί στους πρόποδές του βρισκόταν το Δίον, ή ιερή πόλη των Μακεδόνων και βορειότερα, όχι πολύ μακριά, οι Αιγές, ή πρώτη τους πρωτεύουσα. Τώρα τα ερείπιά τους μαζί με τα ερείπια και της δεύτερής των πρωτεύουσας της Πέλλας, είναι αψευδείς μάρτυρες τού Ελληνισμού των, όπως και οι ακμάζουσες ως σήμερα μακεδονικές πόλεις ή Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη τη μακεδονίτιδι γράφει οι Αιλιανός ΝΑ 15 200), ή Βέροια, ή Έδεσσα, και άλλες.
* * *

Τα τέλη τού περασμένου αιώνα είναι μια εποχή θα έλεγα «πονηρή για τους λαούς της Βαλκανικής. Είναι ή εποχή κατά την οποία, μετά την επιτυχία της ελληνικής επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων το 1821, αρχίζουν και οι άλλοι λαοί της βαλκανικής χερσονήσου να αγωνίζονται για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Παράλληλα όμως αρχίζουν να αποκτούν και Ευρωπαίους «προστάτες». Αυτήν λοιπόν την εποχή παρουσιάζονται στην Ευρώπη γερμανοί κυρίως φιλόλογοι (ιστορικοί, γλωσσολόγοι) οι οποίοι ερευνούν τώρα το μακεδονικό γλωσσικό υλικό με τη μέθοδο της σχετικά νέας επιστήμης, της συγκριτικής, ΙΕ Γλωσσολογίας, οπότε αρχίζει ένα είδος διαλόγου με δημοσιεύματα και απαντήσεις καθώς διατυπώνονται τώρα από μερικούς ορισμένες επιφυλάξεις και αμφιβολίες ως προς την αρχική ελληνική καταγωγή των Μακεδόνων. Οι τελευταίοι στηρίχτηκαν κυρίως στην απουσία, όπως ισχυρίστηκαν, διαλεκτικών μακεδονικών επιγραφών πριν από τον 5ο αιώνα π.Χ,9 οπότε, όπως πιστεύουν, έγινε οι δήθεν εξελληνισμός των Μακεδόνων, και σε ορισμένες ιστορικές πηγές από τις οποίες οι κυριότερες αναφέρονται στη διάκριση πού γίνονταν κατά καιρούς από ορισμένους συγγραφείς ανάμεσα στους όρους Μακεδόνες και Έλληνες, σαν να μήν είχαμε καμιά άλλη διάκριση ονομασιών των ελληνικών φυλών από την εποχή τού Ομήρου! Άκαρνάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Δαναοί, Μυρμιδόνες, Έλληνες, Πανέλληνες, Παναχαιοί, Περραιβοί, Γραικοί, Λακεδαιμόνιοι, Ηπειρώτες, Θεσσαλοί, Κρήτες, Θηβαϊσι, Φωκεϊς, κ.ά.(Οδ.δ725)

Έτσι στο ελληνικότατο (με ελάχιστες εξαιρέσεις) λεξιλόγιο της μακεδονικής διαλέκτου, όπως μας το διέσωσαν μεταγενέστεροι λεξικογράφοι και συγγραφείς, επεσήμαναν τάχα μερικά στοιχεία συγγενικά με την Ιλλυρική, πού μας είναι κι αυτή ελάχιστα γνωστή, ενώ τον ελληνικότατο χαρακτήρα του, όπως και των τοπωνυμίων, των κυρίων ονομάτων των Μακεδόνων, την ελληνική λατρεία και την συνεχή και συνετή ελληνική δραστηριότητα των Μακεδόνων, πού δεν μπορούν να αμφισβητήσουν, προσπάθησαν να τον εξηγήσουν με τον απίθανο συλλογισμό ότι, οι Μακεδόνες εξελληνίστηκαν τάχα (πώς και από ποιους;) γύρω στον 5ο ή 6ο αιώνα π.Χ.

Στούς συλλογισμούς αυτούς και τις επιφυλάξεις απάντησαν με ανεξάντλητα επιχειρήματα Έλληνες και ξένοι επιστήμονες και κυρίως οι Γ.Ν. Χατζιδάκις με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα σε ελληνική και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Για τον δήθεν «εξελληνισμό» των Μακεδόνων χαρακτηριστική είναι π.χ. ή απάντηση πού έδωσε ήδη το 1906 οι γερμανός φιλόλογος Ο. Hoffmann (Die Makedonen, ihre sprache und ihr volkstrum, Gottingen 1906, σελ. 231): «Το ελληνικό όνομα είναι από άποψη φωνητικής και φωνητικών νόμων, όπως και της μορφολογίας του τόσο βασικά διαφορετικό από το όνομα της Θρακικής και Ιλλυρικής, ώστε το ελληνικό όνομα των Μακεδόνων να είναι αδιανόητο να θεωρηθεί: ως ενδιάμεσος τύπος ανάμεσα στο ελληνικό όνομα και το Θρακικό. Επομένως όποιος δεν θεωρεί τους Μακεδόνες Έλληνες, αυτός λογικά πρέπει να βγάλει το συμπέρασμα ότι ξαφνικά οι Μακεδόνες εγκατέλειψαν εντελώς τα πατροπαράδοτα μικρά τους ονόματα ήδη τον νι ή ν αιώνα και για να δείξουν τον θαυμασμό τους στον ελληνικό πολιτισμό πήραν τα ονόματα των Ελλήνων. Φυσικά το να αντικρούσει κανείς έναν τέτοιο ισχυρισμό το θεωρώ εντελώς περιττό».

Γενικά τον δήθεν «εξελληνισμό» των Μακεδόνων πού δεν αποδεικνύεται άλλωστε και δεν μαρτυρείται από καμιά πηγή, τον ονομάζει οι Hoffmann στον πρόλογό του «ψυχολογικό αίνιγμα.

Αλλά και όλες οι λεγόμενες «πηγές αμφιβολιών είναι πράγματι αμφίβολης αποδεικτικότητας και ως κοινό χαρακτηριστικό έχουν την απουσία εντελώς έστω και μιάς ρητής μαρτυρίας ότι οι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες και ότι δεν μιλούσαν ελληνική γλώσσα. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι Μακεδόνες ήταν αλλόγλωσσοι ή αλλόθροοι ή βαρβαρόφωνοι, όπως συνήθιζαν να ονομάζουν οι Έλληνες συγγραφείς όσους δεν μιλούσαν ελληνική γλώσσα. Όπως είδαμε οι Ηρόδοτος αναφέροντας το δωρικόν έθνος ως μακεδνόν και το Αττικόν ως καταγόμενο από τους Πελασγούς, μόνο για τους τελευταίους τονίζει ρητά ότι δεν ήξερε τι είδους γλώσσα μιλούσαν. Ο Όμηρος πού δεν αναφέρει πολλά βόρεια ελληνικά φύλα (ενώ γνωρίζει τον Άξιό) σημειώνει ότι στην Ελλάδα υπήρχαν κάτοικοι πού μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες. Στήν Οδύσσεια οι Μέντης «έπλεε έπ’ αλλοθρόους ανθρώπους» (α 183) και αλλού διηγείται ότι στην Κρήτη υπήρχαν πολλοί άνθρωποι και ενενήντα πόλεις με διαφορετική γλώσσα (άλλη δ’ άλλων γλώσσα μεμιγμένη τ 172). Στήν Ιλιάδα αναφέρει επίσης τους Κάρες ως β α ρ β α ρ οι φ ω ν ο υ ς: «Νάστης δ’ αυ Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων» Β 867). Από τη βόρειο Ελλάδα αναφέρει τους Θράκες ότι ήταν με το μέρος των Τρώων και ότι οι Τρώες είχαν συμμάχους πού μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες (πολλοί γάρ κατά άστυ μέγα Πριάμοιο επίκουροι, άλλη δ’ άλλων γλώσσα πολυσπερέων ανθρώπων… Ιλιάδ., Β 803, πβ. και Δ 437 ου γάρ πάντων ήεν ομός θρόος ούδ’ ία γήρυς, αλλά γλώσσ’ εμέμικτο, πολύκλητοι δ’ έσαν άνδρες (άραγε και οι Παίονες πού ήταν με το μέρος τους να ήταν ελληνική φυλή; — αυτάρ Πυραίχμης άγε Παίονας αγκυλοτόξους τηλόθεν εξ Αμυδώνος, άπ’ Άξιού ευρύ ρέοντος Αξιού ου κάλλιστον ύδωρ επικύρναται αίαν, Ίλιάδ., Β 843). Και οι Μακεδόνες; Το πιθανότερο είναι ότι τότε ακόμα δεν είχαν εμφανισθεί στο προσκήνιο της Ιστορίας, όπως δείχνει το χωρίο τού Άρριανού 7, 92 όπου αναφέρεται ότι οι Φίλιππος Β’ παρέλαβε τους Μακεδόνες «πλανήτας και απόρους εν διφθέραις τους πολλούς νέμοντας ανά τα όρη πρόβατα ολίγα…» (τα λόγια αποδίδει οι Αρριανός στον Μ. Αλέξανδρο, πού απευθύνεται στους μακεδόνες στρατιώτες). Και, δεύτερον, όσα λέγει οι Αθηναίος Δημοσθένης στους λόγους του εναντίον τού Φιλίππου: «μέγας ηυξήθη» (2,5), «ήρθη μέγας» (2,8) «εκ μικρού και τυχόντως γέγονεν ανελπίστως μέγας» (18,182), «μέγας γέγονεν ασθενής ών το κατ’ αρχάς» (1,12), «ευδαίμων μέγας και φοβερός πάσιν Έλλησι και βαρβάροις» (8,67), «μέγας εκ μικρού και ταπεινού το κατ’ άρχάς… ηύξηται» (9,21). Αν όμως στον Όμηρο ήταν άγνωστοι οι Μακεδόνες ή οι ποιητής δεν τους αναφέρει ως ασήμαντους κατά την εποχή των γεγονότων της Τροίας, έν τούτοις υπάρχει στα ομηρικά ποιήματα ή λέξη μακεδνός με τη σημασία ψηλός, για τις λεύκες (οιά τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο, Οδυσσ. η 106. Φυσικά δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοεί οι Όμηρος με την έκφραση «μεμιγμένη γλώσσα» και «άλλη άλλων» και επομένως δεν αποκλείεται να εννοεί μ’ αυτήν και τις διαλεκτικές διαφορές της ίδιας της ελληνικής γλώσσας. Μιά τέτοια πιθανότητα φαίνεται ιδιαίτερα στο τ 172 της Οδύσσειας πού αναφέρεται στην Κρήτη. Εκεί μνημονεύονται ανακατεμένοι οι Ετεοκρήτες, οι Κύδωνες και οι Πελασγοί με τους Αχαιούς και τους Δωριείς (…έν μεν Αχαιοί/ έν δ’ Ετεοκρήτες μεγαλήτορες, έν δε Κύδωνες / Δωριέες τε τριχάϊκες = μακρυμάλληδες). Πάντως οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς μετά τον Όμηρο, αρχίζοντας από τον Ηρόδοτο, είχαν συνείδηση πλέον των τοπικών αυτών διαλεκτικών διαφορών. Ο Ηρόδοτος π.χ. αναφέρει για τους Ίωνες ότι είχαν «τρόπους τέσσερας παραγωγέων» (1, 142).

Ενώ όμως των νοτίων Ελληνικών περιοχών οι διάλεκτοι μας είναι γνωστές, γιατί λίγο ή πολύ καλλιεργήθηκαν και μας κληροδότησαν κείμενα και επιγραφές, των βορείων ελληνικών φύλων οι διάλεκτοι δεν καλλιεργήθηκαν, γιατί λόγω της φύσεώς των, όπως θα δούμε, δεν ήταν κατάλληλες για γραπτή γλώσσα, και επομένως οι πληροφορίες γι’ αυτές είναι ελλιπείς. Πάντως δεν λείπουν οι σποραδικές αναφορές και οι νύξεις για την ύπαρξη των.

Ήδη σε ένα απόσπασμα τού έργου «Μακεδόνες» ενός κωμικού τού 5ου αιώνα π.Χ. διαπιστώνουμε το γεγονός ότι οι Μακεδόνες μιλούσαν σίγουρα μια δική τους ελληνική διάλεκτο. Είναι οι κωμικός Σ τ ρ ά τ τ ι ς και το απόσπασμα μια στιχομυθία ανάμεσα σε έναν Αθηναίο και έναν Μακεδόνα: Λέγει οι Αθηναίος: «ή σφύραινα δ’ έστι τις;» και οι Μακεδόνας άπαντά: «κέστραν μεν ύμμες ωττικοί κικλήσκετε» (τι πράγμα είναι ή σφύραινα; — αυτό πού εσείς οι Αττικοί ονομάζετε κέστρα. Πρόκειται για το ψάρι λούτσος). Στον Θουκυδίδη αναφέρονται οι Αιτωλοί ότι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των Ευρυτάνων και ότι είναι οι γνωστότατοι γλώσσαν, δηλ. εντελώς ακαταλαβίστικοι ως προς την ομιλία τους (ΙΙΙ, 94), Επίσης στον Ευριπίδη (Φοίνισσες 138) οι Αιτωλός Τυδεύς, γιος τού Οινέα, χαρακτηρίζεται ως αλλόχρως όπλοισι μιξοβάρβαρος (παράδοξος ως προς τα όπλα, μισοβάρβαρος — ίσως ως προς τη γλώσσα, πβ. Πλουτάρχου, •Αλέξ., 47, 6 εκέλευε [οι •Αλέξανδρος] γράμματά τε ελληνικά μανθάνειν και μακεδονικοίς όπλοις εντρέφεσθαι [τους νεαρούς Πέρσας]). Πολλοί εξηγούν τα χωρία αυτά στα πλαίσια μιάς υποθέσεως ότι οι Αιτωλοί είχαν αναμιχθεί τάχα τότε με Ιλλυριούς. Ότι οι Αιτωλοί ήταν ελληνική φυλή το γνωρίζουμε ήδη από την •Ιλιάδα όπου αναφέρεται ότι πήραν μέρος μαζί με τους άλλους Έλληνες στην εκστρατεία της Τροίας (Αιτωλών δ’ ηγείτο Θόας Ανδραίμονος υιός, Ίλιάδ. Β 638) και το βεβαιώνουν έπειτα και οι επιγραφές πού βρέθηκαν στην περιοχή. Αργότερα οι λατίνος ιστορικός Τίτος Λίβιος (31,29 – 3ος αιώνας π.Χ.) μας πληροφορεί ότι οι Αιτωλοί μιλούσαν την ίδια διάλεκτο πού μιλούσαν και οι Άκαρνάνες και οι Μακεδόνες.

Βλέπουμε ωστόσο ότι τα ελληνικά αυτά φύλα των βορείων ελληνικών περιοχών, όπως της Ηπείρου, πού πρέπει να μιλούσαν «δύσκολες» ελληνικές διαλέκτους, δεν δίσταζαν ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς της «πολιτισμένης» νότιας Ελλάδας, όπως οι Θουκυδίδης, να τα ονομάζουν «βάρβαρα» και τη διάλεκτό τους «βάρβαρη», όπως δεν δίσταζε και οι Δημοσθένης να αποκαλεί τον Φίλιππο και τους Μακεδόνες «βαρβάρους». Βαρβάρους π.χ. αποκαλεί οι Θουκυδίδης τους Χάονες, τους Θεσπρωτούς και τους Μολοσσούς (βλ. Π. 80-81). Ακόμα και ή διάλεκτος της Λέσβου χαρακτηρίζεται σε ένα χωρίο τού Πλάτωνος βάρβαρη. Συγκεκριμένα στον Πρωταγόρα (341 ) οι Πρόδικος λέγει για τον Λέσβιο Πιττακό ότι οι Σιμωνίδης κατηγορώντας τον τον θεωρεί ότι είναι γαλουχημένος με γλώσσα βάρβαρη (— Αλλά τι οίει, έφη, λέγειν, ώ Σώκρατες, Σιμωνίδου άλλο, ή τούτο, και ονειδίζειν τω Πιττακώ ότι τα ονόματα ούκ ηπίστατο ορθώς διαιρείν άτε Λέσβιος ών και έν φωνή βαρβάρω τεθραμμένος;) Ότι όμως βάρβαρος δεν σημαίνει στους αρχαίους πάντοτε ξένος φαίνεται καθαρά και από το γεγονός ότι ελληνικότατες λέξεις χαρακτηρίζονται πολλές φορές από λεξικογράφους ή άλλους συγγραφείς «βάρβαρες» (π.χ. το δέ ευκαιρείν βάρβαρον, — φάγομαι βάρβαρον, λέγε ούν έδομαι (Φρύνιχος), αφεδρών και λουτρών βάρβαρα (Σουίδας) κλπ.

Ύστερα άπ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς ότι τα χωρία των αρχαίων συγγραφέων πού αναφέρονται στη γλώσσα των Μακεδόνων, όταν την χαρακτηρίζουν μόνο Μακεδονική, υπογραμμίζουν απλώς ότι πρόκειται για ελληνική διάλεκτο. Και ακριβώς αυτήν την έννοια έχουν οι όροι «μακεδονίζειν» και «μακεδονιστί», όταν αναφέρονται στη γλώσσα των Μακεδόνων, όπως έχουν και οι αντίστοιχες αιολίζειν και αιολιστί, αττικίζειν και αττικιστί, δωρίζειν και δωριστί, ιωνίζειν και ιωνιστί κλπ. Κι ακόμα το ίδιο εκφράζουν και οι λατινικές φράσεις Patius Sermo του Curtius και Macedonicus Sermo τού Σενέκα.

Σαφείς υπαινιγμούς για την ελληνική διάλεκτο των Μακεδόνων έχουμε στα χωρία: Τού Πλουτάρχου, Πύρρος, Π. όπου αναφέρεται ότι οι Πύρρος εγκατέστησε, λέγει, στη Μακεδονία φρουρά από άνδρες οι οποίοι προσποιήθηκαν ότι είναι Μακεδόνες («…ήσαν δε τινες ους οι Πύρρος εγκαθίει προσποιουμένους είναι Μακεδόνας…) και τού Παυσανία ιν, 29,1 οι οποίος περιγράφει μια σκηνή όπου οι Μεσσήνιοι αναγνώρισαν εκείνους πού τους πλησίασαν νύχτα, από την ομιλία και τα όπλα τους ότι είναι Μακεδόνες («…εκ τε των όπλων και της φωνής Μακεδόνας και Δημήτριον τον Φιλίππου γνωρίζουσιν όντας»).

Για την εποχή της Μεσαιωνικής Ελληνικής και της πρώιμης Νέας Ελληνικής οι πληροφορίες πού έχουμε σχετικά με την ιδιωματική γλώσσα των Μακεδόνων και των άλλων βορείων Ελλήνων είναι ελάχιστες. Από τα τέλη όμως τού περασμένου αιώνα αρχίζει ή συστηματική έρευνα των ιδιωμάτων αυτών στα πλαίσια της μελέτης της νέας Ελληνικής γλώσσας. Ένα από τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής ήταν να διαπιστωθούν δυο βασικά γνωρίσματα των βορείων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής τα οποία σε γενικές γραμμές είναι: 1) ή τροπή των εκάστοτε ατόνων φωνηέντων e (ε, αι) σε ι και ο (ο, ω) σε ον, π.χ. γιλώ (γελώ), πιθιρός (πεθερός), κιντώ (κεντώ), κιρός (καιρός), λιμός (λαιμός), πιδί (παιδί) κ.ά. και 2) ή αποβολή των εκάστοτε ατόνων ι και ου, π.χ. κ’νώ (κινώ), ψ’λά (ψηλά), ψ’κή (ψυχή), π’νώ (πεινώ), κ’λιά (κοιλιά) κ.ά. και β’νό (βουνό), δ’λειά (δουλειά), π’λί (πουλί) κ.ά. ή οποία όμως δεν συμβαίνει πάντοτε.

Παρουσιάστηκε έπειτα το πρόβλημα πότε διαμορφώθηκαν τα δυο αυτά βασικά γνωρίσματα στις περιοχές αυτές. Οι γνώμες πού διατυπώθηκαν κατά καιρούς από Έλληνες και ξένους γλωσσολόγους ήταν πολλές. Μολονότι όμως ήδη το 1898 οι Κ. Dieterich επεσήμανε παρουσία των γνωρισμάτων αυτών σε επιγραφή από τη Θεσσαλία τού 2ου αιώνα π.Χ. ή γνώμη του δεν έγινε αποδεκτή. Από τους άλλους κυριότερους μελετητές τού προβλήματος οι Γ. Χατζιδάκις τοποθετούσε τη διαμόρφωση των δυο αυτών γνωρισμάτων στον 16ο μ.Χ. αιώνα (1892, 1905), οι Ν. Ανδριώτης τον 10ο μ.Χ. αιώνα (1924), και τελευταία οι Γ. Μπαμπινιώτης τον 6ο μ.Χ. αιώνα (1977) (μόνο ως προς την τροπή των ατόνων ε και ο).

Στo μεταξύ οι Α. Γ. Τσοπανάκης (1955) διερωτήθηκε μήπως, αν ή γνώμη τού Κ. Dieterich είναι σωστή, θα μπορούσαμε να δεχτούμε και την ύπαρξη μιάς ζώνης όπου επικρατούσε μια αιολική κοινή και να τη συσχετίσουμε με τη σημερινή ζώνη των βορείων νεοελληνικών ιδιωμάτων.

Σε δημοσίευμά μου σχετικό με την παλαιότητα των δύο αυτών γνωρισμάτων, από αφορμή μια λέξη τού ποιητή της Αλεξανδρινής εποχής (3ος αιώνας π.Χ.) Ηρώνδα, τη λέξη προύν(ε)ικος, υποστήριξα την υποψία αυτή τού Τσοπανάκη με συγκεκριμένα στοιχεία και τοποθέτησα την αρχή του τον 3ο αι. π.Χ.20

Και πρώτα πρώτα το μοναδικό παράδειγμα τού Κ. Dieterich από τον 2ο π.Χ. αιώνα το πλούτισα με περισσότερα και παλαιότερα από τον αιώνα αυτόν, φθάνοντας ως τον 3ο, πού είναι και ή εποχή κατά την οποία αρχίζει ή ισοχρονία των φωνηέντων, μολονότι υπάρχουν και ακόμα παλιότερης εποχής. Έπειτα τη γνώμη ότι τα γνωρίσματα αυτά πρέπει να διαμορφώθηκαν αρχικά στις περιοχές της Βοιωτίας, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, όπου κυριαρχούσε παλαιότερα ή Αιολική διάλεκτος, την υποστήριξα και με το επιχείρημα ότι υπάρχουν σήμερα στη Νεοελληνική Κοινή λέξεις πού διατήρησαν τα γνωρίσματα αυτά τουλάχιστον από τη μεσαιωνική εποχή. Οι λέξεις αυτές ασφαλώς απλώθηκαν στην Ελληνική Κοινή κατά τη μεταγενέστερη και μεσαιωνική εποχή από τις περιοχές αυτές, όπου και σήμερα τα γνωρίσματα αυτά κυριαρχούν ως νόμος, π.χ. βουίζω, βουβός, γουφάρι, κουβαλώ, κουδούνι, σφουγγάρι κλπ.

Προσπάθησα επίσης να εξηγήσω την σποραδική γραπτή παράδοση των γνωρισμάτων αυτών, υποστηρίζοντας ότι επειδή πρόκειται για γνωρίσματα της προφορικής ομιλίας, κατά την οποία οι τύποι των λέξεων αλλοιώνονται, οι λέξεις αυτές δεν κρίνονται κατάλληλες και να γράφονται, παρά μονάχα εκείνες οι οποίες από την πολλή χρήση γίνονται κοινές και όχι όλες, π.χ. ενώ λέμε κάτσε, δεν το γράφουμε εύκολα.

“Ας δούμε τώρα αν υπάρχουν τα βασικά αυτά φωνητικά γνωρίσματα των βορείων ελληνικών ιδιωμάτων και στο μακεδονικό λεξιλόγιο, όπως μας το διέσωσαν οι μεταγενέστεροι λεξικογράφοι και συγγραφείς και τελευταία και οι επιγραφές. Όπως είναι γνωστό το λεξιλόγιο της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου αποτελείται από εκατόν πενήντα περίπου προσηγορικά ονόματα (117, σύμφωνα με την αρίθμηση τού Ε. Degani), ενώ οι επιγραφές μας προσφέρουν κυρίως κύρια ονόματα, πολλά από τα οποία παρουσιάζουν γνωρίσματα της μακεδονικής διαλέκτου.

Στήν εργασία μου για τη λέξη προύν(ε)ικος ανέφερα ως τροπή ο(ω) σε ου τις λέξεις ακρουνοί και κυνούπες από τα δυο λήμματα τού Ησυχίου: ακρουνοί – όροι [= όρη] υπό Μακεδόνων και κυνούπες• άρκτος, Μακεδόνες. Και οι δυο λέξεις οδηγούν στις ονομαστικές άκρων και κύνωψ, πβ. μύ-ωψ, και το λήμμα: άκρουν• όρους κορυφή ή όρος (Ησύχιος).

Σημαντικό τώρα είναι ότι οι Ησύχιος (5ος μ.Χ. αιώνας) αντιγράφει από παλαιότερους Λεξικογράφους και άλλους συγγραφείς, άλλα δεν μας δίνει και χρονολογικές πληροφορίες για τίς μακεδονικές λέξεις, όπως και για τα άλλα λήμματά του. Υπάρχει κάποια χρονολόγηση όταν μας αναφέρει τους συγγραφείς άπ’ όπου παίρνει τα λήμματά του. Όταν π.χ. αναφέρει τον Μακεδόνα Α μ ε ρ ί α τότε ξέρουμε ότι ή λέξη ήταν σε χρήση στους Μακεδόνες τουλάχιστον τον 3ο αιώνα π.Χ. Για τις άλλες λέξεις όμως δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε την εποχή κατά την οποία χρησιμοποιούνταν, παρά μονάχα ότι μπορεί να είναι αρχαίες, μεταγενέστερες ή πρώιμες μεσαιωνικές (ως την εποχή του).

Πιστεύοντας πάντοτε ότι τα δυο βασικά γνωρίσματα των σημερινών βορείων ελληνικών ιδιωμάτων (της Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου, Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδος και νησιών τού Β. Αιγαίου) είναι παλαιά (ξεκινούν τουλάχιστο από τον 3ο αιώνα π.Χ.), ξανακοίταξα με κάποια προσδοκία το γλωσσικό υλικό πού αποδίδεται στους αρχαίους Μακεδόνες και Κυρίως τις λέξεις εκείνες πού δεν ετυμολογήθηκαν ακόμα. Πολλοί προτείνουν διάφορες ετυμολογίες, πιστεύοντας ότι είναι, είτε ελληνικής αρχής, είτε ξενικής (θρακικής, Ιλλυρικής, φρυγικής κλπ.), χωρίς όμως ως τώρα να λάβουν υπόψη και το γεγονός ότι αιτία της ετυμολογικής επισκοτίσεώς των μπορούσε να ήταν [και] τα δύο αυτά γνωρίσματα. Ήδη στο βιβλίο μου ιστορία της ελληνικής γλωσσάς, μιλώντας για τίς λέξεις αυτές της Μακεδονικής διαλέκτου, είχα τονίσει μεταξύ άλλων: «…κανένας όμως δεν μπορεί να αποκλείσει, νομίζω, και την περίπτωση μερικές από τίς λέξεις αυτές να είναι ελληνικής αρχής, άλλα να φαίνονται ξενικές εξαιτίας των φωνητικών κλπ. μεταβολών πού τυχόν έχουν υποστεί με το πέρασμα τού χρόνου…». Στήν έρευνά μου αυτή δεν διαψεύστηκα. Σάς παρουσιάζω σήμερα δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Πρόκειται για τις λέξεις των αρχαίων Μακεδόνων: δ ρ ή γ ε ς και Β λ ο υ ρ ε ί τα ι ς.

Η πρώτη μας παραδίδεται από τον Ησύχιο, στη λέξη δρήγες, και σημαίνει σπουργίτια (στρουθοί): δρήγες• στρουθοί Μακεδόνες. Η δεύτερη είναι ένα επίθετο της θεάς Άρτεμης και αναφέρεται σε μια επιγραφή πού βρέθηκε στο χωριό Επισκοπή στην περιοχή της Σκύδρας στη Μακεδονία. Η επιγραφή είναι τού 3ου αιώνα μ.Χ. (253 μ.Χ. περίπου).

Η λέξη δρήγες είναι οι πληθυντικός μιάς αμάρτυρης αρχαίας ελληνικής λέξεως *δείρηξ και σχηματίστηκε από τη γνωστή αρχαία ελληνική λέξη δειρά (δειρή) = λαιμός, τράχηλος (πβ. περι-δέραιον). Από αυτή τη λέξη σχηματίστηκε και ή λέξη δειρ-ήτης, ή οποία αναφέρεται από τον Αθήναιο ότι τη χρησιμοποιούσαν οι Ηλείοι στην Πελοπόννησο και έχει την ίδια σημασία με τη μακεδονική δρήγες, δηλ. στρουθοί, σπουργίτια. Το δρήγες προήλθε από τον πληθυντικό τού *δείρηξ (πβλ. ίρηξ, πέρδιξ κ.ά.) δείρηγες (στον Ησύχιο έχουμε αδέσποτο: δίρηγες), άπ’ όπου με κατέβασμα τού τόνου στην παραλήγουσα προήλθε οι τύπος *δειρήγες (οι Ησύχιος αναφέρει και πάλι τύπο δηγήρες). Ύστερα, με την αποβολή πλέον τού άτονου ει (το ει ξέρουμε ότι προφέρονταν ι ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ.) σύμφωνα με τον ένα από τους δυο γνωστούς νόμους των βορείων ιδιωμάτων, το δειρήγες έγινε: δρήγες (ή ονομαστική δρήξ δεν μαρτυρείται).

Το επίθετο Βλουρείτις αναφέρεται στην επιγραφή ως εξής:

Άρτεμιν αγροτέ- / ραν Γαζωρείτι- / δα και Βλουρείτιν… Για το επίθετο Γαζωρείτις ξέρουμε ότι προέρχεται από τη γνωστή μακεδονική πόλη Γάζωρος. Τι είναι όμως το Βλουρείτις; Ως τώρα δεν είχε δοθεί ικανοποιητική απάντηση. Και όμως ή λέξη είναι και πάλι ελληνική. Είναι τύπος της αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου τού επιθέτου Φιλ-ορείτης, το θηλ. Φιλ-ορείτης. Το Φιλ-ορείτης ως φιλ-ωρείτης μας το διέσωσε ένας επιγραμματοποιός των χρόνων τού Αυγούστου, οι Ερύκιος και αναφέρεται στον Πάνα (Πανί φιλωρείτα…, βλ. Παλατινή Ανθολογία νι, 96). Το θηλ. φιλ-ορείτις έγινε στη διάλεκτο των αρχαίων Μακεδόνων βλουρείτις κανονικά με την γνωστή πρώτα τροπή τού φ σε β, την αποβολή έπειτα τού άτονου ι και την τροπή τού άτονο ο σε ου: > φιλο-> βιλο- > βλο- > βλου.
Τελειώνοντας θα αναφέρω μια ακόμα ανετυμολόγητη μακεδονική λέξη πού παρουσιάζει ένα γενικότερο γνώρισμα της Ελληνικής γλώσσας.

Στό λήμμα τού Ησυχίου γάρκαν• ράβδον, Μακεδόνες, ή λέξη γάρκαν δεν έχει ακόμα ετυμολογηθεί σίγουρα (οι Degani, Ελληνικά 35, 1984, 14, χαρακτηρίζει το έτυμον Obscurum). Και όμως πρόκειται εδώ για την ελληνικότατη λέξη τον ή την χάρακα(ν), αιτιατική της λέξεως οι, ή χάραξ, ή οποία με τη γνωστή μακεδονική τροπή τού χ σε γ και την αποβολή τού α (κατά τον λεγόμενο νόμο τού Kretschmer) μετατράπηκε σε γάρκαν (το τελικό -ν, κατά τα ημέραν, χώραν κλπ.). Ή λέξη σημαίνει στην αρχαία Ελληνική και «ράβδος δισχιδής κατά το έν άκρον προς υποστήριξιν κλημάτων αμπέλου κοινώς “κάμαξ”.

Και είναι αυτός ένας ακόμα αψευδής μάρτυρας της συνεχούς παρουσίας τού μακεδονικού Ελληνισμού στην πολύπαθη γη των πατέρων μας.

Α. Ι. Θαβώρης
ΠΗΓΗ: Γ. Μπαμπινιώτης, Η γλώσσα της Μακεδονίας, εκδ. Όλκος 1992.

Πηγή: Μaccunion