Archive

Posts Tagged ‘Παύλος Μελάς’

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Του Παντελή Σαββίδη
Σαν σήμερα, πριν από 102 χρόνια απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά και ένα μεγάλο μέρος του βορειοελλαδικού χώρου, από τον τουρκικό ζυγό.

Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση πως η απελευθέρωση αυτή αποτέλεσε ένα ξαφνικό, στιγμιαίο γεγονός εν πολλοίς τυχαίο, αφού εκείνο στο οποίο εστιάζεται συνήθως η όλη εξιστόρηση είναι το τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το διάδοχο Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την προέλασή του προς το Μοναστήρι και να επιταχύνει την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι.

Η εστίαση στην τελευταία φάση της απελευθέρωσης, στερεί τον πολίτη από τη γνώση εκείνη που φθάνει στην αρχή των γεγονότων και του δίνει, έτσι, τη δυνατότητα να πληροφορηθεί, εξηγήσει και αντιληφθεί, γεγονότα που σήμερα τα βρίσκει μπροστά του και τον απασχολούν.

Πίσω από την ευτυχή κατάληξη των γεγονότων, υπάρχει πολύς κόπος και πολύ αίμα που άρχισε να χύνεται από την επομένη της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ορισμένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, όπως για παράδειγμα οι σχέσεις με την ΠΓΔΜ έχουν τις ρίζες τους στον αιώνα αυτό της εξιστόρησής μας, τον 19ο δηλαδή, και όχι στα μέσα του εικοστού, όπως ορισμένοι, πολιτικοί κυρίως, επισημαίνουν.

Ο Τίτο, προσπάθησε να δημιουργήσει «μακεδονική εθνότητα» αλλά η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομης Μακεδονίας ανάγεται στα μέσα του 19ου, και όχι του 20 αιώνα.

Δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με τις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώριζε την ανεξαρτησία του μικρού ελληνικού κράτους, όταν άρχισαν οι πρώτες διεργασίες για μελλοντικές εξεγέρσεις στις ελληνικές επαρχίες της Τουρκίας.

Στην Αθήνα οι διάφορες συζητήσεις για την κατάσταση και το μέλλον των υπόδουλων κατέληξαν στη σύσταση μυστικών εταιρειών με σκοπό την προετοιμασία μελλοντικών κινημάτων.

Γνωστόν ήταν και στη νότια Ελλάδα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ότι στις τάξεις των Μακεδόνων αγωνιστών συγκαταλέγονταν άτομα με μητρική γλώσσα διαφορετική από την ελληνική όπως βλάχικη, σλαβική, αρβανίτικη, χωρίς αυτό να επηρεάζει τον εθνικό προσανατολισμό τους που ήταν η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Το ίδιο ακριβώς παρατηρήθηκε και στην περίοδο ως τον Κριμαϊκό πόλεμο, όταν ακόμη η εθνική αφύπνιση των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής δεν είχε εισχωρήσει ουσιαστικά στη Μακεδονία.

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΒΛΕΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Έτσι, λοιπόν, εκείνοι από τους Μακεδόνες χριστιανούς που ευαισθητοποιούνταν στην ιδέα της απελευθέρωσης, προσέβλεπαν προς το ελληνικό βασίλειο για τη λύτρωσή τους , και εντάσσονταν σε ελληνικά ένοπλα σώματα, περιμένοντας τη στιγμή του ξεσηκωμού.

Από την άλλη πλευρά, η γειτνίαση με το σλαβικό χριστιανικό στοιχείο ενίσχυε στους Μακεδόνες –περισσότερο, ίσως από ό,τι στους άλλους υπόδουλου Έλληνες- την ιδέα της σύμπραξης όλων των βαλκανικών λαών για την από κοινού ανατροπή του οθωμανικού κράτους και την ίδρυση βαλκανικής ομοσπονδίας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΡΙΜΑΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Τον Οκτώβριο του 1853 ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο λεγόμενος Κριμαϊκός. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι Ρώσοι κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, και στις αρχές του 1854 έφθασαν στο Δούναβη.

Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν γενική κινητοποίηση στην Ελλάδα, καθώς ο Όθων και οι περισσότεροι πολιτικοί προέβλεπαν ήττα και διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με προσωπική ανάμιξη του μονάρχη καταρτίστηκαν μεγάλα ένοπλα σώματα αλλά το όλο εγχείρημα απέτυχε και πέραν των άλλων δημιουργούσε και μια πρόσθετη μακροπρόθεσμη περιπλοκή. Παγίωνε την τουρκική καχυποψία και εχθρότητα απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, σε μια εποχή που στο προσκήνιο άρχιζε να εμφανίζεται η βουλγαρική εθνική ιδέα.

Από αυτήν τη στιγμή (1854) και μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (1989) οι προστριβές με τη Βουλγαρία θα είναι ένα μόνιμο φαινόμενο που θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη βαλκανική.

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται και το Κίνημα των Σλαβόφιλων και αργότερα των Πανσλαβιστών-.

Η Ρωσία έστρεψε την προσοχή της στους υπόδουλους Σλαύους, αναθεωρώντας μια βασική αρχή της πολιτικής της: αντί να αγωνίζεται πλέον για τους ορθόδοξους χριστιανούς, στο μέλλον, θα προωθούσε τα συμφέροντα των Χριστιανών Σλαύων.

Βασικός της γεωπολιτικός στόχος ήταν να «βγει» στις θερμές θάλασσες και πίστευε, πλέον, πως θα μπορούσε να το πετύχει καλύτερα και αποτελεσματικότερα με τους σλάβους χριστιανούς.

Εκτός, όμως, από τη ρωσική πολιτική, τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου, εμφανίσθηκαν σαν καταλύτης και στην πολιτική της Σερβικής Ηγεμονίας και των εθνικιστών Βουλγάρων. Η γιουγκοσλαβική ενωτική εθνική κίνηση άρχισε να ενδιαφέρεται και για τη Μακεδονία- τουλάχιστον για τις βορειότερες περιοχές της, όπως και οι βούλγαροι εθνικιστές..

Την εποχή, όμως, εκείνη τα σχέδια αυτά μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα μπορούσαν να έχουν.

Οι Έλληνες με την περιορισμένη γνώση των πολιτικών εξελίξεων που σημειώνονταν στη βόρεια Βαλκανική, συνέχιζαν να εμμένουν στο δόγμα ότι η Μακεδονία ολόκληρη, έπρεπε να περιληφθεί στο μελλοντικό διευρυμένο ελληνικό κράτος.

Σέρβοι και Βούλγαροι αρχίζουν να δραστηριοποιούνται αλλά και ο Ελληνισμός δεν παρέμενε αδρανής. Δημιουργήθηκαν νέα προξενεία αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι ενισχύθηκαν από τις ντόπιες παραδοσιακές δυνάμεις του Ελληνισμού-δασκάλους, δημογέροντες, εμπόρους, κληρικούς- καθώς και από τη νέα γενιά των επιστημόνων που, αφού σπούδασαν ή έζησαν ένα διάστημα στο βασίλειο, άρχισαν να επιστρέφουν στις γενέτειρές τους. Ποτισμένοι με το εθνικιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην πρωτεύουσα οι νέοι αυτοί διαμόρφωναν σιγά σιγά πυρήνες εθνικής δράσης στις πόλεις και κωμοπόλεις όπου είχαν εγκατασταθεί.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1875-1878) ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Στη δεκαετία του 1860, τον Ελληνισμό της Μακεδονίας άρχισε να απασχολεί, ολοένα και εντονότερα, η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού.

Αρχικά, η προβολή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας γινόταν με αιτήματα καθαρά εκκλησιαστικής μορφής, όπως τη χρησιμοποίηση της σλαβονικής στην εκκλησία και την αντικατάσταση Ελλήνων αρχιερέων με Βουλγάρους.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η διένεξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την ίδρυση ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας και η εξάπλωση της ιδεολογίας του Πανσλαβισμού μέσω Ρώσων διανοουμένων, κληρικών και προξενικών υπαλλήλων, προσέδωσαν στα αιτήματα των βουλγαριστών της Μακεδονίας σαφή εθνική χροιά.

Όπως ήταν φυσικό επακολούθησε ελληνική αντίδραση που έμελλε να διχάσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας για αρκετές δεκαετίες.

Η διένεξη πήρε πολλές και ποικίλες διαστάσεις, εξαιτίας της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που εμφάνιζε η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Πραγματικά, η εξακρίβωση της εθνικής ταυτότητας του χριστιανικού πληθυσμού- που αποτελούσε τα δύο τρίτα του συνόλου- υπήρξε πρόβλημα δυσεπίλυτο, που δίχασε επιστήμονες και πολιτικούς.

Ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μεγάλη μάζα του αγροτικού χριστιανικού πληθυσμού, παρά την ποικιλία των γλωσσών που μιλούσε, δεν είχε σαφή εθνικό προσανατολισμό. Γι αυτό και η θρησκεία παρέμενε όχι μόνο το κύριο διαφοροποιό γνώρισμα μέσα στην οθωμανική κοινωνία, αλλά και στοιχείο μορφοποιητικό της εκκολαπτόμενης εθνικής συνείδησης.

Πάντως, ως το 1870 -όταν ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία- οι μη ελληνόφωνες χριστιανικές μάζες που βρίσκονταν πλησιέστερα προς τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι Έλληνες, ταυτίζονταν με τον Ελληνισμό. Και αυτό, όχι μόνο γιατί συντηρούσαν μόνοι τους ελληνικά σχολεία και τελούσαν τη θεία λειτουργία στα ελληνικά, αλλά και γιατί συμμετείχαν ενεργά στους διάφορους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.


ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και την εξαγγελία των μεταρρυθμίσεων του Χάτι Χουμαγιούν, οι Βούλγαροι ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με την ίδρυση ανεξάρτητης Εκκλησίας τους και τον προσδιορισμό των ορίων της δικαιοδοσίας της στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Στις 27 Φεβρουαρίου/ 11 Μαρτίου 1870, με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εκκλησία. Στο ίδιο φιρμάνι υπήρχε διάταξη που επέτρεπε την προσθήκη και άλλων μητροπόλεων στην Εξαρχία, εφόσον τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων της περιφέρειας εκδήλωναν σχετική επιθυμία.

Η τελευταία αυτή διάταξη άνοιγε έδαφος για οξύτατο φυλετικό ανταγωνισμό, που εξυπηρετούσε τα σχέδια της Οθωμανικής κυβέρνησης, αφού θα απέκλειε πλέον τη μελλοντική σύμπραξη των δύο χριστιανικών εθνοτήτων.

Έτσι, όταν κάθε προσπάθεια για συμφιλίωση απέτυχε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1872 κήρυξε την εξαρχία σχισματική.

Από τη στιγμή εκείνη η ελληνοβουλγαρική διένεξη στις διαφιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας (και της Θράκης), έμπαινε στη φάση του ανοικτού ανταγωνισμού.

Η δραστηριοποίηση του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης και ιδίως η ίδρυση νέου στο Μοναστήρι το 1861, έδωσε μεγάλη ώθηση στη βουλγαρική κίνηση.

Για πρώτη φορά οι Βούλγαροι της βόρειας Μακεδονίας αποκτούσαν τον τοπικό «προστάτη» τους στο πρόσωπο του εκπροσώπου της σλαβικής Ρωσίας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχισθεί χωρίς σοβαρούς κινδύνους για τη θέση του Ελληνισμού. Γι αυτό και οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν ενεργότερη ανάμιξη του ελεύθερου ελληνικού κέντρου στα μακεδονικά πράγματα.

Στις εισηγήσεις τους ζητούσαν να διαγραφεί η βόρεια Μακεδονία, ως αναμφισβήτητα σλαβική, να ενισχυθεί η εκπαιδευτική, εκκλησιαστική και εθνική δραστηριότητα στην κεντρική ζώνη, και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σλαβόφωνες και βλαχόφωνες κοινότητες της Πελαγονίας που αποτελούσαν τη γραμμή των πρόσω του Ελληνισμού.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1875-1878
Τον Απρίλιο του 1877, κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Σε διάστημα εννέα μηνών τα ρωσικά στρατεύματα έφθασαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στις 3 Μαρτίου στον Άγιο Στέφανο, επέβαλαν στους Τούρκους τη σύναψη ειρήνης.

Η πλέον διαφιλονικούμενη διάταξη της Συνθήκης αυτής υπήρξε η ίδρυση ενός τεράστιου ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους που θα περιλάμβανε και το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας, με εξαίρεση τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχίες Κοζάνης και Σερβίων.

Η αναθεώρηση των όρων της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου πραγματοποιήθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου- 13 Ιουλίου 1878). Οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ριζικό περιορισμό των απαιτήσεών τους.

Τελικά η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής στο Σουλτάνο, αλλά νότια, από τον Αίμο και ως τη Ροδόπη, συστήθηκε η Ανατολική Ρωμυλία, επαρχία αυτοδιοικούμενη με Χριστιανό διοικητή.

Ολόκληρη η Μακεδονία παρέμεινε στην Τουρκία.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Την αναγγελία των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου οι Έλληνες την υποδέχτηκαν με ανακούφιση ενώ οι Βούλγαροι είδαν με απογοήτευση το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας να χάνεται.

Πρώτη τους αντίδραση υπήρξε ο ένοπλος αγώνας.
Μετά την αποτυχία της προσπάθειας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το δικό της σχέδιο για την ενίσχυση του Ελληνισμού.

Πρώτος αντικειμενικός σκοπός υπήρξε η ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, στη συνέχεια η ενίσχυση της Εκκλησίας, η οικονομική ισχυροποίηση της θέσης των Ελλήνων της Μακεδονίας , χωρίς να αγνοηθεί ο τομέας της πληροφόρησης.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897
Το 1885, μετά από προσπάθειες μιας επταετίας, οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να προσαρτήσουν με πολιτικοστρατιωτικό πραξικόπημα την Ανατολική Ρωμυλία(6/18 Σεπτεμβρίου 1885).

Το εγχείρημα συγκλόνισε Έλληνες και Σέρβους, που θεώρησαν τη βουλγαρική ενέργεια στοιχείο ανατροπής της ισορροπίας στη Βαλκανική και αφετηρία νέας εξόρμησης, αυτήν τη φορά προς τη Μακεδονία. Το ηθικό των Βουλγαρομακεδόνων αναπτερώθηκε, γιατί η βουλγαρική ηγεμονία πρόβαλλε στα μάτια των υπόδουλων χριστιανών ως η ανερχόμενη βαλκανική δύναμη.

Την εποχή εκείνη ο όρος «Μακεδόνας» δεν είχε εθνική αλλά γεωγραφική έννοια.

Το 1893 ιδρύθηκε στη Ρέσνα η «Μυστική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», η οποία αργότερα, το 1896, μετονομάσθηκε σε «Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», γνωστή σαν ΕΜΕΟ.

Την ίδια εποχή στη βουλγαρική ηγεμονία, οι πολυπληθείς βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις κατόρθωσαν το 1894 να συνενωθούν και να συστήσουν μια Ανώτατη Επιτροπή-Βερχόβεν Κομιτέτ- όλων των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που θα κατεύθυνε τον αγώνα στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Τη στιγμή που άρχισε να διαγράφεται η μεγάλη βουλγαρική εξόρμηση στη Μακεδονία, ο Ελληνισμός βρέθηκε με τις δυνάμεις του διχασμένες, οικονομικά ασθενής και διπλωματικά απομονωμένος. Από την κυβέρνηση η πρωτοβουλία περιήλθε στους ιδιώτες.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ο αντίκτυπος της ήττας του 1897 έγινε διπλά αισθητός στο μακεδονικό Ελληνισμό. Η παντοδυναμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνικού κλήρου είχε σοβαρά εξασθενίσει όχι μόνο από την εμφάνιση της αντίπαλης βουλγαρικής Εκκλησίας αλλά και από τη φαλκίδευση των προνομίων που επέβαλε η Πύλη.

Επιπλέον, το απόλυτο κύρος που έχαιρε το ανεξάρτητο ορθόδοξο ελληνικό κράτος- τουλάχιστον μέχρι την Ανατολική κρίση του 1875-1878- είχε μειωθεί και αυτό αισθητά καθώς στο προσκήνιο εμφανίσθηκαν δυναμικά και άλλα βαλκανικά χριστιανικά κράτη, ικανά να προσφέρουν στους υπόδουλους βοήθεια ή ελπίδα για μελλοντική απελευθέρωση.

Στην πράξη, οι βουλγαρικές επιδιώξεις στη Μακεδονία δεν μπόρεσαν να προωθηθούν γρήγορα, εξαιτίας, κυρίως, των διενέξεων των βουλγαρομακεδονικών επιτροπών ενιαίας γραμμής μεταξύ βουλγαρικής κυβέρνησης και κομιτάτων.

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ
Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να προσαρμόσει την αντίδρασή της στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η βουλγαρική εξόρμηση.

Αυτό, όμως που αρνήθηκε να πράξει το επίσημο ελληνικό κράτος ανέλαβε να το υλοποιήσει ο Γερμανός Καραβαγγέλης, μητροπολίτης Καστοριάς.

Εκτός των άλλων πέτυχε να αποσπάσει από το κομιτάτο τους σλαβόφωνους οπλαρχηγούς Κώτα από τη Ρούλια και Βαγγέλη από το Στρέμπενο, και με τον τρόπο αυτό απέκτησε την πρώτη ένοπλη δύναμη στην περιοχή Κορεστίων.

Η ελληνική, όμως, κυβέρνηση συνέχιζε την παθητική πολιτική. Στο μεταξύ, οι φωνές απόγνωσης και οι εκκλήσεις από το εσωτερικό της Μακεδονίας πολλαπλασιάζονταν.

Αποδέκτες στην Αθήνα των αιτημάτων των Μακεδόνων Ελλήνων ήταν, κυρίως, παράγοντες της ελληνικής πολιτικής, στρατιωτικής, επιστημονικής και δημοσιογραφικής κοινωνίας, οι οποίοι από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας, είχαν πυκνές διασυνδέσεις με το εσωτερικό της Μακεδονίας.

Καθώς, όμως, οι παράγοντες αυτοί, στην περίοδο 1898-1903, έφεραν δίκαια ή άδικα το στίγμα της αποτυχίας του ΄97, προσπάθησαν μόνοι τους να βοηθήσουν αυτούς που ήδη αγωνίζονταν στη Μακεδονία.

Μια ομάδα αξιωματικών και πολιτών, γύρω από την οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, άρχισε να δραστηριοποιείται. Ο γαμπρός του Στέφανου, Παύλος Μελάς, μαζί με άλλους συναδέλφους του πέτυχαν να στείλουν στον Καραβαγγέλη, την άνοιξη του 1903 την πρώτη ένοπλη ομάδα.

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ
Όλες αυτές οι δραστηριότητες δε στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν την κρατική μηχανή.

Οι επαναστατικές, όμως, ενέργειες των Βουλγάρων κατά το 1903 προκάλεσαν την ενεργό επέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στις μακεδονικές υποθέσεις.

Από κει και πέρα ήταν αδύνατον πλέον για την ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει αδρανής.

Τον Οκτώβριο του 1902 μεγάλα βουλγαρικά σώματα εισέδυσαν από τη βουλγαρική ηγεμονία στη βορειοανατολική και δυτική Μακεδονία όπου, σε συνεργασία με ντόπια βουλγαρομακεδονικά σώματα, προσπάθησαν να εξεγείρουν σε επανάσταση τον πληθυσμό.

Η πρωτοβουλία αυτή οφειλόταν σε ενέργειες του Ανώτατου Κομιτάτου της Σόφιας, το οποίο δεν είχε εξασφαλίσει τη συνδρομή της ΕΜΕΟ.

Η έγκαιρη κινητοποίηση του τουρκικού στρατού γρήγορα εξουδετέρωσε τις επαναστατικές ενέργειες.

Την άνοιξη του 1903, χωρίς εξουσιοδότηση από καμιά οργάνωση, προκλήθηκαν εκτεταμένες δολιοφθορές μέσα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της.

Ανάμεσα στους κυριότερους στόχους υπήρξαν το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας που ανατινάχθηκε, το ατμόπλοιο «Guadalquivir» που βυθίστηκε στον κόλπο της Θεσσαλονίκης και το σιδηροδρομικό και τηλεγραφικό δίκτυο που διακόπηκε σε διάφορα τμήματα της κεντρικής Μακεδονίας.

Οι τρομοκράτες επεδίωκαν τη δημιουργία εντυπώσεων παρά την πρόκληση γενικής εξέγερσης.

Οι Τούρκοι, όμως, αντέδρασαν με βίαια κατασταλτικά μέσα.

Μάταια οι ελληνικές αρχές προσπαθούσαν να αφυπνίσουν τις τουρκικές ώστε να προστατευθούν οι ελληνικές κοινότητες και οι μικτοί πληθυσμοί από τη διείσδυση στο χώρο τους της βουλγαρικής επαναστατικής ιδέας.

Έτσι, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλι-ντεν) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, με εντολή της ηγεσίας της ΕΜΕΟ, ξέσπασε η ένοπλη εξέγερση.

Το κύριο βάρος της προσπάθειας έπεσε στις επαρχίες της δυτικής και βόρειας Μακεδονίας, ενώ η κεντρική και ανατολική Μακεδονία παρέμειναν ουσιαστικά αμέτοχες, όπως επίσης και η αμιγώς ελληνόφωνη νότια ζώνη.

Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι πήραν μέρος στην εξέγερση σχισματικές και πατριαρχικές κοινότητες, σλαβόφωνες και βλαχόφωνες, άσχετα αν στην ενέργειά τους αυτή οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή με τη βία.

Από την πρώτη στιγμή οι Βούλγαροι προσπάθησαν να δώσουν και κοινωνικό περιεχόμενο στον αγώνα, κτυπώντας, εκτός από τις μικρές τουρκικές φρουρές, και τα τσιφλίκια και τα περιουσιακά στοιχεία των τούρκων μπέηδων.

Ταυτόχρονα, όμως, στράφηκαν και εναντίον των ηγετών του ελληνικού πληθυσμού, πολλούς από τους οποίους εκτέλεσαν ή εξανάγκασαν να καταφύγουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Όταν, όμως, ο τουρκικός στρατός ανασυντάχθηκε και άρχισε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις, η καταστροφή υπήρξε γενική.

Με μεθοδικότητα, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε Βουλγάρους ή Έλληνες, σε επαναστάτες ή παρασυρθέντες και εκβιασθέντες χωρικούς, οι τούρκοι εφήρμοσαν μέτρα γενοκτονίας.

Όταν έγινε ο απολογισμός, ο μακεδονικός ελληνισμός καταμετρούσε νέες εκατόμβες μαρτύρων.

Όσο για τους Βουλγάρους, η εξόντωση σπουδαίων οπλαρχηγών, η διάλυση πολλών σωμάτων, η σύλληψη εκατοντάδων στελεχών στα χωριά και στις πόλεις, έδωσαν αρχικά την εντύπωση ότι ο αγώνας τους στη Μακεδονία δέχθηκε σκληρό κτύπημα.

Η εξέγερση, όμως, του Ίλιντεν πέτυχε να προωθήσει τις βουλγαρικές θέσεις για μια πολιτική λύση του ζητήματος.

Χωρίς αμφιβολία, οι επαναστατικές κινητοποιήσεις του μακεδονικού πληθυσμού από τις βουλγαρικές οργανώσεις πρόβαλε με πειστικότητα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις το αίτημα για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.

Η ΕΝΟΠΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Η ένοπλη τροπή που πήραν τα γεγονότα της Μακεδονίας μέσα στο 1903 αναστάτωσε την ελληνική κοινή γνώμη.

Το ενδεχόμενο μελλοντικής ανακατανομής των διοικητικών ορίων πάνω σε ασαφείς εθνολογικές βάσεις, οδήγησε στην άρση των επιφυλάξεων των κυβερνητικών παραγόντων στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Θεοτόκη αποφάσισε να δράσει.

Πρώτη της ενέργεια υπήρξε η αποστολή στη δυτική Μακεδονία τετραμελούς ομάδας αξιωματικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς.

Η ομάδα αυτή μελέτησε την κατάσταση και εισηγήθηκε στην κυβέρνηση, ανάμεσα σε άλλα, και την αποστολή ένοπλων σωμάτων.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να στελεχώσει το προξενείο στη Θεσσαλονίκη με ικανούς διπλωμάτες, τους οποίους πλαισίωσε με αξιωματικούς του στρατού.

Για τη θέση του γενικού προξένου Θεσσαλονίκης επελέγη ο Λάμπρος Κορομηλάς, με ευρύτατες αρμοδιότητες.

Παράλληλα, σε στενή συνεργασία ιδιωτών και κυβέρνησης ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο», με πρόεδρο το διευθυντή της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτρη Καλαποθάκη. Σκοπός του Κομιτάτου ήταν η οργάνωση ένοπλου αγώνα στη Μακεδονία, και, θεωρητικά, και σε άλλες υπόδουλες επαρχίες της Τουρκίας.

Η προσοχή του Κομιτάτου στράφηκε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία όπου ο κίνδυνος είχε εμφανισθεί αμεσότερος κατά τα γεγονότα του Ίλιντεν. Στην ίδια, όμως, περιοχή υπήρχε κάποια προεργασία, χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη Γερμανού, της μυστικής οργάνωσης «Άμυνα», και μερικών μικρών σωμάτων ντόπιων οπλαρχηγών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στα τέλη Αυγούστου 1904, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αποστολή συγκροτημένου σώματος υπο τον Παύλο Μελά, ο οποίος, ως Γενικός Αρχηγός Δυτικής Μακεδονίας έθετε υπο την καθοδήγησή του όλες τις σκόρπιες ένοπλες ομάδες.

Η δράση του Μελά, όμως, δεν διάρκεσε παρά μόνο ενάμιση μήνα, αφού στις 13/26 Οκτωβρίου, το σώμα περικυκλώθηκε από τουρκικό στρατό στο χωριό Στάτιστα (σημ. Μελά) της Καστοριάς και ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας έξοδο. Τη θέση του Μελά ανέλαβε ο Κρητικός υπολοχαγός Γεώργιος Τσόντος.

Και οι δύο πλευρές- βουλγαρική και ελληνική- ελίσσονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να στρέψουν τον Τούρκο κατά του αντιπάλου τους.

Για τα ελληνικά σώματα, ο αγώνας πολλές φορές εξελισσόταν σε τριμέτωπο, καθώς, σε ορισμένες περιοχές, κυρίως της κεντρικής Μακεδονίας, νομάδες κτηνοτρόφοι Βλάχοι, που είχαν ασπασθεί τη ρουμανική ιδέα, ευθυγραμμίζονταν με τους Βουλγάρους. Η ζημιά που προκάλεσαν οι ρουμανίζοντες στον ελληνικό αγώνα ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μικρό τους αριθμό.


Τελείως αντίθετη ήταν η στάση που τήρησαν οι Βλάχοι των πόλεων, κωμοπόλεων και της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωριών της βόρειας Μακεδονίας, οι οποίοι αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής άμυνας σε όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ζωτική περιοχή του αγώνα υπήρξε η ελώδης λίμνη των Γιαννιτσών, όπου σε ολόκληρη σχεδόν τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα έλαβε χώρα ένας περίεργος, όσο και σκληρός πεζοναυτικός πόλεμος για την εξασφάλιση του ελέγχου της κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, συνηθέστερη μορφή επιχειρήσεων ήταν η επιδρομή σε κατοικημένους τόπους για την τιμωρία καταδοτών, τον εκφοβισμό των αντιπάλων ή την εκτέλεση στελεχών του Κομιτάτου.

Προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα (1907-1908) το βουλγαρικό κίνημα είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημεία κάμψεως.

Από τη μια πλευρά στην ακρότατη βόρεια Μακεδονία η σερβική Οργάνωση είχε παρουσιάσει έντονη δραστηριότητα, αμφισβητώντας από τους Βουλγάρους την πρωτοβουλία των κινήσεων, από την άλλη, οι οξύτατες διενέξεις μέσα στους κόλπους του βουλγαρικού κινήματος, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους οπαδούς του Ανώτατου Κομιτάτου (βερχοβιστές) και στην αριστερή μερίδα των οπαδών της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), είχαν μετατραπεί σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο.

Η αποξένωση, μιας μερίδας έστω, αγωνιστών από τα κέντρα απόφασης του βουλγαρικού κινήματος έγινε σαφέστερη, καθώς το παλαιό προπαγανδιστικό σύνθημα της αυτονομίας, μετατράπηκε γι αυτούς σε αυτοσκοπό του αγώνα τους.

Δηλαδή, για λόγους καθαρά τακτικής, οι Βούλγαροι δεν έλεγαν πως θέλουν τη Μακεδονία βουλγαρική αλλά ζητούσαν την αυτονομία της ως πρώτο βήμα. Η αριστερή τάση της ΕΜΕΟ, έκανε αυτοσκοπό την αυτονομία και για λόγους προσωπικών αντιπαραθέσεων.

Ο Μακεδονικός αγώνας πέρασε στην ιστορία σαν ένας από τους πιο κρίσιμους αγώνες που διεξήγαγε ο Ελληνισμός για την εθνική του ολοκλήρωση.

Γι αυτό δίκαια αναγνωρίζεται σαν ο «Τρίτος Αγώνας της Ανεξαρτησίας», μετά την Επανάσταση τους 1821 και τον Κρητικό Αγώνα.

Παρά τις προβλέψεις ξένων παρατηρητών που είχαν εντυπωσιασθεί από τη βουλγαρική δραστηριότητα στη Μακεδονία ως το 1904, ο αγώνας των Ελλήνων υπήρξε επιτυχής.

Όπως σημειώνει και ο Άγγλος ιστορικός του Μακεδονικού Αγώνα Douglas Dakin, η επιτυχία τους μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι αγωνίσθηκαν κυρίως σε περιοχή όπου ζούσε φιλικά προσκείμενος και συγγενής πληθυσμός, βαθιά προσηλωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική ιδέα, ανεξάρτητα αν δεν μιλούσε πάντα την ελληνική γλώσσα.

Αυτήν την ιδέα που πρέπει να επανακαλύψουμε.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Παρά, λοιπόν, τα αίμα που χύθηκε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις επέσπευσαν την προσέγγιση των βαλκανικών χριστιανικών κρατών.

Το Μάρτιο του 1912 Σέρβοι και Βούλγαροι συμφώνησαν στη σύναψη συμμαχίας, που στρέφονταν βασικά κατά της Τουρκίας.

Από την πλευρά του ο Βενιζέλος είχε έγκαιρα αισθανθεί τους κινδύνους μιας μονομερούς σερβο-βουλγαρικής ενέργειας. Γι αυτό προσπάθησε από το 1911 να έρθει σε συνεννόηση με τους Βουλγάρους, οι οποίοι επιδίωκαν δέσμευση της Ελλάδας για την ίδρυση αυτόνομου μακεδονικού κράτους, που στην πραγματικότητα θα ελεγχόταν από τη Σόφια.

Τελικά οι δύο κυβερνήσεις συμφώνησαν να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας (30 Μαίου 1912) χωρίς να αναφερθούν στη μελλοντική τύχη των μακεδονικών εδαφών.

Στην απόφασή τους αυτή οι Βούλγαροι οδηγήθηκαν από υπέρμετρη αυτοπεποίθηση στη στρατιωτική τους ισχύ.

Η στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας αποδείχθηκε πλεονέκτημα καθώς η υποτίμηση της ελληνικής ισχύος από τους Βουλγάρους άφησε στις ελληνικές δυνάμεις ελεύθερο πεδίο δράσης στη νότια Μακεδονία.

Η νοοτροπία αυτή δεν εγκατέλειψε τους Βουλγάρους ούτε και όταν, στις αρχές Οκτωβρίου, άρχισαν οι συνδυασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των βαλκανικών κρατών.

Το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού στρατού είχε στραφεί προς τη Θράκη, με κύρια επιδίωξη την Κωνσταντινούπολη.

Με τις αλλεπάλληλες όμως νίκες του ελληνικού στρατού και τη γοργή, σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, προέλασή τους στην καρδιά της Μακεδονίας, το βουλγαρικό επιτελείο επέσπευσε την προέλαση προς νότο μιας μεραρχίας για να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη.

Η κίνηση αυτή έγινε έγκαιρα γνωστή στην Αθήνα και παρά την προτίμηση του αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου να συνεχίσει την προέλαση του στρατού προς βορρά, ο Βενιζέλος επέμεινε στην άμεση κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, ώρες μόνο πριν την άφιξη των Βουλγάρων.

Αυτός ήταν ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος τα αποτελέσματα του οποίου αμφισβήτησαν οι Βούλγαροι και οδήγησαν τις εξελίξεις στο Δεύτερο Βαλκανικό.

Τώρα, οι Βούλγαροι πολεμούσαν εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστρεπτικό για τους Βουλγάρους.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) τερμάτισε το Β! Βαλκανικό Πόλεμο και οριστικοποίησε τα σύνορα των τριών βαλκανικών χωρών στη Μακεδονία.

Κατά περίεργη σύμπτωση, η νότια περιοχή που περιήλθε στην Ελλάδα ταυτιζόταν περίπου προς τα όρια της «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη μια μικρή λωρίδα που παρέμεινε εντός της σερβικής και βουλγαρικής περιοχής.

Στη νότια αυτή ζώνη περιλαμβάνονταν, εκτός από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, και οι μεγαλύτερες μάζες των σλαβόφωνων κατοίκων που είχαν διατηρήσει την ελληνική τους εθνική συνείδηση.

Ωστόσο, σημαντικοί αριθμητικά ελληνικοί πληθυσμοί παρέμειναν αποκλεισμένοι στη σερβική και βουλγαρική Μακεδονία, από όπου αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην ελληνική Μακεδονία αφήνοντας πίσω ελάχιστα υπολείμματα ελληνικών εστιών.

Το ίδιο συνέβη και στο νότο με τις πληθυσμιακές μάζες που είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο τίτλος του άρθρου είναι τίτλος σε ένα σύντομο πόνημα του Γιώργου Βαφόπουλου για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: Ανιχνεύσεις

Είναι αδύνατον να δοθεί ημερομηνία λήξης στον Μακεδονικό αγώνα…


Αναβρασμός στον καζά Λαγκαδά την τετραετία 1908 – 1912Η επικράτηση του Νεοτουρκικού Κινήματος ανέτρεψε εντελώς την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία. Η αμνήστευση των ανταρτών είχε ως αποτέλεσμα την αθρόα κάθοδό τους στις πόλεις και την τυπική διάλυση των βουλγαρικών και ελληνικών σωμάτων. Την ώρα που τα ελληνικά σώματα εμφανίζονταν και αποχωρούσαν εν μέσω δοξολογιών και πολυάνθρωπων εκδηλώσεων ήδη εδρομολογείτο ο επόμενος γύρος.Ο ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός (στο εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό πεδίο) δεν είχε φέρει τα ποθητά αποτελέσματα για την βουλγαρική Οργάνωση στη Μακεδονία, γεγονός που την εξανάγκασε να εγκαινιάσει νέες μεθόδους με την συμπαράσταση των βουλγαρικών αντάρτικων σωμάτων και την εφαρμογή βίαιων μέτρων σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών. Έτσι η χρονική περίοδος 1904-1908, παρά τα θετικότατα αποτελέσματα της για την ελληνική πλευρά, δεν οδήγησε την ένοπλη φάση στην τελική έκβαση.

Άρχισαν λοιπόν οι Βούλγαροι περιδιαβαίνοντας τις διάφορες περιοχές της Μακεδονίας να στρατολογούν κομιτατζήδες, οι οποίοι προέβαιναν στη δημιουργία διάφορων κακουργηματικών πράξεων. Θέλησαν τότε να εκδικηθούν το χωριό του Καπετάν Γιάννη, τη Ράμνα. Πολιόρκησαν λοιπόν το χωριό και επιδόθηκαν σε ξυλαδαρμούς των κατοίκων με αποτέλεσμα δύο να αποβιώσουν. ΣΚΡΙΠ 4/5/1908

Από τα ανήκουστα όργια των Βουλγάρων κομιτατζήδων δεν εξαιρέθησαν ούτε και οι αρχιερείς όπως ο Χρυσόστομος Δράμας μετέπειτα Σμύρνης, ο οποίος σε επιστολή του προς ένα φιλικό του πρόσωπο έγραφε:

«Πλήθος κυνών και σπείρα κακών ζητεί την κεφαλήν μου… Να πέσω τουλάχιστον ως αετός και ουχί να αποθάνω ως όρνις… Μη έχων έτερον τι να δώσω προς σωτηρίαν της ημετέρας λατρευτής Πατρίδος, ας δώσω το αίμα μου».

Όλα αυτά τα γεγονότα των ωμοτήτων, που διαπράχθηκαν σ’ όλο τον καζά Λαγκαδά και ιδιαίτερα στη Λιγκοβάνη (Ξυλόπολη), τόσο φρικαλέα, τόσο πρωτάκουστα για ευρωπαϊκή χώρα, προκάλεσαν των έντονη διαμαρτυρία του ειδικού απεσταλμένου των «ΤΑΪΜΣ», ο οποίος έγραφε:

«Τα μεγαλύτερα τερατουργήματα τότε εγίνοντο εις την Λιγκοβάνην, όπου ητιμάσθησαν παρθένοι, εφιμώθησαν και εληστεύθησαν πρόκριτοι, προεπηλακίσθησαν ιερείς και διεπράχθησαν εν γένει πράξεις αφαντάστου βδελυρότητος κατά του ελληνικού στοιχείου» .

Το δε Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέφρασε με επιστολή του προς τον Βούλγαρο Έξαρχο την αγωνία του για την τύχη των δύσμοιρων κατοίκων του καζά Λαγκαδά.

«Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ρηγνύει κραυγήν οδύνης δια τα φρικτά ταύτα δεινοπαθήματα των τέκνων του, ών τα δίκαια και την εθνικήν υπόστασιν καθήκον έχει να υπερασπίση ….»

Στη Μακεδονία η πάλη των χριστιανικών εθνοτήτων κατά των Τούρκων, αλλά και οι εθνικοί ανταγωνισμοί μεταξύ τους, υπήρξαν τόσο βαθιά ριζωμένοι ώστε ήταν αδύνατο να εκλείψουν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Οι τόσο πολυδιαφημισμένες έννοιες της ισότητας, της αδελφότητας και της ελευθερίας, σύμφωνα με τα γαλλικά πρότυπα, δεν ήταν παρά ψεύτικα συνθήματα, τα οποία είχαν γνωρίσει την πραγματική σημασία τους μόνο κατά τις πρώτες μέρες που ακολούθησαν το Νεοτουρκικό κίνημα. Η παροδική διακοπή των εθνικών ανταγωνισμών των χριστιανικών εθνοτήτων στη Μακεδονία αμέσως μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης των Νεότουρκων, έδειξε ανάγλυφα και μια άλλη πλευρά του μακεδονικού ζητήματος ίσως τη σπουδαιότερη: την κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση του χριστιανικού στοιχείου.

Από τα τέλη του θέρους του 1908 ο εξοπλισμός των εξαρχικών χωριών επαναλήφθηκε και η προπαγάνδα εντάθηκε, καθώς πολλοί κομιτατζήδες που κρατούνταν σε τουρκικές φυλακές είχαν ήδη αφεθεί ελεύθεροι. Από τον Οκτώβριο επαναλήφθηκαν και οι δραστηριότητες των ελληνικών ντόπιων σωμάτων.

Στην περιοχή μας συνέχιζε τη δράση του ο καπετάν Γιάννης Ράμναλης. Είχε καταστεί ο φόβος και ο τρόμος όλων των εξαρχικών.
Το σώμα του (καπετάν Γιάννη) εφόνευσε εις το χωρίον Αρακλή (Λαγκαδά) τον οθωμανόν φύλακα Χασάν και ετραυμάτισεν έτερον ένα εκ λόγων τιμής, έξωθι του χωρίου Γραδοβορίου εφονεύθη ο Βούλγαρος Πετρος Σταύρου υπό ανδρών του σώματος Λαγκαδά.
Γι’ αυτό διέδιδαν φήμες ότι δολοφονήθηκε σε ενέδρα Βούλγαρων κομιτατζήδων μέχρι που το γεγονός διέψευσε η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 20/8/1908.

Από τις αρχές του 1909 είχε εγκατασταθεί στη Μακεδονία η «προτέρα τρομοκρατική αναρχία την οποίαν εδημιούργησαν τα Βουλγαρικά κομιτάτα και αι συμμορίαι αυτών». ΕΜΠΡΟΣ 5/1/1909
Η επαναφορά της τάξης που επικαλούνταν οι Νεότουρκοι ήταν προσωρινή. Οι Τουρκικές αρχές αδυνατούσαν να λάβουν προληπτικά μέτρα και έτσι η θέση το Ελληνισμού στη Μακεδονία καθίστατο πλέον «επισφαλεστέρα».

Οι τουρκικοί πληθυσμοί φανατίζονταν κατά των Ελλήνων και τους απειλούσαν με σφαγές. Οι βιαιότητες και οι αυθαιρεσίες που υφίσταντο οι Έλληνες δεν συνέβαιναν ούτε και με το προηγούμενο απολυταρχικό καθεστώς γιατί τώρα ο τουρκικός πληθυσμός: «ίσταται ήδη πάνοπλος και διωργανωμένος υπό των Νεοτούρκων εις ενωμοτίας και λόχους επί κεφαλής των οποίων ετέθησαν αιμοχαρείς και φανατικοί Μουσουλμάνοι». ΕΜΠΡΟΣ 5/1/1909

Ενώ ο Μουτεσαρίφης Σερρών δήλωνε: «Πρέπει οι Έλληνες να λησμονήσουν τα παρελθόντα, και να αποβάλλωσι τας γνωστάς εθνικάς ιδέας των, διότι εν εναντία περιπτώσει υπάρχει κίνδυνος να τα καταπνίξωσι δια του αίματός των». ΕΜΠΡΟΣ 5/1/1909

Αναμφισβήτητα όμως το πιο επίμαχο ζήτημα, το οποίο προκάλεσε γενικό αναβρασμό ανάμεσα στις χριστιανικές εθνότητες της Μακεδονίας και οδήγησε στην αναβίωση της εθνικής διαπάλης, υπήρξε η επίλυση του εκκλησιαστικού θέματος.

Οι Βούλγαροι επωφελούμενοι από το μένος των Νεοτούρκων κατά των Ελλήνων επανέφεραν εντονότερα πλέον το θέμα της κατοχής των εκκλησιών. Ο Σαντάνσκυ διαπίστωνε: «…τοσούτον εξήφθησαν επικινδύνως τα πνεύματα των Βουλγάρων, ώστε ουδέ αυτός ο ίδιος να μη δύναται δια της επιρροής του να κατευνάση αυτά». ΕΜΠΡΟΣ 15/2/1909

Στις 28 Φεβρουαρίου 1908 η «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΙΣ» της Βιέννης ανέγραψε ότι η Τουρκία απεφάσισε 82 εκκλησίες της Μακεδονίας να, «… αποδώση εις τους αληθείς αυτών δικαιούχους». Η διαδοθείσα φήμη ήταν η αιτία ώστε Σαντάνσκυ να δηλώσει: «…εν ή περιπτώσει αποδοθώσιν αύται εις τους Έλληνας οι Βούλγαροι δεν θα επιτρέψωσιν τούτο, αλλά θα προκαλέσωσι ταραχάς….» ΕΜΠΡΟΣ 28/2/1908

Τελικά οι εκκλησίες αποδόθηκαν στους Έλληνες. Η απόδοση των αμφισβητούμενων εκκλησιών στους Έλληνες προκάλεσε την οργή του κομιτάτου και μεγάλη ανησυχία στους χωρικούς, ενώ η κοινή γνώμη αδιαφορούσε. ΕΜΠΡΟΣ 12/3/1909

Άρχισαν λοιπόν οι Βούλγαροι, περιδιαβαίνοντας τα χωριά του καζά Λαγκαδά, να τρομοκρατούν και να απειλούν δια των όπλων τους μουχτάρηδες, απαιτώντας την κοινοτική σφραγίδα και την υπογραφή τους σε λευκό χαρτί «… το οποίον δεν γνωρίζει κανείς εις τι θα χρησιμοποιήσουν». ΣΚΡΙΠ 20/3/1909

Λίγους μήνες αργότερα επικαλούμενοι τις σφραγίδες και τις υπογραφές των μουχτάρηδων ζήτησαν με αναφορά τους από την κυβέρνηση: «…όπως διοριστή Βούλγαρος αρχιμανδρίτης εις Λαγκαδά». ΣΚΡΙΠ 17/5/1909

Η εφημερίδα ΣΚΙΠ της 6 Ιουνίου 1909 προανήγγειλε την έναρξη της δράσης των ένοπλων συμμοριών στη Μακεδονία. Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο φοβούμενο την όλη κατάσταση αποφάσισε να αποδώσει προσωρινά τις εκκλησίες στις πλειοψηφούσες εθνικότητες, ενώ οι διώξεις του Ελληνικού στοιχείου της Μακεδονίας συνεχίζονταν: «…… και εξακολουθούν αι φυλακίσεις και ποικίλαι καταθλίψεις». ΕΜΠΡΟΣ 10/7/1909

Οι Βούλγαροι, προκλητικότατα, προσπάθησαν να παρουσιάσουν ομοεθνείς τους τους κατοίκους του καζά Λαγκαδά, δημιουργώντας τέτοιους με απειλές και χρήματα. Επιδόθηκαν λοιπόν σ’ έναν αγώνα νοθείας των περιχώρων για να έχουν στα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης ομοεθνείς τους.

Εν τω μεταξύ η Τουρκική αρχή προκειμένου να επιβάλει το νόμο άρχισε να καταδιώκει τους Έλληνες και να προετοιμάζει το έδαφος για την ψήφιση του ανθελληνικού νόμου «περί των εκκλησιών».

Η ψήφιση του ανθελληνικού νομοσχεδίου «περί των εκκλησιών» από την Τουρκική κυβέρνηση προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στον ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος συγκρότησε μεγάλο συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη στις 23 Αυγούστου 1909, ενώ ο συντάκτης του ΣΚΡΙΠ της 24 Αυγούστου 1909 σε άρθρο του γράφει: «… πιστεύω ότι, αν ο νόμος εφαρμοσθή, η Μακεδονική τραγωδία αρχίζει δια να μη καταπαύση πλέον…»

Η Τουρκική αρχή θορυβημένη διέταξε το κλείσιμο των «διαμφισβητουμένων εκκλησιών οίτινες ηρπάγησαν εσχάτως υπό των σχισματικών, οι Βούλγαροι όμως, δεν εννοούν να σωφρονισθούν και ετοιμάζονται να προβούν εις νέας καταλήψεις βιαίας». ΕΜΠΡΟΣ 2/10/1909

Οι ορθόδοξοι ιερείς των χωριών του καζά Λαγκαδά προκειμένου να σταματήσουν την απόδοση των εκκλησιών στους σχισματικούς τις έκλεισαν.

Στις 5 Ιανουαρίου 1910 οργανώθηκε μεγάλο συλλαλητήριο και στην Κωνσταντινούπολη για το κλείσιμο των εκκλησιών.

Η όλη κατάσταση έγινε πολύ χειρότερη της απολυταρχίας. Η διαμάχη πλέον ήταν γενική και περιλάμβανε, τους Έλληνες, τους Βούλγαρους, τους Νεότουρκους και τους Παλαιότουρκους,:

«… ευρίσκονται όλοι επί της αιματοβαρούς σκηνής, εις την οποίαν εκτυλίσσεται η Τρίτη πράξις της Μακεδονικής τραγωδίας, η τελευταία ίσως …. Οι Βούλγαροι εξακολουθούν τον εναντίον των Ελλήνων αμείλικτον αγώνα, όστις στρέφεται και κατά του καθεστώτος». ΣΚΡΙΠ 19/1/1910

Ο πόλεμος για την κατοχή των εκκλησιών συνεχίζονταν και η στρατολόγηση των χριστιανών υπό δυσμενέστατους όρους εξακολουθούσε, ενώ απροσδόκητα νέος ανθελληνικός διωγμός ξέσπασε. Οι δυστυχισμένοι χωρικοί της περιοχής μας κατελήφθησαν από μαύρη απελπισία και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Οι περισσότεροι κατέφυγαν νηστικοί και γυμνοί στους αγρούς, στα βουνά και στις σπηλιές, ενώ οι ευπορότεροι κατέρχονταν στη Θεσσαλονίκη, όπου, «…υπό τα όμματα των ξένων προξένων είνε ασφαλείς. Και οι αφηνιασμένοι Τούρκοι τους καταζητούν πανταχού και όταν δε τους συναντήσουν εις τα βουνά τους βασανίζουν, όταν δε ενταύθα τους απειλούν δια να μη μαρτυρήσουν τι είδον εις τα χωρία των». ΣΚΡΙΠ 10/4/1910

Η Πύλη απαίτησε από τον Πατριάρχη να παύση τους Έλληνας δασκάλους, ενώ τo Βουλγαρικό κομιτάτο Θεσσαλονίκης ευχαρίστησε τον Σουλτάνο για τη λύση «..του ζητήματος των εκκλησιών προς όφελος του Βουλγαρικού πληθυσμού της Μακεδονίας». ΣΚΡΙΠ 8/7/1910

Το Νεοτουρκικό κομιτάτο όμως τηρούσε στάση «αναβολής της εφαρμογής του νόμου» μήπως η εφαρμογή του γίνει πρόξενος ταραχών και επωφεληθούν οι αντιδραστικοί.

Οι Νεότουρκοι συνέχισαν τους διωγμούς των φιλήσυχων χωρικών του καζά Λαγκαδά. Ο τύπος της εποχής καυτηρίασε τον διωγμό του «τρομερού επαναστάτη από την Μπάλτσα ηλικίας 11 ετών». ΣΚΡΙΠ 13/7/1910

Ενώ η κατάσταση καθίστατο ανησυχητική έφτασε στη Θεσσαλονίκη ο υπουργός εσωτερικών της Τουρκίας Ταλαάτ βέης και δήλωσε:

«Ο νόμος ωρισμένως θα εφαρμοσθή. Εις όσα χωρία υπάρχουν τουλάχιστον δύο ναοί, ο εις θα αποδοθή εις τους Ρούμλαρη (Έλληνας) ο δ’ έτερος εις τους Βουλγάρους. Εις όσα χωρία υπάρχει μία εκκλησία αύτη δεν θα δοθή εις την κατά νόμον πλειοψηψούσαν εθνικότητα πριν ή ανοικοδομηθή άλλη δαπάναις της Κυβερνήσεως χάριν της μειοψηφούσης…..» ΣΚΡΙΠ 8/7/1910

Οι Βούλγαροι προσπάθησαν να παρασύρουν τους απλοϊκούς χωρικούς «δια διαφόρων τερατολογιών» στο κίνημά τους και να δώσουν σ’ αυτό πανχριστιανική χροιά και στη συνέχεια να καρπωθούν αυτοί όλα τα οφέλη, αφού θα έχουν στα χέρια τους τους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Τρεις εκκλησίες της περιφέρειας Λαγκαδά παραδόθηκαν στους Βουλγάρους.

Με βάση τους νέους κανονισμούς, οι οποίοι προβλέπονταν από το νομοσχέδιο για την προκαταρκτική εκπαίδευση, που κατατέθηκε στην οθωμανική βουλή στα τέλη του 1910, άρχισε μια νέα δραματική φάση στην πορεία των γεγονότων, που έβαινε μοιραία προς τον εκτουρκισμό των εθνικών μειονοτήτων της οθωμανικής επικράτειας. Ανάμεσα στις άμεσες επιπτώσεις από την αρχική εφαρμογή των τουρκικών τεσκερέδων στο καθεστώς του ελληνικού στοιχείου του μακεδονικού χώρου, θα πρέπει να μνημονεύσει κανείς τους επανειλημμένους εκβιασμούς των τουρκικών αρχών για άμεση διακοπή των μαθημάτων των ελληνικών σχολείων και για την άρση της άσκησης του διδασκαλικού επαγγέλματος των διδασκόντων, τις αλλεπάλληλες ανακρίσεις στις οποίες υποβαλλόταν το διδακτικό προσωπικό για την εξακρίβωση της κύριας πηγής χρηματοδότησής τους, τις απαγορεύσεις πραγματοποίησης των σχολικών περιοδειών στους υπεύθυνους Έλληνες επιθεωρητές και την αυθαίρετη κατάληψη των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με ειδικά σουλτανικά φιρμάνια.

Οι κανονισμοί για την προκαταρκτική εκπαίδευση προέβλεπαν επίσης την απευθείας παρεμβατική πολιτική των τουρκικών αρχών στα ελληνικά σχολεία και ζητήματα χωρίς την προηγούμενη έγκριση των εκκλησιαστικών εκπροσώπων, τον διορισμό των δασκάλων της τουρκικής γλώσσας, τον σχηματισμό εκπαιδευτικών επιτροπών, που σε τελευταία ανάλυση υποκαθιστούσε τις εφορίες των κοινοτικών σχολείων και τέλος την επιβολή χαρτοσήμου στα ενδεικτικά και στα πιστοποιητικά των κοινοτικών σχολείων.

Σε εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονταν από το παραπάνω νομοσχέδιο στις 30 Οκτωβρίου 1910 συνελήφθη και παραπέμφηκε στο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης ο Διοικητής των Σχολών του Σοχού κ. Ιατρού.

Ενώ στο σχολείο του Λαγκαδά, «κατεσχέθησαν όλα τα διδακτικά βιβλία εκ των χειρών των μαθητών κατόπιν καταγγελίας ελεεινού τινός ομογενούς του ιατρού Ι. Βλάχου». ΕΜΠΡΟΣ 9/11/1910

Παρά την λυσσώδη καταδίωξη του Ελληνικού πληθυσμού από τον Τουρκικό στρατό, συμμορίες Ελλήνων και Βουλγάρων εμφανίστηκαν στον καζά Λαγκαδά.

Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο συγκρότησε δύο συμμορίες στον καζά Λαγκαδά και δολοφονούσε κάθε Έλληνα. Σε διάστημα δύο εβδομάδων δολοφόνησε δέκα τέσσερις Έλληνες χωρικούς. ΕΜΠΡΟΣ 20/11/1910

Το κομιτάτο μη αρκούμενο στις δύο πιο πάνω συμμορίες συνέστησε και Τρίτη, η οποία αποτελούμενη από 37 μέλη είχε ακτίνα δράσης τις λίμνες Αγ. Βασιλείου και Βόλβης, προσέφερε δε εντός ολίγων ημερών στους πάτρωνές της εννέα θύματα αθώων Ελλήνων Ορθοδόξων. Ενώ εντός της κωμοπόλεως Λαγκαδά δολοφόνησαν ένα εκ των «εγκριτοτέρων και αγαπητοτέρων κατοίκων» του, τον Μιχαήλ Βοσινάκη. ΕΜΠΡΟΣ 30/11/1910

Είναι σαφές ότι είναι αδύνατον να δοθεί ημερομηνία λήξης στον Μακεδονικό αγώνα. Οι ελλαδίτες και κρήτες οπλαρχηγοί αποχώρησαν το καλοκαίρι του 1908, όμως οι εντόπιοι αναπόφευκτα παρέμειναν μαζί με το προξενικό προσωπικό και με μικρές ομάδες πρακτόρων για να διαχειριστούν μια κατάσταση ελεγχόμενης κρίσης, όπου πρωταγωνιστούσαν πλέον οι Νεότουρκοι στρατιωτικοί. Οι εκλογές, οι πολιτικές συγκεντρώσεις, τα κόμματα και τα συνέδρια δεν σήμαναν αναγκαστικά το τέλος των σωμάτων και των δολοφονιών. Απλώς στο νέο πλαίσιο της συνταγματικής Τουρκίας τα προβλήματα εσωτερικής τάξης και οι καθημερινές απώλειες ελάχιστα απασχολούσαν τον ευρωπαϊκό αλλά και ελληνικό τύπο, τουλάχιστον για όσο καιρό υπήρχε η προσδοκία ότι ο «νεοτουρκισμός» θα ευνοούσε τα ελληνικά συμφέροντα. Το κενό αυτό του ενδιαφέροντος για την τετραετία 1908-1912 μεγάλωσε και για έναν ακόμη λόγο. Οι επώνυμοι και εγγράμματοι Μακεδονομάχοι έφυγαν όλοι το 1908 και ως εκ τούτου οι διηγήσεις και τα απομνημονεύματά τους σταματούν το έτος εκείνο. Το ίδιο έτος επιλέχθηκε και ως επίσημο όριο του αγώνα από τους νομοθέτες του μεσοπολέμου, που ασχολήθηκαν με την ηθική και υλική αποκατάσταση των Μακεδονομάχων.

Τα αισθήματα ανασφάλειας και φόβου δεν αποτελούσαν φυσικά καινούργια εμπειρία για τους Μακεδόνες και ιδιαίτερα για τον αγροτικό πληθυσμό, που η φύση των εργασιών του το καθιστούσε ευάλωτο σ’ οποιαδήποτε πίεση, τόσο της νόμιμης εξουσίας όσο και των πολυπληθών παράνομων που ενδημούσαν στην ύπαιθρο χώρα.

Όμως τα γεγονότα των ετών 1908-1912 δεν υπολείπονται καθόλου από τα συνηθισμένα περιστατικά των ληστρικών επιδρομών και των σποραδικών ημιεπίσημων λεηλασιών που διαδραματίστηκαν στον καζά του Λαγκαδά τα προηγούμενα έτη.

Η μελέτη του τύπου αυτής περιόδου αποκαλύπτει τη φοβερή κοινωνική αναταραχή, τις οικονομικές καταστροφές και τις δολοφονίες που διενεργήθηκαν στη περιοχή μας αμέσως μετά την επιβολή του κινήματος των Νεότουρκων.

Τον Οκτώβριο του 1911 οι Νεότουρκοι αποφάσισαν και επισήμως, στο τρίτο τους συνέδριο που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη, την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Η οθωμανοποίηση (ottomanization) δηλαδή ο εκτουρκισμός δια της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι Μουσουλμάνοι. Στη συγκεκριμένη απόφαση οι Νεότουρκοι χρησιμοποιούσαν παραπλανητικά τον όρο «οθωμανοποίηση», προσπαθώντας να περιβάλουν την πολιτική εκτουρκισμού με ένα οικείο, για τους περισσότερους μουσουλμάνους, περίβλημα .

Σ’ όλο τον καζά του Λαγκαδά το 1911 συνέβησαν ασυνήθιστα γεγονότα, που υποδήλωναν ότι ο αναβρασμός απλωνόταν και έξω από την πόλη της Θεσσαλονίκης. Οι Τούρκικες συμμορίες εξακολουθούσαν τις δολοφονίες με υποδείξεις του Νεοτουρκικού Κομιτάτου. Ενώ οι Βουλγαρικές συμμορίες σιωπούσαν και όλοι υποπτεύονταν ότι «ευρίσκονται εις τα διαμερίσματά των κεκρυμμέναι». ΣΚΡΙΠ 8/1/1911

Η συγκροτηθείσα επιτροπή υπό τον Κεμάλ πασά, για την εξέταση της κατάστασης, εξέδωσε το πόρισμά της όπου μετά τις ανακρίσεις διαπίστωσε ότι:

«.. αι εν Μακεδονία αρχαί κατά την διάρκειαν του αφοπλισμού διέπραξαν εις πολλά μέρη υπερβασίας και καταθλιπτικάς καταπιέσεις των χριστιανικών φυλών». ΕΜΠΡΟΣ 12/1/1911

Στις 28 Φεβρουαρίου 1911 ο Αρχιερατικός Επίτροπος Λαγκαδά Ιωακείμ Σακελλαρίου με επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ Δ΄ Σγουρό επισημαίνει την έλλειψη ικανών ιερέων και δασκάλων σ’ όλη την περιφέρεια.

Οι Έλληνες της Μακεδονίας είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο συνταγματικό πολίτευμα που επικαλούνταν οι Νεότουρκοι για την απόδοση δικαιοσύνης. Αλλά διαψεύστηκαν, αφού όλος ο Μακεδονικός πληθυσμός και μάλιστα ο αγροτικός γινόταν μάρτυρας καθημερινής βίας. Ιδιαίτερα στην περιφέρεια Χαλκιδικής και Λαγκαδά οι κάτοικοι είχαν περιέλθει σε απόγνωση. Στερούνταν ακόμη και τροφίμων, δεν τολμούσαν να εξέλθουν των χωριών τους για να προβούν στις αναγκαίες προμήθειες, αφού δεν τύχαιναν καμίας προστασίας, παρά τα επανειλημμένα παράπονα προς τις αρχές.

Σ’ αυτή τους τη προσπάθεια οι Τούρκοι μεταχειρίζονταν πολλές φορές ομογενείς προδότες, τους οποίους χρησιμοποιούσαν ως όργανα των σκοπών τους.

Τα επεισόδια αυτά ήταν η κύρια αιτία για να εισρεύσουν στην Θεσσαλονίκη πολλοί κάτοικοι των γύρω χωριών.

Τον Απρίλιο του 1911 παρατηρείται αύξηση της δράσης του Νεοτουρκικού Κομιτάτου κατά των Χριστιανών και ιδιαίτερα των Ελλήνων.

Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο αποφάσισε να πυροδοτήσει το παλαιό φυλετικό μίσος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων. Γι’ αυτό επανέφερε στο προσκήνιο το θέμα της κατοχής των εκκλησιών, αφού το μέσον αυτό είχε αποδειχθεί αρκετά αποτελεσματικό.

Η κορύφωση των οδυνηρών επιπτώσεων από την εφαρμογή του προγράμματος των Νεότουρκων στην Μακεδονία συνέπεσε χρονικά με την έντονη κινητοποίηση των βουλγαρικών αντάρτικων σωμάτων. Μέσα σε μια τραγική κατάσταση που διαμορφώθηκε ιδιαίτερα προς τα τέλη του 1910 οι κάτοικοι του καζά Λαγκαδά στάθηκαν ανήμποροι ν’ αντιδράσουν μπροστά στην εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων. Συλλήψεις Ελλήνων πατριωτών και αφοπλισμοί των βασικότερων στελεχών της ελληνικής αντίστασης, καταναγκαστική στρατολογία και κατάταξη νέων Ελλήνων στις τάξεις του τουρκικού στρατού, αλλεπάλληλες δολοφονίες δασκάλων, ιερέων και προκρίτων, υπήρξαν τα κυριότερα φαινόμενα, που χαρακτήρισαν την κατάσταση του ελληνισμού της περιφέρειας και επέδρασαν καταλυτικά στην βαθμιαία αποδυνάμωσή του. Μέσα σε μια οξύτατη ατμόσφαιρα εκρηκτικής αντιπαράθεσης των τουρκικών αρχών Μακεδονίας απέναντι στο χριστιανικό στοιχείο, τα βουλγαρικά αντάρτικα σώματα ανασυγκροτήθηκαν για ν’ απαντήσουν στην Νεοτουρκική κτηνωδία.

Τον Ιούλιο του 1911, οι βουλγαρικές συμμορίες, άρχισαν να δραστηριοποιούνται στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στα χωριά του Λαγκαδά, έχοντας επικεφαλής αξιωματικούς. ΣΚΡΙΠ 9/7/1911
Σύμφωνα με το σχέδιό τους η έναρξη των επιχειρήσεων των συμμοριών θα γινόταν στη Θεσσαλονίκη και θα χτυπούσαν αδιακρίτως πολίτες, ενώ θα ανατίναζαν με βόμβες δημόσια ιδρύματα.
Ταυτόχρονα θα προσπαθούσαν να πείσουν τις δυνάμεις της Ευρώπης ότι οι ενέργειες αυτές είναι της Τούρκικης χωροφυλακής. ΣΚΡΙΠ 30/7/1911

Οι Νεοτουρκικές θηριωδίες εν τω μεταξύ ώθησαν τους άτυχους χωρικούς σε απόγνωση και ετοιμάζονταν να πάρουν τα όπλα και να καταφύγουν στα βουνά. ΣΚΡΙΠ 26/8/1911

Πολύ ήταν το αίμα που χύθηκε αλλά πολλοί και σκληροί οι αγώνες των κατοίκων της περιφέρειας Λαγκαδά. Καθένα από τα χωριά της έχει τη χρυσή βίβλο των αγωνιστών και μαρτύρων.

Η βία εξακολουθούσε αμείωτη σ’ όλο τον καζά του Λαγκαδά. Γι’ αυτό ο Α. Π. Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης απέστειλε τον «Θ. Επίσκοπον Ροδοστόλου δια να διενεργήση ανακρίσεις». Ενώ οι σημαίνοντες ομογενείς σχημάτισαν την πεποίθηση ότι είναι προγεγραμμένοι: «… και αναμένουν παρ’ όλας τας προφυλάξεις των τον μοιραίον θάνατον. Επιστολή εκ Λαγκαδά υπό χθεσινήν ημερομηνίαν αναφέρει ότι οι Έλληνες εξερχόμενοι εκ των οικιών των δια να μεταβούν εις τας εργασίας των εκφράζουν αμφιβολίας αν θα επιστρέψουν ζώντες εις τας οικογενείας των.

Εις τοιούτον σημείον κατήντησεν η δημόσια ασφάλεια εν τω τμήματι εκείνω». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 16/10/1911

Στην επιδείνωση της όλης κατάστασης συντέλεσαν οι καθημερινές δολοφονίες και απόπειρες δολοφονίας σ’ όλη την περιφέρεια. Το λυπηρό είναι ότι οι φόνοι αυτοί διαπράττονταν πάντοτε από αγνώστους. Την κατάσταση δυσχέρανε ακόμη περισσότερο η απροθυμία των αρμοδίων υπαλλήλων για ανακάλυψη και καταδίωξη των δραστών. Με την πολιτική αυτή χάθηκε η εμπιστοσύνη των κατοίκων προς τους αρμόδιους, αφού δεν φρόντιζαν καθόλου για την ασφάλεια της χώρας και την ευημερία των κατοίκων.

O Άγιος Ροδοστόλου μετέβη στο Διοικητήριο και εντονότατα διαμαρτυρήθηκε εκ μέρους της Ι. Μητροπόλεως για την άγρια δολοφονία του Κλήσαλι (σημ. Προφήτης) και τους ξυλοδαρμούς του Αειβατίου (σημ. Λητής), «…μετά ζωηράν στιχομυθίαν μεταξύ της Α.Θ. και της Α.Ε. ανεγνώρισε το δίκαιον των διαμαρτυριών και των απαιτήσεων της Ι. Μητροπόλεως, και υπεσχέθη ότι θα λάβη ταχέως τα κατάλληλα μέτρα». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 19/10/1911

Στις 19 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε επίθεση κατά του Επισκόπου Αρδαμερίου κ. Ιωακείμ από ομάδα τουρκαλβανών με φτυάρια και όταν ανέφερε στους διώκτες την ιδιότητά του πήρε την απάντηση: «Όλοι είσθε εντεπσίζηδες, όλοι είσθε πεζεβ…. Όλους θα σας φονεύσωμεν (ολδερετζέιζ). ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 20/9/1911

Το σύνταγμα χαιρετίστηκε από τους Έλληνες με «…αληθείς παλμούς χαράς και ενθουσιασμού, διότι διείδον εν αυτώ το ασφαλέστερον μέσον προς στήριξιν και βελτίωσιν της θέσεώς των..», η θέση τους όμως όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, όχι μόνο δεν στηρίχθηκε αλλά χειροτέρευσε. Οι διαρκείς προσπάθειες για κατάλυση των θρησκευτικών και πολιτικών προνομίων, οι καθημερινοί δαρμοί κα τα συνεχή βασανιστήρια και δολοφονίες που συνέβησαν αυτή την περίοδο σ’ όλο τον καζά Λαγκαδά αποδεικνύουν ότι οι Νεότουρκοι επιδόθηκαν σε ένα αδυσώπητο αγώνα για καταστροφή του Ελληνισμού.

Στις 28 Οκτωβρίου η Α.Π. ο Μητροπολίτης Ιωακείμ επισκέφτηκε το Λαγκαδά, «.. όπως εγκαρδιώση τους εκεί δοκιμαζομένους Χριστιανούς του». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 29/10/1911

Η εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της 30ης Οκτωβρίου σε άρθρο της με τον τίτλο «ΑΤΤΑΒΙΣΜΟΣ» αποδίδει την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε σ’ όλη την περιφέρεια Λαγκαδά:

«Οι Έλληνες της περιφερείας εκείνης παριμένουν το τέλος των, κλαίουν, προσεύχονται, ένας τρόμος παγώνει αυτούς μέχρι μυελού των οστέων.
Ό,τι συμβαίνει εκεί δεν είναι μονομερές, ώστε να παρέλθη απαρατήρητον. Εις την αυτήν ψυχολογικήν κατάστασιν ευρίσκονται οι Έλληνες ολοκλήρου σχεδόν της υπαίθρου χώρας.
Και από την ψυχολογικήν αυτήν των Ελλήνων κατάστασιν πηδά ολόσωμον το μοιραιοκρατούμενον και κισμετοκρατούμενον αυτό κράτος με την κακοδιοίκησίν του, με την ληστείαν του, με τας δολοφονίας του, με την τερρατορικήν του όψιν, με τον μεσαιωνισμόν του!
Πουθενά ίχνος ζωής, φωτός, χαράς. Παντού πτώματα και πτωματίνη και κόρακες και γύπες!
Πουθενά άνθρωποι εκ των διευθυνόντων δια να εννοήση τον κρημνόν και την άβυσσον, εις την οποίαν φερόμεθα όλοι και να ανακόψη το ιλιγγιώδες κατρακύλισμα.
Πουθενά όσον εν τω κράτει τούτω ο ατταβισμός ενεφανίσθη τόσον ρωμαλέος.
Οία η κατάστασις πρό αιώνων ενταύθα τοιαύτη και σήμερον κατ’ ουσίαν, κάτω από μίαν επιφάνειαν καλυμμένην με το βαράκι των μεγάλων λέξεων.
Υπήρξε ποτέ εποχή καθ’ ήν οι λαοί ενταύθα εθεώρουν το κράτος εχθρόν. Το ίδιον συμβαίνει σήμερον. Ορίστε: ο καϊμακάμης Λαγκαδά είπεν εις την Α.Π. τον Μητροπολίτην μας χθες ότι οι Έλληνες δεν παρουσιάζονται να καταγγείλουν τους δολοφονούντας τους αδελφούς των και τρομοκρατούντας αυτούς και να ζητήσουν προστασίαν. Δεν παρουσιάζονται βέβαια αφού φοβούνται το κράτος ως εχθρόν. Τι προστασία δε να ζητήση κανείς παρά εχθρού;
Υπήρξε ποτέ εποχή ενταύθα, καθ’ ήν εξηγνίζετο η κατάστασις ενταύθα, η κατά των αρχών εξέγερσις της ανταρσίας, ήν εξύμνησεν η παγκόσμιος μούσα, και καθ’ ήν εποχήν ο αντάρτης εθεωρείτο προστάτης της ζωής, τις τιμής, της περιουσίας. Μήπως το ίδιον δεν συμβαίνει τώρα ότι εις πολλά σημεία υποθάλπονται συμμορίαι βουλγαρικαί; Αυταί αι Αρχαί δεν διακηρύσσουν τούτο, ίνα δικαιολογήσουν συλλήψεις και φυλακίσεις;
Υπήρξε ποτέ εποχή καθ’ ήν δεν ήτο δυνατόν να γνωρίζη κανείς που ήρχιζε και που ετελείωνε το κράτος των Αρχών και που ήρχιζε και που ετελείωνε το κράτος των ληστών. Μετάλλιον χρυσούν χρειάζεται εις εκείνον, ο οποίος θα κατορθώση σήμερον να διακρίνη τα όρια αυτά.
Αλλά η κατάστασις αυτή δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήση επ’ άπειρον.
Είναι αδύνατον τούτο και είνε αντιφυσικόν. Είναι δε τόσον ταχή το ιλιγγιώδες κατρακύλισμα….»
Οι αυθαιρεσίες, οι απειλές και οι δαρμοί συνεχίζονται και, « … η κατάστασις των χριστιανών ημέρα τη ημέρα καθίσταται κρισιμωτέρα, εκορυφώθη δε πλέον ο τρόμος, η απελπισία και οι επεμβάσεις των επιτοπίων αρχών .
Αυτά κατηγγέλθησαν εις την Ιεράν Μητρόπολιν εκ Γουμέντζης, Γευγελής και Λαγκαδά». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 16/11/1911

Στις 13 Νοεμβρίου 1911 ο αρχιερατικός επίτροπος Λαγκαδά Ιωακείμ Ανανιάδης με τηλεγράφημά του προς την μητρόπολη Θεσσαλονίκης ενημερώνει για την άγρια δολοφονία 20 ατόμων στην επαρχία μας από αγνώστους σε ένα χρόνο.

Το μαρτυρολόγιο όμως των Ελλήνων χριστιανών της περιφερείας Λαγκαδά εξακολουθούσε. Νέα θύματα του άγριου φανατισμού έρχονταν να αυξήσουν τον μακρύ κατάλογο. Φαίνεται ότι το μαρτυρολόγιο θα αποτελούσε τόμο ολόκληρο, εάν κρίνει κανείς από τα καθημερινώς διαπραττόμενα ανήκουστα κακουργήματα, στα οποία εκδηλώνονταν όχι πλέον λύσσα, αλλά «φρενίτις φανατισμού». Το αίμα έρρεε ακατάπαυστα, η φρίκη και ο τρόμος βασίλευαν παντού και όλα αυτά κάτω από το συνταγματικό καθεστώς.

Ενώ οι κάτοικοι όλης της περιφέρειας Λαγκαδά βρισκόταν σε απόγνωση από τα διαπραττόμενα εγκλήματα, ο πρωτοφανής διωγμός του Ελληνικού στοιχείου επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη Μακεδονία και είχε σκοπό την εκμηδένιση του Ελληνικού πληθυσμού.

«… Και μέχρι μέν πρό ολίγου αι δολοφονίαι, οι φόνοι και αι τρομεραί καταπιέσεις περιωρίζονται εις το τμήμα Λαγκαδά της επαρχίας Θεσσαλονίκης. Ήδη όμως ο διωγμός αυτός επεξετάθη εις όλον τον νομόν Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου». ΕΜΠΡΟΣ 27/11/1911

Η επέκταση των επεισοδίων σ’ όλη τη Μακεδονία δημιούργησε μια απελπιστική κατάσταση όλου του Χριστιανικού πληθυσμού της. Γι’ αυτό η Οθωμανική βουλή απέστειλε αντιπροσωπεία Ελλήνων, Βουλγάρων, Αρμένιων και Τούρκων βουλευτών στις περιφέρειες Ιστίπ, Λαγκαδά και Γρεβενών για επιτόπια εξέταση της κατάστασης. ΣΚΡΙΠ 27/11/1911

Ο Νομάρχης και ο Κεντρικός εισαγγελέας Σαμή Βέη μετέβησαν και αυτοί στο Λαγκαδά για να σταματήσουν την επιτεινόμενη βία. Στην έκθεσή τους όμως επέρριψαν τις ευθύνες των δολοφονιών στην Χριστιανική πλευρά.

«Συγκαλεσάμενος τους χριστιανούς προκρίτους και τον αρχιερ. Επίτροπον Ιωακείμ είπεν ότι οι χριστιανοί διέπραξαν τας 21 δολοφονίας των χριστιανών του τμήματος εκείνου γενόμενοι όργανα ξένων κρατών θελόντων ούτω να παρουσιάσουν ως αθλίαν την κατάστασιν του Κράτους.
Εις δε τον αρχιερ. Επίτροπον τραχύτατα ομιλήσας είπεν σχεδόν απροκαλύπτως ότι είνε το σκάνδαλον όλων!». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 29/11/1911

Το περιεχόμενο της έκθεσης αλλά και η άδικος επίθεση κατά του Αρχιερατικού Επιτρόπου π. Ιωακείμ Ανανιάδη ήταν η αιτία να εκδηλωθούν νέες δολοφονικές επιθέσεις κατά των Χριστιανών.

Γενικά δε η κατάσταση στα περίχωρα του Λαγκαδά ήταν τρομοκρατική. «… την νύκτα περιφέρονται ομάδες αγνώστων οπλοφόρων, οι δε κάτοικοι δεν τολμούν να εξέλθουν μετά την δύσιν του ηλίου εκ των οικιών των». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 30/11/1911

Ο Γενικός Διοικητής πιεζόμενος από τα συνεχή επεισόδια επισκέφτηκε και αυτός το Λαγκαδά για να μελετήσει εκ του «σύνεγγυς την εκεί κατάστασιν», αλλά «ηρκέσθη να καλέση παρ’αυτώ τους προκρίτους του Λαγκαδά μετά του αρχιερατικού επιτρόπου και να επιπλήξη αυτούς δια τα εκεί κακουργήματα, άτινα, καθ’ άς έχει η Α.Ε. πληροφορίας διαπράττονται υπ’ αυτών των Ελλήνων». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1/12/1911

Ο Γενικός Διοικητής δεν προέβη στην καταδίωξη των πραγματικών ενόχων αλλά έμμεσα έδωσε παράταση στην υπάρχουσα αφόρητη κατάσταση.
Η κοινοβουλευτική επιτροπή που είχε φτάσει προ ημερών στο Λαγκαδά διαπίστωσε ότι:

«…Οι φόνοι ήταν πολιτικοί δεν έχουν ούτε εκδίκησιν προσωπική ούτε λήστευσιν καθότι επι των φονευθέντων αφίνονται τα τε χρήματα και άλλα αντικείμενα αξίας άτινα μεθ’ εαυτών έφερον.
Προσωπικήν εκδίκησιν δεν ήτο δυνατόν να έχουν οι φονείς ως ελατήριον διότι ουδεμία έχθρα δικαιολογούσα τον φόνον υφίστατο.
Οι φονείς ων οι πλείστοι είνε γνωστοί εις όλον τον πληθυσμόν του καζά μολονότι εγκαίρως κατηγγέλθησαν εις τας Αρχάς, εν τουτοις έμειναν ακαταδίωκτοι». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 6/12/1911

Και διαπίστωσαν έκπληκτοι τη συστηματική καταδίωξη των Χριστιανών, που δεν περιοριζόταν μόνο στους φόνους αλλά επεκτεινόταν στη φυλάκιση αθώων χωρίς την παραμικρή ένδειξη σε βάρος τους.

Η έλλειψη μιας έντιμης διοίκησης που θα είχε σκοπό την επιβολή των νόμων στον καζά Λαγκαδά ήταν εμφανής.

Οι χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής χαρακτήρισαν την έκθεση του Νομάρχη απαράδεκτη ενώ η επίθεση κατά του Αρχιερατικού Επιτρόπου με την έκφραση, «… αυτός είναι ο αίτιος και ότι δεν θα παύση να τον καταδιώκη εφ’ όσον υπάρχει», ενέσπειρε στους Χριστιανούς, «αναβρασμό» και «αξιοσημείωτο ερεθισμό». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 8/12/1911

Ο τούρκικος τύπος συνέχιζε την αρθρογραφία κατά των Ελλήνων και οι αρχές του Λαγκαδά άρχισαν πάλι να φέρονται με μεγάλη σκληρότητα προς τους Έλληνας ενώ προκειμένου περί Μουσουλμάνων έκλειναν τα μάτια.

Η παρουσία πολυάριθμων δολοφόνων στον καζά Λαγκαδά που είχαν αποφυλακιστεί πρόσφατα τρόμαζε τον Αρχιερατικό Επίτροπο, ο οποίος απευθύνθηκε στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης φοβούμενος για τη ζωή του. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 8/12/1911

Ήταν γνωστά τα πρόσωπα των εγκληματιών Κιόρ Σαλήχ, Χασάν Κερίμ και Χασάν Τσαούς, οι οποίοι, ενώ ήταν καταδικασμένοι σε βαριές ποινές, βγήκαν από τις φυλακές με την ευκαιρία της Μεταπολίτευσης και χρησιμοποιούνταν για την τρομοκράτηση των κατοίκων της περιφέρειας Λαγκαδά. Ο χριστιανικός πληθυσμός του καζά είχε χάσει την εμπιστοσύνη του προς τις αρχές. Για το λόγο αυτό όλοι οι πολίτες έπαυσαν να ασχολούνται με τις αγροτικές εργασίες και τα χωριά μεταξύ τους δεν επικοινωνούσαν, επειδή δεν «τολμούσαν οι χωρικοί να εξέλθουν των οικιών τους» και η οικονομική κρίση μάστιζε τον τόπο.

Οι τουρκικές εφημερίδες συνέχιζαν με ανταποκρίσεις τους από το Λαγκαδά να στρέφονται κατά του χριστιανικού πληθυσμού, ενώ η συνεχιζόμενη υπέρ των Τούρκων στάση των αρχών αποθράσυνε την στάση τους έναντι των Ελλήνων.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1911 το οθωμανικό υπουργικό συμβούλιο συζήτησε την όλη κατάσταση του καζά Λαγκαδά και διαπίστωσε τη δράση βουλγαρικών συμμοριών, ενώ μεταβίβασε στις κατά τόπους αρχές διαταγές για την «εξόντωσιν αυτών». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 15/12/1911

Ο Καϊμακάμης Λαγκαδά όμως κατηγόρησε τον Αρχιερατικό Επίτροπο για τις άγριες σκηνές που διαδραματίστηκαν αυτή την περίοδο στην πόλη του Λαγκαδά. Δεν μπορούσε να ανεχθεί την ηρωική στάση του π. Ιωακείμ Ανανιάδη: «…προς υπεράσπιση του καταδυναστευομένου Ελληνικού πληθυσμού και προσπαθούσε να εξεύρη στοιχείον όπως καταδιώξη αυτόν ποινικώς». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 15/12/1911

Προσπάθησε να σχηματίσει κατηγορία ότι ο αρχιερατικός επίτροπος εργάζεται κατά του καθεστώτος, δίνει διαταγές να φονεύονται χριστιανοί συνεργαζόμενοι με συμμορίες οι οποίες καλλιεργούν πολιτικό σκοπό.

Έτσι οι αρχές του Λαγκαδά αντί να προβούν στη σύλληψη των καταγγελθέντων δραστών συλλαμβάνανε χριστιανούς χωρικούς, τους οποίους έριχναν στις φυλακές προσπαθώντας να αποσπάσουν καταθέσεις εξυπηρετώντας τα σχέδιά τους.

Η Τούρκικη αρχή ήταν ανίκανη να εξοντώσει τις συμμορίες των κακούργων και να αποκαταστήσει την ησυχία και την τάξη στην περιφέρεια Λαγκαδά, που ήταν το πρώτιστο καθήκον της.

Στον καζά Λαγκαδά επικρατούσε πλήρης τρομοκρατία τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1911. Η «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» περιγράφουσα την όλη κατάσταση αναφέρει: «…είνε πεπρωμένον να μη παύση ρέον το ελληνικό αίμα εις την περιφέρειαν Λαγκαδά».

Σε άρθρο του «ΒΗΜΑΤΟΣ» της Ρώμης με τίτλο «Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΕΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» περιγράφεται η δραματική κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία:

«…μετά τριετή συνταγματική διοίκηση η κατάσταση των πληθυσμών της Μακεδονίας αποτελεί καταισχύνη της ανθρωπότητας, πολλές είναι οι διαμαρτυρίες κατά των κλοπών, των δολοφονιών, των βασανιστηρίων, της ανακρίσεως, των καταθλιπτικών φόρων, τους οποίους καθιστούν βαρύτερους ακόμη οι έκτακτοι και καταναγκαστικοί έρανοι και οι αποκαλούμενες συνεισφορές υπέρ του στόλου, του στρατού, των τηλεφώνων κ.λ.π. για όλα αυτά κατηγορούνται οι Νεότουρκοι ως τύραννοι χειρότεροι και του Αβδουλ Χαμίτ».

Και ο συντάκτης του άρθρου καταλήγει με την προφητική έκφραση της λύπης του για τον ανθρωπισμό και την πρόβλεψη:

«…ότι την άνοιξη η τραγική γη θα ποτιστεί με πολύ αίμα και μια ακόμη φορά το βαλκανικό δράμα θα διακινδυνεύσει την ειρήνη της Ευρώπης». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 30/11/1911

Οι ποικίλες πιέσεις που δέχονταν οι χριστιανοί συνεχίστηκαν τις αρχές του 1912, ενώ οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είτε δεν ενδιαφέρονταν να τις πληροφορηθούν ή εθελοτυφλούσαν. Ήταν η εποχή που οι Δυνάμεις συναγωνίζονταν να προσεταιριστούν τους Νεότουρκους και δυσάρεστες επεμβάσεις δεν ήταν σκόπιμες.

Σε κάθε απαίτηση ή διάβημα των βαλκανικών κρατών, για τα δικαιώματα των ομοεθνών πληθυσμών τους, η απάντηση της Τουρκίας ήταν αρνητική και πολλές φορές απειλητική. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί έπρεπε να εξαφανιστούν. Η νέα εθνικιστική πολιτική της Τουρκίας τέθηκε σε εφαρμογή με σειρά μέτρων, όπως της υποχρεωτικής στρατολογίας των Χριστιανών, της διδασκαλίας της τουρκικής γλώσσας στα ξένα σχολεία, της κατάργησης ορισμένων προνομίων κ.τ.λ. Κυρίως, όμως, η οργή των Νεότουρκων στράφηκε εναντίον των Ελλήνων. Έτσι, ο υπόδουλος Ελληνισμός τέθηκε και πάλι σε διωγμό.

Η όποια, όμως, προσπάθεια του Ελεύθερου Ελληνικού Κράτους για την απελευθέρωση του υπόδουλου Ελληνισμού ήταν δύσκολο να εκδηλωθεί και να καρποφορήσει, γιατί η Τουρκία εξακολουθούσε να είναι ισχυρή και γιατί η πολιτική των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για τη Βαλκανική είχε διαμορφωθεί κάτω από το δόγμα της διατήρησης του τότε εδαφικού καθεστώτος στην περιοχή, χωρίς να επιτρέπει καμία ουσιώδη μεταβολή.

Οι αυθαιρεσίες και καταπιέσεις των Νεότουρκων είχαν σαν συνέπεια να ανανεωθεί η δραστηριότητα της Εσωτερικής Οργάνωσης. Στις αρχές του 1912 παρατηρήθηκε κάποια ύφεση στις τουρκικές αυθαιρεσίες και καταργήθηκαν τα στρατοδικεία που έκαναν θραύση στη Μακεδονία. Η μείωση όμως των αυθαιρεσιών των Νεοτούρκων δεν είχε σαν αποτέλεσμα ανάλογη μείωση των βουλγαρικών επιδρομών.

Αντιθέτως, αυξήθηκε η δραστηριότητα της Εσωτερικής Οργάνωσης. Σε απάντηση οι Νεότουρκοι ενίσχυσαν ομάδες Μουσουλμάνων ατάκτων.

Η κατάσταση που επικρατούσε όλο το 1911 συνεχίστηκε και τους επτά πρώτους μήνες του 1912. Πολλές επιδρομές του τούρκικου στρατού κατέληξαν σε πραγματικές σφαγές χριστιανών. Οι Νεότουρκοι συναγωνίζονταν σε βιαιότητες τους παλαιούς Οθωμανούς.

Εν όψει του πολέμου με την Τουρκία, που άρχισε να διαγράφεται από τα μέσα του έτους, οι Έλληνες ανασύνταξαν τις δυνάμεις του Μακεδονικού Αγώνα. Σκοπός των δυνάμεων αυτών ήταν πλέον να ξεσηκώσουν τη χώρα, να οργανώσουν τα ντόπια ένοπλα σώματα, να πιάσουν επίκαιρες θέσεις, να διακόψουν τις επικοινωνίες και να δράσουν τέλος σαν πρόσκοποι του ελληνικού στρατού. Η συμβολή των ανταρτών στον επερχόμενο πόλεμο θεωρούνταν ζωτική. Οι αντάρτες γνώριζαν πολύ καλά τον τόπο και τους κατοίκους του και ήταν άριστα εξασκημένοι για τις επιχειρήσεις που προορίζονταν.

Τον Ιανουάριο του 1912 αρχίζει η προσέγγιση και εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ Αθηνών και Σόφιας, με την ελπίδα ότι θα καταλήξει σε συνεννόηση. Οι Μουσουλμάνοι όμως δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν καμία προσέγγιση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας επικαλούμενοι «τα μεταξύ των δύο εθνών προαιώνια μίση».

Το Νεοτουρκικό κομιτάτο τον Ιανουάριο του 1912 προκάλεσε παρανομίες στον καταρτισμό των εκλογικών τμημάτων για τις επερχόμενες δεύτερες βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου, με την μετάθεση Ελληνικών χωριών της περιφερείας μας στο Τούρκικο τμήμα, αποβλέποντας στο να αντικατασταθούν οι Έλληνες εκλέκτορες από Μουσουλμάνους.

Η όλη προσπάθεια της λέσχης του κομιτάτου «ΕΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΔΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ» απέβλεπε στη διάσπαση των ψήφων των Χριστιανών εκλογέων και έτσι να εκλεγούν περισσότεροι εκλέκτορες Μουσουλμάνοι. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 13/1/1912

Έχοντας στη διάθεσή της τον στρατό, την χωροφυλακή και τις διοικητικές αρχές, επινόησε διάφορα τεχνάσματα, μηχανεύθηκε συγκεκριμένους τρόπους και σχεδίασε ολόκληρο προγραμματισμό, για να πετύχει τους σκοπούς του, που στόχευαν στην ελαχιστοποίηση της εκλογικής δύναμης των αντιπάλων τουρκικών κομμάτων, των Ελλήνων και Βουλγάρων.

Στις αρχές του 1912, ιδρύθηκε το νέο φιλελεύθερο Νεοτουρκικό κόμμα «Ελευθερία και συνεννόηση», το οποίο απέβλεπε στην αποκατάσταση πραγματικής πολιτειακής ισότητας απέναντι στις μη μουσουλμανικές εθνότητες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως τουλάχιστο διακήρυσσε στο πρόγραμμά του. Η Ελληνική κυβέρνηση παρότρυνε τους Ελληνοθωμανούς βουλευτές να συνάψουν στενότερους δεσμούς με τον νέο κόμμα, λόγω αποδυνάμωσης του κόμματος της «Ενώσεως και Προόδου».

Στις 9/2/1912 επισκέφτηκε το Λαγκαδά ο υπουργός εσωτερικών με σκοπό τη λήψη απόφασης «…προς ίδρυσιν σταθμών χωροφυλακής, τηλεφωνικώς συγκοινωνούντων αλλήλους, δια την καταδίωξιν της ληστείας ….» ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 10/2/1912

Αυτό που χαρακτήρισε την πολιτική κατάσταση στον καζά Λαγκαδά κατά τη διάρκεια των βουλευτικών εκλογών του 1912, ήταν η κατάφορη παραβίαση των συνταγματικών αρχών εκ μέρους των Νεότουρκων, ο εκβιασμός της ελευθερίας της συνείδησης των ψηφοφόρων, η παραμόρφωση της λαϊκής θέλησης κατά τη διαρρύθμιση των εκλογικών τμημάτων, οι συνεχείς υπερβάσεις, αυθαιρεσίες και επεμβάσεις των τουρκικών αρχών, η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας των χριστιανών κατοίκων και οι αλλεπάλληλες βιαιοπραγίες σε βάρος τους καθώς και η κατάλυση της δημόσιας τάξης από τις εντεινόμενες ληστρικές επιδρομές.

Το φαινόμενο της μείωσης της εκλογικής ισχύος των εκπροσώπων των αντιπολιτευόμενων προς το Νεοτουρκικό κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» κομμάτων είχε γενική εφαρμογή.

Ο Αρχιερατικός Επίτροπος Λαγκαδά λόγω των επιχειρούμενων αυθαιρεσιών της διαιρέσεως των εκλογικών τμημάτων του καζά απέστειλε τηλεγράφημα διαμαρτυρίας προς τον Νομάρχη Θεσσαλονίκης. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 2/3/1912

Αξιόλογη δράση με απειλές και εκβιασμούς ανέπτυξε στην πόλη του Λαγκαδά ο γιατρός Ιωάννης Βλάχος, για τον οποίο διαμαρτυρήθηκε έντονα ο Χριστιανικός πληθυσμός της πόλης. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 8/3/1912

Ο Καϊμακάμης διέταξε παρανόμως τον Αρχιερατικό επίτροπο να εγκαταλείψει το έδαφος του Λαγκαδά. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 19/4/1912

Η απομάκρυνση του Αρχιερατικού Επιτρόπου γέμισε με θλίψη τους κατοίκους του καζά, οι οποίοι ζητούσαν την βοήθεια του Νομάρχη για να αποτρέψει την παρανομία, αφού «… τον Αρχιερέα αντιπροσωπεύει, μόνον υπό του Αρχιερέως διορίζεται. Θα ηδύνατο να διορισθή υπό του Καϊμακάμη μόνον όταν ήτο…. Καϊμακαμικός επίτροπος». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 26/4/1912

Ο Καϊμακάμης ενδίδοντας στους γνωστούς δολοπλόκους Βλάχο και Γρηγορούδη διόρισε στην θέση του Αρχιερατικού Επιτρόπου Λαγκαδά τον Παπαγιάννη, ο οποίος δεν αποδέχθηκε τον διορισμό, και οι Μουσουλμάνοι του κομιτάτου άρχισαν πάλι τις γνωστές απειλές και πιέσεις κατά τον παλιό γνωστό τρόπο. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 27/4/1912

Αποτέλεσμα των γεγονότων ήταν ο Χριστιανικός πληθυσμός του καζά να χάσει πάλι την εμπιστοσύνη προς τις αρχές και να αναρωτάται: «…Θα δείξη η δικαιοσύνη το εδώλιον δικαστηρίου εις τας αρχάς Λαγκαδά, αι οποίαι παρά το Σύνταγμα, παρά τον ανθρωπισμόν, ωργίασαν εις την ράχην και τα πόδια των ατυχών Λαγκαδιανών;» ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 10/5/1912

Ο τύπος, ύστερα από τα παραπάνω γεγονότα, χαρακτηρίζει το Λαγκαδά «πολυβασανισμένη πόλη» και ζητά απεγνωσμένα βοήθεια από τον Χατζή Αδήλ βέη «… περιμένομεν εκείνο το οποίον υπαγορεύει το Σύνταγμα, του οποίου είσθε ανώτερος λειτουργός, το δίκαιον, το οποίον από τόσα χρόνια εδιδάσκετε, ο ανθρωπισμός, τον οποίον εις τόσην εντέλειαν έχετε». ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 10/5/1912

Είναι λάθος να αποστρέφουμε την κεφαλή από το χθες, να αρνούμαστε τον οφειλόμενο σεβασμό προς τούς νεκρούς παππούδες μας πού μας χάρισαν τον παραδεισένιο τούτο τόπο. Το παρελθόν είναι συνετός οδηγός. Για τους κατοίκους ενός τόπου το να γνωρίζουν την ιστορία τους σημαίνει ότι γνωρίζουν τον εαυτό τους.

Εμείς οι κάτοικοι του Δήμου Λαγκαδά, πιστοί στο χρέος που μας άφησαν οι πρόγονοί μας, δεν πρέπει να επιτρέψουμε τη σκουπιδοποίηση της ιστορίας μας, δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει καμιά νέα ασχήμια.

Αν εμείς σήμερα απεμπολήσουμε αυτή την κληρονομιά που μας άφησαν οι παππούδες μας, τότε οι «αιώνιοι σιωπηλοί» θα μιλήσουν και η φωνή τους θα είναι σάλπιγγα της Αποκαλύψεως, που θα ηχήσει και θα μιλήσει με τον παλαμικό στίχο.

Με βαθειά συγκίνηση και δικαιολογημένη ευγνωμοσύνη τιμώ με το ασήμαντο αυτό πόνημα τους ηρωικούς προγόνους μας.

Θα κλείσω το ευλαβικό αυτό αφιέρωμα, με τα λόγια του Παύλου Μελά:
«Πάντοτε κατά τους αγώνας του Έθνους μας προΐστατο η Εκκλησία. Έτσι, τώρα προ πάντων, στην Μακεδονία, ότε κατ’ Αυτής κυρίως στρέφονται αι επιθέσεις των εχθρών, η Εκκλησία και πάλιν θα προστατεύση τον Αγώνα».

Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του κειμένου των αποσπασμάτων που προηγήθηκαν.

Μπεκιάρης Δ. Σταμάτης
Πηγή: Ας μιλήσουμε επιτέλους

Μιχ.Παντούλας: Η πατρίδα να μείνει αντρόπιαστη στην ψυχή του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού!

Μιχάλης ΠαντούλαςΑνοιχτή επιστολή στην πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας από τον γνώριμο των Βορειοηπειρωτών, κ. Μιχάλη Παντούλα, φιλόλογο και τ. βουλευτή Ιωαννίνων.

Σήμερα, 21 Φεβρουαρίου 2013, που γιορτάζουμε την εκατοστή επέτειο των ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ της πόλης των Ιωαννίνων και του μεγαλύτερου τμήματος της μείζονος Ηπείρου από τον οθωμανικό ζυγό πέντε αιώνων, θεώρησα πρέπον να μιλήσω δημόσια για τη λάθος απόφαση της μητέρας πατρίδας σε βάρος του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κι απ’ ότι έμαθα με προέκταση στον Ελληνισμό της Πόλης, της Τενέδου και της Ίμβρου.

Τα μεγάλα μυαλά της διοικητικής και πολιτικής γραφειοκρατίας των Αθηνών βρήκαν το φάρμακο να χτυπηθεί στη ρίζα της η οικονομική κρίση, που μαστίζει την Ελλάδα. Και τούτο θα συμβεί αν παύσει να χορηγείται το μικρό χρηματικό βοήθημα στους υπερήλικες Βορειοηπειρώτες, που η ίδια η ελληνική πολιτεία, για προφανείς λόγους, είχε καθιερώσει πριν από μερικά χρόνια.
Θέλω να πιστεύω ότι η ασυνέπεια αυτή, που αν δεν προσέξουμε μπορεί να μετατραπεί σε τραγωδία με δική μας αποκλειστικά ευθύνη, στο τέλος θα αποτραπεί. Όσοι σοφίστηκαν όλα τούτα πρέπει να μάθουν ότι στην κατηγορία των ανθρώπων, που έπαιρναν έως τώρα το μικρό αυτό βοήθημα, είναι οι συμμαθητές του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια από το σχολείο της Πωγωνιανής, οι πατριώτες που το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τους απένειμε το μετάλλιο του Έθνους γιατί στα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Εμβέρ Χότζα κράτησαν αμόλυντη την ελληνική συνείδηση και ταυτότητα, εκείνοι που σε πείσμα της αλβανικής εθνικιστικής υστερίας μετέδωσαν στα παιδιά και στα εγγόνια τους την περηφάνεια του Έλληνα και οι απόγονοι των εθνικών μας ευεργετών από την Κορυτσά, την Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο, τους Αγ. Σαράντα, τη Χειμάρα που τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής τούς στέρησαν από τις οικογένειές τους και τους κατέθεσαν στο ταμείο του Έθνους για τη δόξα της νεοσύστατης Ελλάδας.
Μου είναι αδύνατο να φανταστώ ότι όσοι παίρνουν τέτοιες αποφάσεις ξεχνούν να συμπεριλάβουν στους λογαριασμούς τους τον “πολλαπλασιαστή” του εθνικού ωφέλους και του εθνικού κόστους. Γι’ αυτό και θέλω να ελπίζω -η συνείδησή μου το απαιτεί- η λάθος αυτή απόφαση να αναθεωρηθεί τώρα. Κι αν η πατρίδα το μικρό αυτό χρηματικό βοήθημα θέλει να το κάνει μικρότερο, ας το αποφασίσει. Είναι προφανές ότι το θέμα δεν είναι οικονομικό. Αφορά τον πυρήνα της σχέσης εμπιστοσύνης και αξιοπρέπειας της μητροπολιτικής Ελλάδας με τμήματα του οικουμενικού Ελληνισμού, που στην ιστορική τους διαχρονία διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην πνευματική και εθνική ολοκλήρωση του Γένους. Για δυο δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, που στον κάθε Έλληνα φορολογούμενο αντιστοιχεί το ποσό των τριών ευρώ το χρόνο, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ντροπιάσει την Ελλάδα.
Και επειδή ο δικός μου λόγος δεν είναι τόσο δυνατός, που να μπορεί να ανατρέψει αποφάσεις, θέλω την ανοιχτή αυτή επιστολή να τη συνοδεύσω με ένα συγκλονιστικό ανέκδοτο κείμενο. Γράφτηκε στα 1956 και εξακολουθεί να είναι επίκαιρο μέχρι σήμερα. Συντάκτης του ο Βορειοηπειρώτης Θύμιος Λιώλης από το Βούρκο των Αγ. Σαράντα. Ο συμμαχητής του Παύλου Μελά, ο οπλαρχηγός του αγώνα για την απελευθέρωση της Ηπείρου και της Αυτόνομης Ήπειρου, ο πρωτοπόρος της αντίστασης εναντίον των Ιταλογερμανών κατακτητών. Ο “άγιος” του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, που η γνώμη του είχε την ίδια απήχηση με τις προφητείες του πατρο-Κοσμά του Αιτωλού. Ο νέος Μακρυγιάννης με την τίμια και καθαρή ψυχή. Την επιστολή μού την εμπιστεύτηκε, πριν από δύο περίπου χρόνια, ο εγγονός του Χρήστος Λιώλης και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Έκρινα ωφέλιμο να τη δημοσιοποιήσω τώρα, με την πεποίθηση ότι το δυνατό μήνυμα που αυτή εκπέμπει θα δρομολογήσει θετικές πρωτοβουλίες στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο για την άμεση αναθεώρηση της κυβερνητικής απόφασης, που τη διακρίνει μία απίστευτη όσο και επικίνδυνη επιπολαιότητα. Αναμένουμε…

Ιδού το κείμενο της ιδιόχειρης επιστολής του Θύμιου Λιώλη:

Προς τον Ύπατον Πρόεδρον της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Αμερικής
Αξιότιμον κύριον Κων/ντίνον Δήμαν
Εις Αθήνας

Παιδί μου
Σε σένα τον θαυμάσιον και άξιον αγωνιστήν της ιεράς βορειοηπειρωτικής ιδέας, Σε σένα την πιο μεγάλη ελπίδα της δύσμοιρης Βορειοηπειρωτικής μας πατρίδος, απευθύνεται ένας παλαίμαχος αγράμματος και αντρόπιαστος αγωνιστής, σαν πατέρας για να σου πω πρώτα – πρώτα καλώς ορίσατε, ως ευλαβής προσκυνητής στην ελεύθερη Ελληνική πατρίδα, αλλά παράλληλα να σου ’μολογήσω και τα βάσανα της μαύρης μου ξενιτιάς και των γηρατιών μου το κατάντημα.
Δεν πρόκειται να σας συστηθώ ούτε να σας αραδιάσω τους αγώνας μου που έκαμα -καθήκον μου άλλωστε ελάχιστον προς την αγαπημένη μας πατρίδα- γιατί λίγο πολύ ο Θεός και η τύχη έφεραν την φτωχειά φήμη του ονόματός μου στ’ αυτιά σας. Είμαι ο οπλαρχηγός του Βούρκου Θύμιο-Λιώλης, που από τα νειάτα μου μέχρι τα βαθειά μου γεράματα κράτησα με τιμή το καριοφύλι της Λευτεριάς όσο μπορούσα άξια στον τόπο μας και έχω αθάνατα και αδιάψευστα παράσημα τις άμετρες λαβωματιές στο βασανισμένο μου κορμί.
Όταν ήμουν νέος αλώνιζα τις ράχες και τα κορφοβούνια της πατρίδος μας ωσάν λεύτερος σταυραετός. Τώρα όμως και μάλιστα ύστερα από τον βάρβαρο ξυλοδαρμό που υπέστην στις φυλακές Αβέρωφ υπό των ατίμων Ιταλών, ότε το 1941 συλληφθείς εις Αθήνας και μετέπειτα μεταφερθείς εις Τίρανα, τσακίστηκα και σωροβολιάστηκα κυριολεκτικώς σωματικά και ψυχικά. Μη νομίσης πως το ρίχνω κάτω, όχι θα κρατηθώ υπερήφανος για να μη γίνω περίγελος των εχθρών της πατρίδος μας. Σε σένα όμως που είσαι ένας αγνός αγωνιστής πρέπει να σου πω την αλήθεια.
Η φτωχειά πατρίδα Ελλάς μού εχορήγησε μια φτωχειά σύνταξη οπλαρχηγού τριακοσίων πενήντα δραχμών μηνιαίως αρκετή μόνον για να χορταίνη «ντουάνι» (καπνό) το τσιμπούκι μου. Επειδή στα νειάτα μου και στα γερατιά μου ή αγωνιζόμουν στα βουνά ή βρισκόμουν στα μπουντρούμια των φυλακών, δεν γκαζάντισα για τα γηρατιά μου. Αυτό δεν το λογαριάζω αν και με σφύγγει η ανάγκη της στερήσεως, γιατί αφού δεν πέθανα από τόσα βόλια των αρβανιταραίων δεν θα πεθάνω από ψωμί στην Αθήνα. Αν όμως συμβή το τελευταίο, τότε ασφαλώς προσωπικώς δεν θα πεθάνω ντροπιασμένος, γιατί σε άλλους θα ανήκη το προνόμιο της ντροπής.
Τελευταίως ήρχισαν μια δυσφημιστικήν εκστρατείαν εναντίον μου -προφανώς όργαναν της αλβανικής προπαγάνδας- και κάνουν μια άτιμον κριτικήν της πολύχρονης αγωνιστικής μου δράσεως. Εις αυτούς απάντησεν η τιμητική δι’ εμέ τελευταία αποκήρυξις των Τιράνων. Αν θέλουν πιο ντρίτα απάντηση τους προκαλώ παρ’ όλον τον όγκον χωρίς να λογαριάζω τα 78 μου χρόνια να έρθουν να αναμετρηθούμε εκεί που αναμετρούνται τα παληκάρια. Εκεί θα μάθουν οι συκοφάντες μου τα γιατάκια μου, εκεί θα τους δείξω τις βρύσες πού ‘πινα νερό, εκεί θα βρίσκονται ακόμη άθαφτοι οι συντρόφοι μου και ίσως κάτω από τα απάτητα χιόνια να βρούμε αίμα από τις άμετρες λαβωματιές μου.
Δεν μπορώ να βρω αρχή και τέλος γιατί πενήντα χρόνια ιστορία δεν μπορώ να την συμπεριλάβω σε μια αναφορά μου. Ένα θέλω κυρίως να σου πω, θέλω να σε ιδώ γιατί νομίζω πως τώρα ήρθατε από την πατρίδα και κάτι θα μου πείτε. Επειδή άκουσα και πίστεψα ότι έχεις αισθήματα γνησίου και τιμίου Χειμαρριώτου, θέλω να σε ιδώ. Μη διστάξης να δεχθής έναν αγνόν αγωνιστήν, επειδή έχει το θλιβερόν προνόμιον να είναι πάμπτωχος.
Εκεί που θα πας να προσκυνήσης -όπως έμαθα- τα Άγια χώματα της πατρίδος μας, στείλε τα χαιρετίσματα στους ζωντανούς και τους πεθαμένους από το Θύμιο Λιώλη.
Σε χαιρετώ
Με πατριωτική Αγάπη
Θύμιος Λιώλης
Οπλαρχηγός Βούρκου Β. Ηπείρου

Πρωινός Λόγος

Πηγή: Βορειοηπειρωτικά

Η “άγνωστη” φωτογραφία του σώματος Μελά


Η “άγνωστη” φωτογραφία του σώματος Μελά της 26ης Αυγούστου 1904. Ο Μελάς καθιστός στην πρώτη σειρά, με παντελόνι.

Πηγή: Maccunion

Αθηνά Τζινίκου – Κακούλη: Οι Δυτικομακεδόνες κατά τον Μακεδονικό Αγώνα – Μια εξαιρετική ομιλία

Σχόλιο MacedoniaAncestry: Μη έχοντας ξανακούσει ποτέ το όνομα της κυρίας Κακούλη, άκουσα όλην της την ομιλία με την ιδέα ότι πρέπει να βεβαιωθώ αν αυτά που λέει είναι σωστά, ή, αν είναι άλλη μία γυναίκα από αυτούς που “τρώνε” την Ελλάδα μέσα από τις ομιλίες τους, που δηλ., παραφράζουν τα γεγονότα ή δημιουργούν ψεύτικες φήμες.
Με μεγάλη μου χαρά ανακάλυψα πως η κυρία Κακούλη είναι ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΟΛΑ ΤΗΣ. Ελληνίδα μέχρι το κόκκαλο σε σημείο βαθιάς συγκίνησης όταν μιλάει για τους νεκρούς μας. Η ομιλία της με ενθουσίασε και με συγκίνησε. Και για να ακριβολογώ δεν μπόρεσα να μην συγκινηθώ και εγώ στο σημείο που συγκινήθηκε και αυτή. Με μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπο της πλέον, βάζω την παρακάτω ομιλία της να την ακούσαν όλοι. Είναι μια περιγραφή του Μακεδονικού αγώνα που κάθε έλληνας πρέπει να ξέρει. Αξίζει να την ακούσετε όλη παρόλη την 1 ώρα διάρκεια της.

Πηγή: Ακτίνες

Μακεδονία: επέτειος 100 ετών.

Γράφει η Θάλεια Χούντα

Θάλεια ΧούνταΗ φετινή εορτή του Αγίου Δημητρίου συμπίπτει με τα εκατό χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό Στρατό. Μία ηρωική επέτειος που σηματοδοτεί την διαχρονική ελληνικότητα της Μακεδονίας μας και την θέλησή μας για διαφύλαξη κάθε σπιθαμής γης της χώρας μας.

Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν μερικά χρόνια πριν η αρχή, η σεπτή μορφή του ήρωα Παύλου Μελά ενέπνευσε στην πράξη το πατριωτικό πνεύμα και κλίμα της εποχής και οι συντονισμένες ενέργειες του Στρατού μας οδήγησαν στην μεγάλη ημέρα του 1912, όπου ο στρατηλάτης Βασιλέας εισήλθε στην πόλη και η Σημαία μας υψώθηκε και πάλι και παραμένει έως σήμερα.

Δεν πρέπει να υπάρχει Ελληνική ψυχή που να μην σκιρτά στην ανάμνηση τέτοιων επετείων, οι οποίες και ενδυναμώνουν το φρόνημα. Δεν πρέπει, τέτοια γεγονότα με αντίκτυπο σε όλο τον κόσμο και τεράστιας πολιτικής και στρατιωτικής σημασίας, να παραμένουν ασχολίαστα. Δεν πρέπει να μην υπάρχουν ειδικά αφιερώματα, με αναφορές στα ονόματα των ηρώων και τις συνθήκες των μαχών. Δεν πρέπει στα σχολεία να μην έχουν αφιερωθεί ώρες διδασκαλίας, με σκοπό να μεταλαμπαδευτεί η γνώση. Δεν πρέπει να παραμένει έστω και ένα σπίτι, που να μην έχει υψωμένη την γαλανόλευκη. Δεν πρέπει αυτή η ημέρα να είναι εργάσιμη. Δεν πρέπει η Εκκλησία να μην έχει τελέσει επιμνημόσυνες δεήσεις για όλους τους ¨αγίους¨ που έδωσαν το αίμα τους και τίμησαν στο έπακρο τον Έλληνα.

Το σημερινό πολιτικό σύστημα φροντίζει συστηματικά να συντηρεί το κλίμα «φόβου», που το ίδιο δημιούργησε με την αλόγιστη οικονομική πολιτική και να εστιάζεται στο συνεχές βύθισμα της χώρας, έως την εξαφάνιση. Δεν θέλει ή δεν μπορεί να κατανοήσει, ότι είμαστε πλασμένοι και ευλογημένοι για το «Μεγάλο» που αφορά την ιδέα της Ελλάδος, το οποίο και είναι υπεράνω όλων.

Η ψυχή του κάθε Έλληνα ας είναι το αιώνιο καταφύγιο όλων αυτών των Ηρώων!

Πηγή: Olympia.gr

Το σπίτι που σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς

Οικία ΚαντζάκηΤο χωριό Μελάς βρίσκεται πάνω στο βουνό Βίτσι και σε απόσταση 16 χλμ. από την επαρχιακή οδό Φλώρινας-Καστοριάς μέσω Κορεστίων. Το χωριό αυτό που ονομαζόταν Στάτιστα, μετονομάστηκε σε Μελάς, προκειμένου να τιμηθεί ο Παύλος Μελάς, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή εκεί το 1904 σε συμπλοκή με τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα.

Το σπίτι που σκοτώθηκε ο Μελάς, η οικία Καντζάκη, εξαγοράστηκε το 1970 από τη Νομαρχία Καστοριάς και μετατράπηκε σε μουσείο. Σήμερα λειτουργεί με την οικονομική στήριξη του σωματείου «Οι φίλοι του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα» και των συνεργαζόμενων γυναικείων σωματείων. Οικία Καντζάκη

Το σπίτι διατηρείται έτσι όπως ήταν όταν σκοτώθηκε ο Μελάς. Μέσα υπάρχουν όπλα από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, στολές Μακεδονομάχων και φωτογραφίες των Μακεδονομάχων που έδρασαν στην περιοχή μεταξύ της Καστοριάς και της Φλώρινας.

 

Διεύθυνση: Μελάς, ΤΚ 52055, Νομός Καστοριάς
Mέρες-Ώρες λειτουργίας: Καθημερινά ύστερα από συνεννόηση
Τιμή εισιτηρίου: Δωρεάν
Τηλ.: 2467084554

Πηγή: H Φωνή των γηγενών Μακεδόνων – entopios.gr