Archive

Posts Tagged ‘Μακεδονομάχοι’

Αφιέρωμα μνήμης: Μορφές του Μακεδονικού Αγώνα: Καπετάν Ράμναλης από το Ίσωμα*

Το 1955 ο αείμνηστος Σταύρος Μάνεσης γυρίζει την Μακεδονία και μελετά τα γλωσσικά ιδιώματα. Εκεί συναντά γέρους που αναθυμούνται το δράμα της σκλαβιάς. Ένας εκατοχρονίτης γέροντας του λέει το εξής πρωτότυπο. «Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε σκλάβοι σε ξένα χέρια επ’ άπειρον το γραφτό έλεγε πως θα ενωθούμε με την Ελλάδα, γιατί Ελλάς θα πει… Έλα».Ίσως η αφελής αυτή «ετυμολογική» ανάλυση του εθνικού μας ονόματος να είναι και η ωραιότερη που έχει γραφτεί. Άθελά του όμως ο γέροντας, ετυμολόγησε μία άλλη λέξη, την ελευθερία, η οποία προέρχεται από το ρήμα έρχομαι, από τον μέλλοντα του «ελεύσομαι», που σημαίνει «θα έλθω». Η ελευθερία είναι το αγαθό που έρχεται στους λαούς που έχουν τόλμη και αρετή. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός πως ο εθνικός μας ύμνος, είναι “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”.

Λέμε πολλές φορές πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το σωστό είναι πως δεν επαναλαμβάνεται η ιστορία, απλώς οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. Πριν η Μακεδονία περιέλθει οριστικά -με το αίμα των παιδιών της Ελλάδας- στους κόλπους της μητρός της, ταλανιζόταν από τις δολοπλοκίες και τις ασχημονίες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, που την προόριζαν για την Βουλγαρία. Όπως συμβαίνει στις μέρες μας, έτσι και πριν από την απελευθέρωσή της από τον Ελληνικό Στρατό, η Μακεδονία το ενδοξότερο, τολμώ να πω, τμήμα του Ελληνισμού και της ιστορία μας, είχε καταντήσει διπλωματικό παίγνιο των ισχυρών της γης. Κινδύνευε η πανάρχαια «ελληνίδα γη» να αποκοπεί από τον εθνικό κορμό.

Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό μία ολιγόλογη ιστορική αναδρομή, από την επανάσταση του ’21, ως την στιγμή που παλικάρια, σαν τον καπετάν Ράμναλη, ζώνονται τα όπλα και υπερασπίζονται το χώμα που τους γέννησε, που μπαίνουν «ες αεί» στο εικονοστάσι της Μακεδονίας, ως ήρωες Μακεδονομάχοι.

Πριν από τον αγώνα Από το 1797 ο πρωτομάρτυρας και πρωτομάστορας της λευτεριάς μας, Ρήγας Φερραίος, παροτρύνει τους Μακεδόνες να ξεσηκωθούν. Γράφει στο «Θούριό» του: «Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήστε για μια /και αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά». Να αναφέρω εδώ παρενθετικά πως ο πρώτος κλεφταρματολός που αναφέρει η ιστορία, ο Καραμιχάλης, έδρασε στην περιοχή του Ολύμπου, λίγες μόλις δεκαετίες μετά την άλωση της Πόλης. Ήταν Μακεδών.

Κατά την Επανάσταση του ’21 η Μακεδονία επαναστατεί. Μπορεί η επίσημη ιστορία να γράφει πως απέτυχε, όμως η επανάσταση στην Μακεδονία καθήλωσε για πολύ καιρό τα τουρκικά στρατεύματα και έδωσε την ευκαιρία στους επαναστάτες των Νοτίου Ελλάδας να εδραιώσουν την Επανάσταση. Το τέλος της Επανάστασης βρίσκει όμως την Μακεδονία εκτός του αρτιγέννητου κράτους. Είναι χαρακτηριστικό πως το 1829 πληρεξούσιοι των Μακεδόνων προσφύγων στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους υποβάλλουν υπόμνημα στον Καποδίστρια με το οποίο τον παρακαλούν να ζητήσει «παρά των Προστάτιδων Δυνάμεων, ίνα και η σκληρώς αγωνισθείσα Μακεδονία συμπεριληφθεί εις τα όρια του ελευθέρου κράτους».

Το 1828-29 ξεσπά ρωσοτουρκικός πόλεμος που διεξήχθη κυρίως επί του βουλγαρικού εδάφους. Οι Ρώσοι τότε ανακαλύπτουν έκπληκτοι έναν λαό που ομιλεί ένα σλαβικό ιδίωμα που προσομοίαζε με την ρωσική γλώσσα. Ερωτώμενοι βέβαια οι κάτοικοι αυτής της περιοχής, τι είναι, απαντούν στο σλαβικό ιδίωμα, «Ρωμηοί». Τότε ουσιαστικά αρχίζει η αφύπνιση του βουλγαρικού στοιχείου, υποκινούμενου από τη Ρωσία.

Τα σχέδια των Ρώσων για έξοδο στο Αιγαίο μέσω ενός υποχείριού τους λαού, θα υλοποιηθούν με την ανασύσταση βουλγαρικού κράτους. Πλήθος Ρώσων προπαγανδιστών περιτρέχουν την Βουλγαρία, την Ανατολική Ρωμυλία, την Βόρειο Μακεδονία εξάπτώντας τον βουλγαρικό εθνικισμό. Δεν παραλείπει το «ξανθό γένος» να ενσπείρει και να στρέψει το μίσος των Βουλγάρων κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το 1854 ξεσπά ο Κριμαϊκός Πόλεμος μεταξύ Ρώσων και Τούρκων. Η Μακεδονία επαναστατεί κατά των Τούρκων. Οι ελπίδες αναπτερώνονται. Στα Γρεβενά πρωτοστατεί ο περίφημος αρματολός και αγωνιστής του ’21 Θεόδωρος Ζιάκας. Στη Χαλκιδική ο γιος του «Γέρου της Μακεδονίας», Τσάμης Καρατάσος, στον Όλυμπο οι τοπικοί οπλαρχηγοί. Δυστυχώς οι εκβιασμοί των Μεγάλων Δυνάμεων κατά του ανίσχυρου ελληνικού βασιλείου αφήνουν αβοήθητους τους Επαναστάτες. Η επανάσταση σβήνει. Επακολουθεί όπως γράφουν μαρτυρίες της εποχής «χαλασμός».

Το 1866 εξερράγη η Κρητική Επανάσταση. Ο Ρώσος πρεσβευτής στην Πόλη, Ιγνάτιεφ, για να επιτύχει την εύνοια του Σουλτάνου υπέρ των Βουλγάρων, παρότρυνε τους τελευταίους να προσφερθούν για να πολεμήσουν στο πλευρό των Τούρκων τον κοινό εχθρό Βουλγάρων και Τούρκων, τους Έλληνες. Το 1869 λήγει η Κρητική Επανάσταση, ο σουλτάνος πνέει μένεα κατά των Ελλήνων. Τότε το 1870 συντάσσει ο Ιγνάτιεφ το περίφημο αυτοκρατορικό φιρμάνι με το οποίο ιδρύεται η Βουλγαρική Εξαρχία, που αποσκιρτά από το Πατριαρχείο.

Ο Μακεδονικός αγώνας
Από την στιγμή αυτή μπορούμε να πούμε πως αρχίζει ο ένδοξος Μακεδονικός Αγώνας. Το άρθρο 10 του φιρμανιού -αυτό είναι το σημαντικότερο- προέβλεπε πως εφόσον το 2/3 των κατοίκων μιας περιοχής επιθυμούσαν να προσέλθουν στην Εξαρχία, τότε η περιοχή εντασσόταν σ’ αυτήν. Οι Βούλγαροι βρήκαν πλέον το μέσο και τον τρόπο για να εκβουλγαρίσουν την Μακεδονία.

Εφεξής Πατριαρχικός σήμαινε Έλληνας και Εξαρχικός, Βούλγαρος. Η επίτευξη της πλειοψηφίας των 2/3 αποτέλεσε τον κύριο σκοπό των Βουλγάρων. Οι απειλές και οι διώξεις αρχίζουν. Το 1877-78 ξεσπά νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Η Τουρκία νικάται κατά κράτος υπογράφοντας την ολέθρια συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που προβλέπει την Μεγάλη Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι χωρίς να ρίξουν ούτε ένα βόλι ιδρύουν ένα τεράστιο κράτος (κάτι παρόμοιο που γίνεται σήμερα με την Αλβανία).

Οι ελληνικοί πληθυσμοί των μακεδονικών πόλεων και χωριών με συλλαλητήρια και ψηφίσματα και κυρίως η αντίδραση των Άγγλων και Γάλλων στις ρωσικές επιδιώξεις, επιμελώς κρυπτόμενες πίσω από τον Βουλγαρισμό, ακυρώνουν στο Βερολίνο το 1878 τα σχέδια. Ιδρύονται όμως δύο ηγεμονίες, η Βουλγαρική και της Ανατολικής Ρωμυλίας την οποία η Βουλγαρία προσαρτά αμαχητί το 1885. Η αντίδραση του ισχνού Ελληνικού κρατιδίου καταπνίγεται από τις λεγόμενες Προστάτιδες Δυνάμεις με τον γνωστό πανάθλιο αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων. Η Μακεδονία επαναστατεί με πρωταγωνιστή τον ηρωικό επίσκοπο Κίτρους Νικόλαο και αρχηγό τον λοχαγό Κοσμά Δουμπιώτη.

Μπορεί να απέτυχε η επανάσταση, όμως, όπως γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, «δε θα καταγραφόταν έγκαιρα η ελληνική αντίδραση στους κινδύνους που περιέκλειαν για τη Μακεδονία οι όροι της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου». Οι Βούλγαροι όμως αποθρασύνονται. Οι δολοφονίες Ελλήνων ιερέων, δασκάλων και προκρίτων είναι πλέον το μέσον εξαναγκασμού για προσχώρηση στην εξαρχία. Ιδρύουν το 1893 το Μακεδονικό Κομιτάτο. Δεν τολμούν να το ονομάσουν βουλγαρικό γιατί η λέξη Βουλγαρία είναι μισητή στους Μακεδόνες. Ταυτόχρονα ρίχνουν το σύνθημα «η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Σκοπός τους η αυτονομία και κατόπιν η προσάρτηση.

Το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας τους έχει ανοίξει την όρεξη. Μετά και τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1897, συμμορίες Κομιτατζήδων εγκληματούν απροκάλυπτα κατά του ελληνικού στοιχείου. Το 1902 ο Άγγλος Γενικός πρόξενος Θεσσαλονίκης γράφει σε έκθεσή του: «Η δολοφονία είναι το κυριότερο όπλο των Κομιτατζήδων. Δεν υποχωρούν προ ουδενός. Οι Έλληνες είναι κυρίως τα θύματα του. Χιλιάδες εφονεύθησαν τα τελευταία έξι έτη». Το επίσημο κράτος τρομαγμένο κα ντροπιασμένο ακολουθεί την πολιτική της «άψογου στάσεως». Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Αντιδρά όμως το Πατριαρχείο. Γύρω στο 1900 στέλνει νέους και δραστήριους Ιεράρχες στις Μητροπόλεις της Μακεδονίας να οργανώσουν την άμυνα και να εμψυχώσουν τους κατατρομοκρατημένους πληθυσμούς.

Ο Πολυανής Φώτιος
Μεταξύ αυτών και ο επίσκοπος Πολυανής και μετέπειτα και Κιλκισίου Φώτιος Παγιώτας. Το 1904 αναλαμβάνει στη Δοϊράνη το βαρύ έργο. Λίγα λόγια για τον ηρωικό ιεράρχη. «Ο Μητροπολίτης Φώτιος υπήρξε άσπιλος, ακαταπόνητος αγωνιστής, εμπνευσμένος ιεράρχης, χαρακτήρας μεγίστης δράσεως, στυλοβάτης του Χριστιανισμού και του Γένους εις την αιματοβαμμένην γην της Μακεδονίας. Επ’ αυτού δε αντανακλάται η λάμψις των παλαιών Αθανασίου, Βασιλείου, Γρηγορίου και Χρυσοστόμου». Στην Δοϊράνη και στην ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς, ο Φώτιος, χάρις στην δυναμικότητά του, επανέφερε πολλούς κατοίκους στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Γύριζε έφιππος τα χωριά και σκόρπιζε θάρρος, ελπίδα και χαρά για τον Ελληνισμό. Οι Βούλγαροι ζητούσαν πολλές φορές τρόπο να τον φονεύσουν, αλλά ουδέν επέτυχαν. Το 1913 οι Βούλγαροι τον συνέλαβαν αιχμάλωτο κατά την υποχώρησή τους, τον μετέφεραν στην Βουλγαρία με σκοπό να τον εκτελέσουν, αλλά η προέλαση των Ρουμάνων μέχρι την φυλακή του Φωτίου απέτρεψε τα δόλια σχέδια. Δραπέτευσε ο Φώτιος και μάλιστα ο ίδιος ο βασιλιάς της Ρουμανίας ζήτησε να τον δει, για να θαυμάσει την ανδρεία και το φρόνημά του Μητροπολίτη. Όταν οι Βούλγαροι τον απείλησαν με την ζωή του, αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι απάντησε: «Και αν έναν δεσπότην φονεύσετε, πολλοί άλλοι Πολυανής υπάρχουν, η Ελλάδα είναι αιώνια». Επέστρεψε ο σεπτός ιεράρχης στην Μητρόπολή του την οποία εποίμανε μέχρι την κοίμησή του, το 1928.

Ο καπετάν Ράμναλης
Ταυτόχρονα μαζί με τους ηρωικούς ιεράρχες αντιδρούν και ντόπιοι Μακεδόνες που πολλές φορές ομιλούν το σλαβικό ιδίωμα. Το 1907 ο Γάλλος δημοσιογράφος Παγιαρέ σημειώνει γι’ αυτούς «Πάντες ούτοι οι Μακεδόνες, ανεξαρτήτως της γλώσσης, την οποία ομιλούν, προτιμούν να σταυρωθούν παρά των Βουλγάρων, παρά ν’ αρνηθούν τον Ελληνισμόν τους». Μεταξύ αυτών και ο καπετάν Ράμναλης. Γεννήθηκε στο χωριό Ράμνα, σημερινό Ίσωμα του Κιλκίς, το 1885. Γονείς του ο Δημήτριος και η Δομνίτσα Βίλιογλου. Οι γονείς του καθώς και ένας θείος του δολοφονήθηκαν από τους Βούλγαρους Κομιτατζήδες, όταν ο Γιάννης ήταν 17 ετών.

Οργανώνει μόνος του ομάδα από συγχωριανούς του και εκδικείται τις δολοφονίες αθώων από τους Βούλγαρους. Δεν αργεί η φήμη του να φτάσει στο Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Έρχεται κρυφά σ’ αυτό και εκεί ακούει σιωπηλός τον γραμματέα του Προξενείου Δημήτριο Ζώη, που δεν ήταν άλλος από την υπολοχαγό Δημήτριο Κάκκαβο, μετέπειτα αντιστράτηγο, να του αναθέτει μία αποστολή.

Το φθινόπωρο του 1904 η κοινωνία των Σερρών ήταν ανάστατη, γιατί ένας πλούσιος Σερραίος είχε νοικιάσει το σπίτι του στους Βούλγαρους, για να το κάνουν σχολείο. Πουθενά δεν είχαν ιδιόκτητα σχολικά κτίρια, σημειώνει ο Μόδης. Ο καπετάν Ράμναλης πήγε στις Σέρρες και ο προδότης βρέθηκε νεκρός. Ο καπετάνιος γυρίζει στον τόπο του και συνεχίζει τη δράση του. Την ημέρα δούλευε στα χωράφια του και το βράδυ μεταμορφωνόταν στον τρομερό καπετάν -Φάντασμα, όπως τον έλεγαν οι Βούλγαροι. Κανείς δεν φανταζόταν πως το αμούστακο παιδαρέλι είναι ο τρομερός εκδικητής. Ένα σιδερένιο χέρι έβγαινε ξαφνικά από το σκοτάδι, χτυπούσε και πάλι χανόταν. Φόβος και τρόμος είχε καταλάβει τους Βούλγαρους και τους προδότες της περιοχής Λαγκαδά. Αναστατώθηκαν οι Βούλγαροι, κινήθηκαν οι Ρώσοι αξιωματικοί, κινητοποιήθηκαν οι Τούρκοι. Μα δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος ούτε άλλο σημάδι από αντάρτικό σώμα. Κανένας δεν είδε τίποτα, κανένας δεν άκουσε τίποτα. Οι Βουλγαροκτόνοι εξαφανίζονταν σαν τιμωρά φαντάσματα.

Σιγά-σιγά το όνομά του έγινε στα χείλη των χωρικών προσευχή. Ήταν ο μεγάλος λαϊκός ήρωας. Οι διαταγές και οι συστάσεις του ήταν νόμος για όλη την περιφέρεια. Ακόμη κι ο τρομερός Τούρκος λήσταρχος Χαλίλ Τσαούς κάπου τρύπωσε και δεν έδινε σημεία ζωής. Στο μεταξύ ο Ράμναλης έπεσε με τα μούτρα για να μάθει γράμματα. Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι του πρόκριτου Ζάννα κι εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα. Η φιλομάθειά του ήταν πρωτοφανής. Ήθελε να γίνει αξιωματικός και να δοξαστεί. Αλλά και πάλι εξαφανιζόταν χωρίς προειδοποίηση. Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο δρούσε είναι το παρακάτω γεγονός.

Η γυναίκα του Ζάννα, διάβασε στις εφημερίδες πως ένα Βούλγαρος Κομιτατζής παπάς βρέθηκε στον πάτο ενός πηγαδιού. Ρωτά τον καπετάνιο: “-Εσύ τον σκότωσες Γιάννη; -Όχι κυρία Ζάννα, εγώ τέτοια πράγματα δεν κάνω. -Τότε; -Να μόλις με είδε που πήγα να του πάρω την ευλογία, τόσο πολύ τρόμαξε, που έπεσε μόνος του μέσα στο πηγάδι”. Με τη Νεοτουρκική Επανάσταση (10 Ιουλίου 1908) παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.

Οι Τούρκοι αξιωματικοί σκοτώνονταν, ποιος να πρωτοφωτογραφηθεί μαζί του. Ο άγριος Τούρκος ληστής Χαλίλ Τσαούς, ένας γιγαντόσωμος άνδρας, που είχε τρομοκρατηθεί κι είχε λουφάξει από τη δράση του νεαρού καπετάνιου, μούντζωσε τον εαυτό του μπροστά σε πολύ κόσμο και είπε: -«Ντροπή στο μπόι και στα μουστάκια σου, Χαλίλ, που τρόμαξες απ’ αυτό το νιάνιαρο».

Μόλις πέρασε ο νεοτουρκικός μήνας του μέλιτος, έστειλαν οι αρμόδιοι το Γιάννη στην Αθήνα για ασφάλεια. Είχαν αρχίσει να δολοφονούν οι Νεότουρκοι τους Μακεδονομάχους. Εκεί εξακολούθησε με μεγάλη επιμέλεια τις σπουδές του. Πήρε και πτυχίο σχολαρχείου. Όταν συναντούσε γνωστούς Μακεδονομάχους αξιωματικούς, τους αράδιαζε αρχαίες ελληνικές φράσεις και λατινικές.

Το 1910 περίπου πηγαίνει και στο σχολή αξιωματικών, αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει λόγω του ότι ήταν ολιγογράμματος και μετά από έναν χρόνο περίπου εγκαταλείπει τη σχολή και επανέρχεται στην περιοχή Λαγκαδά. Η παραμονή του πρώτου βαλκανικού πολέμου για την απελευθέρωση της Μακεδονίας βρίσκει τον καπετάν Ράμναλη να ξαναοργανώνει ομάδα από τα παλικάρια του.

Την παραμονή της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης με δέκα άντρες, έχοντας στήσει ενέδρα στο Δερβένι, κλείνει το δρόμο στην εμπροσθοφυλακή της Βουλγαρικής μεραρχίας η οποία είχε στρατοπεδεύσει στην Άσσυρο. Έτσι νομίζοντας ότι την περιοχή κατέχει ο ελληνικός στρατός οι Βούλγαροι καθυστέρησαν για ένα 24ωρο, με αποτέλεσμα να μπει πρώτος ο ελληνικός στρατός και να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη.

Εν συνεχεία αποκόβει τις τηλεπικοινωνίες του Ταξίμ Πασά της Θεσσαλονίκης, ώστε να μην μπορεί να επικοινωνήσει με την Υψηλή Πύλη, όπως λεγόταν τότε η κυβέρνηση της Τουρκίας, και να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στο διάδοχο Κωνσταντίνο. Αν επικοινωνούσε ο φρούραρχος Θες/νικης με την Κωνσταντινούπολη τα πράγματα είναι σίγουρο πως θα περιπλεκόταν. Οι Ρώσοι καιροφυλακτούσαν και θα πίεζαν να παραδοθεί η πόλη του Αγίου Δημητρίου στους Βούλγαρους.

Ο αγώνας του Καπετάν Γιάννη Ράμναλη δεν σταματά εδώ, διότι σύντομα αρχίζει ο δεύτερος βαλκανικός πόλεμος και την παραμονή του πολέμου λαμβάνει μέρος στον αγώνα για ξεκαθάρισμα της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης από τους Βούλγαρους που είχαν έρθει δόλια, τάχα για ξεκούραση. Γνωρίζοντας τη βουλγαρική γλώσσα έδρασε αστραπιαία, σαν λιοντάρι, ξεκαθαρίζοντας τις σκοπιές του βουλγαρικού στρατού.

Στις 17 Ιουνίου 1913 πρώτος μπαίνει με την ομάδα του στον Λαγκαδά και βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τον ελληνικό στρατό στη μάχη του Λαχανά και της Νιγρίτας. Μετά το πέρας του πολέμου αποσύρεται στα Λαγκαδίκια Λαγκαδά, παντρεύεται και αποκτά δύο παιδιά, το Δημήτρη και τη Δομνίτσα. Δολοφονείται το 1923 από ομάδα ληστών. Αυτή ήταν εν ολίγοις η δράση του λαμπρού παλικαριού.

Το χρέος μας σήμερα Σήμερα διερχόμαστε μια κρίσιμη καμπή του λεγόμενου μακεδονικού θέματος. «Αυτό που κερδήθηκε με αίμα, χάνεται με το μελάνι». Είναι, δυστυχώς, μία μεγάλη αλήθεια, που προκαλεί λύπη και αγανάκτηση στο λαό μας. Μία ένδοξη ιστορία, μία διαδρομή γεμάτη αγώνες, θυσίες και αίματα υποκλέπτεται από ένα γειτονικό κρατίδιο, χάρις στο «μελάνι» των ισχυρών και κυρίως του πανίσχυρου.

Με φανερή πλαστογράφηση της ιστορίας, καταπατώντας χιλιετή ιστορικά δεδομένα, κατορθώνουν οι Σκοπιανοί, μέσα σε 60 μόλις χρόνια, να οικειοποιηθούν το ένδοξο όνομα. Μια ελληνοβουλγαρική ουσιαστικά διένεξη, που λύθηκε «δια των όπλων», κατέληξε σε αγωνιώδη προσπάθεια του Ελληνισμού να περισώσει τα όσια και τα ιερά του. Μπορούμε ασφαλέστατα να μιλάμε σήμερα για έναν νέο Μακεδονικό Αγώνα, έναν αγώνα ύπουλο, αφανή, ανηλεή, που μετατοπίσθηκε πλέον στις ψυχές. Ο αγώνας είναι και πνευματικός και όσο δεν θα βρεθεί Έλληνας πολιτικός ή πολίτης, ο οποίος θα αποδεχθεί το ανοσιούργημα, ο αγώνας θα είναι νικηφόρος.

Ο Ίων Δραγούμης ο μεγάλος Μακεδονομάχος πολιτικός έλεγε το εξής: «Ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι σ’ αυτόν έλαχε να σώσει το έθνος του, έτσι θα προσπαθήσουν πολλοί και θα το σώσει όποιος μπορέσει. Και αλήθεια να ήταν πως ούτε έναν Έλληνα δεν βρίσκεις στη Μακεδονία, πρέπει να είναι ελληνική η Μακεδονία. Άλλα κράτη αρπάζουν πολιτείες και χώρες και ‘μεις, και κείνα που είναι δικά μας και εκείνα δεν τα κρατάμε».

Ο λόγος του είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρος σήμερα. «Οι νεκροί πεθαίνουν όταν λησμονιούνται» λέει ο ποιητής. Ο καπετάν Ράμναλης, ο ήρωας, ο Μακεδονομάχος ζη διότι δεν λησμονιέται.

* Κείμενο ομιλίας κατά την τελετή αποκαλυπτηρίων της προτομής του Καπετάν Ράμναλη στο Ίσωμα, 1998

** Δάσκαλος

Πηγή: Αντίβαρο

Το 1913 που αξίζει να θυμόμαστε

Greek troops of the Balkan wars

 

Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων

 
Δεν ήταν μόνον το 2012 επετειακή χρονιά. Και το 2013, που έχει ήδη ξεκινήσει, είναι μία χρονιά με πολλές επετείους. Κλείνουν 100 χρόνια από το ένδοξο 1913, από την ολοκλήρωση των Βαλκανικών Πολέμων και την υπογραφή των Συνθηκών Ειρήνης που κατοχύρωσαν στο χαρτί αυτά που κερδίσαμε με μάχες και με αίμα. Θυμίζω εν τάχει τα κυριώτερα γεγονότα του 1913, τα οποία επηρέασαν την μετέπειτα πορεία του Ελληνισμού.

Στις 5 Ιανουαρίου 1913 έγινε η νικηφόρος για τον Ελληνικό Στόλο ναυμαχία του Μούδρου στη Λήμνο. Ο τουρκικός στόλος κρύφτηκε ντροπιασμένος στα Στενά των Δαρδανελλίων.

Στις 21 Φεβρουαρίου πήραμε τα Γιάννενα. Η πρωτεύουσα της Ηπείρου δυσκόλεψε τον Στρατό μας, διότι οι Τούρκοι είχαν πολλές γραμμές αμύνης με τη βοήθεια των βαρέων πυροβόλων και του ορεινού όγκου. Στην τελική νίκη συνετέλεσαν: α) το άριστο δίκτυο πληροφοριών που είχε οργανώσει μέσα στα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα το ελληνικό κλιμάκιο υπό τον Νικόλαο Χαντέλη και β) η ευφυία του Ταγματάρχη Βελισσαρίου.

Στις 5 Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη δολοφονήθηκε ο βασιλεύς Γεώργιος, ένας συνετός Δανός πρίγκηπας που προσαρμόσθηκε στα καθήκοντα του Συνταγματικού βασιλέως και συμπαθήθηκε από τους Έλληνες. Μυστήριο παραμένουν τα κίνητρα του δολοφόνου Σχοινά, ο οποίος σκοτώθηκε πέφτοντας από ψηλό παράθυρο. Παράφρων ή πράκτωρ των Γερμανών και των Αυστριακών;

Στις 17 Μαίου υπογράφεται στο Λονδίνο η λήξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Η Οθωμανική Τουρκία χάνει όλα τα βαλκανικά της εδάφη πλην μιας λωρίδας γύρω από την Κωνσταντινούπολη, ενώ η Ελλάς, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο απολαμβάνουν εδαφικά κέρδη ως νικητές.

Στις 17 Ιουνίου η Βουλγαρία επιτίθεται κατά των πρώην συμμάχων της Ελλήνων και Σέρβων και αρχίζει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Στις 21 Ιουνίου το μέτωπο Κιλκίς-Λαχανά δίνει μία θριαμβευτική νίκη στα ελληνικά όπλα, αλλά ο φόρος αίματος είναι βαρύς.

Αρχές Ιουλίου ο στρατός μας περνά τα Στενά του Στρυμόνος και απειλεί τη Σόφια. Στις μάχες αυτές σκοτώνεται ο ήρωας των Ιωαννίνων Βελισσαρίου και ο εγγονός του Θ. Κολοκοτρώνη, αξιωματικός και Μακεδονομάχος Γεώργιος Κολοκοτρώνης.

Στις 17 Ιουλίου αρχίζει στο Βουκουρέστι η διάσκεψη ειρήνης, αφού πλέον και η Ρουμανία έχει εισέλθει στον πόλεμο κατά των Βουλγάρων. Η ηττημένη Βουλγαρία παραχωρεί εδάφη. Η Ελλάς πανηγυρίζει δύο νίκες αλλεπάλληλες. Η οδός Βουκουρεστίου στο κέντρο των Αθηνών μας θυμίζει την ευχάριστη εκείνη Συνθήκη.

Όμως οι διπλωματικές διελκυστίνδες δεν είχαν τελειώσει. Εντός του 1913 έχουμε τη γέννηση δύο σοβαρών ζητημάτων. Του Βορειοηπειρωτικού και των διωγμών κατά των Ελλήνων Μικρασιατών. Ο Στρατός μας ελευθέρωσε την ενιαία Ήπειρο από τον τουρκικό ζυγό, Βόρειο και Νότιο. Όμως η Ιταλία και η Αυστρουγγαρία για να ελέγχουν το στόμιο της Αδριατικής αποφάσισαν να δημιουργήσουν το αλβανικό κράτος ενώνοντας ετερόκλητα μουσουλμανικά φύλα με τους Έλληνες μιας πανάρχαιας ελληνικής γης. Το τεχνητό κράτος χρειαζόταν ελληνικό έδαφος για αν γίνει βιώσιμο. Οι Μεγάλοι έθεσαν στον Βενιζέλο το δίλημμα: «Αν δεν εγκαταλείψετε τη Βόρειο Ήπειρο θα ξαναδώσουμε στην Τουρκία τη Χίο και τη Λέσβο». Ο Πρωθυπουργός προτίμησε τα νησιά και ζήτησε τη ρητή διαβεβαίωση των Αλβανών ότι θα απολαμβάνει όλα τα δικαιώματά της η ελληνική εθνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Υπόσχεση που δεν τηρήθηκε ποτέ μέχρι σήμερα.

Στα τέλη του 1913 η ηττημένη Τουρκία άρχισε να μετακινεί Μουσουλμάνους από την ελληνική -πλέον- Μακεδονία και να τους εγκαθιστά στη Μικρά Ασία. Έτσι άρχισαν οι πρώτες διώξεις κατά του Μικρασιατικού Ελληνισμού, οι οποίες έλαβαν σκληρότερο χαρακτήρα το 1914. Οι αναθεωρητές ιστορικοί ας προσέξουν ότι το δράμα των Μικρασιατών άρχισε 6 χρόνια πριν αποβιβασθεί ο Ελληνικός Στρατός στη Σμύρνη.

Μην λησμονούμε το 1913!

Κ.Χ. 5.1.2013
Πηγή: history-of-Macedonia

Γυναίκες στον Μακεδονικό Αγώνα – Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών Μοναστηρίου (1902)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Ηρωίδες και συνεργάτιδες των Μακεδονομάχων


Καπετάνισσα Ελένη

Το Μοναστήρι, κτισμένο κοντά στην αρχαία Ηράκλεια, με έντονη την ελληνορωμαϊκή και βυζαντινή του παράδοση, αν και επί τουρκοκρατίας ήταν έδρα του Ρούμελη Βαλεσή, του γενικού δηλαδή Διοικητού της ευρωπαϊκής Τουρκίας, υπήρξε ο τόπος απ’ όπου εκπορεύτηκε η πρώτη οργάνωση «Μακεδονική Άμυνα», που με τα τμήματά της, το οικονομικό, το δικαστικό και το εκτελεστικό, μετέτρεψε τον αγώνα από αμυντικό σ’ επιθετικό.

Και πραγματικά στο Μοναστήρι έγιναν εκδικητές των βουλγαρικών εγκλημάτων όχι μόνο άντρες, μα και γυναίκες. Κατά πληροφορία του Μόδη, όταν αποφασίζονταν να γίνει φόνος σ’ ένα δρόμο, ειδοποιούνταν οι νοικοκυρές να αγρυπνούν, να έχουν την πόρτα ανοιχτή και να κλείνουν αμέσως μόλις έμπαινε ο εκτελεστής, που από σπίτι σε σπίτι έφευγε μακριά, αφού είχε επιτελέσει την αποστολή του.

Τα λαμπρά του εκπαιδευτήρια ήταν η παλλόμενη καρδιά του βορείου Ελληνισμού κι οι ογδόντα Ελληνίδες δασκάλες του γαλβάνιζαν την εθνική συνείδηση των μικρών παιδιών με τέτοια τραγούδια:


«Του βουλγαρισμού η ψώρα, Μακεδόνες δεν μολύνει…»

Μοναστηριώτισσα ήταν κι η ηρωική δασκάλα Πολυξένη, την θυσία της οποίας σαν έμαθε ο Παύλος Μελάς, είπε: «Έχουν δίκαιο αυτοί που ζητούν εκδίκηση…».Γυναίκες Μακεδονομάχοι

Ο Μόδης πληροφορεί επίσης ότι τον ’Ιούλιο του 1907 μια γριά με την εγγονή της επισκέφτηκαν βουλγαρικό γαλακτοπωλείο, έριξαν δηλητήριο στο ταλατόρι που έφαγε ο Κομιτατζής Τόντας Πεσκάς με άλλους πέντε ρουμανίζοντες και Βουλγάρους αξιωματικούς και τους σκότωσαν.

Όλες οι γυναίκες συνέδραμαν στον αγώνα, όπως μπορούσε η κάθε μιά.
Η Δομνίκη Νικολαΐδου με την αδελφή της μετέβαλαν το σπίτι τους σε οπλοστάσιο, ενώ η Σάντα Θεοδώρου Βαφέα με τις μεγαλύτερες κόρες της Βίτα, Μαρίτσα και ’Ασπασία έραβαν στολές Μακεδονομάχων και φρόντιζαν πληγωμένους.

Οικογένεια Σάντα και Θεοδώρου Βαφέα

Η Ζαχαρία Μακρή, έζησε το δράμα της δουλείας, τις συγκινήσεις και τους κινδύνους του Μακεδονικού Άγώνος προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Φλώρινα κι ευτύχησε να δει το σύζυγό της Νομάρχη και τον υιό της Υπουργό.

Η Παρασκευή Μόδη, σύζυγος του πρωτομάρτυρα Θεοδώρου Μόδη, στάθηκε δίπλα του γενναία και δεν υπέστειλε τη σημαία του χρέους, ούτε και μετά τη δολοφονία του.

Μία άλλη μοναστηριώτισσα, η χήρα μάνα του Άνδρέα Κύμη, είχε δραματικό κι ηρωικό τέλος. Τη μέρα που ο υιός της ξεψυχούσε στο Μορίχοβο πολεμώντας με τον Ιερό Λόχο, η ίδια έπεφτε νεκρή μέσα στο σπίτι της, αφού πρώτα είχε αναχαιτίσει για πολλές ώρες λυσσαλέα επίθεση των Βουλγάρων.

Ανάμεσα σ’ ιστορία και θρύλο αχνοδιαγράφεται κι η μορφή της μοναστηριώτισσας καπετάνισσας Ελένης, που ντυμένη τη στολή του Μακεδονομάχου, με το τουφέκι στο χέρι πολέμησε γενναία.

Αλλά και μέσα από οργανώσεις οι μοναστηριώτισσες έδωσαν τα χρόνια έκείνα δυναμικό παρόν.
Η «Φιλόπτωχος ’Αδελφότης Έλληνίδων Κυρίων Μοναστηριού», που άτυπα λειτουργούσε από τα μέσα του προηγουμένου αιώνος το 1902 απέκτησε εγκεκριμένο καταστατικό και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα κυριαρχούσε σε κάθε φιλανθρωπική και πολιτική δράση ανακουφίζοντας απόρους και ασθενείς, παραχωρώντας βοηθήματα και βιβλία σε μαθητές και καταπολεμώντας τις ξένες προπαγάνδες.

Τότε ίδρυσε και το εργαστήριο άπορων κοριτσιών «Η Έργάνη Άθηνά», όπου 80-100 κορίτσια διδάσκονταν κοπτική και ραπτική. Οι κυρίες μέλη εργάζονταν με πρωτοφανή ζήλο, ιδίως στον τομέα συμπαραστάσεως και αρωγής των φυλακισμένων, που προέρχονταν απ’ όλη σχεδόν τη Μακεδονία. Σαν φιλόστοργες μητέρες τους επισκέπτονταν, τους έφερναν γλυκά και πίτες, τους έπλεναν τα ρούχα κι έστελναν μηνύματα στους δικούς τους, ενώ η προσφορά τους κορυφώθηκε στις 3 ’Ιουνίου του 1906, οπότε στις φυλακές διαδραματίστηκαν αιματηρά γεγονότα.

Τη μέρα εκείνη Τούρκοι κρατούμενοι σχημάτισαν στους τοίχους της τουαλέτας του θαλάμου 6 με ακαθαρσίες μεγάλο σταυρό, πράγμα πού πλήγωσε τη φιλοτιμία των Ελλήνων συγκρατουμένων κι έτσι άρχισαν οι φονικές συμπλοκές, που είχαν σαν επίλογο από ελληνικής πλευράς επτά νεκρούς, εβδομήντα τραυματίες κι άλλα πέντε θύματα που υπέκυψαν στα τραύματά τους μετά από λίγες μέρες.

Κηδεία των Ιπποτών του Σταυρού 1906

Τότε χιλιάδες μοναστηριώτισσες χωρίστηκαν σ’ ομάδες για να παρασταθούν και να θρηνήσουν τα παλληκάρια, ενώ κατά την ταφή μαυροφορεμένες τους συνόδευσαν ως το κοιμητήρι, ίδιες ζωντανεμένες φιγούρες απ’ αρχαία τραγωδία.

Θεόδωρος_και_Παρασκευή_Μόδη

Ο Γ. Μόδης αφηγείται σχετικά:
«Το νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκαν οι νεκροί κι οι τραυματίες, γέμισε οχλοβοή. Είχε πλημμυρίσει από αγριεμένο και έξαλλο κόσμο που έκλαιε, έβριζε ή έκανε το σταυρό του. Πλούσιες κυρίες, φτωχές γυναικούλες, πόρνες, μαυροφορεμένες χαροκαμένες γριές, κορίτσια, που δεν έβγαιναν εύκολα από το σπίτι τους, ξέπλεναν, έντυναν, έκλαιαν και μοιρολογούσαν τους νεκρούς σαν να ήταν σπιτικοί τους.
Τα ρούχα βρέθηκαν γρήγορα και περίσσεψαν(…) (…)
Η κηδεία έγινε νωρίς.
Επειδή, η αστυνομία είχε απαγορέψει τα στεφάνια και τη μουσική, ένα παιδάκι βάδιζε μπροστά μ’ ένα σταυρό στο χέρι από κόκκινα τριαντάφυλλα σαν το αίμα των παλικαριών που πέθαναν για το σταυρό. Τα επτά φέρετρα τα κρατούσαν πολλοί νέοι, ψηλά στους ώμους, για να φαίνονται καλύτερα. Όλη η πόλη ακολουθούσε βουβή.
Για πρώτη φορά είχαν βγάλει τα φεσάκια και τα κρατούσαν στα χέρια…».

Στο ίδιο βιβλίο ο Μόδης πληροφορεί, ότι μια κοπέλα που την έλεγαν Δόμνα, είχε δώσει μυστικό αρραβώνα με ένα από τα θύματα, τον κρητικό Παύλο Μαρκάκη, γι’ αυτό και μετά τα γεγονότα έπεσε σε κατάθλιψη και σύντομα πέθανε από ψυχικό μαρασμό.

Για τη λευτεριά της Μακεδονίας όλες οι γυναίκες πρόσφεραν τότε τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.
Ακόμα κι όσες έφεραν το στίγμα της «παστρικιάς», της «κοινής» όπως θα λέγαμε σήμερα. Ίσως γιατί ήθελαν να εξαγνιστούν απέναντι στη συνείδησή τους, ίσως γιατί αποζητούσαν να βρούνε ένα ιδανικό στην ερημιά της αμαρτωλής και ταπεινωμένης ζωής τους, πολλές φορές έκαναν τόσο μεγαλειώδεις πράξεις, που δίκαια θα μπορούσαν να τις καταξιώσουν σε εθνικές ηρωίδες.

Κία

Μια τέτοια γυναίκα ήταν η περιβόητη Κία —ή Βασιλική— από το Μοναστήρι, που μαζί με την αδερφή της διατηρούσε «οίκο» στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Η Κία ήταν πολύ όμορφη: Αφράτη, καλλίγραμμη, ροδόλευκη, με ευγενικά χαρακτηριστικά προσώπου και λαμπερά μαλλιά, ίδια η ενσάρκωση της καλλονής κατά τα ιδεώδη της εποχής της. Μα διέθετε και πνεύμα σπινθηροβόλο που την έκανε περισσότερο ελκυστική. Και τη σαγήνη των φυσικών της προσόντων φρόντιζε να επαυξάνει με μεθυστικά αρώματα, μακιγιάζ, πανάκριβα κοσμήματα, φανταχτερές καπελίνες και ολομέταξα ευρωπαϊκά φορέματα.
Γιαυτό κι οι δουλειές της πήγαιναν περίφημα και την έκαναν εξαιρετικά εκλεκτική. Δεν μπορούσε ο τυχόντας να δρασκελίσει το κατώφλι του «οίκου» της. Έπρεπε να είναι ο «Κάποιος», με τίτλους και αξιώματα και με πορτοφόλι, που να αντέχει στις παράλογες απαιτήσεις των εκλεπτυσμένων της γούστων.

Σωστή «εταίρα» των καιρών της η Κία δημιούργησε γύρω της έναν κύκλο υψηλών αφοσιωμένων θαυμαστών, ενδύθηκε ακτινοβολία και διασημότητα κι απέκτησε μια μυθική συλλογή από κοσμήματα κι άλλα πανάκριβα δώρα.
Όμως με την κήρυξη του Μακεδονικού Άγώνος μέσα της έγινε σεισμός. Ο φανταχτερός κόσμος της πρόσχαρης πεταλουδίτσας του πληρωμένου έρωτα κομματιάστηκε κι απ’ τα συντρίμμια του εξαγνισμένη αναδύθηκε η αυστηρή δωρίδα πατριώτισσα, που απαρνούμενη τη χλιδή και τις εφήμερες απολαύσεις αφιερώθηκε σύψυχη στην υπηρεσία του υψηλοϋ ιδανικού, το οποίο ήρθε τότε να δώσει πρωτόγνωρο, βαθύ περιεχόμενο στη ζωή της. Σαν «ελευθερώτρια» πέρασε στα χρονικά του αγώνος, αφού ως κύρια αποστολή της ανέλαβε την απελευθέρωση των παλληκαριών απ’ τις φυλακές Μοναστηριού. Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, εκμεταλλευόμενη φιλίες και συμπάθειες και χρησιμοποιώντας την ακαταμάχητη γοητεία της κατόρθωνε να επηρεάζει τις αποφάσεις των δικαστών ή και να εξαφανίζει δικογραφίες, ενώ προσφέροντας με απλοχεριά «μπαχτσίσι» στους δεσμοφύλακες μπαινόβγαινε στις φυλακές, έφερνε ρούχα καθαρά, πίτες και γλυκά στους φυλακισμένους, τους εμψύχωνε κι οργάνωνε επιτυχημένες αποδράσεις.
Σ’ αυτήν οφείλεται η απόδραση κι η σωτηρία των έξι συντρόφων του Παύλου Μελά, του Βολάνη, του Καλομενόπουλου και των άλλων, που πιάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο αμέσως μετά την μοιραία μάχη στη Στάτιστα στίς 13 ’Οκτωβρίου του 1904.

Για τη σωτήρια του καπετάν-Κώττα η Κία κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες. Μήνες και μήνες έτρεχε από γραφείο σε γραφείο, μα οι γνωστοί της στο Μοναστήρι δίσταζαν να την βοηθήσουν. Τέλος πήγε στη Θεσσαλονίκη να παρακαλέσει κάποιον παλιό της φίλο, αξιωματούχο με μεγάλη θέση στη διοίκηση, κι αφού απέσπασε την υπόσχεση του, γύριζε αισιόδοξη πώς μετά από αγώνα δεκάξι μηνών τούτη τη φορά χτύπησε τη σωστή πόρτα. Ήταν 28 Σεπτεμβρίου του 1905. Ήταν όμως τόσο αργά… Βρήκε τον ήρωα νεκρό στη Μητρόπολη, όπου άλλες Έλληνίδες τον είχαν ξενυχτήσει με σπαραγμό μετά τον απαγχονισμό του την προηγούμενη μέρα.

Η Κία παρά την απέραντη θλίψη συνέχισε τον αγώνα ακατάβλητη. Άπό το πρωί ώς το βράδυ, χειμώνα καλοκαίρι, με βροχή ή ήλιο έτρεχε φορτωμένη πίτες, ψωμί, γλυκά, ρούχα και μηνύματα για τα «παιδιά» της, όπως έλεγε τους φυλακισμένους, ή κάτω από τις βαριές της στόφες μετέφερε πιστόλια, σφαίρες και γραμμένες οδηγίες για τα άλλα «παιδιά» της, του εκτελεστικού.

Έτρεχε και στα χωριά. Όπου υπήρχε επείγουσα ανάγκη και κίνδυνος, πρώτη αυτή. Χρόνια ολόκληρα. Το ταμείο της μέρα με τη μέρα άδειαζε. Ένα-ένα πούλησε και τα ακριβά της κοσμήματα. Η σκέπη της ξεθώριασε και κολλούσε στο κεφάλι απ’ τις βροχές ή τον ιδρώτα. Τα ρούχα της ξέφτισαν. Άρχισε και να βήχει… να βήχει… Η ομορφιά της μαράθηκε. Οι δυνάμεις την εγκατέλειπαν κι η φυματίωση ύπουλα κατέσκαβε τα σωθικά της. Έγινε η σκιά του εαυτού της, μα παρέμενε ολόρθη στις επάλξεις του χρέους, μέχρι το 1908, οπότε οι Νεότουρκοι έθεσαν τέρμα στον αγώνα.
Τότε ξανάνοιξε τον «οίκο» της, όχι βέβαια για να εξασκήσει την παλιά τέχνη, μα για να αισθάνεται λιγότερη μοναξιά και να γλυκαίνει τον πόνο της αρρώστειας της η παρήγορη παρουσία αγαπημένων φίλων. Πέθανε όμως σύντομα, νέα και πικραμένη.

Εξαιρετική πατριωτική διαγωγή έδειξαν κι άλλες κοινές γυναίκες τα χρόνια εκείνα. Ο Γ. Μόδης στις «Μακεδονικές ‘Ιστορίες», μνημονεύει συχνά την ιερόδουλο Δόμνα, που έγινε σπουδαίο μέλος της «Εσωτερικής Όργανώσεως» και σαν την Κία εκμεταλλευόμενη γνωριμίες και διαθέτοντας σπάταλα τον προσωπικό της πλούτο μπαινόβγαινε ελεύθερα στις φυλακές και με κάθε τρόπο συνέδραμε τον αγώνα στο Μοναστήρι.

Όμως και από την γύρω περιοχή οι γυναίκες έδειξαν έμπρακτα τον πατριωτισμό τους.
Η Νάτσαινα από τη Γραδένιτσα του Κάμπου τον Δεκέμβριο του 1906 φιλοξενούσε τρεις τραυματίες του σώματος Γερογιάννη: Τον Φίλιππο από το Μπούκοβο, τον Νίδα από το Μοναστήρι και τον ’Αγησίλαο ή Σίλα από τη Λαμία.
Ο Τόντας Πεσκάς τους πρόδωσε κι όταν οι Τούρκοι κατέφθασαν, πρόλαβε, τους έκρυψε κι ύστερα με τους άλλους χωρικούς κίνησε για το ξωκλήσι, όπου τους μάντρωσαν οι αβτζή ταμπούρ για να ψάξουν ανενόχλητοι τα σπίτια.
Η κρυψώνα της όμως είχε πάρει νερό κι έμοιαζε με υγρό τάφο, ενώ τα χτυπήματα των Τούρκων από πάνω πολλαπλασίαζαν την αγωνία και το μαρτύριο των κρυμμένων Μακεδονομάχων. Δυό μερόνυχτα έμειναν εκεί κι όταν τους έβγαλαν, ήταν κι οι τρεις σ’ αφασία. Η Νάτσαινα με μητρική στοργή και περιποιήσεις κατόρθωσε να τους συνεφέρει. Μα ο Σίλας ήταν ολότελα τρελλός πιά… Φώναζε, καταριόταν τους Τούρκους κι έγινε δημόσιος κίνδυνος.
Τότε οι χωρικοί έβγαλαν την απόφαση, πως έπρεπε να τον σκοτώσουν για να τον λυτρώσουν, μια και δεν μπορούσαν πια να του προσφέρουν κάτι καλύτερο. Πετάχτηκε τότε ανάμεσά τους η Νάτσαινα και κλαίοντας, απειλώντας ή παρακαλώντας, τους θύμισε ότι το παλληκάρι ήρθε να πολεμήσει για τη δική τους λευτεριά και ότι είχαν χρέος να το στείλουν στη μανούλα του, που θα το καρτερούσε. Η ίδια φρόντισε να φτάσει σώος στο Μοναστήρι της Παναγίας στον Τίρναβο, που ήταν για τους τρελλούς, απ’ όπου το Κομιτάτο τον έστειλε σπίτι του.

Μιά άλλη γυναίκα, η χήρα Βάσω από το Μπόκοβο το 1906 παρουσιάστηκε στον καπετάν Γιάννη Πούλακα και εξ ονόματος όλων των γυναικών του ζήτησε να μιλήσει στους άντρες του, να μην τις απαγορεύουν να κεντούν τις φορεσιές τους με το πρόσχημα ότι τάχα χασομερούν. Επειδή δε, εκείνος δεν ήθελε να επέμβει του είπε σε έντονο ύφος: «Ξεχνάς καπετάν Γιάννη, πως για σένα τρεις μέρες και τρεις νύχτες βασανίστηκα από τους Τούρκους να φανερώσω που κρυβόσουν και που υπήρχε οπλισμός, μα εγώ απαντούσα: «Σκοτώστε με αν θέλετε. Έγώ δεν ξέρω τίποτα απ’ αυτά που με ρωτάτε».

Μια άλλη γυναίκα από το Λεσκοβίκι τροφοδοτούσε το σώμα του καπετάν Μακρή, ενώ οι Σαρακατσάνισσες της φάρας Σουλτογιάννη τροφοδοτούσαν τον Βολάνη με τους άντρες του.

Στή Γρούνιτσα Μοριχόβου τον Νοέμβριο του 1907 η χωρική Νικολίτσα φιλοξενούσε μέρες τον πληγωμένο αντάρτη Θεμιστοκλή. Τότε όμως συνέπεσε να κάνουν έφοδο στο χωριό κι οι Τούρκοι «αβτζή ταμπούρ» ψάχνοντας για κρυμμένους αντάρτες. Κρυψώνα το σπίτι δεν διέθετε.

Τι να κάνει η Νικολίτσα; Ντύνει τον Θεμιστοκλή σαν ετοιμόγεννη που κοιλοπονά και με τη βοήθεια των πεθερικών της σφάζουν και κρεμούν σε δέντρο της αυλής τον οικόσιτο χοίρο. Μόλις οι Τούρκοι δρασκέλισαν το κατώφλι της εξώπορτας με αποτροπιασμό οπισθοχώρισαν κραυγάζοντας μεταξύ τους.
— Ντέρι πέρ ντέρ (γουρούνας γουρούνια) κι έτσι η πανέξυπνη Νικολίτσα έσωσε την κατάσταση.

Βουλγάρικα εγκλήματα - Μπρένικ

Μάρτυρες Περιοχής Μοναστηριού
Με τον ερχομό του καπετάν Ρέμπελου στο Μορίχοβο, άνοιξε φριχτός λογαριασμός αίματος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, οι οποίοι εκτόνωναν την οργή τους για τις πολεμικές τους ήττες κατασφάζοντας τους αμάχους.

Στίς 8-9-1904 στην Πεταλίνα βασανίστηκε και θανατώθηκε η σαρακατσάνα Παναγιώτα Ί. Γκόγκου.
Στίς 9-10-1904 οι Βούλγαροι στο Μπρόντ κατέσφαξαν σε ώρα λειτουργίας τον παπά, την παπαδιά και δυό προκρίτους του χωρίου, ενώ στο Ίβεν στις αρχές Μαϊου έθαψαν ζωντανές τη μάννα και την αδελφή του Χρήστου και Θανάση Σγουράκη, γιατί δε στάθηκαν οι ίδιοι να τους συλλάβουν και να τους θανατώσουν.

Παρόμοιο φριχτό έγκλημα διαπράχτηκε στο ίδιο χωριό και ένα χρόνο αργότερα. Στις 14 Μαΐου του 1905, επειδή ο Πέτρος Σουγκαράκης κατόρθωσε να αποφύγει την δολοφονική ενέδρα τους, έκαναν έφοδο στο σπίτι του, βασάνισαν κατά τον πιό απάνθρωπο τρόπο την μητέρα κι αδερφή του κι αφοϋ τις εξώρυξαν τους οφθαλμούς, τυφλές και αιμόφυρτες τις έθαψαν ζωντανές στους αγρούς.

Στις 22-7-1905 η συμμορία του Μήτρου Βλάχου στην Όστιμα δολοφόνησε τη Χρήσταινα Δέλιου και τη Βασιλική Ράμου, ενώ την ίδια μέρα στο Κουμανίτσοβο την ογδοντάχρονη Φιλιώ Γρηγορίου και τη Σουλτάνα Νικολάου…

Στίς 8-8-1905 στο Μπράτιπολ δολοφονήθηκε η ’Αγγελική Στέκου με τον άντρα της, στις 11-8-1905 στο Αιάκοβο η Καλλίνα Μπόικου και η Βόσνα Νάιδου, στις 28-11-1905 στο Σκότσιβιρ η ’Ιωάννα Γεωργίου και στις 19-5-1906 στο Τγκρι κατακρεουργήθηκε η χήρα Στόινα.

Πηγή δική μου: Βλαχόφωνοι
Αρχική πηγή: Yaunatakabara

Γεώργιος Μόδης, ο διηγηματογράφος του Μακεδονικού Αγώνος

Σχόλιο MacedonianAncestry: Η περιοχή “Μοναστήρι” που αναφέρεται πιο κάτω, είναι η σημερινή “Μπίτολα” (Bitola) των Σκοπίων που σαφέστατα ήταν Ελληνική περιοχή και όχι “Μακεδονική”

Ο Γεώργιος Μόδης (14 Μαΐου 1887 – 18 Ιουνίου 1975) ήταν πολιτικός και ένας από τους κυριότερους συγγραφείς του Μακεδονικού αγώνα, στον οποίο έλαβε μέρος μόλις αποφοίτησε το 1906 από το Γυμνάσιο του Μοναστηριού Πελαγονίας, ως μέλος του ανταρτικού σώματος του Γ.Βολάνη.

Ο Γεώργιος Μόδης γεννήθηκε το 1887 στο Μοναστήρι Πελαγονίας. Τελείωσε το γυμνάσιο Μοναστηρίου και στη συνέχεια κατατάχθηκε στο αντάρτικο σώμα του Κρητικού Γ. Βολάνη που δρούσε στο Μορίχοβο. Συμμετείχε σε πολλές συμπλοκές με Βούλγαρους κομητατζήδες και Οθωμανικά στρατεύματα και τραυματίστηκε σε μάχη με Οθωμανικό στρατό στη Μπέσιστα του Μοριχόβου. Μετά τον τραυματισμό του εγκατέλειψε την ένοπλο δράση και η Εσωτερική Οργάνωση Μοναστηρίου τον διόρισε γραμματέα στη Μητρόπολη Μογλενών και Φλωρίνης, στη Φλώρινα, το 1909, όπου υπηρέτησε για μικρό διάστημα. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Μοναστήρι και δημοσιογράφησε στην εφημερίδα Φως που εξέδιδε η Πολιτική Λέσχη Μοναστηρίου.

Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εμπορικές επιστήμες στην Ακαδημία Όθωνος Ρουσόπουλου. Εκλέχτηκε επί σειρά ετών, βουλευτής Φλώρινας και διατέλεσε Νομάρχης Φλώρινας. Την περίοδο 1932 – 1933 ανέλαβε Γενικός Διοικητής Ηπείρου. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε στο στρατόπεδο “Παύλου Μελά” στη Θεσσαλονίκη. Μετά την απόλυσή του από τις φυλακές, φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή. Τον Οκτώβριο του 1944 επέστρεψε στην Ελλάδα και διορίστηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Το 1950 ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών και το 1951 υπουργός Παιδείας. Ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο με κυριότερα έργα τα: “Μακεδονικές Ιστορίες” και “Αγώνες στη Μακεδονία” του οποίου τη συγγραφή δεν πρόλαβε να τελειώσει, καθώς πέθανε στις 18 Ιουνίου του 1975. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, και οργάνωσε πολλές επιτροπές Μακεδονομάχων με σκοπό την ανέγερση ανδριάντων των Μακεδονομάχων. Διατέλεσε πρόεδρος της επιτροπής για την ανέγερση αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Φιλίππου και του Αριστοτέλη. Κατά τη διάρκεια της επταετίας εξαναγκάστηκε από το καθεστώς, να παραιτηθεί από την προεδρία της επιτροπής.[1]

Πηγή: Wikipedia

Η συμβολή των Λιβαδίων του Πάικου στον Μακεδονικό Αγώνα

Ταυτότητες Λιβαδιωτών Μακεδονομάχων

Μετά το 1900, η ευρύτερη περιοχή της Γευγελής και τα Λιβάδια ειδικότερα λόγω της θέσης τους, στάθηκαν αιτία για τη σκληρότερη ίσως αντιπαράθεση της τελευταίας και ένοπλης πλέον φάσης του Μακεδονικού Αγώνα [1].

Τα βουλγαρικά κομιτάτα συνεργαζόμενα πάντοτε με την επίσημη ρουμανική προπαγάνδα ασκούσαν συνεχή τρομοκρατία σε βάρος του ελληνόφρονου στοιχείου της περιοχής. Έτσι, δυο φορές την άνοιξη του 1904, οι κομιτατζήδες επιχείρησαν να αναζητήσουν τον Μιχάλη Ν. Χατζηβρέττα ισχυρό οικονομικό και πολιτικό παράγοντα των Λιβαδίων και αντ’ αυτού, όταν δεν τον βρήκαν, έκαψαν το σπίτι του και τα μαγαζιά που διέθετε στο χωριό (65).

Ο περίφημος κομιτατζής σε όλη την περιοχή του Πάικου Αποστόλ Πέτκωφ, την ίδια περίοδο δολοφονεί τον Νικόλαο Μπέλλη από τα Μικρά Λιβάδια, γιο του αρχιτσέλιγκα Δημητρίου Μπέλλη ισχυρού παράγοντα της Ελληνικής Κοινότητας της Γευγελής καθώς και δημοτικού συμβούλου της πόλης. Επίσης του κατέσφαξε και το κοπάδι του από 1000 πρόβατα. Ο αγώνας κατά των Λιβαδιωτών μαίνεται σε όλη την ευρύτερη περιοχή του Πάικου.

Η κηδεία του Νικολάου Μπέλλη

Η κηδεία του Νικολάου Μπέλλη προύχοντα από τα Μικρά Λιβάδια στη Γευγελή, μετά τη δολοφονία του από τους κομιτατζήδες (φωτο αριστερά).

Οι γονείς του Νικόλα Σαραμάντου (στενού συνεργάτη του έτερου αγωνιστή Αστερίου Τίκα), Κωνσταντίνος και Μαρία, καθώς και ο αδερφός του Ιωάννης, δολοφονούνται από τους κομιτατζήδες στη Λάκκα (Μπάμπιανη) Γιαννιτσών.

Την ίδια περίοδο δολοφονείται η γυναίκα του Τίκα, Σιούντα, θεία του ελληνοδασκάλου Μιχάλη Παπανικολάου. Σημαντικοί Λιβαδιώτες αγωνιστές όπως ο Νικόλαος Νέσιας, Αναστάσιος Μπέλλης, Στέργιος και Νικόλαος Μπαρτζάς, Νικόλαος Νταβέλης, Αστέριος Παππάς και πολλοί άλλοι, αγωνίζονται στο πλευρό των ελληνικών αντάρτικων δυνάμεων στην περιοχή, του Καπετάν Κόδρου (Μιχαήλ Μωραϊτη) ο οποίος σαν βάση εξόρμησης έχει τα Μεγάλα Λιβάδια.

Οι ανωτέρω Λιβαδιώτες το 1906 σε μια σημαντική μάχη κοντά στη Βάλια Σιάκα, μεταξύ Λιβαδίων και Αρχαγγέλου, συλλαμβάνονται από τις τουρκικές αρχές και φυλακίζονται στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης από όπου απελευθερώθηκαν το 1908 μετά την γενική αμνηστία που παραχώρησε η επανάσταση των Νεοτούρκων. Φυλακισμένος κρατήθηκε σε ισόβια δεσμά ο Στέργιος Ναούμ Σταμπουλής ο οποίος το 1911 δραπέτευσε και κατέφυγε στην Αθήνα.

[1] Εκτεταμένη αναφορά για την συμβολή των Λιβαδιωτών στον Μακεδονικό αγώνα και τον αγώνα κατά της ρουμανο-βουλγαρικής προπαγάνδας στην περιοχή του Πάικου, κάνει ο δημοδιδάσκαλος από την Γευγελή Ιωάννης Ξάνθος. Ο ίδιος αναφέρει πληθώρα Λιβαδιωτών οι οποίοι είχαν ενεργό συμμετοχή στον εθνικό αγώνα (63). Επίσης σημαντική αναφορά για τα γεγονότα και τις δύσκολες καταστάσεις που βίωναν την περίοδο εκείνη οι Λιβαδιώτες, κάνει στο βιβλίο του και ο Michel Paillares Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος που περιηγήθηκε την περιοχή την περίοδο εκείνη (64).

Ο Μακεδονομάχος Καπετάν Κόδρος

Λοχαγός Μιχαήλ Μωραϊτης ή καπετάν Κόδρος. Φονευθείς εις Λειβάδια Γουμένισσας 18/5/1905. Πηγή φώτο: εδώ

Ο λοχαγός Μιχαήλ Μωραϊτης ή καπετάν Κόδρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1856. Ήταν γόνος αρβανίτικης καταγωγής από τα Μεσόγεια. Σαν ανθυπολοχαγός πολέμησε στον πόλεμο του 1897. Στην συνέχεια όταν πλέον έγινε λοχαγός, τοποθετήθηκε το 1904 και έως τις αρχές του 1905 από το Υπουργείο Εξωτερικών με το ψευδώνυμο Μιχαήλ Ρουμελιώτης, σαν «γραμματέας» του ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης.

Το ίδιο έτος έρχεται σαν πρόξενος στην πόλη ο Λάμπρος Κορομηλάς [1]. Στις 27 Απριλίου 1905, αφού εν τω μεταξύ είχε προηγηθεί προετοιμασία σε στρατόπεδο της Βουλιαγμένης, το αντάρτικο σώμα του Μωραϊτη αποβιβάζεται κοντά στο Μακρύγιαλο της Πιερίας. Μετά από πορεία 120 χιλιομέτρων μέσω του Ρουμλουκιού (κάμπος της Βέροιας), της Έδεσσας και της Καρατζόβας (Αριδαίας) φθάνει και εγκαθίσταται στα Μεγάλα Λιβάδια.

Το σώμα του καπετάν Κόδρου αποτελείται από σαράντα άνδρες, μεταξύ των οποίων και ντόπιοι αγωνιστές, όπως οι Λιβαδιώτες Μίσας Νικόλαος και Ναούμ Στέργιος, καθώς και τα αδέρφια από την Καστανερή, Γκόνος και Δημήτρης Δογιάμας. Με τη συνεργασία του επίσης Λιβαδιώτη Στέργιου Τίκα, το σώμα του Κόδρου έχει σαν τομέα δράσης την περιοχή της Γευγελής, της Όσσιανης (Αρχάγγελος) και της Γουμένισσας.

Στις 18 Μαϊου 1905 κάτω από το Γαντάτσι, την κορυφή του Πάικου στα βορειοανατολικά των Μεγάλων Λιβαδίων, πέφτει ηρωικά ο καπετάν Κόδρος μετά από μάχη που έδωσε με τις τουρκικές δυνάμεις. Και ενώ καταδίωκε την ομάδα του κομιτατζή Αντών Γιοβάν, ξαδέλφου του επίσης κομιτατζή της περιοχής Αποστόλ Πέτκωφ.

Μαζί του πέφτει με άλλα παλικάρια και ο υπαρχηγός της ομάδας του, ο ανθυπολοχαγός Σπύρος Φραγκόπουλος (καπετάν Ζόγρας) (67). Στις 23 Μαϊου του 1905 ο Λάμπρος Κορομηλάς τηλεγραφεί από το προξενείο της Θεσσαλονίκης προς τον υπουργό των εξωτερικών Αλέξανδρο Σκουζέ και του αναφέρει επακριβώς «περί της εν Λιβαδίοις επελθούσης ημίν συμφοράς» (68).

Σπυρίδων Φραγκόπουλος

Ο θάνατος του καπετάν Κόδρου και του πρωτοπαλίκαρου του καπετάν Ζόγρα, ενέπνευσε ποιητές και συνθέτες της εποχής, όπως τον θεσσαλονικιό Αιμίλιο Ριάδη, και τον αθηναίο Γ.Θ.Κελεπούρη οι οποίοι αφιέρωσαν στη μνήμη τους ποιητικές συλλογές. Ο τελευταίος μνημονεύοντας μάλιστα τα Λιβάδια, το τιτλοφορεί ως «Εις τους εν Λειβαδίοις της Μακεδονίας πεσόντας Μιχ. Μωραϊτην και Σπυρ. Φραγκόπουλο» (69).

[1] «..πρώτοι επελέγησαν και έφυγαν με ψευδώνυμο για την Μακεδονία οι αξιωματικοί Εξαδάκτυλος (Αντωνίου), Κ. Μαζαράκης (Στεργιάκης), Σπυρομήλιος (Μπούας), Μωραϊτης (Κόδρος), Κάκκαβος (Ζώης) και ως το τέλος του έτους έφτασαν στη Θεσσαλονίκη οι Αλέξ. Μαζαράκης (Ιωαννίδης) και Αβράσογλου (Αμβρακιώτης). Οι αξιωματικοί αυτοί τοποθετήθηκαν στο Γενικό Προξενείο σαν γραμματείς αλλά στην πραγματικότητα άρχισαν τη μελέτη του τόπου κατά διαμερίσματα, την αναζήτηση κατάλληλων πρακτόρων, την επιλογή αρχηγών για την οργάνωση του ενόπλου αγώνα και την εξεύρεση μεθόδων ανεφοδιασμού και σημείων αποθηκεύσεως όπλων και πυρομαχικών» (66).

Οι Μακεδονομάχοι αδερφοί Δογιάμα από την κοντινή Καστανερή

(63) Ιωάννου Ξάνθου, «Ιστορία της Γευγελής και εθνική δράσις των κατοίκων αυτής και των πέριξ χωριών». Θεσσαλονίκη 1954.
(64) Michel Paillares: «Η Μακεδονική Θύελλα. Τα πύρινα χρόνια, 1903-1907». Τροχαλία, Αθήνα 1994.
(65) «Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηράς καταστάσεως, εν Κωνσταντινουπόλει, εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου 1906». Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1993.
(66) «Ο Μακεδονικός Αγώνας», Ι.Κ.Μαζαράκης-Αινιάν, Αθήνα 1981.
(67) Παναγιώτη Η. Νικολακόπουλου: «Μιχαήλ Γ. Μωραϊτης-Μακεδονομάχος-Καπετάν Κόδρος (1856-1905)», Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2006.
(68) Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών 1905, ΑΑΚ/Β, Προξενείο Θεσσαλονίκης.
(69) Νικολακόπουλος (2006).

(Φ. Κιλιπίρης, ”Χοάρα Μουσιάτα – Τα Λιβάδια του Πάικου, ο τόπος – η ιστορία – οι άνθρωποι”, Κιλκίς 2009)

Πηγή: Βλαχόφωνοι

“100 Χρόνια Ελεύθερη Έδεσσα” – Ένωση Απανταχού Μανιατών

Η Ένωση Απανταχού Μανιατών χορεύει παραδοσιακούς χορούς της Μάνης στα πλαίσια των εορταστικών εκδηλώσεων “100 Χρόνια Ελεύθερη Έδεσσα”.

Ο Δήμος Έδεσσας τιμά την προσφορά των Μανιατών στην απελευθέρωση της Μακεδονίας με εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Έδεσσα την Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012.

Πηγή: H Φωνή των γηγενών Μακεδόνων – entopios.gr
Το βίντεο ανήκει στον χρήστη “Περήφανη Μάνη

ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ, ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ, ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΥ!

Το σπίτι του αξιωματικού της ελληνικής χωροφυλακής, που διακρίθηκε στον Μακεδονικό Αγώνα και στους Βαλκανικούς Πολέμους, Σπύρου Σπυρομήλιου (1864-1930), ο οποίος κατάγονταν από τη Χειμάρρα, καταρρέει, εγκαταλελειμμένο.

Είναι πραγματικά, ντροπή για την Ελλάδα, να αφήνει ένα μνημείο να καταστρέφεται. Θα μπορούσε, σε συνεργασία με τις αλβανικές αρχές, να αναστηλώσει την ιστορική οικία. Δεν αξίζει τέτοια περιφρόνηση ένας φλογερός Έλληνας αγωνιστής. Με το πέρας των Βαλκανικών Πολέμων, η Ελλάδα υποχρεώθηκε, βάσει συνθηκών, να αποσύρει τον στρατό της από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Όμως ο Σπ. Σπυρομήλιος, στις 9 Φεβρουαρίου 1914, δεν εκτέλεσε την διαταγή της αποχώρησης, αντ’ αυτού ανακήρυξε την αυτονομία της περιοχής και οργάνωσε τοπικές ένοπλες ομάδες, τους λεγόμενους «Ιερούς Λόχους». Προσχώρησε στην προσωρινή Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου που ορίστηκε στο Αργυρόκαστρο την 17 Φεβρουαρίου 1914. Μέχρι την επανείσοδο του ελληνικού στρατού στην Β. Ήπειρο, η περιοχή δέχθηκε αρκετές συνδυασμένες επιθέσεις από την νεοσυσταθείσα αλβανική χωροφυλακή καθώς και Αλβανούς ατάκτους, που αποκρούστηκαν με επιτυχία, ιδιαίτερα λόγω των στρατιωτικών ικανοτήτων του Σπ. Σπυρομήλιου. Την περίοδο του εθνικού διχασμού η περιοχή της Χειμάρρας, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Βορείου Ηπείρου (πλην Κορυτσάς που προσχώρησε στους Βενιζελικούς) κατελήφθη από τον ιταλικό στρατό. Ο ίδιος εξελέγη στις εκλογές του Μαϊου του 1915 βουλευτής στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Τον αυτονομιστικό αγώνα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Χειμάρρα, συνέχισε ο αδελφός του Νίκος Σπυρομήλιος. Το 1926 αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Συνταγματάρχη και τέθηκε τιμητικά σε διαθεσιμότητα.

Πηγή: Αιώνια Ελληνική Πίστη