Archive

Posts Tagged ‘Μπίτολα’

Οι Βούλγαροι Αναπολούν το Ίλιντεν και την Μεγάλη Βουλγαρία

Γράφει ο Χρήστος Βαλκάνιος
Σύμφωνα με Βουλγαρικές πηγές, για πρώτη φορά ιστορικοί από τη Βουλγαρία και την πΓΔΜ βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι ανοιχτής ακαδημαϊκής συζήτησης, κατά τη διάρκεια επιστημονικού συνεδρίου με αντικείμενο τα σημαντικά γεγονότα στη βαλκανική χερσόνησο.

ΙΛΙΝΤΕΝ
Το εν λόγω συνέδριο διοργανώθηκε στη Μπίτολα (Μοναστήρι) με τη συμμετοχή των Ακαδημιών Επιστημών των δύο χωρών, κατόπιν πρωτοβουλίας του προέδρου της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, Στέφαν Βοντενιτσάροφ.Ο πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών της πΓΔΜ, Βλάντο Καμπόφσκι, δήλωσε ότι έχει έρθει η ώρα η ιστοριογραφία να απελευθερωθεί από τις ιδεολογικές και πολιτικές προκαταλήψεις ούτως ώστε οι ακαδημαϊκοί να μπορούν να συζητούν ανοικτά κάθε ζήτημα χωρίς να χρειάζεται να καταλήγουν σε αμοιβαία αποδεκτές θέσεις με κάθε τίμημα.

Ο Βοντενιτσάροφ, δήλωσε ότι μαζί οι λαοί της Βουλγαρίας και της πΓΔΜ τιμούν όλους τους σημαντικούς ήρωες που πριν από 112 χρόνια θυσίασαν τις ζωές τους στον αγώνα κατά της τυραννίας που καταδυνάστευε τις δύο χώρες. «Με την σημερινή συνάντηση στη Μπίτολα θέλουμε να δείξουμε στις μελλοντικές γενιές ότι αυτά τα εδάφη κατοικούνταν από δυνατούς και γενναίους ανθρώπους που ήθελαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια».

Δώδεκα επιστημονικές εργασίες παρουσιάστηκαν στο επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «Οι απελευθερωτικοί πόλεμοι της «Μακεδονίας» από την Ανατολική Κρίση ως τους Βαλκανικούς Πολέμους».

Οι δύο Ακαδημίες Επιστημών έχουν μέχρι σήμερα εκπονήσει από κοινού 33 ερευνητικά έργα και δεσμεύτηκαν για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας τους στο μέλλον.

Θα μιλάγαμε στο pentapostagma.gr για αναθέρμανση ιστορικών προσεγγίσεων με όλα τα χρονολογικά αλλά και χωροταξικά χαρακτηριστικά να συνηγορούν σε αυτό. Όμως αυτοί οι Βούλγαροι που το παίζουνε και οι φανατικότεροι οπαδοί της ΕΕ, που τόσο πολύ στάθηκαν και στέκονται απέναντι στην Ελλάδα κατηγορώντας την για αντιευρωπαϊκό πνεύμα που μάλιστα θα πρέπει να τιμωρηθεί γι αυτό, πως είναι δυνατόν να αναπολούν την συνθήκη του Αγ. Στεφάνου και μάλιστα όταν χορηγοί τους τότε ήταν αυτοί που εναντίον των οποίων σήμερα υλοποιούν με φανατισμό κάθε μέτρο της ΕΕ. Πως είναι επίσης δυνατόν να αναπολούν το Ίλιντεν και τις σφαγές που προκάλεσαν. Πράγματι θεωρούμε τους Βούλγαρους εταίρους μειωμένης εμπιστοσύνης που σπεύδουν κάθε μέρα να μας το επιβεβαιώσουν. Τέλος θέλω να σταθώ στο φίλο αναγνώστη που σε κάποιο άρθρο μας είχε ταραχθεί με την αντιβουλγαρική στάση μας, όμως είμαι από τους τελευταίους που θέλω να βλέπω φαντάσματα, ειλικρινά προσπαθούμε να ασκήσουμε καλόπιστη κριτική προς όλους με βάση τα έργα τους. Πως γίνεται όμως να θεωρούμε σοβαρό και αξιόπιστο φίλο κάποιον που τη μία στέλνει επιστολή κατά της Ελλάδας στην ΕΕ, στη συνέχεια μέσω twitter υπερασπίζεται την απόφαση του να στηρίξει την Ελλάδα και μέσα σε μερικές ώρες στέλνει νέα επιστολή στην ΕΕ δηλώνοντας ότι δεν θα ξαναστηρίξει την Ελλάδα;

Πηγή: Πενταπόσταγμα

“Dnevnik”: «Η Αθήνα προσπαθεί να δημιουργήσει ελληνική μειονότητα στο Μοναστήρι»

Σχόλιο MacedonianAncestry: Είπε ο γαϊδαρος τον πετεινό κεφάλα!! Προφανώς ξεχνάνε ότι αυτή είναι δική τους τακτική…

Με τη χρηματοδότηση για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στο Μοναστήρι – Μπίτολα, μέσω φανταστικών ελληνικών ιστορικών οργανώσεων γίνεται μια σκόπιμη προσπάθεια για τεχνητή δημιουργία ελληνικής μειονότητας, γράφει το σλαβικό δημοσίευμα των Σκοπίων.

Η χρηματοδότηση αυτή για μαθήματα στην ελληνική γλώσσα σε παραμεθόριες περιοχές με τη γειτονική χώρα, αποσκοπεί σε μια προσπάθεια δημιουργίας τεχνητής ελληνικής μειονότητας στο κράτος των Σκοπίων.

Αυτό είναι το σχόλιο από ιστορικούς στην ερώτηση ποιο είναι το ενδιαφέρον των ελληνικών ΜΚΟ, που πληρώνουν για τη μελέτη των ελληνικών στο Μοναστήρι.

Όπως αναφέρθηκε στο «Dnevnik», κάτοικοι του Μοναστηριού πήγανε δωρεάν διακοπές στην Ελλάδα, διδάχθηκαν την ελληνική γλώσσα, αλλά κανείς δεν αποκαλύπτει το ονόματα των ελληνικών μη κυβερνητικών οργανώσεων που τους χρηματοδότησε.

Το ελληνικό προξενείο επιβεβαίωσε μια τέτοιου είδους συνεργασία με τις ελληνικές οργανώσεις, αλλά πρόσθεσε ότι δεν παρεμβαίνει στο έργο των σχολείων για την εκμάθηση της γλώσσας.

Ο ιστορικός Ντίμιταρ Βαμβακόφσκι Λιορόφσκι ισχυρίζεται ότι τέτοιου είδους μαθήματα αντανακλούν μια σκόπιμη προσπάθεια εξελληνισμού μέρους του πληθυσμού. Κυρίως της βλάχικης κοινότητας στη χώρα και υποστηρίζει ότι με τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας γίνεται προσπάθειας να επιβληθεί ο ελληνικός πολιτισμός.

«Ας μην ξεχνάμε ότι σε αυτές τις μη-κυβερνητικές οργανώσεις, μαζί με τη γλώσσα, μαθαίνουν και μέρος της ελληνικής ιστορίας, η οποία αποτελεί σημαντικό τμήμα του οικοδομήματος της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Ο στόχος είναι ξεκάθαρος, εκτός από τη δημιουργία της τεχνητής ελληνικής μειονότητας στα Σκόπια θα υπηρετήσει και ως άλλοθι από το ελληνικό κράτος ως είδος αμοιβαιότητας για τη σλαβική μειονότητα στην Ελλάδα, αλλά και ως επιχείρημα κατά του Σκοπιανού Κράτους για παραβιάσεις των δικαιωμάτων των μειονοτήτων αυτής της ομάδας», όπως λέει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η προπαγάνδα στην παραμεθόρια περιοχή του Μοναστηριού επανεμφανίζεται από την Οθωμανική Εποχή μέχρι σήμερα.

Οργανώσεις μέσω των οποίων μεταφέρεται η ελληνική επιρροή στα Σκόπια, ο Λιορόφσκι αναφέρει το «Χελιδόνι» (‘Λαστοβίτσκα’), «Εταιρεία του Μοναστηριού» στη Φλώρινα, «Καρτερία» της Θεσσαλονίκης και η «Ελπίς» της Φλώρινας.

Ο δήμαρχος του Μοναστηριού, Βλαντίμιρ Τελέσκι, ισχυρίζεται ότι υπάρχει συνεργασία μεταξύ των παραμεθόριων ελληνικών δήμων σε επίπεδο έργων, αλλά δεν έχει παρατηρήσει κατάχρηση της συνεργασίας για προπαγανδιστικούς σκοπούς.

«Το ενδιαφέρον της Μπίτοτολα, για συνεργασία με ελληνικούς δήμους είναι μεγάλο, διότι είναι ένας μεγάλος δήμος σε έκταση και συμμετέχει σε μια σειρά μεγάλων έργων. Ποτέ δεν έχει συμβεί σε οποιαδήποτε σχεδιασμό να γίνει κακοποίηση από ( Έλληνες) δημάρχους ή άλλους κυβερνητικούς αξιωματούχους, ή από εξωτερικούς συνεργάτες», θα τονίσει ο Ταλέσκι, όπως σημειώνει το Dnevnik.

Πηγή: Γεώργιος Εχέδωρος

Γυναίκες στον Μακεδονικό Αγώνα – Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών Μοναστηρίου (1902)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Ηρωίδες και συνεργάτιδες των Μακεδονομάχων


Καπετάνισσα Ελένη

Το Μοναστήρι, κτισμένο κοντά στην αρχαία Ηράκλεια, με έντονη την ελληνορωμαϊκή και βυζαντινή του παράδοση, αν και επί τουρκοκρατίας ήταν έδρα του Ρούμελη Βαλεσή, του γενικού δηλαδή Διοικητού της ευρωπαϊκής Τουρκίας, υπήρξε ο τόπος απ’ όπου εκπορεύτηκε η πρώτη οργάνωση «Μακεδονική Άμυνα», που με τα τμήματά της, το οικονομικό, το δικαστικό και το εκτελεστικό, μετέτρεψε τον αγώνα από αμυντικό σ’ επιθετικό.

Και πραγματικά στο Μοναστήρι έγιναν εκδικητές των βουλγαρικών εγκλημάτων όχι μόνο άντρες, μα και γυναίκες. Κατά πληροφορία του Μόδη, όταν αποφασίζονταν να γίνει φόνος σ’ ένα δρόμο, ειδοποιούνταν οι νοικοκυρές να αγρυπνούν, να έχουν την πόρτα ανοιχτή και να κλείνουν αμέσως μόλις έμπαινε ο εκτελεστής, που από σπίτι σε σπίτι έφευγε μακριά, αφού είχε επιτελέσει την αποστολή του.

Τα λαμπρά του εκπαιδευτήρια ήταν η παλλόμενη καρδιά του βορείου Ελληνισμού κι οι ογδόντα Ελληνίδες δασκάλες του γαλβάνιζαν την εθνική συνείδηση των μικρών παιδιών με τέτοια τραγούδια:


«Του βουλγαρισμού η ψώρα, Μακεδόνες δεν μολύνει…»

Μοναστηριώτισσα ήταν κι η ηρωική δασκάλα Πολυξένη, την θυσία της οποίας σαν έμαθε ο Παύλος Μελάς, είπε: «Έχουν δίκαιο αυτοί που ζητούν εκδίκηση…».Γυναίκες Μακεδονομάχοι

Ο Μόδης πληροφορεί επίσης ότι τον ’Ιούλιο του 1907 μια γριά με την εγγονή της επισκέφτηκαν βουλγαρικό γαλακτοπωλείο, έριξαν δηλητήριο στο ταλατόρι που έφαγε ο Κομιτατζής Τόντας Πεσκάς με άλλους πέντε ρουμανίζοντες και Βουλγάρους αξιωματικούς και τους σκότωσαν.

Όλες οι γυναίκες συνέδραμαν στον αγώνα, όπως μπορούσε η κάθε μιά.
Η Δομνίκη Νικολαΐδου με την αδελφή της μετέβαλαν το σπίτι τους σε οπλοστάσιο, ενώ η Σάντα Θεοδώρου Βαφέα με τις μεγαλύτερες κόρες της Βίτα, Μαρίτσα και ’Ασπασία έραβαν στολές Μακεδονομάχων και φρόντιζαν πληγωμένους.

Οικογένεια Σάντα και Θεοδώρου Βαφέα

Η Ζαχαρία Μακρή, έζησε το δράμα της δουλείας, τις συγκινήσεις και τους κινδύνους του Μακεδονικού Άγώνος προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Φλώρινα κι ευτύχησε να δει το σύζυγό της Νομάρχη και τον υιό της Υπουργό.

Η Παρασκευή Μόδη, σύζυγος του πρωτομάρτυρα Θεοδώρου Μόδη, στάθηκε δίπλα του γενναία και δεν υπέστειλε τη σημαία του χρέους, ούτε και μετά τη δολοφονία του.

Μία άλλη μοναστηριώτισσα, η χήρα μάνα του Άνδρέα Κύμη, είχε δραματικό κι ηρωικό τέλος. Τη μέρα που ο υιός της ξεψυχούσε στο Μορίχοβο πολεμώντας με τον Ιερό Λόχο, η ίδια έπεφτε νεκρή μέσα στο σπίτι της, αφού πρώτα είχε αναχαιτίσει για πολλές ώρες λυσσαλέα επίθεση των Βουλγάρων.

Ανάμεσα σ’ ιστορία και θρύλο αχνοδιαγράφεται κι η μορφή της μοναστηριώτισσας καπετάνισσας Ελένης, που ντυμένη τη στολή του Μακεδονομάχου, με το τουφέκι στο χέρι πολέμησε γενναία.

Αλλά και μέσα από οργανώσεις οι μοναστηριώτισσες έδωσαν τα χρόνια έκείνα δυναμικό παρόν.
Η «Φιλόπτωχος ’Αδελφότης Έλληνίδων Κυρίων Μοναστηριού», που άτυπα λειτουργούσε από τα μέσα του προηγουμένου αιώνος το 1902 απέκτησε εγκεκριμένο καταστατικό και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα κυριαρχούσε σε κάθε φιλανθρωπική και πολιτική δράση ανακουφίζοντας απόρους και ασθενείς, παραχωρώντας βοηθήματα και βιβλία σε μαθητές και καταπολεμώντας τις ξένες προπαγάνδες.

Τότε ίδρυσε και το εργαστήριο άπορων κοριτσιών «Η Έργάνη Άθηνά», όπου 80-100 κορίτσια διδάσκονταν κοπτική και ραπτική. Οι κυρίες μέλη εργάζονταν με πρωτοφανή ζήλο, ιδίως στον τομέα συμπαραστάσεως και αρωγής των φυλακισμένων, που προέρχονταν απ’ όλη σχεδόν τη Μακεδονία. Σαν φιλόστοργες μητέρες τους επισκέπτονταν, τους έφερναν γλυκά και πίτες, τους έπλεναν τα ρούχα κι έστελναν μηνύματα στους δικούς τους, ενώ η προσφορά τους κορυφώθηκε στις 3 ’Ιουνίου του 1906, οπότε στις φυλακές διαδραματίστηκαν αιματηρά γεγονότα.

Τη μέρα εκείνη Τούρκοι κρατούμενοι σχημάτισαν στους τοίχους της τουαλέτας του θαλάμου 6 με ακαθαρσίες μεγάλο σταυρό, πράγμα πού πλήγωσε τη φιλοτιμία των Ελλήνων συγκρατουμένων κι έτσι άρχισαν οι φονικές συμπλοκές, που είχαν σαν επίλογο από ελληνικής πλευράς επτά νεκρούς, εβδομήντα τραυματίες κι άλλα πέντε θύματα που υπέκυψαν στα τραύματά τους μετά από λίγες μέρες.

Κηδεία των Ιπποτών του Σταυρού 1906

Τότε χιλιάδες μοναστηριώτισσες χωρίστηκαν σ’ ομάδες για να παρασταθούν και να θρηνήσουν τα παλληκάρια, ενώ κατά την ταφή μαυροφορεμένες τους συνόδευσαν ως το κοιμητήρι, ίδιες ζωντανεμένες φιγούρες απ’ αρχαία τραγωδία.

Θεόδωρος_και_Παρασκευή_Μόδη

Ο Γ. Μόδης αφηγείται σχετικά:
«Το νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκαν οι νεκροί κι οι τραυματίες, γέμισε οχλοβοή. Είχε πλημμυρίσει από αγριεμένο και έξαλλο κόσμο που έκλαιε, έβριζε ή έκανε το σταυρό του. Πλούσιες κυρίες, φτωχές γυναικούλες, πόρνες, μαυροφορεμένες χαροκαμένες γριές, κορίτσια, που δεν έβγαιναν εύκολα από το σπίτι τους, ξέπλεναν, έντυναν, έκλαιαν και μοιρολογούσαν τους νεκρούς σαν να ήταν σπιτικοί τους.
Τα ρούχα βρέθηκαν γρήγορα και περίσσεψαν(…) (…)
Η κηδεία έγινε νωρίς.
Επειδή, η αστυνομία είχε απαγορέψει τα στεφάνια και τη μουσική, ένα παιδάκι βάδιζε μπροστά μ’ ένα σταυρό στο χέρι από κόκκινα τριαντάφυλλα σαν το αίμα των παλικαριών που πέθαναν για το σταυρό. Τα επτά φέρετρα τα κρατούσαν πολλοί νέοι, ψηλά στους ώμους, για να φαίνονται καλύτερα. Όλη η πόλη ακολουθούσε βουβή.
Για πρώτη φορά είχαν βγάλει τα φεσάκια και τα κρατούσαν στα χέρια…».

Στο ίδιο βιβλίο ο Μόδης πληροφορεί, ότι μια κοπέλα που την έλεγαν Δόμνα, είχε δώσει μυστικό αρραβώνα με ένα από τα θύματα, τον κρητικό Παύλο Μαρκάκη, γι’ αυτό και μετά τα γεγονότα έπεσε σε κατάθλιψη και σύντομα πέθανε από ψυχικό μαρασμό.

Για τη λευτεριά της Μακεδονίας όλες οι γυναίκες πρόσφεραν τότε τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.
Ακόμα κι όσες έφεραν το στίγμα της «παστρικιάς», της «κοινής» όπως θα λέγαμε σήμερα. Ίσως γιατί ήθελαν να εξαγνιστούν απέναντι στη συνείδησή τους, ίσως γιατί αποζητούσαν να βρούνε ένα ιδανικό στην ερημιά της αμαρτωλής και ταπεινωμένης ζωής τους, πολλές φορές έκαναν τόσο μεγαλειώδεις πράξεις, που δίκαια θα μπορούσαν να τις καταξιώσουν σε εθνικές ηρωίδες.

Κία

Μια τέτοια γυναίκα ήταν η περιβόητη Κία —ή Βασιλική— από το Μοναστήρι, που μαζί με την αδερφή της διατηρούσε «οίκο» στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Η Κία ήταν πολύ όμορφη: Αφράτη, καλλίγραμμη, ροδόλευκη, με ευγενικά χαρακτηριστικά προσώπου και λαμπερά μαλλιά, ίδια η ενσάρκωση της καλλονής κατά τα ιδεώδη της εποχής της. Μα διέθετε και πνεύμα σπινθηροβόλο που την έκανε περισσότερο ελκυστική. Και τη σαγήνη των φυσικών της προσόντων φρόντιζε να επαυξάνει με μεθυστικά αρώματα, μακιγιάζ, πανάκριβα κοσμήματα, φανταχτερές καπελίνες και ολομέταξα ευρωπαϊκά φορέματα.
Γιαυτό κι οι δουλειές της πήγαιναν περίφημα και την έκαναν εξαιρετικά εκλεκτική. Δεν μπορούσε ο τυχόντας να δρασκελίσει το κατώφλι του «οίκου» της. Έπρεπε να είναι ο «Κάποιος», με τίτλους και αξιώματα και με πορτοφόλι, που να αντέχει στις παράλογες απαιτήσεις των εκλεπτυσμένων της γούστων.

Σωστή «εταίρα» των καιρών της η Κία δημιούργησε γύρω της έναν κύκλο υψηλών αφοσιωμένων θαυμαστών, ενδύθηκε ακτινοβολία και διασημότητα κι απέκτησε μια μυθική συλλογή από κοσμήματα κι άλλα πανάκριβα δώρα.
Όμως με την κήρυξη του Μακεδονικού Άγώνος μέσα της έγινε σεισμός. Ο φανταχτερός κόσμος της πρόσχαρης πεταλουδίτσας του πληρωμένου έρωτα κομματιάστηκε κι απ’ τα συντρίμμια του εξαγνισμένη αναδύθηκε η αυστηρή δωρίδα πατριώτισσα, που απαρνούμενη τη χλιδή και τις εφήμερες απολαύσεις αφιερώθηκε σύψυχη στην υπηρεσία του υψηλοϋ ιδανικού, το οποίο ήρθε τότε να δώσει πρωτόγνωρο, βαθύ περιεχόμενο στη ζωή της. Σαν «ελευθερώτρια» πέρασε στα χρονικά του αγώνος, αφού ως κύρια αποστολή της ανέλαβε την απελευθέρωση των παλληκαριών απ’ τις φυλακές Μοναστηριού. Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, εκμεταλλευόμενη φιλίες και συμπάθειες και χρησιμοποιώντας την ακαταμάχητη γοητεία της κατόρθωνε να επηρεάζει τις αποφάσεις των δικαστών ή και να εξαφανίζει δικογραφίες, ενώ προσφέροντας με απλοχεριά «μπαχτσίσι» στους δεσμοφύλακες μπαινόβγαινε στις φυλακές, έφερνε ρούχα καθαρά, πίτες και γλυκά στους φυλακισμένους, τους εμψύχωνε κι οργάνωνε επιτυχημένες αποδράσεις.
Σ’ αυτήν οφείλεται η απόδραση κι η σωτηρία των έξι συντρόφων του Παύλου Μελά, του Βολάνη, του Καλομενόπουλου και των άλλων, που πιάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο αμέσως μετά την μοιραία μάχη στη Στάτιστα στίς 13 ’Οκτωβρίου του 1904.

Για τη σωτήρια του καπετάν-Κώττα η Κία κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες. Μήνες και μήνες έτρεχε από γραφείο σε γραφείο, μα οι γνωστοί της στο Μοναστήρι δίσταζαν να την βοηθήσουν. Τέλος πήγε στη Θεσσαλονίκη να παρακαλέσει κάποιον παλιό της φίλο, αξιωματούχο με μεγάλη θέση στη διοίκηση, κι αφού απέσπασε την υπόσχεση του, γύριζε αισιόδοξη πώς μετά από αγώνα δεκάξι μηνών τούτη τη φορά χτύπησε τη σωστή πόρτα. Ήταν 28 Σεπτεμβρίου του 1905. Ήταν όμως τόσο αργά… Βρήκε τον ήρωα νεκρό στη Μητρόπολη, όπου άλλες Έλληνίδες τον είχαν ξενυχτήσει με σπαραγμό μετά τον απαγχονισμό του την προηγούμενη μέρα.

Η Κία παρά την απέραντη θλίψη συνέχισε τον αγώνα ακατάβλητη. Άπό το πρωί ώς το βράδυ, χειμώνα καλοκαίρι, με βροχή ή ήλιο έτρεχε φορτωμένη πίτες, ψωμί, γλυκά, ρούχα και μηνύματα για τα «παιδιά» της, όπως έλεγε τους φυλακισμένους, ή κάτω από τις βαριές της στόφες μετέφερε πιστόλια, σφαίρες και γραμμένες οδηγίες για τα άλλα «παιδιά» της, του εκτελεστικού.

Έτρεχε και στα χωριά. Όπου υπήρχε επείγουσα ανάγκη και κίνδυνος, πρώτη αυτή. Χρόνια ολόκληρα. Το ταμείο της μέρα με τη μέρα άδειαζε. Ένα-ένα πούλησε και τα ακριβά της κοσμήματα. Η σκέπη της ξεθώριασε και κολλούσε στο κεφάλι απ’ τις βροχές ή τον ιδρώτα. Τα ρούχα της ξέφτισαν. Άρχισε και να βήχει… να βήχει… Η ομορφιά της μαράθηκε. Οι δυνάμεις την εγκατέλειπαν κι η φυματίωση ύπουλα κατέσκαβε τα σωθικά της. Έγινε η σκιά του εαυτού της, μα παρέμενε ολόρθη στις επάλξεις του χρέους, μέχρι το 1908, οπότε οι Νεότουρκοι έθεσαν τέρμα στον αγώνα.
Τότε ξανάνοιξε τον «οίκο» της, όχι βέβαια για να εξασκήσει την παλιά τέχνη, μα για να αισθάνεται λιγότερη μοναξιά και να γλυκαίνει τον πόνο της αρρώστειας της η παρήγορη παρουσία αγαπημένων φίλων. Πέθανε όμως σύντομα, νέα και πικραμένη.

Εξαιρετική πατριωτική διαγωγή έδειξαν κι άλλες κοινές γυναίκες τα χρόνια εκείνα. Ο Γ. Μόδης στις «Μακεδονικές ‘Ιστορίες», μνημονεύει συχνά την ιερόδουλο Δόμνα, που έγινε σπουδαίο μέλος της «Εσωτερικής Όργανώσεως» και σαν την Κία εκμεταλλευόμενη γνωριμίες και διαθέτοντας σπάταλα τον προσωπικό της πλούτο μπαινόβγαινε ελεύθερα στις φυλακές και με κάθε τρόπο συνέδραμε τον αγώνα στο Μοναστήρι.

Όμως και από την γύρω περιοχή οι γυναίκες έδειξαν έμπρακτα τον πατριωτισμό τους.
Η Νάτσαινα από τη Γραδένιτσα του Κάμπου τον Δεκέμβριο του 1906 φιλοξενούσε τρεις τραυματίες του σώματος Γερογιάννη: Τον Φίλιππο από το Μπούκοβο, τον Νίδα από το Μοναστήρι και τον ’Αγησίλαο ή Σίλα από τη Λαμία.
Ο Τόντας Πεσκάς τους πρόδωσε κι όταν οι Τούρκοι κατέφθασαν, πρόλαβε, τους έκρυψε κι ύστερα με τους άλλους χωρικούς κίνησε για το ξωκλήσι, όπου τους μάντρωσαν οι αβτζή ταμπούρ για να ψάξουν ανενόχλητοι τα σπίτια.
Η κρυψώνα της όμως είχε πάρει νερό κι έμοιαζε με υγρό τάφο, ενώ τα χτυπήματα των Τούρκων από πάνω πολλαπλασίαζαν την αγωνία και το μαρτύριο των κρυμμένων Μακεδονομάχων. Δυό μερόνυχτα έμειναν εκεί κι όταν τους έβγαλαν, ήταν κι οι τρεις σ’ αφασία. Η Νάτσαινα με μητρική στοργή και περιποιήσεις κατόρθωσε να τους συνεφέρει. Μα ο Σίλας ήταν ολότελα τρελλός πιά… Φώναζε, καταριόταν τους Τούρκους κι έγινε δημόσιος κίνδυνος.
Τότε οι χωρικοί έβγαλαν την απόφαση, πως έπρεπε να τον σκοτώσουν για να τον λυτρώσουν, μια και δεν μπορούσαν πια να του προσφέρουν κάτι καλύτερο. Πετάχτηκε τότε ανάμεσά τους η Νάτσαινα και κλαίοντας, απειλώντας ή παρακαλώντας, τους θύμισε ότι το παλληκάρι ήρθε να πολεμήσει για τη δική τους λευτεριά και ότι είχαν χρέος να το στείλουν στη μανούλα του, που θα το καρτερούσε. Η ίδια φρόντισε να φτάσει σώος στο Μοναστήρι της Παναγίας στον Τίρναβο, που ήταν για τους τρελλούς, απ’ όπου το Κομιτάτο τον έστειλε σπίτι του.

Μιά άλλη γυναίκα, η χήρα Βάσω από το Μπόκοβο το 1906 παρουσιάστηκε στον καπετάν Γιάννη Πούλακα και εξ ονόματος όλων των γυναικών του ζήτησε να μιλήσει στους άντρες του, να μην τις απαγορεύουν να κεντούν τις φορεσιές τους με το πρόσχημα ότι τάχα χασομερούν. Επειδή δε, εκείνος δεν ήθελε να επέμβει του είπε σε έντονο ύφος: «Ξεχνάς καπετάν Γιάννη, πως για σένα τρεις μέρες και τρεις νύχτες βασανίστηκα από τους Τούρκους να φανερώσω που κρυβόσουν και που υπήρχε οπλισμός, μα εγώ απαντούσα: «Σκοτώστε με αν θέλετε. Έγώ δεν ξέρω τίποτα απ’ αυτά που με ρωτάτε».

Μια άλλη γυναίκα από το Λεσκοβίκι τροφοδοτούσε το σώμα του καπετάν Μακρή, ενώ οι Σαρακατσάνισσες της φάρας Σουλτογιάννη τροφοδοτούσαν τον Βολάνη με τους άντρες του.

Στή Γρούνιτσα Μοριχόβου τον Νοέμβριο του 1907 η χωρική Νικολίτσα φιλοξενούσε μέρες τον πληγωμένο αντάρτη Θεμιστοκλή. Τότε όμως συνέπεσε να κάνουν έφοδο στο χωριό κι οι Τούρκοι «αβτζή ταμπούρ» ψάχνοντας για κρυμμένους αντάρτες. Κρυψώνα το σπίτι δεν διέθετε.

Τι να κάνει η Νικολίτσα; Ντύνει τον Θεμιστοκλή σαν ετοιμόγεννη που κοιλοπονά και με τη βοήθεια των πεθερικών της σφάζουν και κρεμούν σε δέντρο της αυλής τον οικόσιτο χοίρο. Μόλις οι Τούρκοι δρασκέλισαν το κατώφλι της εξώπορτας με αποτροπιασμό οπισθοχώρισαν κραυγάζοντας μεταξύ τους.
— Ντέρι πέρ ντέρ (γουρούνας γουρούνια) κι έτσι η πανέξυπνη Νικολίτσα έσωσε την κατάσταση.

Βουλγάρικα εγκλήματα - Μπρένικ

Μάρτυρες Περιοχής Μοναστηριού
Με τον ερχομό του καπετάν Ρέμπελου στο Μορίχοβο, άνοιξε φριχτός λογαριασμός αίματος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, οι οποίοι εκτόνωναν την οργή τους για τις πολεμικές τους ήττες κατασφάζοντας τους αμάχους.

Στίς 8-9-1904 στην Πεταλίνα βασανίστηκε και θανατώθηκε η σαρακατσάνα Παναγιώτα Ί. Γκόγκου.
Στίς 9-10-1904 οι Βούλγαροι στο Μπρόντ κατέσφαξαν σε ώρα λειτουργίας τον παπά, την παπαδιά και δυό προκρίτους του χωρίου, ενώ στο Ίβεν στις αρχές Μαϊου έθαψαν ζωντανές τη μάννα και την αδελφή του Χρήστου και Θανάση Σγουράκη, γιατί δε στάθηκαν οι ίδιοι να τους συλλάβουν και να τους θανατώσουν.

Παρόμοιο φριχτό έγκλημα διαπράχτηκε στο ίδιο χωριό και ένα χρόνο αργότερα. Στις 14 Μαΐου του 1905, επειδή ο Πέτρος Σουγκαράκης κατόρθωσε να αποφύγει την δολοφονική ενέδρα τους, έκαναν έφοδο στο σπίτι του, βασάνισαν κατά τον πιό απάνθρωπο τρόπο την μητέρα κι αδερφή του κι αφοϋ τις εξώρυξαν τους οφθαλμούς, τυφλές και αιμόφυρτες τις έθαψαν ζωντανές στους αγρούς.

Στις 22-7-1905 η συμμορία του Μήτρου Βλάχου στην Όστιμα δολοφόνησε τη Χρήσταινα Δέλιου και τη Βασιλική Ράμου, ενώ την ίδια μέρα στο Κουμανίτσοβο την ογδοντάχρονη Φιλιώ Γρηγορίου και τη Σουλτάνα Νικολάου…

Στίς 8-8-1905 στο Μπράτιπολ δολοφονήθηκε η ’Αγγελική Στέκου με τον άντρα της, στις 11-8-1905 στο Αιάκοβο η Καλλίνα Μπόικου και η Βόσνα Νάιδου, στις 28-11-1905 στο Σκότσιβιρ η ’Ιωάννα Γεωργίου και στις 19-5-1906 στο Τγκρι κατακρεουργήθηκε η χήρα Στόινα.

Πηγή δική μου: Βλαχόφωνοι
Αρχική πηγή: Yaunatakabara

Μακεντόνσκο Ντέβοιτσε – Ένα ξενόφερτο τραγούδι στην Μακεδονία

Μακεντόνσκο Ντέβοιτσε ("Μακεδονική κοπέλα") - Τραγούδι προπαγάνδαΜακεντόσκο ντέβοιτσε σημαίνει “Μακεδόνισσα κοπέλα”, είναι ένα τραγούδι που αναφέρεται για μια όμορφη κοπέλα. Ένα πολύ ωραίο τραγούδι με υπέροχη μελωδία αλλά δεν έχει καμία σχέση με την Μακεδονία και την παράδοσή της. Πουθενά δεν είναι καταγεγραμμένο ως τοπικό τραγούδι κάποιας περιοχής και δυστυχώς σήμερα έχει περάσει σε πολλούς ότι ανήκει στα παραδοσιακά τραγούδια της Μακεδονίας. Σε αυτό φυσικά έχουν βοηθήσει οι μουσικές μπάντες που το έχουν εισάγει από τους βόρειους γείτονες μέσα στην Ελλάδα σε πανηγύρια, εκδηλώσεις και γάμους.
Για να δούμε τώρα από που προέρχεται…

Η Wikipedia μας πληροφορεί ότι το τραγούδι γράφτηκε και συνθέθηκε το 1964 από τον “Σκοπιανό” Γιόνσε Χριστόφσκι σε ρυθμό πρόσφατης παραδοσιακής σύνθεσης. Ο Χριστόφσκι γεννήθηκε στα Μπίτολα (Μοναστήρι) της σημερινής FYROM to 1931.

Μακεντόνσκο Ντέβοιτσε ("Μακεδονική κοπέλα") - Τραγούδι προπαγάνδα - Πληροφορίες Wikipedia screenshot
Και άλλες αναφορές από βιβλία που αναφέρουν για το τραγούδι
http://tinyurl.com/devoiche-01
http://tinyurl.com/devoiche-02
Επίσης υπάρχει και “διαμάχη” μεταξύ Σκοπιανών και Βουλγάρων για το σε ποιον ανήκει το τραγούδι, όπως γίνεται και για πολλά άλλα τραγούδια.
Ακούστε το σε “Σκοπιανή” εκτέλεση
Σε Βουλγαρική εκτέλεση

και στην Ελλάδα σε πολιτιστική εκδήλωση


Σχόλιο entopios.gr: Όποιος γνωρίζει περισσότερα για το τραγούδι και την προέλευσή του, εδώ είμαστε να μας ενημερώσει…

Πηγή: H Φωνή των γηγενών Μακεδόνων – entopios.gr

Η γέννηση ενός λαού

Γεώργιος ΜόδηςΕπιμέλεια: Γιώργος Εχέδωρος
(Από το βιβλίο του Γ. Μόδη “Ο Μακεδονικός αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία”. Θεσσαλονίκη 1967.)Ο Γεώργιος Μόδης θεωρείται και είναι πρώτη πηγή για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο μακεδονικό χώρο από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο γνωστός μακεδονομάχος – συγγραφέας – πολιτικός Γεώργιος Μόδης γεννήθηκε το 1887 στο Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα της FYROM) και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1976. Όλη του η ζωή ήταν αφιερωμένη στον αγώνα του ελληνισμού για τη Μακεδονία.

Σχετικά με τη δημιουργία της ‘μακεδονικής εθνότητας’ στα Βαλκάνια αναφέρει στο προαναφερόμενο βιβλίο τα εξής κατατοπιστικά: «Η χωριστή ‘Μακεδονία’, εθνότητα που κατασκευάστηκε μόλις το 1944 στα Σκόπια, είναι ένα απ’ τα θαύματα του κόσμου. Από τότε καλλιεργήθηκε και η χωριστή ‘μακεδονική’ γλώσσα που έγινε για τους βεβήλους …αγνώριστη. Αναγνωρίστηκε ωστόσο και από μερικούς ξένους επίσημους σλαβολόγους σαν μια καινούργια σλαβική γλώσσα, που είναι πάντοτε πρωτοξάδελφη της βουλγαρικής.

… Διενεργήθηκαν (επί Οθωμανών) δύο βουλευτικές εκλογές το 1909 και το 1911. Και στις δύο βγήκαν στη σημερινή ελληνική Μακεδονία 5 Έλληνες βουλευτές και ένας έκτος στο Μοναστήρι, που αποτελεί σήμερα τμήμα της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας του Βαρδαρίου», ο Τραϊανός Νάλης και δύο βούλγαροι με έναν τρίτο στο Μοναστήρι, τον Πάντσε-Ντόρεφ. Κανένας «Μακεντόν» του τύπου των Σκοπίων δεν παρακάθησε στην οθωμανική Βουλή, ούτε καν υπήρξε υποψήφιος! Είχαν εκλεγεί, είναι αλήθεια, και τις δύο φορές βουλευτής ο περιβόητος Ντιμίτρι Βλάχωφ, πατριάρχης του «Μακεδονισμού» και της «Μακεδονίας του Βαρδαρίου», μα ως …Βούλγαρος και αντιπρόσωπος Βουλγάρων!»

Που ήταν κρυμμένος ο ‘μακεδονικός λαός’
Σε άλλο σημείο του βιβλίου του ο Γεώργιος Μόδης θα σημειώσει με την χαρακτηριστική πένα του:
«Γεννώνται τα ερωτήματα. Πως γεννήθηκε ένας καινούργιος λαός στα μέσα του εικοστού αιώνα (1944-1945) μέσα στην Ευρώπη; Γιατί δεν είχε δώσει καθόλου σημεία ζωής έως τότε; Κατοικούσε σε άλλον πλανήτη; Δεν είχαν εκτυλιχθεί στη Μακεδονία, ιδίως από το 1900 συνταρακτικά γεγονότα, όπως ο κομιταζηδισμός, το Ήλιντεν, οι ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις, η επέμβαση ελληνικών και σερβικών σωμάτων, η αλληλοσπαραγμός, η νεοτουρκική μεταπολίτευση, βουλευτικές εκλογές, οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο πρώτος ευρωπαϊκός πόλεμος, χωρίς ν’ αναφέρουμε τα παλαιότερα; Που «γης» ήταν κρυμμένος ο Μακεδονικός λαός;

Είναι ποτέ δυνατό να υπνωτιστεί ένας λαός, όταν στον τόπο του και στο σπίτι του συμβαίνουν τόσο συγκλονιστικά πράγματα που αναστάτωσαν και απασχολούν αδιάκοπα την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και την ευρωπαϊκή διπλωματία;
Έγινε νεκρανάσταση; Έγιναν δύο φορές (1895 και 1905) επίσημες τουρκικές απογραφές. Διενεργήθηκαν επίσης δύο φορές (1909 και 1911) βουλευτικές εκλογές. Πουθενά, ποτέ ούτε σκιά «Μακεδόνα» παρουσιάστηκε.
Δεν χρειάστηκε μεγάλη μαντική ικανότητα για να καταλάβει κανείς ότι κάποιο λάκκο έκρυβε η παράξενη αυτή υπόθεση. Όλος ο καυγάς ήταν και είναι για το πάπλωμα μας, για την ελληνική Μακεδονία που την βάπτισαν στα Σκόπια «Αιγαιακή» (εγκέισκα).

Ο Ντιμίτρι Βλάχωφ, πρώην βούλγαρος βουλευτής δύο φορές στην τουρκική βουλή και εκπρόσωπος Βουλγάρων επίσης Βούλγαρος Γεν. Διοικητής, έπειτα πατριάρχης του μακεδονισμού, κραύγασε σε συλλαλητήριο στο Μοναστήρι στις 21 Σεπτεμβίου του 1946: «τι γυρεύουν οι γραικοί στη Μακεδονία; Δεν έχει κανένα δικαίωμα η Ελλάς στη Μακεδονία του ‘Αιγαίου’.

Τον Βλάχωφ συμπλήρωσε ο Φράνκ Φρολ, υπουργός της Δικαιοσύνης της κεντρικής κυβερνήσεως του Βελιγραδίου και εκπρόσωπος της κεντρικής επιτροπής του λαϊκού μετώπου της Γιουγκοσλαβίας. Δήλωσε ότι οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας θα αγωνιστούν για να ενωθεί όλη η Μακεδονική Γη και να συγχωνευτεί η Μακεδονία του Αιγαίου με την Μακεδονία του Βαρδαρίου, μέσα στα πλαίσια πάντοτε της Γιουγκοσλαβίας.

Επίσης άλλοι πολλοί ανώτεροι, ο ίδιος ο Τίτο, σε συλλαλητήριο στα Σκόπια (11 Οκτωβρίου 1945) διακήρυξε ότι δεν θα ησύχαζε, αν δεν ελευθέρωνε τους ‘υποδούλους’ στην Ελλάδα ‘αδελφούς του, Μακεδόνας».
Ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως Μοσέ Πιάντε, Εβραίος, και όλα τα ανώτερα στελέχη του Κ.Κ.Γ. και του γιουγκοσλαβικού κράτους επαναλαμβάνουν ακούραστα σε υψηλότερο και εντονότερο τόνο την ίδια επωδό.
Ο Δημητρώφ, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Βουλγαρίας, απ’ την άλλη μεριά τόνιζε μέσα στη Βουλγαρική Βουλή ότι η Δυτική Θράκη με την Καβάλα ήταν αναφαίρετη ιδιοκτησία της Βουλγαρίας.

Έριξαν κλήρο ‘επί των ιματίων μας’ των ματωμένων. Πρέπει προς τιμήν τους να αναγνωριστεί ότι δεν έκρυβαν καθόλου τα σχέδιά και τις ορέξεις τους. Μάλιστα τα διαλαλούσαν.»

Πηγή: Γεώργιος Εχέδωρος

Γιαννάκης και Μίλτος Μανάκης: οι πρωτοπόροι Έλληνες κινηματογραφιστές των Βαλκανίων

Σχόλιο MacedonianAncestry: Ίσως να θέλετε να διαβάσετε πρώτα το άρθρο “Έλληνες φωτογράφοι στο Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα της ΠΓΔΜ)” και μετά το άρθρο παρακάτωΑδελφοί Μανάκη (ή Μανάκια)

Οι αδελφοί Μανάκη (ή Μανάκια) υπήρξαν πρωτοπόροι φωτογράφοι και κινηματογραφιστές στο χώρο των Βαλκανίων. Έλληνες στην καταγωγή, κατάγονται από την Αβδέλα Γρεβενών, ένα κεφαλοχώρι-βλαχοχώρι της Πίνδου, για την εθνικότητα τους όμως ερίζουν ως σήμερα οι Σέρβοι, οι Σκοπιανοί, οι Τούρκοι και οι Ρουμάνοι. Έδρασαν στα Βαλκάνια όπως οι αδελφοί Λυμιέρ στο Παρίσι και ο Έντισον στην Αμερική την ίδια περίπου περίοδο: ασχολήθηκαν και προώθησαν τη νέα Τέχνη του Κινηματογράφου ανοίγοντας το δρόμο στους μεγάλους δημιουργούς των επόμενων δεκαετιών και αφήνοντας πίσω τους μοναδικά ιστορικά φωτογραφικά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα των αρχών του 20ου αιώνα στα Βαλκάνια.

Η ζωή τους και το πρώιμο έργο τους
Οι αδελφοί Μανάκη, ο Γιαννάκης και ο Μίλτος, γεννήθηκαν στην Αβδέλα Γρεβενών στις 18.05.1878 και 09.09.1882 αντίστοιχα. Ο Γιαννάκης από μικρός ενδιαφερόταν για τη ζωγραφική και φοίτησε στο γυμνάσιο του Μοναστηρίου για να πάρει δίπλωμα δασκάλου αλλά και ζωγράφου με ιδιαίτερες ικανότητες στην «ιχνογραφία» και «καλλιγραφία». Ο Μίλτος, τέσσερα χρόνια πιο μικρός απ’ τον Γιαννάκη, σε αντίθεση με τον αδελφό του, είχε ενδιαφέρον κυρίως για τη φύση και τη φυσική ζωή και πολλά χρόνια πέρασε στην Αβδέλα. Κατόρθωσε να γίνει καλός φωτογράφος και στη συνέχεια κινηματογραφιστής με βοηθό τον αδελφό του Γιαννάκη. Αρχικώς δραστηριοποιήθηκαν στα Ιωάννινα ανοίγοντας φωτογραφείο, αλλά μετά από διώξεις που υπέστησαν από τις Οθωμανικές Αρχές μετέφεραν το ατελιέ τους στο Μοναστήρι.

Την πρώτη μεγάλη πόλη που επισκέφθηκαν ήταν η Κωνσταντινούπολη, το καλοκαίρι του 1905. Την ίδια χρονιά πήγαν στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι. Εκεί τους δόθηκε η ευκαιρία να παρευρεθούν στο γύρισμα μιας ταινίας και, με αυτό τον τρόπο, να μαγευτούν από τον κινηματογράφο. Οι Ὑφάντρες"Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μίλτος θα διηγηθεί: «Στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας καταλάβαμε ότι στην Αγγλία και στη Γαλλία πουλάνε μηχανές για γύρισμα «ζωντανών φωτογραφιών». Αυτή η είδηση για εμάς, εκείνη την εποχή, ήταν απίστευτη και μας προκάλεσε σοκ, παρόλο που δε μας άφηνε περιθώρια για υποψίες, αφού μάλιστα είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την προβολή μιας ταινίας μικρού μήκους. Οι άνθρωποι σε αυτές τις ταινίες θύμιζαν ένα είδος μαριονέτων, επειδή οι κινήσεις τους ήταν διακεκομμένες. Και θύμιζαν, θα έλεγα, εκείνες τις σκηνές, που τα χέρια και τα πόδια (των μαριονέτων) τα τραβούσαν με το σκοινί! Αυτό, όμως, δε στάθηκε εμπόδιο ώστε να μας απορροφήσει η ταινία, να μας γεμίσει αισθήματα και να μας καταμαγέψει. Ο Γιαννάκης δεν μπορούσε πλέον να αποβάλλει με τίποτε την επιθυμία που τον είχε καταλάβει… Δεν ήθελε να γυρίσει στην Μπίτολια χωρίς αυτή την κινηματογραφική μηχανή. Ακόμα και στον ύπνο του παραμιλούσε για αυτήν. Και μέχρι που να γυρίσω εγώ στο σπίτι εκείνος ξεκίνησε για το Λονδίνο, απ’όπου έφερε την κινηματογραφική μηχανή Bioscop.».

Η πρωτοπριακή κινηματογράφηση της καθημερινής ζωής και Ιστορικών γεγονότων στα Βαλκάνια
Οι Μανάκηδες γύρισαν το 1905, στο χωριό τους, την πρώτη κινηματογραφική ταινία στα Βαλκάνια τις περίφημες “υφάντρες”. Πρωταγωνίστρια της πρώτης και σύντομης σε διάρκεια ταινίας τους ήταν η γιαγιά τους κυρά-Λουκία Μανάκη, ετών 117, που έγνεθε μαλλί και ύφαινε στον αργαλειό. Το δεύτερο σε σειρά ντοκυμαντερ τους “το υπαίθριο σχολείο στην Πίνδο” ξεκινάει με ένα είδος λιτανείας όπου σε μια πλαγιά βαδίζουν κληρικοί και λαικοί μαζί με παιδιά που μεταφέρουν μια θρησκευτική εικόνα. Στα επόμενα πλάνα αποθανατίζεται το υπαίθριο Ελληνικό σχολείο της Αβδέλλας εν ώρα μαθήματος. Το υλικό αυτό αποτελεί μοναδικό τεκμήριο για την Ελληνορθόδοξη εκπαίδευση στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και συμπληρώνει το πλούσιο σχετικό φωτογραφικό υλικό. Δύο άλλα κλασικά ντοκιμαντέρ των αδερφών Μανάκη με πλούσιο υλικό από την οικονομική και κοινωνική ζωή στην Μακεδονία τα χρόνια της Οθωμανοκρατίας είναι ο “βλάχικος γάμος” και η “εμποροπανήγυρις”.

Με την κάμερά τους τύπου «Bioscop 300», αγορασμένη από το Λονδίνο το 1905 από το Γιάννη Μανάκη, αποθανάτισαν πολλά από τα πλέον συγκλονιστικά γεγονότα (περίπου 40) του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου στα Βαλκάνια μεταξύ των οποίων το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 και τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913. Ξέρουμε ότι το 1908 φωτογράφησαν και κινηματογράφησαν στρατιωτικές ασκήσεις των Νεότουρκων, υπό την καθοδήγηση του Νιάζι Μπέη. Το 1909 κινηματογράφησαν την επίσκεψη προσωπικοτήτων από τη Ρουμανία που επισκέφθηκαν το Γκόπεσι, το Ρέσεν, την Αχρίδα και το Σμίρντες. Το 1911 όμως έκαναν το πιο ολοκληρωμένο ρεπορτάζ για την επίσκεψη του Σουλτάνου Μεχμέτ Ε΄ Ρεσιάντ, την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, το ταξίδι του και την παραμονή του στην Μπίτολια.

Ο σουλτάνος Μεχμέτ στην θεσσαλονίκη

Ήταν εύκολο να φωτογραφίζουν και να κινηματογραφούν ακόμη και στις περιοχές όπου υπήρχαν αντάρτες (Νεότουρκοι) επειδή είχαν πολύ καλές σχέσεις με την αυλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, ανάλογα χαρτιά και φιρμάνια. Λέγεται μάλιστα ότι αυτοί κινηματογράφησαν και την Απελευθέρωση της πόλης στις 26 Οκτωβρίου 1912 αν και υπάρχουν γι’ αυτό επιφυλάξεις. Το διάστημα 1916-1919 ο Γιαννάκης Μανάκιας ήταν εξόριστος στη Φιλιππούπολη, γιατί μέσα στο φωτογραφείο τους είχαν βρεθεί όπλα και πυρομαχικά και γι’ αυτό είχε κατηγορηθεί ως κατάσκοπος από τους Βούλγαρους. Στο βουλγαρικό Πλόβντιφ λειτούργησε εκείνο το χρονικό διάστημα φωτογραφείο των Μανάκια. Ο Γιαννάκης φωτογράφησε μάλιστα τότε εκεί και το βασιλιά Φερδινάρδο.

Ο κινηματογράφος “Μανάκια” και το τελευταίο στάδιο της ζωής των αδερφών Μανάκη
Μετά την λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι αδελφοί Μανάκη επαναδραστηριοποιήθηκαν στο Μοναστήρι αποφασίζοντας να δημιουργήσουν την δική τους κινηματογραφική αίθουσα. Στις 7 Ιουλίου 1921 πήραν την άδεια και νοίκιασαν μια γεννήτρια από το Βλάχο Χρήστο Κίργιο ή Κυρατζή, ο οποίος είχε τυπογραφείο, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τον κινηματογράφο τους. Υπέγραψαν τη συμφωνία στις 9 Αυγούστου 1921 και δανείστηκαν μια μηχανή προβολής από τον Κώστα Τσιόμο, Βλάχος και αυτός, που ήταν ένας από τους κυριότερους διανομείς ταινιών στη Μακεδονία. Ένα χρόνο αργότερα, το 1922, το φθινόπωρο, απέκτησαν τη δική τους αίθουσα που την έκτισαν σε ένα οικόπεδο που το αγόρασαν από το Θεσσαλονικιό Λουκά Βρέττα. Αγόρασαν δικά τους μηχανήματα, συνεταιρίστηκαν με άλλους συμπατριώτες τους, όμως επειδή οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, το 1927 αποχώρησαν από την επιχείρηση οι άλλοι και έμεινε μόνο σε αυτούς ο κινηματογράφος «Μανάκια». Με αυτό τον τρόπο θεμελίωσαν την επιχείρησή τους. Δυστυχώς η αίθουσά τους καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά, το 1939.

Μετά την καταστροφή της κινηματογραφικής τους αίθουσας τα δύο αδέρφια χώρισαν. Ο Γιαννάκης επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε στη Ρουμάνικη Εμπορική Σχολή και εργαζόταν ως φωτογράφος στην παραλία. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε γλυκιά φυσιογνωμία, έξυπνος αλλά μοναχικός, με καλλιτεχνικές αγωνίες και θρήσκος. Ο Γιάννης Μανάκιας πέθανε σε ηλικία 76 ετών στη Θεσ/νίκη στις 19/5/1954, συντετριμμένος μετά και από το θάνατο του γιου του Δημήτριου σε ηλικία 22 ετών. Στο τέλος της ζωής του ήταν έρημος και πάμπτωχος.

Ο Μίλτος Μανάκιας έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μετά το τέλος του Β΄παγκοσμίου πολέμου στην Γιουγκοσλαβία, εργαζόμενος ως φωτογράφος και κινηματογραφιστής. Ευτύχησε μάλιστα να δει το πρόσωπό του σε γραμματόσημο που εκδόθηκε προς τιμήν του. Για τους Γιουγκοσλάβους υπήρξε εθνικός κινηματογραφιστής και παρασημοφορήθηκε από τον ίδιο τον στρατάρχη Τίτο τον οποίο άλλωστε είχε φωτογραφήσει. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξινομώντας τις χιλιάδες φωτογραφιών και τις δεκάδες ταινιών που δημιούργησαν τα δύο αδέλφια. Ο Μίλτος ως το τέλος της ζωής του λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Πέθανε στα Μοναστήρι στις 5/3/1964 σε ηλικία 82 ετών, όπου και θάφτηκε με τιμές που του απέδωσε το γιουγκοσλαβικό καθεστώς του Τίτο.

Αποτίμηση του έργου τους
Κατά την διάρκεια των δημιουργικών τους χρόνων οι αδελφοί Μανάκια έφτιαξαν ένα αρχείο με περισσότερες από 12.000 φωτογραφίες και 67 ταινίες μικρής διάρκειας συνολικού μήκους 1.500 μέτρων. Το αρχείο αυτό πουλήθηκε σε δύο δόσεις – και μετά από πολλές περιπέτειες – στο «Αρχείο της Μακεδονίας», ένα ίδρυμα της Δημοκρατίας των Σκοπίων, και στη συνέχεια πέρασαν στην ιδιοκτησία του Ιστορικού Αρχείου της Μπιτόλια. Οι ανεκτίμητες αυτές καταγραφές μιας εποχής και κάποιων συνθηκών που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί είχαν μείνει εν πολλοίς άγνωστες στην Ελλάδα μέχρι σχετικά πρόσφατα.

Το άγαλμα του Μίλτου Μανάκη στο Μοναστήρι

Αναμφίβολα το έργο των αδερφών Μανάκη είναι πρωτότυπο, πληθωρικό και έχει μεγάλη εθνολογική, ιστορική και καλλιτεχνική αξία. Η λήψη της πρώτης κινηματογραφικής ταινίας έγινε το 1906, από το Γάλλο οπερατέρ Λεόν, ο οποίος ανήκε στην εταιρεία Γκωμόν Αιγύπτου. Είχε έρθει στην Ελλάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και κινηματογράφησε το Στάδιο. Πρωτοπόροι όμως στο Βαλκανικό χώρο αναμφισβήτητα ήταν οι αδελφοί Μανάκια, αφού χωρίς να διακόψουν, παρά από ανωτέρα βία, κινηματογραφούσαν αυτά που λάμβαναν χώρα, κάνοντας ταινίες που σήμερα θα τις ονομάζαμε ντοκιμαντέρ. Πρώτα φωτογράφοι, κατόπιν κινηματογραφιστές δεν έπαψαν να υπηρετούν την τέχνη, κινηματογραφική ή φωτογραφική, με μεγάλη αφοσίωση, απόρροια του έρωτα τους για την τέχνη και πιο ειδικά για τη φωτογραφία και της θέλησής τους να ενημερώνονται και να χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες, με απώτερο σκοπό να εξυπηρετούν τα καλλιτεχνικά τους ενδιαφέροντα.

Ι. Β. Δ.

Πηγές
– Φώτος Λαμπρινός, Ισχύς μου η αγάπη του φακού (τα κινηματογραφικά επίκαιρα ως τεκμήρια Ιστορίας), εκδόσεις Καστανιώτη
http://www.cinemainfo.gr/kritikos/greekcinema/manakiabrothers.html
http://eu1.1host.gr/~aspromav/wordpress/
http://www.youtube.com/watch?v=6Auh4ArnqFw
http://www.youtube.com/watch?v=1jnoC3MQqVY&feature=related
http://www.youtube.com/watch?v=NqTBhMS-fTc&feature=related

Πηγή: Ιστορικά Θέματα

Βουλγαρία- Ντιμίτροφ: «Οι Σκοπιανοί άλλαξαν σε τοιχογραφίες το εθνόνυμο ‘Βούλγαρος’ σε ‘Σλάβος’»

«Υποστηρίζω σθεναρά τις δηλώσεις του Προέδρου Ρόσεν Πλεβνέλιεφ και του υπουργού Εξωτερικών Νικολάι Μλαντένοφ, όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την ένταξη των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Αυτό δήλωσε, σήμερα, ο επικεφαλής του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Σόφιας, Μπότζινταρ Ντιμίτροφ που κατήγγειλε ότι οι σκοπιανές αρχές έπραξαν εγκλήματα κατά των διεθνών πρακτικών στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ο Ντιμίτροφ ανέφερε ότι στην αποκατάσταση των μεσαιωνικών τοιχογραφιών και εικόνων σε μεσαιωνικούς ναούς και μοναστήρια οι Σκοπιανοί «σκούπισαν» το εθνόνυμο «Βούλγαρος» και το αντικατέστησαν στην καλύτερη περίπτωση με τον όρο «Σλάβος».

Έτσι, σταδιακά άλλαξαν τα εθνόνυμα στην «Αγία Κυριακή» στην Μπίτολα, στον «Άγιο Παντελεήμονα» στο Βέλες, στον «Άγιο Ιωακείμ Οσογκόφσκι» στην Κρίβα Παλάνκα καθώς και εικόνες των «Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου» που αναγράφονταν πρωτότυπα ως ‘Βούλγαροι εκπαιδευτικοί’.

Επιπλέον στο μοναστήρι της «Αγ. Μπογκορίντιτσας» (Παναγίας) στο Κίτσεβο, η επιγραφή του κτήτορα «Αγίου Μπόρις τσάρου των Βουλγάρων» διαγράφηκε και έγινε παρόμοια διατύπωση με αυτήν του μοναστηρίου στο Ντεμπάρ «Αγ. Τσάρου Στέφανου Ντέτσανι» δηλαδή έβαλαν το όνομα ενός βασιλιά της Σερβίας.

Επίσης αφαιρέθηκε από το ναό του «Αγίου Δημητρίου» στην πόλη των Σκοπίων η επιγραφή που έλεγε «Αναγέρθηκε από τους Βουλγάρους των Σκοπίων στα 1864». Παρόμοιες επιγραφές έσπασαν και πέταξαν από ναούς στον Πρίλαπο και στην Μπίτολα.

Είναι απαραίτητο να αναφέρω ότι η UNESCO απαγορεύει παρεμβάσεις στην αποκατάσταση μνημείων που αλλοιώνουν τον εθνικό τους χαρακτήρα».

Και συνεχίζει:

«Το σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι οι βουλγαρικές επιγραφές των περασμένων αιώνων έχουν αντικατασταθεί με επιγραφές γραμμένες στη σύγχρονη σλαβική γλώσσα. Τη γλώσσα που δημιουργήθηκε το 1944. Και αυτό για να καταδείξουν ότι η σλαβική γλώσσα στο χώρο της Μακεδονίας είναι …αρχαία και ότι υπήρχε κατά τον ΙΓ΄ και ΙΔ΄ αιώνα…, γράφει χαρακτηριστικά το βουλγαρικό δημοσίευμα.