Archive

Posts Tagged ‘Ιγνάτιεφ’

Αφιέρωμα μνήμης: Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα: Καπετάν Ράμναλης από το Ίσωμα*

Το 1955 ο αείμνηστος Σταύρος Μάνεσης γυρίζει την Μακεδονία και μελετά τα γλωσσικά ιδιώματα. Εκεί συναντά γέρους που αναθυμούνται το δράμα της σκλαβιάς. Ένας εκατοχρονίτης γέροντας του λέει το εξής πρωτότυπο. «Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε σκλάβοι σε ξένα χέρια επ’ άπειρον το γραφτό έλεγε πως θα ενωθούμε με την Ελλάδα, γιατί Ελλάς θα πει… Έλα».Ίσως η αφελής αυτή «ετυμολογική» ανάλυση του εθνικού μας ονόματος να είναι και η ωραιότερη που έχει γραφτεί. Άθελά του όμως ο γέροντας, ετυμολόγησε μία άλλη λέξη, την ελευθερία, η οποία προέρχεται από το ρήμα έρχομαι, από τον μέλλοντα του «ελεύσομαι», που σημαίνει «θα έλθω». Η ελευθερία είναι το αγαθό που έρχεται στους λαούς που έχουν τόλμη και αρετή. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός πως ο εθνικός μας ύμνος, είναι “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”.

Λέμε πολλές φορές πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το σωστό είναι πως δεν επαναλαμβάνεται η ιστορία, απλώς οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. Πριν η Μακεδονία περιέλθει οριστικά -με το αίμα των παιδιών της Ελλάδας- στους κόλπους της μητρός της, ταλανιζόταν από τις δολοπλοκίες και τις ασχημονίες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, που την προόριζαν για την Βουλγαρία. Όπως συμβαίνει στις μέρες μας, έτσι και πριν από την απελευθέρωσή της από τον Ελληνικό Στρατό, η Μακεδονία το ενδοξότερο, τολμώ να πω, τμήμα του Ελληνισμού και της ιστορία μας, είχε καταντήσει διπλωματικό παίγνιο των ισχυρών της γης. Κινδύνευε η πανάρχαια «ελληνίδα γη» να αποκοπεί από τον εθνικό κορμό.

Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό μία ολιγόλογη ιστορική αναδρομή, από την επανάσταση του ’21, ως την στιγμή που παλικάρια, σαν τον καπετάν Ράμναλη, ζώνονται τα όπλα και υπερασπίζονται το χώμα που τους γέννησε, που μπαίνουν «ες αεί» στο εικονοστάσι της Μακεδονίας, ως ήρωες Μακεδονομάχοι.

Πριν από τον αγώνα Από το 1797 ο πρωτομάρτυρας και πρωτομάστορας της λευτεριάς μας, Ρήγας Φερραίος, παροτρύνει τους Μακεδόνες να ξεσηκωθούν. Γράφει στο «Θούριό» του: «Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήστε για μια /και αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά». Να αναφέρω εδώ παρενθετικά πως ο πρώτος κλεφταρματολός που αναφέρει η ιστορία, ο Καραμιχάλης, έδρασε στην περιοχή του Ολύμπου, λίγες μόλις δεκαετίες μετά την άλωση της Πόλης. Ήταν Μακεδών.

Κατά την Επανάσταση του ’21 η Μακεδονία επαναστατεί. Μπορεί η επίσημη ιστορία να γράφει πως απέτυχε, όμως η επανάσταση στην Μακεδονία καθήλωσε για πολύ καιρό τα τουρκικά στρατεύματα και έδωσε την ευκαιρία στους επαναστάτες των Νοτίου Ελλάδας να εδραιώσουν την Επανάσταση. Το τέλος της Επανάστασης βρίσκει όμως την Μακεδονία εκτός του αρτιγέννητου κράτους. Είναι χαρακτηριστικό πως το 1829 πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους υποβάλλουν υπόμνημα στον Καποδίστρια με το οποίο τον παρακαλούν να ζητήσει «παρά των Προστάτιδων Δυνάμεων, ίνα και η σκληρώς αγωνισθείσα Μακεδονία συμπεριληφθεί εις τα όρια του ελευθέρου κράτους».

Το 1828-29 ξεσπά ρωσοτουρκικός πόλεμος που διεξήχθη κυρίως επί του βουλγαρικού εδάφους. Οι Ρώσοι τότε ανακαλύπτουν έκπληκτοι έναν λαό που ομιλεί ένα σλαβικό ιδίωμα που προσομοίαζε με την ρωσική γλώσσα. Ερωτώμενοι βέβαια οι κάτοικοι αυτής της περιοχής, τι είναι, απαντούν στο σλαβικό ιδίωμα, «Ρωμηοί». Τότε ουσιαστικά αρχίζει η αφύπνιση του βουλγαρικού στοιχείου, υποκινούμενου από τη Ρωσία.

Τα σχέδια των Ρώσων για έξοδο στο Αιγαίο μέσω ενός υποχείριού τους λαού, θα υλοποιηθούν με την ανασύσταση βουλγαρικού κράτους. Πλήθος Ρώσων προπαγανδιστών περιτρέχουν την Βουλγαρία, την Ανατολική Ρωμυλία, την Βόρειο Μακεδονία εξάπτώντας τον βουλγαρικό εθνικισμό. Δεν παραλείπει το «ξανθό γένος» να ενσπείρει και να στρέψει το μίσος των Βουλγάρων κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το 1854 ξεσπά ο Κριμαϊκός Πόλεμος μεταξύ Ρώσων και Τούρκων. Η Μακεδονία επαναστατεί κατά των Τούρκων. Οι ελπίδες αναπτερώνονται. Στα Γρεβενά πρωτοστατεί ο περίφημος αρματολός και αγωνιστής του ’21 Θεόδωρος Ζιάκας. Στη Χαλκιδική ο γιος του «Γέρου της Μακεδονίας», Τσάμης Καρατάσος, στον Όλυμπο οι τοπικοί οπλαρχηγοί. Δυστυχώς οι εκβιασμοί των Μεγάλων Δυνάμεων κατά του ανίσχυρου ελληνικού βασιλείου αφήνουν αβοήθητους τους Επαναστάτες. Η επανάσταση σβήνει. Επακολουθεί όπως γράφουν μαρτυρίες της εποχής «χαλασμός».

Το 1866 εξερράγη η Κρητική Επανάσταση. Ο Ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη, Ιγνάτιεφ, για να επιτύχει την εύνοια του Σουλτάνου υπέρ των Βουλγάρων, παρότρυνε τους τελευταίους να προσφερθούν για να πολεμήσουν στο πλευρό των Τούρκων τον κοινό εχθρό Βουλγάρων και Τούρκων, τους Έλληνες. Το 1869 λήγει η Κρητική Επανάσταση, ο σουλτάνος πνέει μένεα κατά των Ελλήνων. Τότε το 1870 συντάσσει ο Ιγνάτιεφ το περίφημο αυτοκρατορικό φιρμάνι με το οποίο ιδρύεται η Βουλγαρική Εξαρχία, που αποσκιρτά από το Πατριαρχείο.

Ο Μακεδονικός αγώνας
Από την στιγμή αυτή μπορούμε να πούμε πως αρχίζει ο ένδοξος Μακεδονικός Αγώνας. Το άρθρο 10 του φιρμανιού -αυτό είναι το σημαντικότερο- προέβλεπε πως εφόσον το 2/3 των κατοίκων μιας περιοχής επιθυμούσαν να προσέλθουν στην Εξαρχία, τότε η περιοχή εντασσόταν σ’ αυτήν. Οι Βούλγαροι βρήκαν πλέον το μέσο και τον τρόπο για να εκβουλγαρίσουν την Μακεδονία.

Εφεξής Πατριαρχικός σήμαινε Έλληνας και Εξαρχικός, Βούλγαρος. Η επίτευξη της πλειοψηφίας των 2/3 αποτέλεσε τον κύριο σκοπό των Βουλγάρων. Οι απειλές και οι διώξεις αρχίζουν. Το 1877-78 ξεσπά νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η Τουρκία νικάται κατά κράτος υπογράφοντας την ολέθρια συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που προβλέπει την Μεγάλη Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι χωρίς να ρίξουν ούτε ένα βόλι ιδρύουν ένα τεράστιο κράτος (κάτι παρόμοιο που γίνεται σήμερα με την Αλβανία).

Οι ελληνικοί πληθυσμοί των μακεδονικών πόλεων και χωριών με συλλαλητήρια και ψηφίσματα και κυρίως η αντίδραση των Άγγλων και Γάλλων στις ρωσικές επιδιώξεις, επιμελώς κρυπτόμενες πίσω από τον Βουλγαρισμό, ακυρώνουν στο Βερολίνο το 1878 τα σχέδια. Ιδρύονται όμως δύο ηγεμονίες, η Βουλγαρική και της Ανατολικής Ρωμυλίας την οποία η Βουλγαρία προσαρτά αμαχητί το 1885. Η αντίδραση του ισχνού Ελληνικού κρατιδίου καταπνίγεται από τις λεγόμενες Προστάτιδες Δυνάμεις με τον γνωστό πανάθλιο αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων. Η Μακεδονία επαναστατεί με πρωταγωνιστή τον ηρωικό επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο και αρχηγό τον λοχαγό Κοσμά Δουμπιώτη.

Μπορεί να απέτυχε η επανάσταση, όμως, όπως γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, «δε θα καταγραφόταν έγκαιρα η ελληνική αντίδραση στους κινδύνους που περιέκλειαν για τη Μακεδονία οι όροι της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου». Οι Βούλγαροι όμως αποθρασύνονται. Οι δολοφονίες Ελλήνων ιερέων, δασκάλων και προκρίτων είναι πλέον το μέσον εξαναγκασμού για προσχώρηση στην εξαρχία. Ιδρύουν το 1893 το Μακεδονικό Κομιτάτο. Δεν τολμούν να το ονομάσουν βουλγαρικό γιατί η λέξη Βουλγαρία είναι μισητή στους Μακεδόνες. Ταυτόχρονα ρίχνουν το σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Σκοπός τους η αυτονομία και κατόπιν η προσάρτηση.

Το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας τους έχει ανοίξει την όρεξη. Μετά και τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1897, συμμορίες Κομιτατζήδων εγκληματούν απροκάλυπτα κατά του ελληνικού στοιχείου. Το 1902 ο Άγγλος Γενικός πρόξενος Θεσσαλονίκης γράφει σε έκθεσή του: «Η δολοφονία είναι το κυριότερο όπλο των Κομιτατζήδων. Δεν υποχωρούν προ ουδενός. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματα του. Χιλιάδες εφονεύθησαν τα τελευταία έξι έτη». Το επίσημο κράτος τρομαγμένο κα ντροπιασμένο ακολουθεί την πολιτική της «άψογου στάσεως». Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Αντιδρά όμως το Πατριαρχείο. Γύρω στο 1900 στέλνει νέους και δραστήριους Ιεράρχες στις Μητροπόλεις της Μακεδονίας να οργανώσουν την άμυνα και να εμψυχώσουν τους κατατρομοκρατημένους πληθυσμούς.

Ο Πολυανής Φώτιος
Μεταξύ αυτών και ο επίσκοπος Πολυανής και μετέπειτα και Κιλκισίου Φώτιος Παγιώτας. Το 1904 αναλαμβάνει στη Δοϊράνη το βαρύ έργο. Λίγα λόγια για τον ηρωικό ιεράρχη. «Ο Μητροπολίτης Φώτιος υπήρξε άσπιλος, ακαταπόνητος αγωνιστής, εμπνευσμένος ιεράρχης, χαρακτήρας μεγίστης δράσεως, στυλοβάτης του Χριστιανισμού και του Γένους εις την αιματοβαμμένην γην της Μακεδονίας. Επ’ αυτού δε αντανακλάται η λάμψις των παλαιών Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου και Χρυσοστόμου». Στην Δοϊράνη και στην ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, ο Φώτιος, χάρις στην δυναμικότητά του, επανέφερε πολλούς κατοίκους στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Γύριζε έφιππος τα χωριά και σκόρπιζε θάρρος, ελπίδα και χαρά για τον Ελληνισμό. Οι Βούλγαροι ζητούσαν πολλές φορές τρόπο να τον φονεύσουν, αλλά ουδέν επέτυχαν. Το 1913 οι Βούλγαροι τον συνέλαβαν αιχμάλωτο κατά την υποχώρησή τους, τον μετέφεραν στην Βουλγαρία με σκοπό να τον εκτελέσουν, αλλά η προέλαση των Ρουμάνων μέχρι την φυλακή του Φωτίου απέτρεψε τα δόλια σχέδια. Δραπέτευσε ο Φώτιος και μάλιστα ο ίδιος ο βασιλιάς της Ρουμανίας ζήτησε να τον δει, για να θαυμάσει την ανδρεία και το φρόνημά του Μητροπολίτη. Όταν οι Βούλγαροι τον απείλησαν με την ζωή του, αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι απάντησε: «Και αν έναν δεσπότην φονεύσετε, πολλοί άλλοι Πολυανής υπάρχουν, η Ελλάδα είναι αιώνια». Επέστρεψε ο σεπτός ιεράρχης στην Μητρόπολή του την οποία εποίμανε μέχρι την κοίμησή του, το 1928.

Ο καπετάν Ράμναλης
Ταυτόχρονα μαζί με τους ηρωικούς ιεράρχες αντιδρούν και ντόπιοι Μακεδόνες που πολλές φορές ομιλούν το σλαβικό ιδίωμα. Το 1907 ο Γάλλος δημοσιογράφος Παγιαρέ σημειώνει γι’ αυτούς «Πάντες ούτοι οι Μακεδόνες, ανεξαρτήτως της γλώσσης, την οποία ομιλούν, προτιμούν να σταυρωθούν παρά των Βουλγάρων, παρά ν’ αρνηθούν τον Ελληνισμόν τους». Μεταξύ αυτών και ο καπετάν Ράμναλης. Γεννήθηκε στο χωριό Ράμνα, σημερινό Ίσωμα του Κιλκίς, το 1885. Γονείς του ο Δημήτριος και η Δομνίτσα Βίλιογλου. Οι γονείς του καθώς και ένας θείος του δολοφονήθηκαν από τους Βούλγαρους Κομιτατζήδες, όταν ο Γιάννης ήταν 17 ετών.

Οργανώνει μόνος του ομάδα από συγχωριανούς του και εκδικείται τις δολοφονίες αθώων από τους Βούλγαρους. Δεν αργεί η φήμη του να φτάσει στο Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Έρχεται κρυφά σ’ αυτό και εκεί ακούει σιωπηλός τον γραμματέα του Προξενείου Δημήτριο Ζώη, που δεν ήταν άλλος από την υπολοχαγό Δημήτριο Κάκκαβο, μετέπειτα αντιστράτηγο, να του αναθέτει μία αποστολή.

Το φθινόπωρο του 1904 η κοινωνία των Σερρών ήταν ανάστατη, γιατί ένας πλούσιος Σερραίος είχε νοικιάσει το σπίτι του στους Βούλγαρους, για να το κάνουν σχολείο. Πουθενά δεν είχαν ιδιόκτητα σχολικά κτίρια, σημειώνει ο Μόδης. Ο καπετάν Ράμναλης πήγε στις Σέρρες και ο προδότης βρέθηκε νεκρός. Ο καπετάνιος γυρίζει στον τόπο του και συνεχίζει τη δράση του. Την ημέρα δούλευε στα χωράφια του και το βράδυ μεταμορφωνόταν στον τρομερό καπετάν -Φάντασμα, όπως τον έλεγαν οι Βούλγαροι. Κανείς δεν φανταζόταν πως το αμούστακο παιδαρέλι είναι ο τρομερός εκδικητής. Ένα σιδερένιο χέρι έβγαινε ξαφνικά από το σκοτάδι, χτυπούσε και πάλι χανόταν. Φόβος και τρόμος είχε καταλάβει τους Βούλγαρους και τους προδότες της περιοχής Λαγκαδά. Αναστατώθηκαν οι Βούλγαροι, κινήθηκαν οι Ρώσοι αξιωματικοί, κινητοποιήθηκαν οι Τούρκοι. Μα δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος ούτε άλλο σημάδι από αντάρτικό σώμα. Κανένας δεν είδε τίποτα, κανένας δεν άκουσε τίποτα. Οι Βουλγαροκτόνοι εξαφανίζονταν σαν τιμωρά φαντάσματα.

Σιγά-σιγά το όνομά του έγινε στα χείλη των χωρικών προσευχή. Ήταν ο μεγάλος λαϊκός ήρωας. Οι διαταγές και οι συστάσεις του ήταν νόμος για όλη την περιφέρεια. Ακόμη κι ο τρομερός Τούρκος λήσταρχος Χαλίλ Τσαούς κάπου τρύπωσε και δεν έδινε σημεία ζωής. Στο μεταξύ ο Ράμναλης έπεσε με τα μούτρα για να μάθει γράμματα. Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι του πρόκριτου Ζάννα κι εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα. Η φιλομάθειά του ήταν πρωτοφανής. Ήθελε να γίνει αξιωματικός και να δοξαστεί. Αλλά και πάλι εξαφανιζόταν χωρίς προειδοποίηση. Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο δρούσε είναι το παρακάτω γεγονός.

Η γυναίκα του Ζάννα, διάβασε στις εφημερίδες πως ένα Βούλγαρος Κομιτατζής παπάς βρέθηκε στον πάτο ενός πηγαδιού. Ρωτά τον καπετάνιο: “-Εσύ τον σκότωσες Γιάννη; -Όχι κυρία Ζάννα, εγώ τέτοια πράγματα δεν κάνω. -Τότε; -Να μόλις με είδε που πήγα να του πάρω την ευλογία, τόσο πολύ τρόμαξε, που έπεσε μόνος του μέσα στο πηγάδι”. Με τη Νεοτουρκική Επανάσταση (10 Ιουλίου 1908) παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.

Οι Τούρκοι αξιωματικοί σκοτώνονταν, ποιος να πρωτοφωτογραφηθεί μαζί του. Ο άγριος Τούρκος ληστής Χαλίλ Τσαούς, ένας γιγαντόσωμος άνδρας, που είχε τρομοκρατηθεί κι είχε λουφάξει από τη δράση του νεαρού καπετάνιου, μούντζωσε τον εαυτό του μπροστά σε πολύ κόσμο και είπε: -«Ντροπή στο μπόι και στα μουστάκια σου, Χαλίλ, που τρόμαξες απ’ αυτό το νιάνιαρο».

Μόλις πέρασε ο νεοτουρκικός μήνας του μέλιτος, έστειλαν οι αρμόδιοι το Γιάννη στην Αθήνα για ασφάλεια. Είχαν αρχίσει να δολοφονούν οι Νεότουρκοι τους Μακεδονομάχους. Εκεί εξακολούθησε με μεγάλη επιμέλεια τις σπουδές του. Πήρε και πτυχίο σχολαρχείου. Όταν συναντούσε γνωστούς Μακεδονομάχους αξιωματικούς, τους αράδιαζε αρχαίες ελληνικές φράσεις και λατινικές.

Το 1910 περίπου πηγαίνει και στο σχολή αξιωματικών, αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει λόγω του ότι ήταν ολιγογράμματος και μετά από έναν χρόνο περίπου εγκαταλείπει τη σχολή και επανέρχεται στην περιοχή Λαγκαδά. Η παραμονή του πρώτου βαλκανικού πολέμου για την απελευθέρωση της Μακεδονίας βρίσκει τον καπετάν Ράμναλη να ξαναοργανώνει ομάδα από τα παλικάρια του.

Την παραμονή της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης με δέκα άντρες, έχοντας στήσει ενέδρα στο Δερβένι, κλείνει το δρόμο στην εμπροσθοφυλακή της Βουλγαρικής μεραρχίας η οποία είχε στρατοπεδεύσει στην Άσσυρο. Έτσι νομίζοντας ότι την περιοχή κατέχει ο ελληνικός στρατός οι Βούλγαροι καθυστέρησαν για ένα 24ωρο, με αποτέλεσμα να μπει πρώτος ο ελληνικός στρατός και να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη.

Εν συνεχεία αποκόβει τις τηλεπικοινωνίες του Ταξίμ Πασά της Θεσσαλονίκης, ώστε να μην μπορεί να επικοινωνήσει με την Υψηλή Πύλη, όπως λεγόταν τότε η κυβέρνηση της Τουρκίας, και να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στο διάδοχο Κωνσταντίνο. Αν επικοινωνούσε ο φρούραρχος Θες/νικης με την Κωνσταντινούπολη τα πράγματα είναι σίγουρο πως θα περιπλεκόταν. Οι Ρώσοι καιροφυλακτούσαν και θα πίεζαν να παραδοθεί η πόλη του Αγίου Δημητρίου στους Βούλγαρους.

Ο αγώνας του Καπετάν Γιάννη Ράμναλη δεν σταματά εδώ, διότι σύντομα αρχίζει ο δεύτερος βαλκανικός πόλεμος και την παραμονή του πολέμου λαμβάνει μέρος στον αγώνα για ξεκαθάρισμα της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης από τους Βούλγαρους που είχαν έρθει δόλια, τάχα για ξεκούραση. Γνωρίζοντας τη βουλγαρική γλώσσα έδρασε αστραπιαία, σαν λιοντάρι, ξεκαθαρίζοντας τις σκοπιές του βουλγαρικού στρατού.

Στις 17 Ιουνίου 1913 πρώτος μπαίνει με την ομάδα του στον Λαγκαδά και βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τον ελληνικό στρατό στη μάχη του Λαχανά και της Νιγρίτας. Μετά το πέρας του πολέμου αποσύρεται στα Λαγκαδίκια Λαγκαδά, παντρεύεται και αποκτά δύο παιδιά, το Δημήτρη και τη Δομνίτσα. Δολοφονείται το 1923 από ομάδα ληστών. Αυτή ήταν εν ολίγοις η δράση του λαμπρού παλικαριού.

Το χρέος μας σήμερα Σήμερα διερχόμαστε μια κρίσιμη καμπή του λεγόμενου μακεδονικού θέματος. «Αυτό που κερδήθηκε με αίμα, χάνεται με το μελάνι». Είναι, δυστυχώς, μία μεγάλη αλήθεια, που προκαλεί λύπη και αγανάκτηση στο λαό μας. Μία ένδοξη ιστορία, μία διαδρομή γεμάτη αγώνες, θυσίες και αίματα υποκλέπτεται από ένα γειτονικό κρατίδιο, χάρις στο «μελάνι» των ισχυρών και κυρίως του πανίσχυρου.

Με φανερή πλαστογράφηση της ιστορίας, καταπατώντας χιλιετή ιστορικά δεδομένα, κατορθώνουν οι Σκοπιανοί, μέσα σε 60 μόλις χρόνια, να οικειοποιηθούν το ένδοξο όνομα. Μια ελληνοβουλγαρική ουσιαστικά διένεξη, που λύθηκε «δια των όπλων», κατέληξε σε αγωνιώδη προσπάθεια του Ελληνισμού να περισώσει τα όσια και τα ιερά του. Μπορούμε ασφαλέστατα να μιλάμε σήμερα για έναν νέο Μακεδονικό Αγώνα, έναν αγώνα ύπουλο, αφανή, ανηλεή, που μετατοπίσθηκε πλέον στις ψυχές. Ο αγώνας είναι και πνευματικός και όσο δεν θα βρεθεί Έλληνας πολιτικός ή πολίτης, ο οποίος θα αποδεχθεί το ανοσιούργημα, ο αγώνας θα είναι νικηφόρος.

Ο Ίων Δραγούμης ο μεγάλος Μακεδονομάχος πολιτικός έλεγε το εξής: «Ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι σ’ αυτόν έλαχε να σώσει το έθνος του, έτσι θα προσπαθήσουν πολλοί και θα το σώσει όποιος μπορέσει. Και αλήθεια να ήταν πως ούτε έναν Έλληνα δεν βρίσκεις στη Μακεδονία, πρέπει να είναι ελληνική η Μακεδονία. Άλλα κράτη αρπάζουν πολιτείες και χώρες και ‘μεις, και κείνα που είναι δικά μας και εκείνα δεν τα κρατάμε».

Ο λόγος του είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρος σήμερα. «Οι νεκροί πεθαίνουν όταν λησμονιούνται» λέει ο ποιητής. Ο καπετάν Ράμναλης, ο ήρωας, ο Μακεδονομάχος ζη διότι δεν λησμονιέται.

* Κείμενο ομιλίας κατά την τελετή αποκαλυπτηρίων της προτομής του Καπετάν Ράμναλη στο Ίσωμα, 1998

** Δάσκαλος

Πηγή: Αντίβαρο

ΠΑΝΣΛΑΒΙΣΜΟΣ – ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τάλαντο

Ενώ, για το Άγιο Όρος, έκλεινε οριστικά η τελευταία σελίδα της τούρκικης κυριαρχίας, άνοιγε, μαζί με την απελευθέρωση, εκείνη της διεθνοποίησης. Η απαίτηση για διεθνοποίηση του Όρους ήταν μια από τις εξελικτικές φάσεις της επεκτατικής πολιτικής του πανσλαβισμού στο Αρχιπέλαγος. Ας δούμε κάποιες πτυχές αυτής της πολιτικής στο Όρος.

Λίγα χρόνια μετά την αποχώρηση των τούρκικων στρατευμάτων (1830) αρχίζει και η εισέλευση πλήθους Ρώσων μοναχών στον Άθω με μια αφύσικη μεγέθυνση. Η εισέλευση εκείνη οφειλόταν σε πολλά αίτια: Πρώτο, στην εγγύηση ασφαλείας που παρείχε η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Στη φιλομόναχη πολιτική του τσάρου Αλέξανδρου Β΄ (1818-81). Στις συχνές επισκέψεις Ρώσων πριγκίπων: του Κωνσταντίνου Νικολάγεβιτς (1845), του Βίκτωρα Μπαρατίσκιν (1850), του Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς (1867), του Κωνσταντίνου Κωνσταντίοβιτς (1881), καθώς και άλλων επισήμων. Στην εγκατάσταση τυπογραφείων στο Όρος και την εκτύπωση βιβλίων στα ρωσικά. Στον ευρύτατα διαδομένο θρύλο του Αγίου Όρους, της Σβιατάγια Γκαρά, μεταξύ των Ρώσων… Έτσι παράλληλα με την αριθμητική αύξηση του ρωσικού μοναστικού δυναμικού, αρχίζει να γιγαντώνεται κι ο πανσλαβικός επεκτατισμός, υποστηριζόμενος από αξιωματούχους της τσαρικής πολιτικής του S. Petersburg καθώς και ορισμένους αρχιερείς της Ι. Συνόδου του Ρωσικού Πατριαρχείου. Οι αθώοι προσκυνητές που ξεκινούσαν καραβάνια από την Οντέσσα, με πόθο μοναδικό να μονάσουν στο Όρος, ασφαλώς δεν γνώριζαν πως η πολιτική της πατρίδας τους θα τους χρησιμοποιούσε ως αριθμητικές μονάδες, εξαίροντας, στην κατάλληλη ώρα, την αριθμητική υπεροχή τους. Η πολιτική λοιπόν εκείνη που απέβλεπε στην εγκατάσταση στρατιωτικοπολιτικής βάσης στον Άθω, με τις μεγάλες αποστολές χρημάτων και με την ανέγερση οικοδομικών μεγαθηρίων, που σαν πλημμυρίδα αλλοίωναν τον κλασικό αγιορείτικο οικοδομικό τύπο, οδηγούσε το ρωσικό μοναχισμό στην εκτροπή. Ο επεκτατισμός ήταν απροκάλυπτος και οι σκοποί διάφανοι. Οι ίντριγκες του Ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη κόμη και στρατηγού Ιγνάτιεφ (1864-77), αλλά και των διαδόχων του στην πρεσβεία (όπως του A. Nelidov του I. Zinoviev του Carykof) καθώς και των εκάστοτε προξένων στη Θεσσαλονίκη, δεν είχαν τελειωμό. Οι προσπάθειες όλων απέβλεπαν στη δημογρφική αλλοίωση των κατοίκων της Χερσονήσου. Ο πρεσβευτής Ιβάν Αλεξέγιεβιτς Ζηνόβιεφ έλεγε: «ας μένουν στο Όρος Ρώσοι, κι ας είναι και διάβολοι».
Αιτία αυτού του δόγματος ήταν να καταφθάνουν εδώ ακόμα και κατάδικοι του ποινικού δικαίου, ή αγροίκοι και άγευστοι της πνευματικής ζωής, χωρίς βαθιά θρησκευτική καλλιέργεια. Η πλειονότητα των αγροίκων εκείνων που από «την πενιχράν κατάστασιν του βίου των χωρικών εν Ρωσία, ο εν Άθω μοναχικός βίος… παρίστατο δελεαστικόν ιδεώδες της επιγείου ευδαιμονίας» έδινε αφορμή σε πολλούς να ονομάζουν τον ρωσικό Άθωνα «βασίλειον των χωρικών». Αλλά και για κείνους που κυνηγούσε η δικαιοσύνη είχαν εξαπολυθεί γράμματα από εκκλησιαστικές και πολιτικές αρχές. Μια επιστολή της Ρωσικής πρεσβείας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά το 1868 κινοποιείται με δύο αλλεπάληλα πατριαρχικά γράμματα (στις 28 Απριλίου 1868 υπό Γρηγορίου ΣΤ΄ – στις 3 Νοεμβρίου 1871 υπό Ανθίμου ΣΤ΄, αντίστοιχα). Και το ρωσικό Υπουργείο Εσωτερικών εκδίδει κατά το 1879 εγκύκλιο, την οποία ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ κοινοποιεί στο Όρος. Άλλη επιστολή των νομαρχών της ρώσικης επικράτειας πάλι προς το Πατριαρχείο (Ιούλιος 1880), επισημαίνει την παρείσφρυση στο Άγιο Όρος πολλών αμόναχων ατόμων. Πολλές συνοδικές εγκύκλιοι του Πατριαρχείου Μόσχας δημοσιεύονταν στο επίσημο όργανο της ρωσικής Ι. Συνόδου «Εκκλησιαστικές Ειδήσεις». Σε μια τέτοια εγκύκλιο του 1911 αναφέρεται με γλώσσα καυτερή πως μεταξύ των Ρώσων κελλιωτών υπάρχουν θεομπαίχτες και κακόπιστοι. Η εγκύκλιος παρότρυνε «εις πόλεμον κατά των καταχρήσεών των». Οι κελλιώτες εκείνοι αυτοτιτλοφορούνται ηγούμενοι κοινοβίων (igumeni obitelei), ενώ κάποιοι δικαίοισκητών «μανδύαν φέρουσιν αρχιερατικόν και ράβδον κρατούσι ποιμαντικήν και εν τω επισκοπικώ ίστανται θρόνω… και άλλα άλλοτε αρχιερατικά προσοικειούνται γνωρίσματα». Έτσι το Πατριαρχείο συνιστά την εφαρμογή προληπτικού ελέγχου: όσοι έρχονται να μονάσουν στο Όρος, να φέρουν ενδεικτικό του επισκόπου τους. Βέβαια οι ενέργειες των μοναχών εκείνων δεν ενθουσίαζαν ούτε τους οπαδούς του πανσλαβισμού. Επίσης κυκλοφορούσαν φήμες ότι στα αγιορειτικά σκηνώματα στεγαζόταν «το Κόκκινο και το Μαύρο» υπό κοινούς φορείς. Σε επιστολή του με ημερομηνία 6-12-1883 προς το υπουργείο Εξωτερικών, ο πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Λογοθέτης έγραφε: «… τινές των εκ Ρωσίας αφικνουμένων εις Άγιον Όρος προσκυνητών εθεάθησαν φέροντες στολήν στρατιώτου και μετ’ ολίγας ημέρας μεταμορφωθέντας εις μοναχούς…». Αλλά κι από την Καβάλα ο Έλληνας υποπρόξενος Τσιμπουράκης μεταβίβαζε στο ίδιο υπουργείο την ενημέρωση που του έκανε ένας πρώην καϊμακάμης του Αγίου Όρους (επιστολή της 21-9-1884): στη Σκήτη Σεράι «ευρίσκεται Ρώσος αξιωματικός, όστις κατά την στέψιν του αυτοκράτορος ανεχώρησεν εις Ρωσίαν μετά του ηγουμένου της Σκήτης… υποθέτει δε (ο καϊμακάμης), σχεδόν μετά βεβαιότητος, ότι αυτός δεν ήταν ο μόνος εκεί Ρώσος αξιωματικός. (είδε ακόμα, σε άλλο κτίσμα) να σκάπτωσι βαθέα υπόγεια, δι’ α συνέλαβεν υπονοίας ότι θα χρησιμεύσωσιν ως οπλοθήκαι». Οι πολιτικοί της Ρωσίας θεωρούσαν πως, ότι δεν μπορεί να κατορθώσει η στρατιωτική στολή, κατορθώνει το ράσο.
Παράλληλα οι πανσλαβιστές επεμβαίνουν και στα εσωτερικά άλλων Μονών. Με προσπάθειες του στρατηγού και ακαδημαϊκού Πέτρου Σεβαστιάνοφ παύεται ο ηγούμενος της Κουτλουμουσίου Ιωάσαφ, το 1860, και αντικαθίσταται με άλλον της αρεσκείας του. Το ίδιο θα συμβεί μετά 15ετία στη Μονή Ρωσικού, δια του Ιγνάτιεφ. Οι φορούμενοι από την ιδέα του πανσλαβισμού προσδιόριζαν κυρίαρχο της ιδεολογίας τους, επί των λοιπών σλαβικών κρατών, τη Ρωσία. Και όλοι, κατά κανόνα, ήταν ανθέλληνες (πρώτιστα ο ιδρυτής της πανσλαβιστικής θεωρίας J. Krizanic), διότι διεκδικούσαν, εκτός από τα εθνικά, και θρησκευτικά πρωτεία. Έτσι, θεωρώντας τον Ελληνισμό εμπόδιο στην κατάκτηση των δεύτερων, γίνονται εχθροί του. Ο διευθυντής της Ρωσικής Παλαιστινιακής Εταιρείας Β. Χιτροβό εκδηλώνεται αναφανδόν κατά του Ελληνισμού, γινόμενος αίτιος, με το μίσος του εκείνο, να προσχωρούν πολλοί στον παπισμό. Το ίδιο και ο Ανδρέας Μουράβιεφ. Ο Μανσούροφ, γραμματέας της Ρωσικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, χαρακτήριζε βλαβερή την προσάρτηση του Άθωνα στην Ελλάδα και ευχόταν «την επαναφορά αυτού υπό την κυριαρχίαν της Τουρκίας»! Ο Γουτσκόφ, δήμαρχος Μόσχας και θερμός φιλέλληνας, όταν έμαθε πως ο ελληνικός στρατός προέλαυνε πέρα από τη Θεσσαλονίκη, άρχισε να εύχεται την ήττα του…

Τα βιβλία της εποχής εκείνης, τα γραμμένα από Ρώσους, που διαπραγματεύονται περί Αγίου Όρους είναι μεροληπτικά και αυτάρεσκα. Γι’ αυτά δεν αναγνωρίζεται καμιά εθνότητα στο Όρος, εκτός της ρωσικής. Στις ελληνικές Μονές «είναι όλα σκοτεινά και τραχιά» ενώ στη Μονή Ρωσικού «όλα πάντοτε είναι γιορτινά, πολύ ωραία και χαρωπά. Εδώ τα πολλά φώτα, εδώ η ωραιότης των ύμνων…». Οι Έλληνες μοναχοί γενικά ονομάζονται greki inoki (ελληνοκαλόγεροι), εμπαικτικά. Όμως, αυτοί οι τελευταίοι αντιλαμβάνονταν, εκτός, βέβαια, από εκείνους που εξαγοράστηκαν με ρούβλια, πως ο μοναχισμός αυτού του τύπου δεν ήταν της ποιότητας των ευσεβών Ρώσων και των μεγάλων Πατέρων του ρωσικού μοναχισμού (Αντώνιου Πατσέρσκιι, Νείλου Σόρσκιι, Παϊσιου Βελιτσκόφσκι κ.ά.). Σ’ αυτούς εδώ δεν διακρινόταν το κλασικό ρωσικό ήθος: «το καλόγνωμον αυτών (των Ρώσων) και ζέσις και αγάπη και διάθεσις» προς την Παναγιορειτική αδελφότητα. Μια θλιβερή καρικατούρα, μια μαριονέτα στα χέρια των πολιτικών της Πετρούπολης ήταν ο πανσλαβιστικός μοναχισμός του Όρους.

Η πλειονότητα των Ρώσων όμως δεν μπορούσε να δεχτεί τις παράλογες αξιώσεις των πανσλαβιστών. Ο φιλέλληνας αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Καπούστιν διακήρυττε τη χρησιμότητα της ειρηνικής συνύπαρξης των δύο εθνοτήτων στον Άθω. Έγραφε (Ιούνιος 1859): «Η συνύπαρξη των Ελλήνων και των Ρώσων στο Άγιο Όρος είναι χρήσιμη για το ρωσικό μοναχισμό στο σύνολό του και δεν μπορεί να αντικατασταθεί με τίποτε. Αυτή η συνύπαρξη αποβαίνει επίσης χρήσιμη και για τον ελληνικό μοναχισμό». Κι ο πρόξενος της Ρωσίας στη Θεσσαλονίκη συγγραφέας Κωνσταντίν Λεόντιεφ θαυμαστής του Βυζαντίου και, οπωσδήποτε, όχι μανιακός του πανσλαβισμού, ο οποίος έμεινε ένα χρόνο στο Όρος (1877-78) μετέφερε στους Ρώσους τα λόγια ενός Έλληνα αρχιερέα: «… ο πανσλαβισμός για μας συνιστά έναν κίνδυνο». Δύο άντρες, ανεπηρέαστοι της δίνης εκείνης, ο πολεμικός ανταποκριτής του Russkij Slovo Μιχαηλόφκι και ο δημοσιογράφος Νικόλαος Dousnov καυτηρίαζαν τα επεκτατικά σχέδια των πανσλαβιστών στον Άθω. Τέλος, ο μεγάλος εκείνος μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος Drozdov (1821-67), σε μια μεγάλης σημασίας επιστολή του προς την Ι. Σύνοδο Μόσχας, έγραφε: «Δεν πρέπει να φροντίζουμε καθόλου για την οικονομική ενίσχυση των μονών του Άθω. Τα χρήματα από τη Ρωσία, για να φτάσουν μέχρι εκεί, περνούν από τα χέρια των συλλεκτών, οι οποίοι και κατακρατούν μεγάλα ποσά. Αλλά και πολύ από το χρήμα ξοδεύεται σε επενδύσεις εικόνων με χρυσό ή άργυρο, κάτι που δεν απαιτεί η ευσέβεια. Εκτός του ότι μπορεί να προκαλέσει την απληστία των Τούρκων και των ληστών…». Ο Φιλάρετος δεν εγκρίνει ούτε τη μετάβαση των Ρώσων στον Άθω, για την οποία έβλεπε συχνά όχι αγαθά κίνητρα, ούτε την ανέγερση λαμπρών σκηνωμάτων.

Το ζήτημα θα χειριστεί με επιτυχία ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄, που χωρίς να παύει να εκφράζει το κοινό αίσθημα για τη φίλη, ομόδοξη και σύμμαχο Ρωσία (παρόλο ότι δεν λησμονήθηκαν τα Ορλωφικά), κατορθώνει να διατηρεί αναλλοίωτο το καθεστώς του Όρους. Σε δυο σπουδαίας σημασίας γράμματα προς το Άγιο Όρος (1879) μιλάει για «εκκλησιαστικήν πανωλεθρίαν του Τόπου»,εξαιτίας του εποικισμού και της αγοράς αγιορειτικής γης από μοναχούς «επήλυδας και αγνώστους».Στο άλλο γράμμα του προς τη Μονή Παντοκράτορος, «μετά δικαίας θλίψεως παρατηρεί την βαθμιαίαν εξαφάνισιν και κατάργησιν του σεβαστού αυτόθι και παναρχαίου καθεστώτος και την απαλλοτρίωσιν των έτι σωζομένων αγαθών» που βρίσκονταν στα χέρια των Αγιορειτών. Το γράμμα εκείνο έστελνε στη Μονή ο Πατριάρχης εξαιτίας της παραχώρησης άδειας από τη Μονή σε πανσλαβιστές «όπως μεταποιηθεί (το κελλί Άγιος Βασίλειος στην Καψάλα) υπό νέων κατόχων εις σκήτην». Στο ίδιο γράμμα εκφράζεται η απορία γιατί η Ιερά Κοινότητα «απαθώς και αμερίμνως έχει προς ταύτα». Το ίδιο θα συμβεί, λίγα χρόνια μετά και με το εσφιγμενίτικο κελλί Άγιοι Ανάργυροι. Τη συμφωνία ακυρώνει ο Πατριάρχης Νεόφυτος (1891): «η Εκκλησία εκήρυξε την πράξιν ταύτην (την πώληση του κελλιού σε πανσλαβιστές) άκυρον και όλως ανυπόστατον».

Κέντρα πανσλαβιστικής προπαγάνδας δρούσαν στη Μονή Ρωσικού (εκεί είχε έδρα το κομιτάτο), τη Θηβαϊδα, το Σεράι, τη Χρωμίτσα. Όμως το πιο δραστήριο ήταν το έκνομο σωματείο με την επωνυμία «Ρωσική κελλιωτική αδελφότητα» (brastvo russkih obitelei na Athon). Η αδελφότητα εκείνη ιδρύθηκε το Μάιο του 1898, και είχε σκοπό την προώθηση της πανσλαβιστικής ιδέας. Έδρευε στο μεγάλο και αξιόλογο χιλιανδαρινό κελλί Άγιος Χρυσόστομος, που σήμερα κείται ερείπιο. Γέροντας της 70μελούς αδελφότητας ήταν ο ιερομόναχος Κύριλλος, από τους λογίους. Εδώ υπήρχε και μια τεράστια βιβλιοθήκη και το κελλί προέβαινε σε ποικίλες εκδόσεις. Επίτιμο μέλος του κομιτάτου Άγιος Χρυσόστομος ήταν και ο μητροπολίτης Σερβίας Μιχαήλ, που πέθανε όμως πριν να συνταχθεί το καταστατικό. Ο Μιχαήλ επηρέασε και την κυρίαρχι Μονή – τη Χιλιανταρίου – να επιτρέψει τις εθνικιστικές δραστηριότητες του κομιτάτου και να εγκρίνει τα σχέδια της μετατροπής του κελλιού εκείνου σε σκήτη. Ότι ήταν ο Μιχαήλ για τους Σέρβους, ήταν ο επίσκοπος Πενταπόλεως Νείλος, για τους Έλληνες του Όρους. Ο Νείλος προπαγάνδιζε τον πανσλαβισμό με μεγάλη δραστηριότητα. Ο ίδιος, επίσης, υποκινούσε διχαστικές τάσεις στη Ρουμάνικη Σκήτη του Προδρόμου, εναντίον της Μεγίστης Λαύρας, όπως ανέφερε ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ (1887). Ο πανσλαβισμός ευθύνεται για τη δημιουργία του Γεωργιάνικου ζητήματος και την έξαρση του βουλγάρικου εθνικισμού, καθώς και για την αντίστοιχη σκλήρυνση του ελληνικού στοιχείου στο Όρος.

Ο εθνικισμός και όλες οι συναφείς παρενέργειες καταδικάστηκαν από μεγάλη σύνοδο αρχιερέων που συγκροτήθηκε κατά το Σεπτέμβριο του 1872 στην Κωνσταντινούπολη, όπου συμμετείχαν πατριάρχες και αρχιερείς καθώς και δύο Αγιορείτες επίτροποι. Ο πανσλαβισμός στο Όρος θ’ αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα από το 1912, με την εμφάνιση των ονοματολατρών ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται η διεθνοποίηση του Όρους.
Η διεθνοποίηση του Όρους ήταν αίτημα της τσαρικής Ρωσίας, με απώτερο σκοπό να μετατραπεί η χερσόνησος σε ρωσική βάση. Οι εδώ πανσλαβιστές που έπαιρναν γραμμή από την Πετρούπολη κάνουν το σύνθημα σημαία. Οι μοναχοί των λοιπών εθνικοτήτων προτιμούν την προσάρτιση του Άθω μάλλον στην Ελλάδα, και για λόγους ιστορικούς και για λόγους δικαίου. Η Σερβία και το Μαυροβούνιο μένουν αδιάφοροι, ενώ η Βουλγαρία προτείνει να δοθεί το Όρος στη Ρουμανία, ώστε αυτή να απαλλαγεί από διεκδικήσεις της δεύτερης επί βουλγαρικών εδαφών…! Τον Άθω διεκδικούν και η Αγγλία και η Αυστρουγγαρία. Η διεθνοποίηση του Όρους, κατά τους Ρώσους διπλωμάτες και εκκλησιαστικούς, συνίστατο στο να αναγνωριστεί η Χερσόνησος έδαφος ουδέτερο, υπό την προστασία ιμπεριαλιστικών δυνάμεων: των Ρώσων και των Αγγλογάλλων, όπως συμφωνήθηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1913). Συνιστούσαν, για τα προσχήματα, να γίνει μεταξύ των Αγιορειτών δημοψήφισμα ονομαστικό (ονομαστικό, διότι υπερτερούσαν αριθμητικά με την τεχνητή αλλοίωση που επέφεραν στον πληθυσμό). Όμως η Παναγιορειτική αδελφότητα εγείρεται σύσσωμη εναντίον της πολιτικής εκείνης που απέβλεπε στην εξασφάλιση ξένων προς το μοναστικό πνεύμα σκοπών και επιδιώξεων. Η θαρραλέα και εμψυχωμένη αντίσταση των Αγιορειτών θα δικαιωθεί. Μετά 9μηνο από τη συνθήκη του Λονδίνου, πραγματοποιείται η πρεσβευτική διάσκεψη, πάλι στο Λονδίνο (Νοέμβριος 1913) που ορίζει, το Άγιο Όρος «να έχει αυτονομία ανεξάρτητη και ουδέτερη». Η φράση αυτή, παρόλο που δεν δίνει πλήρες διάγραμμα του καθεστώτος της Χερσονήσου, δεν επιτρέπει όμως να εφαρμοστούν ανεμπόδιστα τα επεκτατικά σχέδια.
Οι συντάκτες της παραπάνω φράσης εξέφραζαν το αίτημα των Ρώσων κελλιωτών και να, πως. Κατά τις 12 Μαΐου 1913 Ρώσοι κελλιώτες συντάσσουν υπόμνημα που το στέλνουν στη συνδιάσκεψη των ξένων πρεσβευτών. Το υπόμνημα εκείνο ήταν υποβολιμαίο σ’ αυτούς από τον Παύλο Mansourof, υπάλληλο του Συνοδικού Γραφείου Μόσχας και πρώην γραμματέα της Ρωσικής Πρεσβείας Κωνσταντινούπολης, και το Μπόρις Serafimof, τμηματάρχη επί των εκκλησιαστικών της ίδιας Πρεσβείας. Στο κείμενο υπήρχαν και δίκαια αιτήματα, κυρίως εκείνα που αφορούσαν τις σχέσεις των κελλιών με τις Μονές: αυτοτέλεια των κελλιών, εσωτερική αυτοδιοίκηση, σύνταξη κώδικα νόμων, διάκριση των ποινικών από τα πνευματικά επιτίμια. Πίσω όμως από τα δίκαια εκείνα αιτήματα, που ήταν ενδοαγιορειτικά και δεν συγκινούσαν τους συνέδρους της συνδιάσκεψης, προβαλλόταν το αίτημα, όπως η Χερσόνησος αναγνωριστεί ως έδαφος ουδέτερο υπό την προστασία Ρωσίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Σερβίας, Μαυροβουνίου και Ελλάδας. Εναντίον των Ρώσων κελλιωτών ξεσηκώθηκε σύνολος ο αγιορείτικος πληθυσμός, σε κάποια στιγμή και η Μονή Ρωσικού. Αλλά και το ήθος τους δεν τους έκανε πιστευτούς. Μ’ αυτούς είχε ασχοληθεί και η Ιερά Κοινότητα και το Πατριαρχείο και η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας. Λοιπόν οι 20 αντιπρόσωποι (και ο Ρωσικού) συντάσσουν μακροσκελές υπόμνημα (19 Αυγούστου 1913) προς τον Έντουαρντ Gray, πρόεδρο της συνδιάσκεψης των πρεσβευτών του Λονδίνου, με το οποίο αποκαλύπτουν και επισημαίνουν την εκτροπή των κελλιωτών. Το ιεροκοινοτικό κείμενο ορίζει: «η πρότασις της συγκυριαρχίας, κατά τας σχετικάς διατάξεις του διεθνούς δικαίου, εστί παράνομος και συνεπώς απαράδεκτος, ως παραβιάζουσα την κυριαρχίαν της Ελλάδος…». Τη Χερσόνησο «κατέκτησε δια του αίματος των τέκνων αυτής» η Ελλάδα κι επομένως ανήκει δικαιωματικά σ’ αυτήν.
Ήδη με την αντίσταση του συνόλου σχεδόν του Αγιορειτικού κόσμου και λίγες μέρες πριν δημοσιευτεί το υπόμνημα των 20 Μονών, γίνεται η συνθήκη του Βουκουρεστίου (Ιούλιος 1913), με την οποία καθορίζονται τα εδαφικά όρια των βαλκανικών κρατών και αναγνωρίζεται η ελληνική κυριότητα επί του Άθω. στη διάσκεψη εκείνη συμμετείχαν τα βαλκανικά κράτη: Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο. Τέλος στις 3 Οκτωβρίου η Έκτακτος Ιερά Σύναξις των καθηγουμένων και των αντιπροσώπων των 19 Μονών (η Μ. Ρωσικού απήχε) συντάσσουν το περίφημο Ψήφισμα στο οποίο διακηρύσσεται σε 10 άρθρα η «αΐδιος ευγνωμοσύνη» των Μονών προς τις νικητήριες ελληνικές δυνάμεις και, παράλληλα, αποκρούεται «εντόνως ως ολεθρία δια την περαιτέρω εξέλιξιν του μοναχικού βίου εν Αγίω Όρει η ιδέα της διεθνοποιήσεως, ή ουδετεροποιήσεως, ή συγκυριαρχίας, ή συμπροστασίας, ή όπως άλλως ήθελέ τις ονομάσει την τάσιν» αυτήν. Το Ψήφισμα καλεί τις κυβερνήσεις των Ορθοδόξων κρατών «αλλά και ικετεύει αυτάς» να αναγνωρίσουν την κυριαρχία«του Ελληνικού Βασιλείου». Αλλιώς, προειδοποιεί, κάθε αντίθετη απόφαση «θέλει συναντήσει, εν τη εφαρμογή αυτής, ενασκούμενον το δικαίωμα της υπέρ ιερών και οσίων αμύνης». Η τελευταία φράση έδειχνε καθαρά την απόφαση των Αγιορειτών να τα παίξουν όλα για όλα, όπως φαινόταν κι από άλλη σύγχρονη εγκύκλιο της Ιεράς Κοινότητας (24 Σεπτεμβρίου 1913): «…ρίπτοντες, κατά το δη λεγόμενον, τον περί όλων κύβον» εναντίον εκείνου «όστις ήθελεν αποπειραθεί να αποβιβασθή εν τω Ιερώ ημών Τόπω με σκοπόν διεθνοποιήσεως αυτού». Στο μεταξύ η ρωσική διπλωματία έχει μεταφέρει το παιχνίδι της σ’ άλλο ταμπλό: στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έτσι οι πληροφορίες που έφταναν στο Όρος μιλούσαν για υιοθέτηση των ρωσικών αξιώσεων από το Πατριαρχείο. Όμως η Ιερά Κοινότητα δηλώνει ρητά στο Πατριαρχείο «ότι ουδεμίαν λύσιν του Αγιορειτικού ζητήματος θα αποδέχετο γενησομένην εν αγνοία της». Η έξαψη διέτρεχε όλη τη Χερσόνησο και όλοι «προέβλεπαν γεγονότα αδήλου εκτάσεως και απροσδιορίστου επιπτώσεως δια τε το παρόν και το μέλλον» του Αγίου Όρους. Κατά τις αρχές Φεβρουαρίου του 1913, 5μελής επιτροπή Αγιορειτών αντιπροσώπων μεταβαίνει στην Αθήνα, όπου τους υποδέχεται ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και, στη συνέχεια, ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος καθώς και ο αρχιεπίσκοπος (τότε μητροπολίτης) Θεόκλητος. Πολύς λαός επευφημούσε την αντιπροσωπία και έδειχνε διάθεση «ως εθελοντής να πολεμήση παρά το πλευρόν» των Αγιορειτών. Επίσης οι καθηγητές Μ. Χατζηδάκης και Π. Καρολίδης συγχάρηκαν«πάσαν την Αγιορειτικήν χορείαν επί τη ανδρική στάσει, ην εν τω ζητήματι τούτω επεδείξατο». Το Άγιο Όρος, όλα πείθουν, θα μείνει στην Ελλάδα. Σε λίγο θα ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914), ύστερα η Ρωσική Επανάσταση (1917) και, στη συνέχεια, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος (1921-22), που αποβαίνουν ανανεωμένες αιτίες να ναυαγούν τα σχέδια της διεθνοποίησης. Οι επόμενες συνθήκες, του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) και των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) κάνουν μνεία του Άθωνα. Επίσης και στη συνθήκη της Λωζάνης, μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας (Ιούλιος 1923), αναγνωρίζεται de jure η κυριαρχία τιυ Ελληνικού κράτους επί του Αγίου Όρους. Στο άρθρο 13 της συνθήκης αυτής ορίζεται πως η Ελλάδα υποχρεούται να αναγνωρίσει και διατηρήσει τα δικαιώματα και ελευθερίες των μη ελληνικών κοινοτήτων του Αγίου Όρους, σύμφωνα με το άρθρο 62 της συνθήκης του Βερολίνου του 1878.
Το Ρωσικό κράτος με τη μπολσεβικική επανάσταση του 1917 παύει κάθε υποστήριξη προς τους Αγιορείτες πανσλαβιστές. Αυτό, πλέον, τους επιτρέπει να αντιληφθούν πως όλα ήταν μια φενάκη. Το μεγαλοϊδεατισμό των πανσλαβιστών θα συνεχίσουν να ενισχύουν, μόνο ηθικά, οι υπό τον Αναστάσιο Ρώσοι μητροπολίτες – φυγάδες στο Κάρλοβιτς. Η πτώση του τσαρικού καθεστώτος φέρνει σε επίγνωση τους πανσλαβιστές. Συνέρχονται και ζητούν να φιλιωθούν με τους μοναχούς των άλλων εθνικοτήτων. Και αρχίζουν όλα να τοποθετούνται σε ευαγγελικές βάσεις.

Πηγή: Maccunion από το Όρος Άθως