Archive

Posts Tagged ‘Ιερός Λόχος’

Οι Μακεδόνες στον αγώνα


exodos

Νικόλαος Ι. Μέρτζος
Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών
Δημοσιογράφος & συγγραφέας

 
Όταν έπεσε ο Πόλη, οι Μακεδόνες όχι μόνο διατήρησαν την πίστη τους αλλά διατήρησαν και τα όπλα τους στα άγρια βουνά. Έτσι, ταυτόχρονα σχεδόν με την ολοκλήρωση της κατάκτησης, το 1458, πέντε μόλις χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως οι Οθωμανοί δυνάστες υποχρεώθηκαν από τα πράγματα να αναγνωρίσουν επίσημα τα πρώτα αρματολίκια στ’ Άγραφα και στην Πίνδο, όπου συναντώνται η Μακεδονία η Ήπειρος και η Θεσσαλία. Την μαρτυρία καταθέτει ο Αραβαντινός από παλαιότερα χρονικά. Ως το 1537, όπως αναφέρει ο καθηγητής της Ιστορίας Απόστολος Βακαλόπουλος, είχαν αναγνωρισθεί από την Υψηλή Πύλη πέντε αρματολίκια, στη Δυτική ιδίως Μακεδονία: τα αρματολίκια Σερβίων, Ελασσόνος, Μηλιάς Ολύμπου, Γρεβενών και Βεροίας. Έτσι οι πρώτοι ένοπλοι Έλληνες είναι οι Μακεδόνες.

Η Μακεδονία αποτελούσε νευραλγικό στρατηγικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γιατί γεφύρωνε την Ανατολή με τη Δύση, τον Βορρά με τις ζεστές θάλασσες, και ήταν όρος υπάρξεως για την κυριαρχία του Σουλτάνου. Όταν η Μακεδονία απελευθερώθηκε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύθηκε. Τα απελευθερωτικά κινήματα των Μακεδόνων δεν σταμάτησαν ποτέ, όπως άλλωστε και όλων των άλλων αδελφών Ελλήνων.

Στα 1571 δημιουργείται στη Δύση η πρώτη Ιερή Συμμαχία, η Σάκρα Λίγκα, από τον Πάπα της Ρώμης, την κραταιά Δημοκρατία της Βενετίας και την τότε κοσμοκράτειρα της Δύσης Ισπανία. Ο Δον Χουάν ο Αυστριακός καταστρέφει τον τουρκικό στόλο στη ναυμαχία του Λεπάντε, δηλαδή της Ναυπάκτου. Και αμέσως παίρνουν τα όπλα οι Μακεδόνες. Στη Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες, στη Χαλκιδική και στο Άγιον Όρος πραγματοποιείται εξέγερση. Επακολουθεί γενική σφαγή του μακεδονικού Ελληνισμού και διαρπαγή του Αγίου Όρους. Τα σχετικά χρονικά της εποχής, πριν τετρακόσια χρόνια, αναφέρουν ότι σφάχτηκαν 30.000 Μακεδόνες. Ο Έλληνας Αρχιεπίσκοπος Αχριδών Αθανάσιος και οι επίσκοποι Βελεσσών, Βελεγράδων και Καστοριάς καλούν τον νικητή της Ναυπάκτου Δον Χουάν να αποβιβασθεί στη Μακεδονία και Ήπειρο.

Εκατό χρόνια μετά, το 1661, ο γνωστός Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι στο Σαρή Γκιολ, στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, δρούσε ο φοβερός Μακεδόνας κλέφτης Πάνος, που ταυτίζεται με τον θρυλικό Πάνο Μεϊντάνη.

epanastatesΤην ίδια εποχή, τον 17ο αιώνα, ξεσπά ο πόλεμος Βενετίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο Ενετός στρατηγός Μοροζίνι αποβιβάζεται στη Θάσο και κτυπάει το κάστρο της Καβάλας, πάλι ξεσηκώνονται οι Μακεδόνες. Τα τουρκικά ιστορικά έγγραφα αναφέρουν τρεις εξεγέρσεις Μακεδόνων. Πρώτα το 1646 οι κλέφτες της Δυτικής Μακεδονίας κτυπούν τη Φλώρινα και το Μοναστήρι. Μετά, το 1684 περίπου ξεχύνονται στους κάμπους από το Βέρμιο και τα Πιέρια. Τέλος, όταν στα 1689 ο στρατός των Αψβούργων προελαύνει μέχρι τα Βελεσσά της Βόρειας Μακεδονίας, εξεγείρονται οι δικοί μας πάλι στο Μοναστήρι, στη Φλώρινα, στην Αχρίδα, στο Μορίχοβο.

Στις αρχές του 18ου αιώνα, γύρω στα 1700 με 1730, η Μακεδονία υφίσταται τις λεηλασίες των Τούρκων λιποτακτών και των Γκέγκηδων μπέηδων. Οι Μακεδόνες δίδουν σκληρό αγώνα εναντίον τους στην Κοζάνη, την Καστοριά, την Αχρίδα, το Μοναστήρι, την Έδεσσα, τα Καϊλάρια. Στα 1711 ξεσπά ρωσοτουρκικός πόλεμος, επαναστατεί η Νάουσα και σημειώνονται συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών μέσα και γύρω από τη Θεσσαλονίκη.

Το 1763 κατέρχεται στην Ελλάδα από την Αγία Πετρούπολη ο Σιατιστινός Γεώργιος Παπαζώλης, έμπιστος της Τσαρίνας Μεγάλης Αικατερίνης και λοχαγός της ανακτορικής φρουράς της, που επί πέντε χρόνια οργανώνει επανάσταση των Ελλήνων από τη Μακεδονία και την Ήπειρο μέχρι το Μοριά με ταυτόχρονη εισβολή ρωσικών δυνάμεων. Το 1770 ο Παπαζώλης καταπλέει στη Μάνη με δύο μοίρες του ρωσικού στόλου υπό τους αδελφούς Φιοντόρ και Αλεξέϊ Ορλώφ. Ξεσηκώνονται τα νησιά του Αιγαίου, ο Μοριάς, η Ρούμελη. Η Μακεδονία επαναστατεί. Την σαρώνουν επαναστατικά ανταρτικά σώματα κλεφτών και αρματολών Μακεδόνων, με επικεφαλής τους τον θρυλικό Ζιάκα στα Γρεβενά, τον Ζήτρο και τον Λάζο στον Όλυμπο, τον γερο-Βλαχάβα στα Χάσια. Εξαπολύονται νέες σφαγές από τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας μέχρι την Έδεσσα της Μακεδονίας.

Λίγο χρόνο αργότερα, το 1790, φτάνει στο Αιγαίο νέος ρωσικός στόλος με επικεφαλής τον Λάμπρο Κατσώνη, έμπιστο της Τσαρίνας Μεγάλης Αικατερίνης και του Ορλώφ, που διενεργεί αποβάσεις στα παράλια του Θερμαϊκού από το Λιτόχωρο μέχρι τα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης. Επτά χρόνια αργότερα, το 1797, εισβάλλει στη Μακεδονία ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων. Έχει αποσπάσει από την Υψηλή Πύλη ταυτόχρονα τα αξιώματα του Ρούμελη Βαλεσή και του Γενικού Επιθεωρητού του Δερβενίων, Ντερβενέτ Ναζίρ, με εξουσία σε όλες τις κλεισούρες των αρματολών. Έτσι υποτάσσει όλους τους άλλους πασάδες, κυριεύοντας τις πόλεις τους. Κτυπάει την Κοζάνη και τη Νάουσα, που ανθίστανται σκληρά αλλά πέφτουν. Λέει το Δημοτικό Τραγούδι:

Βάστα, καημένη Νιάουστα, τ’ Αλή πασιά τ’ ασκέρι.

Οι επαναστατικές ταραχές πνίγονται στο αίμα των Μακεδόνων καθ’ όλο τον 18ο αιώνα. Αφανίζεται η Μοσχόπολη το 1769, που είχε ιδρύσει το πρώτο τυπογραφείο -ελληνικό φυσικά- στα Βαλκάνια. Τα κύματα της μακεδονικής προσφυγιάς φτάνουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη και, γι’ αυτό ο Σουλτάνος με φιρμάνι του προς τους πασάδες και στον Ρούμελη Βαλεσή διατάζει να επιβληθεί ειρήνη και να συγκρατηθεί ο πληθυσμός στη Μακεδονία.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, το 1806, εκρήγνυται νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Πάλι οι Μακεδόνες ρίχνονται στον αγώνα με εστία τον Όλυμπο και την Ανατολική Μακεδονία. Οι περιώνυμοι Μακεδόνες οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας κατεβαίνουν απ’ τα βουνά, αρματώνουν καράβια και γίνονται κουρσάροι στον Θερμαϊκό και στο Βόρειο Αιγαίο. Είναι οι Λαζαίοι, η φάρα του παπα-Θύμιου Βλαχάβα, ο τρομερός Νικοτσάρας και ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκουβάλα. Την ίδια εποχή χαλάστηκαν στο Μοριά οι Κολοκοτρωναίοι και ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης, ο μετέπειτα θρυλικός Γέρος του Μοριά, διασώζεται και καταφεύγει στους αδελφούς του Βλάχους Μακεδόνες στον γερο-Όλυμπο, απ’ όπου για μερικά χρόνια επιδίδεται σε θαλασσομαχίες σαν κουρσάρος με τα μακεδονίτικα κουρσάρικα καράβια. Έτσι η Μακεδονία περιθάλπει αυτόν που επέπρωτο να αναδειχθεί με το σπαθί του και το ήθος ο Αρχιστράτηγος του Εικοσιένα.

Το γεγονός παραλείπεται συστηματικά αλλά είναι απόλυτα βεβαιωμένο. Τα κατορθώματά τους εξυμνεί το Δημοτικό Τραγούδι στα χείλη όλων των Ελλήνων:

Μαύρο καράβι αρμένιζε, μαύρο σαν καλιακούδα.
Καράβι, ρίξε τα πανιά, προσκύνα το Σουλτάνο.
Εγώ ’μ’ ο Γιάννης του Σταθά, γαμπρός του Μπουκουβάλα,
ουδέ τα ρίχνω τα πανιά ουδέ Τούρκο προσκυνάω…

Ο Νικοτσάρας αποβιβάζεται στον Σταυρό της Χαλκιδικής και προελαύνει, μέσα από την Τουρκιά, προς τη Νιγρίτα και τη Ζίχνα έξω από τις Σέρρες με προορισμό να διασχίσει όλη τη Μακεδονία και τη Βαλκανική, να φτάσει στις ηγεμονίες της Βλαχίας πάνω από τον Δούναβη και να ενωθεί με τον προελαύνοντα ρωσικό στρατό. Τον αντιμετωπίζουν 8.000 Τουρκαλβανοί με τον Ισμαήλ μπέη των Σερρών, αλλά ο Νικοτσάρας με νυκτερινή έφοδο κάνει γιουρούσι και σπάζει τις γραμμές τους με το σπαθί στο χέρι. Ο Λαός τον τραγουδάει:

Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά κι είναι μαυροντυμένα;
Μήνα άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Μηδ’ άνεμος τα πολεμά, μηδέ βροχή τα δέρνει.
Ο Νικοτσάρας πολεμά…
Στο έμπα χίλιους έσφαξε, στο έβγα δυο χιλιάδες…

Ο Νικοτσάρας ξεφεύγει στο Άγιον Όρος και από κει, με κουρσάρικο μακεδονίτικο καράβι, στο Λιτόχωρο της Μακεδονίας στα ριζά του Ολύμπου, όπου όμως τον Ιούνιο του 1806 πέφτει σε χωσιά, σε ενέδρα, και σκοτώνεται. Οι σύντροφοί του τον παίρνουν και τον θάβουν στη Σκιάθο.

Ο σύντροφος του Νικοτσάρα παπα-Θύμιος Βλαχάβας συνεχίζει τον αγώνα θυελλώδης μέχρι το 1808 σε συνεννόηση με τους Ρώσους και με τον Καραγεώργη της Σερβίας, με τον οποίον ο μεγάλος Μακεδόνας οπλαρχηγός Γεωργάκης Ολύμπιος, είναι σταυραδέλφια. Τελικά, μετά λαμπρές νίκες, ο Βλαχάβας πέφτει στα χέρια του Αλή πασά και εκτελείται με μαρτυρικό θάνατο στα Γιάννενα.

Το Εικοσιένα είχε φτάσει πια. Καλός Σπορεύς της Εθνεγερσίας είναι ο Ρήγας Φεραίος ο Βελεστινλής. Κατάγεται κι αυτός από μακεδονική φύτρα, από το Περιβόλι της Πίνδου, απ’ όπου η φαμίλια του είχε μεταναστεύσει στο Βελεστίνο.

Στη Βιέννη, αυτοκρατορική πρωτεύουσα των Αψβούργων, όπου ανθούν οι Μακεδόνες έμποροι και τραπεζίτες, αδελφοί Μαρκίδαι Πούλιου Γεώργιος και Πόπλιος εκδίδουν την πρώτη στην Ιστορία ελληνική εφημερίδα με τον τίτλο Εφημερίς και τα φλογερά επαναστατικά κηρύγματα του Ρήγα, τον Θούριο και τη Χάρτα. Εξώφυλλο της Χάρτας και έμβλημα της Εθνεγερσίας ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Μακεδών.

Μακεδόνες επίσης είναι οι πιο στενοί σύντροφοι του Ρήγα. Τον ακολουθούν πιστά στον θάνατο οι αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ από την Καστοριά και ο Θεοχάρης Τουρούντζιας από τη Σιάτιστα. Ανακρινόμενος, μαζί με τον Ρήγα και όλους τους συνεργάτες του, στη Βιέννη ο Ιωάννης Εμμανουήλ, μόλις 24 χρονών, φοιτητής της Ιατρικής, εγείρεται και λέει στους Αυστριακούς ανακριτές του, σύμφωνα με την αναφορά του ιστορικού της Επαναστάσεως Σπυρίδωνος Λάμπρου:

Αποσκοπώ όντως εις επανάστασιν εν Ελλάδι και διά τούτον τον λόγον η επαναστατική προκήρυξις του Ρήγα με ευηρέστησε μεγάλως, επειδή την απελευθέρωσιν της Ελλάδος επιθυμώ εκ βάθους της καρδίας μου.

epanastasi-1821

Οι Αυστριακοί τους παραδίδουν μαζί με τον Ρήγα στους Οθωμανούς, που τους στραγγαλίζουν στο φρούριο Νεμπόϊτσα του Βελιγραδίου. Μαζί τους εκτελείται και ο σύντροφος του Ρήγα Ιωάννης Καρατζάς από την Κύπρο- αιμάτινος αρραβώνας της μαρτυρικής Κύπρου με τη Μητέρα Ελλάδα. ΄Αλλοι τέσσερις Μακεδόνες σύντροφοι του Ρήγα δεν παραδίδονται στους Οθωμανούς αλλά εκτοπίζονται, επειδή είναι υπήκοοι της Αυστρουγγαρίας: ο Γεώργιος Πούλιος και ο Κωνσταντίνος Δούκας από τη Σιάτιστα, ο Γεώργιος Θεοχάρης από την Καστοριά και ο Κωνσταντίνος Τούλιος από την Πέστη.

Τα γεγονότα έχουν πάρει τον δρόμο τους -τον δρόμο της Ιστορίας. Στις 18 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, υπασπιστής του Τσάρου, διαπλέει τον Προύθο και φτάνει στο Ιάσιο της Μολδαβίας, όπου υψώνει τη σημαία της Επαναστάσεως από τον εξώστη του αρχοντικού που ανήκει στον Μακεδόνα Κωνσταντίνο Μπέλλιο, βαρώνο από το Μπλάτσι της Δυτικής Μακεδονίας. Υπασπιστής του Αλεξάνδρου Υψηλάντη είναι ο Γεώργιος Λασσάνης από την Κοζάνη. Αρχηγοί των επαναστατικών ελληνικών δυνάμεων υπό τον Υψηλάντη είναι δύο φημισμένοι Μακεδόνες πολέμαρχοι: ο Γεωργάκης Ολύμπιος από το Λιβάδι του Ολύμπου και ο Γιάννης Φαρμάκης από το Μπλάτσι.

Στο Δραγατσάνι παρατάσσεται ο Ιερός Λόχος με διοικητή τον χιλίαρχο Γ. Λασσάνη. Τον απαρτίζουν έφηβοι Έλληνες, κατά το πλείστον Μακεδόνες, όλοι φοιτητές στις ελληνικές Ηγεμονικές Ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιασίου. Παρατάσσονται και πέφτουν μέχρις ενός. Όταν ο Υψηλάντης περνάει τα σύνορα και παραδίδεται στους Αψβούργους, τον ακολουθεί πιστός μέχρι θανάτου ο Λασσάνης. Μένει έξη χρόνια φυλακισμένος μαζί με τον Πρίγκηπα στο φρούριο Μόχατς. Μετά την αποφυλάκισή τους τον ακολουθεί στη Βιέννη όπου ο Υψηλάντης πεθαίνει το 1828 και, τότε, ο Λασσάνης κατέρχεται στη μαχομένη Ελλάδα υπηρετώντας την Πατρίδα μέχρι το τέλος.

Εν τω μεταξύ οι δύο Μακεδόνες πολέμαρχοι του Υψηλάντη συνεχίζουν τον αγώνα τους στις Ηγεμονίες όλο το καλοκαίρι. Ο επίλογος γράφεται στα Καρπάθια, στο Μοναστήρι του Σέκου. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος, όταν πια η αντίσταση έχει καταρρεύσει μαζί με το οχυρό υπό τα στίφη των αντιπάλων, βάζει φωτιά στα τόπια και ανατινάζεται ζωντανός μαζί με τους φίλους και τους εχθρούς. Είναι το πρώτο ελληνικό ολοκαύτωμα του Εικοσιένα. Και είναι μακεδονικό. Θα ακολουθήσουν και άλλα, στη Νιάουστα και στην Κασσάνδρα. Ο Γιάννης Φαρμάκης πιστεύει στην μπέσα των Τούρκων και παραδίδεται. Στέλνεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον γδέρνουν ζωντανό.

Το επαναστατικό κίνημα του Ελληνισμού στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες αποτυγχάνει, αλλά η ιδέα της Ελευθερίας τρέχει πια σαν τη φλόγα στο ξερό χορτάρι.

Στο Μοριά στήνονται τα πρώτα τρόπαια κατά βαρβάρων και πέφτει η Τριπολιτσά. Η Ρούμελη έχει γίνει πεδίο αγώνα και νίκης απ’ άκρη σ’ άκρη. Το Μεσολόγγι ελευθερώνεται και πορεύεται προς τη μοίρα του ως ιερόν σφάγιον. Τα νησιά του Αιγαίου ανοίγουν τις στέρνες με τα φλωριά, ανοίγει και ο στόλος πανιά. Το Γένος μεθάει με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα. Ένας Μακεδόνας είναι ήδη εκεί, ο Νικόλαος Κασομούλης, και βλέπει και καταγράφει. Θα είναι ο αυθεντικός ιστορικός του Μεγάλου Αγώνα -και ταυτόχρονα ο πολεμιστής. Στην Τριπολιτσά ικετεύει να του δώσουν μια μερίδα πολεμικά λάφυρα για την επανάσταση στη Μακεδονία. Δεν του δίνουν ούτε ένα τουφέκι.

Η Μακεδονία, βαριά φορτωμένη στρατεύματα των Οθωμανών, εισέρχεται στον Αγώνα. Είναι η σπονδυλική στήλη της Αυτοκρατορίας και η μοναδική γέφυρα του οθωμανικού στρατού προς τη Νότιο Ελλάδα γιατί το Αιγαίο ελέγχει ο ελληνικό στόλος. Πρέπει, συνεπώς, να συγκρατήσει με το κορμί της τις οθωμανικές στρατιές που ο Σουλτάνος πέμπει για να καταπνίξουν την Εθνεγερσία στη Ρούμελη και στον Μοριά. Αυτοθυσιάζεται αλλά διασώζει την Εθνεγερσία των Νοτίων Ελλήνων αδελφών της. Ο αγώνας της, από τη φύση των πραγμάτων, πραγματώνεται σε τρία αλλεπάλληλα στάδια. Στο πρώτο στάδιο επαναστατεί η Χαλκιδική, το Άγιον Όρος και η λεπτή ενδοχώρα από τη Θεσσαλονίκη και τον Λαγκαδά μέχρι τα παράλια του Στρυμονικού κόλπου και τη Νιγρίτα. Στο δεύτερο στάδιο επαναστατεί η Νιάουστα, το 1822, κι όλη η περιοχή της. Στο τρίτο στάδιο οι Μακεδόνες μάχονται στη Νότια Ελλάδα μέχρι την τελική νίκη. Πολεμούν και πέφτουν στο Μεσολόγγι και στα Ψαρά, στην Εύβοια και στο Τρίκερι, στη Ρούμελη και στο Μοριά, μέχρι την Κρήτη.

8anatos agwnisthΟ Εμμανουήλ Παππάς είναι βαθύπλουτος έμπορος και τραπεζίτης, γιος παπά από τη Δοβίστα Σερρών, που φέρει τώρα το όνομά του. Είχε ένδεκα παιδιά: οκτώ γιους και τρεις θυγατέρες. Έδωσε στον Αγώνα για το Έθνος όλα τα πλούτη του, τα τρία ενήλικα αγόρια του και τη ζωή του. Η γυναίκα του, οι επιζήσαντες γιοι του και οι τρεις θυγατέρες του μαρτύρησαν δώδεκα χρόνια στις φυλακές των Οθωμανών και, όταν ήλθε η λευτεριά, δεν είχαν ούτε ψωμί -αυτοί οι βαθύπλουτοι Μακεδόνες. Σώζονται οι εκκλήσεις τους προς το πρώτο ελεύθερο Κράτος για βοήθεια.

Με εντολή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη ο Εμμανουήλ Παππάς αρματώνει το καράβι του Θρακιώτη Χατζή Βισβίζη, το φορτώνει όπλα από την Πόλη κρυφά και φτάνει στις 23 Μαρτίου 1821 στο Άγιον Όρος, στη Μονή Εσφιγμένου, όπου οι ηγούμενοι των Ιερών Μονών τελούν μυσταγωγική λειτουργία, θέτουν το Γένος υπό την σκέπην της Θεοτόκου και κηρύσσουν την Επανάσταση της Μακεδονίας. Τον Μάϊο οι πρόκριτοι του Πολυγύρου υψώνουν τη σημαία της Επαναστάσεως. Ξεσηκώνεται όλη η Χαλκιδική.

Τα χωριά της Βορείου Χαλκιδικής ονομάζονται Μαντεμοχώρια γιατί παράγουν ασήμι και γι’ αυτό ζουν υπό καθεστώς αυτονομίας. Το Άγιον Όρος επίσης είναι αυτόνομο. Εντούτοις, όσοι ακριβώς είναι ελεύθεροι, επαναστατούν πρώτοι, για να φέρουν την ελευθερία σ’ όλο το Έθνος. Είναι ένα υψηλό δείγμα μακεδονικού φρονήματος και αυτοθυσίας.

Στη Θεσσαλονίκη ο Γιουσούφ μπέης συλλαμβάνει όλους τους προκρίτους και, μόλις παρουσιάζονται στον μέσα Θερμαϊκό τα πρώτα ψαριανά καράβια με τον Κασομούλη, τους κρεμάει όλους από τον πλάτανο της Αγια-Σοφιάς και από τα τσιγκέλια στα χασαπιά στο Καπάνι.

Στο μεταξύ οι Χαλκιδικιώτες της Σιθωνίας και της Κασσάνδρας, με παλληκάρια της Συκιάς υπό τον καπετάν Γιάννη Χάψα, κατηφορίζουν απ’ τον Πολύγυρο και τη Γαλάτιστα και προχωρούν ατρόμητα να πατήσουν τη Θεσσαλονίκη, τη Συμβασιλεύουσα. Φτάνουν μέχρι τη σημερινή Ανωτέρα Σχολή Πολέμου, στα πρόθυρα της πόλης. Το κύριο σώμα παρατάσσεται έξω από τα Βασιλικά, κάτω από την πατριαρχική Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας. Εκεί χυμάει το τουρκικό ιππικό των σπαχήδων και τους σφάζει μέχρις ενός. Είναι τα Συκιωτάκια.

Από τα ανατολικά εκστρατεύει με πολυπληθές τακτικό στράτευμα ο Μπαϊράμ πασάς με προορισμό τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη. Φτάνει στα στενά της Ρεντίνας, το πέρασμα προς τη Χαλκιδική και τον κάμπο της Βόλβης-Λαγκαδά όπου οι Μακεδόνες δίδουν απεγνωσμένη μάχη, αλλά σαρώνονται. Ο Μπαϊράμ πασάς ανοίγει το στράτευμα σε λαβίδα. Ένα σκέλος του προχωράει, μέσω Σταυρού και Ολυμπιάδας,, προς τη Χερσόνησο του Άθω, το Άγιον Όρος, φτάνει στα πρόθυρα της μοναστικής Πολιτείας και καταστρέφει συθέμελα την Ιερισσό, περνώντας εν στόματι μαχαίρας όλον τον άρρενα πληθυσμό. Κάθε Δεύτερη Μέρα του Πάσχα στην Ιερισσό, σ’ ένα ψηλό αλώνι πάνω από τη γαλανή θάλασσα, τα παλληκάρια και οι νιές χορεύουν τον θρηνώδη Καγκελευτό Χορό:

Στου Μαυρινού τ’ αλώνι το μαρμαρινό
παίζει ο Ήλιος αμάδα με το νιο.

Ένας προς ένα οι χορευτές προσέρχονται κάτω από τον ζυγό και πέφτουν υπό τα γιαταγάνια των Τούρκων. Οι γυναίκες πουλιούνται στα σκλαβοπάζαρα.

Το άλλο σκέλος της λαβίδας του Μπαϊράμ πασά προχωράει στον κάμπο της Βόλβης, ανατολικά της Θεσσαλονίκης, αφανίζει την Παζαρούδα και ανεβαίνει στον Χολομώντα δηλώνοντας από τα θεμέλια τα Ζερβοχώρια και τα Μαντεμοχώρια.

Τον Ιούλιο 1821 ο Μπαϊράμ πασάς αναφέρει του στον ιεροδίκη Βεροίας:

Ανεχώρησα εκ Μικράς Ασίας μετά πολλών στρατευμάτων κατευθυνόμενος εις Λάρισαν και εκείθεν εις Πελοπόννησον. Επειδή, όμως, οι ραγιάδες πέριξ του κόλπου του Σάρρου έδει να επαναφερθούν εις την τάξιν, εχρονοτρίβησα. Ακολούθως, επειδή οι ραγιάδες (…) είχον επαναστατήσει, επέδραμον μετά του γενναίου στρατού μου κατά των περιοχών Καλαμαριάς, Παζαρούδας, Σιδηρόπορτας, Πολυγύρου, Κασσάνδρας, Κίτρους και Κατερίνης ένθα καταπολεμήσας τους απίστους απήλειψα από προσώπου της γης 42 πόλεις και χωρία αυτών.

Παρ’ όλα αυτά η εξέγερση στη Χαλκιδική δεν είχε κατασταλεί μέχρι τον Σεπτέμβριο 1821. ΄Ετσι τον Νοέμβριο 1821 ο Σουλτάνος πέμπει από την Ανατολή νέα στρατιά υπό τον Μεχμέτ Εμίν πασά, τον επικαλούμενο Εμπού Λουμπούτ γιατί οι άνδρες του συντρίβουν με ρόπαλα τα κρανία των αμάχων.

Όλη η αντίσταση της Χαλκιδικής περιορίζεται πλέον στο στενό της Κασσάνδρας, στον πορθμό της ιστορικής Ποτίδαιας, όπου οι Μακεδόνες αντιστέκονται ολομόναχοι μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 1821. Επέρχεται εναντίον τους ο Μεχμέτ Εμίν πασάς, ο επονομαζόμενος Εμπού Λουμπούτ, «ροπαλοφόρος», γιατί τα στρατεύματά του και οι μπασιμπουζούκοι λιώνουν με ρόπαλα το κεφάλι των αμάχων. Η αντίσταση συντρίβεται, οι υπερασπιστές πέφτουν επί των προμαχώνων. Πέντε χιλιάδες γυναικόπαιδα, που κατέφυγαν στο Άγιον Όρος, αποπλέουν για τα νησιά Σκιάθο και Σκόπελο. Η Μοναστική Πολιτεία συνθηκολογεί πληρώνοντας βαρύτατα λύτρα.

Ο Εμμανουήλ Παππάς παίρνει το καράβι για τραβήξει στην Ύδρα, αλλά στον δρόμο δεν αντέχει η μεγάλη καρδιά του· σπάζει, και πεθαίνει εν πλω. Οι τέσσερις ενήλικοι γιοι του συνεχίζουν τον Αγώνα στη Ρούμελη και το Μοριά. Από τους τέσσερις πέφτουν στον Αγώνα οι τρεις. Ο Ιωάννης πέφτει στο Μανιάκι στο πλευρό του Παπαφλέσσα. Ο Αθανάσιος αιχμαλωτίζεται πολεμώντας στην Αταλάντη και αποκεφαλίζεται στη Χαλκίδα. Και ο Νικόλαος πέφτει στο Καματερό.

Αλλά το έπος -και το δράμα- δεν έχει λήξει. Υπάρχει και η Νάουσα, επίσης αυτόνομη πόλη. Τον Φεβρουάριο του 1822, αφού ήδη είχε καταστραφεί η Χαλκιδική, ο Λογοθέτης της άρχοντας Ζαφειράκης υψώνει τη σημαία της Επαναστάσεως στην πλούσια και αυτόνομη αυτή μακεδονική μητρόπολη. Μέσα και γύρω στην πόλη, στο Βέρμιο, έχουν συναχθεί όλοι οι Μακεδόνες οπλαρχηγοί: ο γερο-Καρατάσος με τον γιο του Τσάμη, ο μεγαλύτερος στρατηγός της Μακεδονίας, ο Αγγελής Γάτσος από τη Σαρακήνα της Εδέσσης με τον αδελφό του Πέτρο, ο Καραμήτρος από το Μπλάτσι, ο Ιωάννης Παπαρέσκος από την Καστοριά και οι αδελφοί Ραμαντάνη και Σιούγγαρη βρίσκονται εκεί με τα επαναστατικά σώματά τους. Αρχηγός από τη Φιλική Εταιρεία έχει ορισθεί ο Γεώργιος Σάλας, που όμως δεν φτάνει ποτέ από το Βέρμιο. Άλλες δυνάμεις ελέγχουν το πέρασμα της Καστανιάς και του Αλιάκμονα ποταμού. Ο Όλυμπος και τα Πιέρια βρίσκονται σε συνεχή επανάσταση.

zaloggo1

Οι Μακεδόνες επαναστάτες συγκρούονται με τον Κεχαγιά μπέη της Βεροίας έξω από τη Μονή της Παναγιάς του Δοβρά και τον συντρίβουν. Αλλά επέρχεται ο φοβερός Μεχμέτ Εμίν πασάς από τη Θεσσαλονίκη άγοντας 13.000 τακτικό στρατό με ιππικό και πυροβολικό και 7.000 μπασιμπουζούκους ατάκτους. Οι Μακεδόνες υπερασπίζονται τη Νάουσα επί εβδομάδες ηρωικά, αλλά κάποτε οι ολιγάριθμες γραμμές τους σπάζουν εμπρός στον όγκο του αντιπάλου. Μέσα Απριλίου, γιορτές Πάσχα 1822, οι Τούρκοι μπαίνουν στη πόλη. Δεν αφήνουν τίποτε όρθιο. Στον πύργο του Ζαφειράκη οι 500 τελευταίοι υπερασπιστές πέφτουν μέχρις ενός. Οι γυναίκες της Νάουσας υποχωρούν φεύγοντας προς τους καταρράκτες και στη θέση Ζντουμπάνοι πιάνονται στο χορό και μια μια πέφτουν στο βάραθρο της Αράπιτσας, επαναλαμβάνοντας το Χορό του Ζαλόγγου. Πενηνταέξι χρόνια αργότερα οι Μακεδόνισσες θα επανελάμβαναν τον ίδιο χορό του θανάτου και της δόξας στο Μοναστήρι των Αγίων Πάντων, κατά την Επανάσταση του 1878.

Ο Εμπού Λουμπούτ δηώνει τη Νάουσα και καταστρέφει από τα θεμέλια εκατόν είκοσι χωριά και κωμοπόλεις της περιοχής. Τα σκλαβοπάζαρα της Θεσσαλονίκης γεμίζουν γυναικόπαιδα, που πουλιούνται στη Μπαρμπαριά. Οι περιγραφές είναι σπαρακτικές: έβαζαν γυναίκες και παιδιά μέσα σε ένα τσουβάλι όπου έριχναν αγριεμένες γάτες, που καταξέσχιζαν τους ανθρώπους.

Χαλάστηκεν η Νιάουστα μαζί με την Κασσάνδρα.
Λουμπούτ πασιάς τις πάτησε, τις ρήμαξαν Κονιάροι.

Έτσι τραγουδάει ακόμη, στα δημοτικά μοιρολόγια του, ο μακεδονικός Ελληνισμός την καταστροφή. Παρ’ όλα αυτά ο Εμπού Λουμπούτ πασάς δεν κατορθώνει να κατέλθει στη Ρούμελη. ΄Ολο το καλοκαίρι του 1822 μένει καθηλωμένος στη Μακεδονία την οποία συνεχίζει να αφανίζει συστηματικά. Ο Φρανσουά-Μαρί Μποτύ, Πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, σημειώνει στις 9 Ιουλίου 1822:

Ο πασάς συνεχίζει με επιμονή το σύστημα της λεηλασίας (..) Καταστρέφοντας οικονομικά τους ΄Ελληνες θέλει να τους αφαιρέσει για πάντα κάθε πόρο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον των Τούρκων.

Αλλά ο αγώνας των Μακεδόνων συνεχίσθηκε. Οι Καρατάσοι, ο Αγγελής Γάτσος, ο Κασομούλης κι όσοι άλλοι καπετάνιοι και παλληκάρια δεν έπεσαν στη Νάουσα, πέρασαν τα βουνά, διέσχισαν μαχόμενοι τη Θεσσαλία και μπήκαν στον Ασπροπόταμο, στο αδούλωτο αρματολίκι του Νικόλα Στορνάρη, που κατεβαίνει με όλα τα βλαχοχώρια κατά μήκος του ποταμού ανάμεσα Θεσσαλία-Ήπειρο. Έτσι οι Μακεδόνες συνέχισαν μέχρι τέλους τον πόλεμο. Δεν πολεμούσαν πια για το σπίτι τους, τη φαμίλια τους, τον τόπο τους. Αυτά τα ’χαν θυσιάσει. Πολεμούσαν για το Γένος, για τα αδέρφια τους. Είναι κι αυτό μια απόδειξη του ακατάλυτου εθνικού δεσμού ανάμεσα στους Μακεδόνες και στη Νότια Ελλάδα.

Στο Μεσολόγγι, αντίκρυ στον Ιμπραήμ, ελεύθεροι πολιορκημένοι παρατάχθηκαν στις τάπιες οι Μακεδόνες και, όσοι δεν έπεσαν, πήραν μέρος στην Έξοδο, που δεν έχει το προηγούμενό της στην παγκόσμια Ιστορία. Ο Νικόλαος Κασομούλης, ο ιστορικός της Επαναστάσεως, ήταν εκεί στο Μεσολόγγι με τον αδερφό του, γραμματικός του καπετάν Νικόλα Στορνάρη. Γράφει:

Εις την φωτιάν αυτήν ενεθυμήθην την Παναγίαν και είπα: «Παναγιά μου, φύλαξέ μας». Από τον προμαχώνα της ακρογιαλιάς είδα τον αδελφόν μου Μήτρον ορμούντα με το χέρι στα μάτια και με το άλλο στο γιαταγάνι. Και έκτοτε δεν τον ματαείδα. Ήτον είκοσι χρονών τότες.

Στα Ψαρά το μέγιστο μέρος των υπερασπιστών αποτελούσαν οι Μακεδόνες στεριανοί αποφασισμένοι που είχαν φτάσει στο να το κρατήσουν με κάθε θυσία νησί. Οι θαλασσινοί μπήκαν στα πλεούμενά τους και εγκατέλειψαν το νησί. Οι Μακεδόνες θυσιάσθηκαν όλοι. Μακεδόνες είναι τα λαμπρά παλληκάρια που τιμά ο εθνικός ποιητής:

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η Δόξα μονάχη
μελετά τα λαμπρά παλληκάρια
και στην κόμη στεφάνι φορεί
γινωμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.

Παντού όπου δόθηκε μεγάλη, κρίσιμη μάχη, παντού όπου στάθηκε η Δόξα και η Ιστορία, εκεί ήσαν πάντοτε Μακεδόνες: στο Μανιάκι και στο Μεσολόγγι, στο Φάληρο της Αθήνας και στα Ψαρά. Παντού όπου Ελλάδα, εκεί και Μακεδονία. Ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει με ευγνωμοσύνη πως ο μόνος που κατήλθε επιτυχώς και ανέκοψε την καταστροφική πορεία του Ιμπραήμ πασά στο Μοριά ήταν ο γερο-Καρατάσος, που νίκησε τους Αιγυπτίους στον Σχοινόλακκο της Μεσσηνίας.

Όταν μετά τόσο μακεδονικό αίμα ιδρύθηκε το πρώτο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος οι Μακεδόνες αγωνιστές κηρύχθηκαν ετερόχθονες. Έτσι δεν είχαν δικαίωμα στις εθνικές γαίες που οι ίδιοι είχαν ποτίσει με το αίμα τους και είχαν σπείρει με τους νεκρούς τους. Έμειναν μόνοι χωρίς μια σπιθαμή τόπο, δίχως εστία, μακριά απ’ τον γενέθλια γη τους. Αργότερα ο Βασιλιάς Όθων τους παρεχώρησε έναν τόπο στην Αταλάντη να ζήσουν. Εκεί ο Μακεδών βαρώνος Κωνσταντίνος Μπέλλιος από το Μπλάτσι τους έκτισε με δικό του χρήμα τον οικισμό που αυτοί τον ονόμασαν Νέα Πέλλα. Υπασπιστής του Όθωνος ορίσθηκε ο Τσάμης Καρατάσος.

(Ομιλία του Προέδρου της Ε.Μ.Σ. κ. Νικολάου Μέρτζου την Κυριακή 27 Μαρτίου 2011 σε πανηγυρική εκδήλωση του Μορφωτικού Ομίλου Σερβίων «Τα Κάστρα» στα Σέρβια, για τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου).

Πηγή: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ – SOCIETY FOR MACEDONIAN STUDIES

Σημείωση: Οι επισημάνσεις είναι από την σελίδα “Βλαχόφωνοι”.

Πηγή δική μου: Maccunion
Αρχική πηγή: Βλαχόφωνοι

Γυναίκες στον Μακεδονικό Αγώνα – Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών Μοναστηρίου (1902)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Ηρωίδες και συνεργάτιδες των Μακεδονομάχων


Καπετάνισσα Ελένη

Το Μοναστήρι, κτισμένο κοντά στην αρχαία Ηράκλεια, με έντονη την ελληνορωμαϊκή και βυζαντινή του παράδοση, αν και επί τουρκοκρατίας ήταν έδρα του Ρούμελη Βαλεσή, του γενικού δηλαδή Διοικητού της ευρωπαϊκής Τουρκίας, υπήρξε ο τόπος απ’ όπου εκπορεύτηκε η πρώτη οργάνωση «Μακεδονική Άμυνα», που με τα τμήματά της, το οικονομικό, το δικαστικό και το εκτελεστικό, μετέτρεψε τον αγώνα από αμυντικό σ’ επιθετικό.

Και πραγματικά στο Μοναστήρι έγιναν εκδικητές των βουλγαρικών εγκλημάτων όχι μόνο άντρες, μα και γυναίκες. Κατά πληροφορία του Μόδη, όταν αποφασίζονταν να γίνει φόνος σ’ ένα δρόμο, ειδοποιούνταν οι νοικοκυρές να αγρυπνούν, να έχουν την πόρτα ανοιχτή και να κλείνουν αμέσως μόλις έμπαινε ο εκτελεστής, που από σπίτι σε σπίτι έφευγε μακριά, αφού είχε επιτελέσει την αποστολή του.

Τα λαμπρά του εκπαιδευτήρια ήταν η παλλόμενη καρδιά του βορείου Ελληνισμού κι οι ογδόντα Ελληνίδες δασκάλες του γαλβάνιζαν την εθνική συνείδηση των μικρών παιδιών με τέτοια τραγούδια:


«Του βουλγαρισμού η ψώρα, Μακεδόνες δεν μολύνει…»

Μοναστηριώτισσα ήταν κι η ηρωική δασκάλα Πολυξένη, την θυσία της οποίας σαν έμαθε ο Παύλος Μελάς, είπε: «Έχουν δίκαιο αυτοί που ζητούν εκδίκηση…».Γυναίκες Μακεδονομάχοι

Ο Μόδης πληροφορεί επίσης ότι τον ’Ιούλιο του 1907 μια γριά με την εγγονή της επισκέφτηκαν βουλγαρικό γαλακτοπωλείο, έριξαν δηλητήριο στο ταλατόρι που έφαγε ο Κομιτατζής Τόντας Πεσκάς με άλλους πέντε ρουμανίζοντες και Βουλγάρους αξιωματικούς και τους σκότωσαν.

Όλες οι γυναίκες συνέδραμαν στον αγώνα, όπως μπορούσε η κάθε μιά.
Η Δομνίκη Νικολαΐδου με την αδελφή της μετέβαλαν το σπίτι τους σε οπλοστάσιο, ενώ η Σάντα Θεοδώρου Βαφέα με τις μεγαλύτερες κόρες της Βίτα, Μαρίτσα και ’Ασπασία έραβαν στολές Μακεδονομάχων και φρόντιζαν πληγωμένους.

Οικογένεια Σάντα και Θεοδώρου Βαφέα

Η Ζαχαρία Μακρή, έζησε το δράμα της δουλείας, τις συγκινήσεις και τους κινδύνους του Μακεδονικού Άγώνος προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Φλώρινα κι ευτύχησε να δει το σύζυγό της Νομάρχη και τον υιό της Υπουργό.

Η Παρασκευή Μόδη, σύζυγος του πρωτομάρτυρα Θεοδώρου Μόδη, στάθηκε δίπλα του γενναία και δεν υπέστειλε τη σημαία του χρέους, ούτε και μετά τη δολοφονία του.

Μία άλλη μοναστηριώτισσα, η χήρα μάνα του Άνδρέα Κύμη, είχε δραματικό κι ηρωικό τέλος. Τη μέρα που ο υιός της ξεψυχούσε στο Μορίχοβο πολεμώντας με τον Ιερό Λόχο, η ίδια έπεφτε νεκρή μέσα στο σπίτι της, αφού πρώτα είχε αναχαιτίσει για πολλές ώρες λυσσαλέα επίθεση των Βουλγάρων.

Ανάμεσα σ’ ιστορία και θρύλο αχνοδιαγράφεται κι η μορφή της μοναστηριώτισσας καπετάνισσας Ελένης, που ντυμένη τη στολή του Μακεδονομάχου, με το τουφέκι στο χέρι πολέμησε γενναία.

Αλλά και μέσα από οργανώσεις οι μοναστηριώτισσες έδωσαν τα χρόνια έκείνα δυναμικό παρόν.
Η «Φιλόπτωχος ’Αδελφότης Έλληνίδων Κυρίων Μοναστηριού», που άτυπα λειτουργούσε από τα μέσα του προηγουμένου αιώνος το 1902 απέκτησε εγκεκριμένο καταστατικό και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα κυριαρχούσε σε κάθε φιλανθρωπική και πολιτική δράση ανακουφίζοντας απόρους και ασθενείς, παραχωρώντας βοηθήματα και βιβλία σε μαθητές και καταπολεμώντας τις ξένες προπαγάνδες.

Τότε ίδρυσε και το εργαστήριο άπορων κοριτσιών «Η Έργάνη Άθηνά», όπου 80-100 κορίτσια διδάσκονταν κοπτική και ραπτική. Οι κυρίες μέλη εργάζονταν με πρωτοφανή ζήλο, ιδίως στον τομέα συμπαραστάσεως και αρωγής των φυλακισμένων, που προέρχονταν απ’ όλη σχεδόν τη Μακεδονία. Σαν φιλόστοργες μητέρες τους επισκέπτονταν, τους έφερναν γλυκά και πίτες, τους έπλεναν τα ρούχα κι έστελναν μηνύματα στους δικούς τους, ενώ η προσφορά τους κορυφώθηκε στις 3 ’Ιουνίου του 1906, οπότε στις φυλακές διαδραματίστηκαν αιματηρά γεγονότα.

Τη μέρα εκείνη Τούρκοι κρατούμενοι σχημάτισαν στους τοίχους της τουαλέτας του θαλάμου 6 με ακαθαρσίες μεγάλο σταυρό, πράγμα πού πλήγωσε τη φιλοτιμία των Ελλήνων συγκρατουμένων κι έτσι άρχισαν οι φονικές συμπλοκές, που είχαν σαν επίλογο από ελληνικής πλευράς επτά νεκρούς, εβδομήντα τραυματίες κι άλλα πέντε θύματα που υπέκυψαν στα τραύματά τους μετά από λίγες μέρες.

Κηδεία των Ιπποτών του Σταυρού 1906

Τότε χιλιάδες μοναστηριώτισσες χωρίστηκαν σ’ ομάδες για να παρασταθούν και να θρηνήσουν τα παλληκάρια, ενώ κατά την ταφή μαυροφορεμένες τους συνόδευσαν ως το κοιμητήρι, ίδιες ζωντανεμένες φιγούρες απ’ αρχαία τραγωδία.

Θεόδωρος_και_Παρασκευή_Μόδη

Ο Γ. Μόδης αφηγείται σχετικά:
«Το νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκαν οι νεκροί κι οι τραυματίες, γέμισε οχλοβοή. Είχε πλημμυρίσει από αγριεμένο και έξαλλο κόσμο που έκλαιε, έβριζε ή έκανε το σταυρό του. Πλούσιες κυρίες, φτωχές γυναικούλες, πόρνες, μαυροφορεμένες χαροκαμένες γριές, κορίτσια, που δεν έβγαιναν εύκολα από το σπίτι τους, ξέπλεναν, έντυναν, έκλαιαν και μοιρολογούσαν τους νεκρούς σαν να ήταν σπιτικοί τους.
Τα ρούχα βρέθηκαν γρήγορα και περίσσεψαν(…) (…)
Η κηδεία έγινε νωρίς.
Επειδή, η αστυνομία είχε απαγορέψει τα στεφάνια και τη μουσική, ένα παιδάκι βάδιζε μπροστά μ’ ένα σταυρό στο χέρι από κόκκινα τριαντάφυλλα σαν το αίμα των παλικαριών που πέθαναν για το σταυρό. Τα επτά φέρετρα τα κρατούσαν πολλοί νέοι, ψηλά στους ώμους, για να φαίνονται καλύτερα. Όλη η πόλη ακολουθούσε βουβή.
Για πρώτη φορά είχαν βγάλει τα φεσάκια και τα κρατούσαν στα χέρια…».

Στο ίδιο βιβλίο ο Μόδης πληροφορεί, ότι μια κοπέλα που την έλεγαν Δόμνα, είχε δώσει μυστικό αρραβώνα με ένα από τα θύματα, τον κρητικό Παύλο Μαρκάκη, γι’ αυτό και μετά τα γεγονότα έπεσε σε κατάθλιψη και σύντομα πέθανε από ψυχικό μαρασμό.

Για τη λευτεριά της Μακεδονίας όλες οι γυναίκες πρόσφεραν τότε τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.
Ακόμα κι όσες έφεραν το στίγμα της «παστρικιάς», της «κοινής» όπως θα λέγαμε σήμερα. Ίσως γιατί ήθελαν να εξαγνιστούν απέναντι στη συνείδησή τους, ίσως γιατί αποζητούσαν να βρούνε ένα ιδανικό στην ερημιά της αμαρτωλής και ταπεινωμένης ζωής τους, πολλές φορές έκαναν τόσο μεγαλειώδεις πράξεις, που δίκαια θα μπορούσαν να τις καταξιώσουν σε εθνικές ηρωίδες.

Κία

Μια τέτοια γυναίκα ήταν η περιβόητη Κία —ή Βασιλική— από το Μοναστήρι, που μαζί με την αδερφή της διατηρούσε «οίκο» στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Η Κία ήταν πολύ όμορφη: Αφράτη, καλλίγραμμη, ροδόλευκη, με ευγενικά χαρακτηριστικά προσώπου και λαμπερά μαλλιά, ίδια η ενσάρκωση της καλλονής κατά τα ιδεώδη της εποχής της. Μα διέθετε και πνεύμα σπινθηροβόλο που την έκανε περισσότερο ελκυστική. Και τη σαγήνη των φυσικών της προσόντων φρόντιζε να επαυξάνει με μεθυστικά αρώματα, μακιγιάζ, πανάκριβα κοσμήματα, φανταχτερές καπελίνες και ολομέταξα ευρωπαϊκά φορέματα.
Γιαυτό κι οι δουλειές της πήγαιναν περίφημα και την έκαναν εξαιρετικά εκλεκτική. Δεν μπορούσε ο τυχόντας να δρασκελίσει το κατώφλι του «οίκου» της. Έπρεπε να είναι ο «Κάποιος», με τίτλους και αξιώματα και με πορτοφόλι, που να αντέχει στις παράλογες απαιτήσεις των εκλεπτυσμένων της γούστων.

Σωστή «εταίρα» των καιρών της η Κία δημιούργησε γύρω της έναν κύκλο υψηλών αφοσιωμένων θαυμαστών, ενδύθηκε ακτινοβολία και διασημότητα κι απέκτησε μια μυθική συλλογή από κοσμήματα κι άλλα πανάκριβα δώρα.
Όμως με την κήρυξη του Μακεδονικού Άγώνος μέσα της έγινε σεισμός. Ο φανταχτερός κόσμος της πρόσχαρης πεταλουδίτσας του πληρωμένου έρωτα κομματιάστηκε κι απ’ τα συντρίμμια του εξαγνισμένη αναδύθηκε η αυστηρή δωρίδα πατριώτισσα, που απαρνούμενη τη χλιδή και τις εφήμερες απολαύσεις αφιερώθηκε σύψυχη στην υπηρεσία του υψηλοϋ ιδανικού, το οποίο ήρθε τότε να δώσει πρωτόγνωρο, βαθύ περιεχόμενο στη ζωή της. Σαν «ελευθερώτρια» πέρασε στα χρονικά του αγώνος, αφού ως κύρια αποστολή της ανέλαβε την απελευθέρωση των παλληκαριών απ’ τις φυλακές Μοναστηριού. Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, εκμεταλλευόμενη φιλίες και συμπάθειες και χρησιμοποιώντας την ακαταμάχητη γοητεία της κατόρθωνε να επηρεάζει τις αποφάσεις των δικαστών ή και να εξαφανίζει δικογραφίες, ενώ προσφέροντας με απλοχεριά «μπαχτσίσι» στους δεσμοφύλακες μπαινόβγαινε στις φυλακές, έφερνε ρούχα καθαρά, πίτες και γλυκά στους φυλακισμένους, τους εμψύχωνε κι οργάνωνε επιτυχημένες αποδράσεις.
Σ’ αυτήν οφείλεται η απόδραση κι η σωτηρία των έξι συντρόφων του Παύλου Μελά, του Βολάνη, του Καλομενόπουλου και των άλλων, που πιάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο αμέσως μετά την μοιραία μάχη στη Στάτιστα στίς 13 ’Οκτωβρίου του 1904.

Για τη σωτήρια του καπετάν-Κώττα η Κία κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες. Μήνες και μήνες έτρεχε από γραφείο σε γραφείο, μα οι γνωστοί της στο Μοναστήρι δίσταζαν να την βοηθήσουν. Τέλος πήγε στη Θεσσαλονίκη να παρακαλέσει κάποιον παλιό της φίλο, αξιωματούχο με μεγάλη θέση στη διοίκηση, κι αφού απέσπασε την υπόσχεση του, γύριζε αισιόδοξη πώς μετά από αγώνα δεκάξι μηνών τούτη τη φορά χτύπησε τη σωστή πόρτα. Ήταν 28 Σεπτεμβρίου του 1905. Ήταν όμως τόσο αργά… Βρήκε τον ήρωα νεκρό στη Μητρόπολη, όπου άλλες Έλληνίδες τον είχαν ξενυχτήσει με σπαραγμό μετά τον απαγχονισμό του την προηγούμενη μέρα.

Η Κία παρά την απέραντη θλίψη συνέχισε τον αγώνα ακατάβλητη. Άπό το πρωί ώς το βράδυ, χειμώνα καλοκαίρι, με βροχή ή ήλιο έτρεχε φορτωμένη πίτες, ψωμί, γλυκά, ρούχα και μηνύματα για τα «παιδιά» της, όπως έλεγε τους φυλακισμένους, ή κάτω από τις βαριές της στόφες μετέφερε πιστόλια, σφαίρες και γραμμένες οδηγίες για τα άλλα «παιδιά» της, του εκτελεστικού.

Έτρεχε και στα χωριά. Όπου υπήρχε επείγουσα ανάγκη και κίνδυνος, πρώτη αυτή. Χρόνια ολόκληρα. Το ταμείο της μέρα με τη μέρα άδειαζε. Ένα-ένα πούλησε και τα ακριβά της κοσμήματα. Η σκέπη της ξεθώριασε και κολλούσε στο κεφάλι απ’ τις βροχές ή τον ιδρώτα. Τα ρούχα της ξέφτισαν. Άρχισε και να βήχει… να βήχει… Η ομορφιά της μαράθηκε. Οι δυνάμεις την εγκατέλειπαν κι η φυματίωση ύπουλα κατέσκαβε τα σωθικά της. Έγινε η σκιά του εαυτού της, μα παρέμενε ολόρθη στις επάλξεις του χρέους, μέχρι το 1908, οπότε οι Νεότουρκοι έθεσαν τέρμα στον αγώνα.
Τότε ξανάνοιξε τον «οίκο» της, όχι βέβαια για να εξασκήσει την παλιά τέχνη, μα για να αισθάνεται λιγότερη μοναξιά και να γλυκαίνει τον πόνο της αρρώστειας της η παρήγορη παρουσία αγαπημένων φίλων. Πέθανε όμως σύντομα, νέα και πικραμένη.

Εξαιρετική πατριωτική διαγωγή έδειξαν κι άλλες κοινές γυναίκες τα χρόνια εκείνα. Ο Γ. Μόδης στις «Μακεδονικές ‘Ιστορίες», μνημονεύει συχνά την ιερόδουλο Δόμνα, που έγινε σπουδαίο μέλος της «Εσωτερικής Όργανώσεως» και σαν την Κία εκμεταλλευόμενη γνωριμίες και διαθέτοντας σπάταλα τον προσωπικό της πλούτο μπαινόβγαινε ελεύθερα στις φυλακές και με κάθε τρόπο συνέδραμε τον αγώνα στο Μοναστήρι.

Όμως και από την γύρω περιοχή οι γυναίκες έδειξαν έμπρακτα τον πατριωτισμό τους.
Η Νάτσαινα από τη Γραδένιτσα του Κάμπου τον Δεκέμβριο του 1906 φιλοξενούσε τρεις τραυματίες του σώματος Γερογιάννη: Τον Φίλιππο από το Μπούκοβο, τον Νίδα από το Μοναστήρι και τον ’Αγησίλαο ή Σίλα από τη Λαμία.
Ο Τόντας Πεσκάς τους πρόδωσε κι όταν οι Τούρκοι κατέφθασαν, πρόλαβε, τους έκρυψε κι ύστερα με τους άλλους χωρικούς κίνησε για το ξωκλήσι, όπου τους μάντρωσαν οι αβτζή ταμπούρ για να ψάξουν ανενόχλητοι τα σπίτια.
Η κρυψώνα της όμως είχε πάρει νερό κι έμοιαζε με υγρό τάφο, ενώ τα χτυπήματα των Τούρκων από πάνω πολλαπλασίαζαν την αγωνία και το μαρτύριο των κρυμμένων Μακεδονομάχων. Δυό μερόνυχτα έμειναν εκεί κι όταν τους έβγαλαν, ήταν κι οι τρεις σ’ αφασία. Η Νάτσαινα με μητρική στοργή και περιποιήσεις κατόρθωσε να τους συνεφέρει. Μα ο Σίλας ήταν ολότελα τρελλός πιά… Φώναζε, καταριόταν τους Τούρκους κι έγινε δημόσιος κίνδυνος.
Τότε οι χωρικοί έβγαλαν την απόφαση, πως έπρεπε να τον σκοτώσουν για να τον λυτρώσουν, μια και δεν μπορούσαν πια να του προσφέρουν κάτι καλύτερο. Πετάχτηκε τότε ανάμεσά τους η Νάτσαινα και κλαίοντας, απειλώντας ή παρακαλώντας, τους θύμισε ότι το παλληκάρι ήρθε να πολεμήσει για τη δική τους λευτεριά και ότι είχαν χρέος να το στείλουν στη μανούλα του, που θα το καρτερούσε. Η ίδια φρόντισε να φτάσει σώος στο Μοναστήρι της Παναγίας στον Τίρναβο, που ήταν για τους τρελλούς, απ’ όπου το Κομιτάτο τον έστειλε σπίτι του.

Μιά άλλη γυναίκα, η χήρα Βάσω από το Μπόκοβο το 1906 παρουσιάστηκε στον καπετάν Γιάννη Πούλακα και εξ ονόματος όλων των γυναικών του ζήτησε να μιλήσει στους άντρες του, να μην τις απαγορεύουν να κεντούν τις φορεσιές τους με το πρόσχημα ότι τάχα χασομερούν. Επειδή δε, εκείνος δεν ήθελε να επέμβει του είπε σε έντονο ύφος: «Ξεχνάς καπετάν Γιάννη, πως για σένα τρεις μέρες και τρεις νύχτες βασανίστηκα από τους Τούρκους να φανερώσω που κρυβόσουν και που υπήρχε οπλισμός, μα εγώ απαντούσα: «Σκοτώστε με αν θέλετε. Έγώ δεν ξέρω τίποτα απ’ αυτά που με ρωτάτε».

Μια άλλη γυναίκα από το Λεσκοβίκι τροφοδοτούσε το σώμα του καπετάν Μακρή, ενώ οι Σαρακατσάνισσες της φάρας Σουλτογιάννη τροφοδοτούσαν τον Βολάνη με τους άντρες του.

Στή Γρούνιτσα Μοριχόβου τον Νοέμβριο του 1907 η χωρική Νικολίτσα φιλοξενούσε μέρες τον πληγωμένο αντάρτη Θεμιστοκλή. Τότε όμως συνέπεσε να κάνουν έφοδο στο χωριό κι οι Τούρκοι «αβτζή ταμπούρ» ψάχνοντας για κρυμμένους αντάρτες. Κρυψώνα το σπίτι δεν διέθετε.

Τι να κάνει η Νικολίτσα; Ντύνει τον Θεμιστοκλή σαν ετοιμόγεννη που κοιλοπονά και με τη βοήθεια των πεθερικών της σφάζουν και κρεμούν σε δέντρο της αυλής τον οικόσιτο χοίρο. Μόλις οι Τούρκοι δρασκέλισαν το κατώφλι της εξώπορτας με αποτροπιασμό οπισθοχώρισαν κραυγάζοντας μεταξύ τους.
— Ντέρι πέρ ντέρ (γουρούνας γουρούνια) κι έτσι η πανέξυπνη Νικολίτσα έσωσε την κατάσταση.

Βουλγάρικα εγκλήματα - Μπρένικ

Μάρτυρες Περιοχής Μοναστηριού
Με τον ερχομό του καπετάν Ρέμπελου στο Μορίχοβο, άνοιξε φριχτός λογαριασμός αίματος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, οι οποίοι εκτόνωναν την οργή τους για τις πολεμικές τους ήττες κατασφάζοντας τους αμάχους.

Στίς 8-9-1904 στην Πεταλίνα βασανίστηκε και θανατώθηκε η σαρακατσάνα Παναγιώτα Ί. Γκόγκου.
Στίς 9-10-1904 οι Βούλγαροι στο Μπρόντ κατέσφαξαν σε ώρα λειτουργίας τον παπά, την παπαδιά και δυό προκρίτους του χωρίου, ενώ στο Ίβεν στις αρχές Μαϊου έθαψαν ζωντανές τη μάννα και την αδελφή του Χρήστου και Θανάση Σγουράκη, γιατί δε στάθηκαν οι ίδιοι να τους συλλάβουν και να τους θανατώσουν.

Παρόμοιο φριχτό έγκλημα διαπράχτηκε στο ίδιο χωριό και ένα χρόνο αργότερα. Στις 14 Μαΐου του 1905, επειδή ο Πέτρος Σουγκαράκης κατόρθωσε να αποφύγει την δολοφονική ενέδρα τους, έκαναν έφοδο στο σπίτι του, βασάνισαν κατά τον πιό απάνθρωπο τρόπο την μητέρα κι αδερφή του κι αφοϋ τις εξώρυξαν τους οφθαλμούς, τυφλές και αιμόφυρτες τις έθαψαν ζωντανές στους αγρούς.

Στις 22-7-1905 η συμμορία του Μήτρου Βλάχου στην Όστιμα δολοφόνησε τη Χρήσταινα Δέλιου και τη Βασιλική Ράμου, ενώ την ίδια μέρα στο Κουμανίτσοβο την ογδοντάχρονη Φιλιώ Γρηγορίου και τη Σουλτάνα Νικολάου…

Στίς 8-8-1905 στο Μπράτιπολ δολοφονήθηκε η ’Αγγελική Στέκου με τον άντρα της, στις 11-8-1905 στο Αιάκοβο η Καλλίνα Μπόικου και η Βόσνα Νάιδου, στις 28-11-1905 στο Σκότσιβιρ η ’Ιωάννα Γεωργίου και στις 19-5-1906 στο Τγκρι κατακρεουργήθηκε η χήρα Στόινα.

Πηγή δική μου: Βλαχόφωνοι
Αρχική πηγή: Yaunatakabara