Archive

Posts Tagged ‘Πόλεμος’

Σύντομη περιγραφή του Μακεδονικού – Πρώτη φάση, 1853/6 – 1918

Σύντομη περιγραφή του Μακεδονικού

Φάση πρώτη, 1853/6 – 1918

Γράφει ο ΜacedonianΑncestry
https://macedonianancestry.wordpress.com/

Πως ξεκίνησε το Μακεδονικό ζήτημα

Το 1853 ξεκίνησε ο λεγόμενος “Κριμαϊκός πόλεμος”. Τα αντίπαλα στρατόπεδα ήσαν οι Ρώσσοι από την μια πλευρά, ενώ από την άλλη ήταν μια συμμαχία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, της Γαλλίας και του βασιλείου της Σαρδινίας. Η Ρωσσία έχασε τον πόλεμο το 1856 και σαν αντίποινα της επιβλήθηκε να σταματήσει το εμπόριο της στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη θάλασσα). Αυτό ήταν ένα τρομερό οικονομικό πλήγμα στην οικονομία της Ρωσσίας η οποία τώρα επρεπε να βρει (και γρήγορα) άλλη θάλασσα για να κάνει εμπόριο. Οι θάλασσες που θα μπορούσαν να την εξυπηρετήσουν σύμφωνα με τα συμφέροντα της ήσαν το Αιγαίο στα δεξιά της Ελλάδας και η Αδριατική στα αριστερά της. Δυστυχώς όμως και οι δύο αυτές θάλασσες ήσαν στα χέρια των Τούρκων εκείνη την εποχή άρα αν η Ρωσσία ήθελε να αναπτύξει το εμπόριο της εκεί, έπρεπε πρώτα να αποκτήσει αυτές τις θάλασσες. Και ο μόνος τρόπος για να τις αποκτήσει ήταν φυσικά δια της βίας. Έτσι, το 1877 ξεκίνησε πόλεμο εναντίων των Οθωμανών και ένα χρόνο αργότερα, το 1878, νίκησε.

Η συνθήκη που υπογράφτηκε για το τέλος αυτού του πολέμου, η λεγομένη Συνθήκη του Αγίου Στέφανου, ήταν μια συνθήκη που ενώ βόλευε πολύ την Ρωσσία και την Βουλγαρία, (την Βουλγαρία επειδή η Ρωσσία την έβαλε υπεύθυνη για το θέμα με το αζημίωτο φυσικά) δεν άρεσε καθόλου σε κάποιες άλλες από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής (στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστρο-Ουγγαρία συγγεκριμένα) οι οποίες εξεβίασαν την Ρωσσία να αλλάξει τους όρους της συνθήκης αλλιώς νέος μεγάλος πόλεμος θα ξεσπούσε. Η Ρωσσία εκείνη την εποχή ήταν Μεγάλη Δύναμη [Great Power] και κανονικά δεν θα έπρεπε να φοβηθεί, αλλά έπεσε στην περιπτωση γιατί και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και η Αυστρο-Ουγγαρία ήσαν Μεγάλες Δυνάμεις επίσης. Καταναγκαστικά λοιπόν άλλαξε τα σχέδια της και συμφώνησε να υπογράψει μια νέα συνθήκη, η οποία ονομάστηκε “Συνθήκη του Βερολίνου” από το ομώνυμο συνέδριο.

Οι νέοι όροι που μπήκαν όμως, ήταν καταστροφή για μια άλλη χώρα, την Σερβία, αφού την άφησε αποκλεισμένη χωρίς δυνατότητα εμπορίου με το Μαυροβούνιο (πάνω-αριστερά από την Αλβανία) το οποίο έβλεπε θάλασσα. Έτσι και η Σερβία με την σειρά της απείλησε ότι θα έκανε πόλεμο αν δεν άλλαζε η τότε παρούσα κατάσταση. Συγκεκριμένα οι Σέρβοι απείλησαν περισσότερο την Αυστρο-Ουγγαρία η οποία για να γλυτώσει από έναν πιθανό πολεμο με τους Σέρβους τους πρότεινε το εξής: να μην κάνουν εμπόριο προς τα αριστερά της Ευρώπης αλλά προς τα δεξιά. Οι Σέρβοι βρήκαν σωστή την πρόταση και δέχτηκαν αυτό το σχέδιο. Έτσι υπέγραψαν μια συμφωνία μεταξύ τούς το 1881, (την οποία μάλιστα την ανανέωσαν το 1889*) η οποία έλεγε όχι μόνο να μην ενοχλήσουν οι μεν τους δε, αλλά και ότι η Αυστρο-Ουγγαρία θα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει την Σερβία στην αποστολή της.

* = Είναι πολύ σημαντικό να το ξέρετε αυτό το στοιχείο, γιατί οι σκοπιανοί δεν γνωρίζουν πως τα σημερινά Σκόπια ήταν κομμάτι της Σερβίας κάποτε. Αντιθέτως νομίζουν πως ήσαν μια μεγάλη και ολόκληρη χώρα ονόματι “Μακεδονία”, την οποία τους την έκλεψαν οι Έλληνες το 1913 με την συνθήκη του Βουκουρεστίου. Όταν τους δείχνεις το έγγραφο με την συμφωνία πέφτουν ξεροί!

Δεξιά όμως της Σερβίας ήταν η Βουλγαρία. Και επειδή η Βουλγαρία ήσαν αδελφική φυλή με τους Σέρβους πρώτον και δεύτερον επειδή τα σημερινά Σκόπια ήσαν κομμάτι της Σερβίας τότε (δηλαδή η Σερβία είχε τα σύνορα της πολύ ποιο κοντά στην θάλασσα προς της πλευρά της Θεσσαλονίκης και εν τέλη του Αιγαίου) οι Σέρβοι σκέφτηκαν να κατακτήσουν το κομμάτι της Μακεδονίας που ανήκε στην Ελλάδα αντι να διασχίσουν ολόόόόκληρη την Βουλγαρία.

Την ίδια εποχή που η Σερβία είχε όλα αυτά τα συμφέροντα, η Βουλγαρία επεδίωκε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Επιθυμούσε να αποκτήσει τα εδάφη που είχε αποκτήσει με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Έτσι, το 1893, δημιούργησε με την βοήθεια της Ρωσσίας (που εξακολουθούσε να έχει συμφέροντα βέβαια) μια ομάδα ονόματι ΕΜΕΟ, (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, αγγλιστί, IMRO – Internal Macedonian Revolutionary Organization) η οποία θα ήταν υπεύθυνη για την εξασφάλιση της Μακεδονικής γης στους Βούλγαρους. Σκοπός αυτής της οργάνωσης ήταν η δημιουργία μιας νέας χώρας που θα ονομαζόταν “Μακεδονία”, ασχέτως του αν οι κάτοικοι της θα ήταν ένα μπουλούκι από διαφορετικές θρησκείες, εθνότητες, φυλές ή οτιδήποτε άλλο. Από την στιγμή που θα γινόταν μια τέτοια χώρα θα υπήρχαν δυνατότητες οι Βούλγαροι να κυριαρχήσουν στην, τότε, κάτω-δεξιά τους Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) κάτι που το επεδίωκαν όπως είπαμε και οι Σέρβοι.

Το πρώτο πράγμα που έκανε η νέα ομάδα της ΕΜΕΟ ήταν να ξεκινήσει μια προπαγάνδα για την δημιουργία αυτής της νέας χώρας. Εφευρίσκοντας το σύνθημα “η Μακεδονία στους Μακεδόνες” άρχισε να στέλνει δεξιά και αριστερά ανθρώπους διαφόρων επαγγελμάτων και ειδικοτήτων, (π.χ δασκάλους) για να διαδώσουν και να διδάξουν την ιδεολογία της προπαγάνδας τους. Η προπαγάνδα αυτή ξεκίνησε το 1893 και συνεχίστηκε μέχρι το 1904 και μάλιστα και σε πολλούς τομείς: φιλολογικούς, ιστορικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς… Δεν θα μιλήσω αναλυτικά εδώ για τον κάθε τομέα γιατί δεν είναι του παρόντος. Πάντως ένα είναι σίγουρο: πως μιλάμε για μια τεραστίων διαστάσεων προπαγάνδα και όχι για μια απλή προσπάθεια. Και αυτή η προπαγάνδα θα συνεχιζόταν και άλλο, αν ο Παύλος Μελάς δεν αντιλαμβανόταν τον κινδυνο της Σλαβοποίησης της Μακεδονίας (και μελλοντικά ίσως και της Ελλάδος) ο οποίος άναψε με τον θάνατο του μια σπίθα στην καρδιά των ελλήνων για την σωτηρία της ελληνικής γης και του ελληνικού πολιτισμού. Η σπίθα αυτή οδήγησε στο θετικό αποτέλεσμα την σωτηρία της Μακεδονίας μας. Η Μακεδονία είναι μέρος σήμερα της Ελληνικής επικράτειας κυρίως χάρη σ’ αυτόν.

Έτσι λοιπόν με δυο λόγια άρχισε το Μακεδονικό ζήτημα και όχι από τον Τίτο ο οποίος απλά το ανεβίωσε το 1945. Μάλιστα δε, επειδή οι περισσότεροι Έλληνες έχουν ακουστά μόνο το “ε, κάτι έγινε επί Τίτο”, δεν ξέρουν καν τι στην πραγματικότητα, άρα δεν ξέρουν και τι να απαντήσουν στους σκοπιανούς, όταν αυτοί όντως μεγαλωμένοι με την προπαγάνδα τους, τους φανερώνουν “στοιχεία”, που τα ελληνόπουλα δεν έχουν καν ακουστά. Αυτή η προπαγάνδα που ουσιαστικά ξεκίνησε το 1856, είναι αυτή που υποστηρίζουν οι σκοπιανοί σήμερα, έστω και αν εντωμεταξύ οι Ρώσσοι και οι Σέρβοι δεν ενδιαφέρονται πια, αφού οι χώρες, τα σύνορα, οι περιοχές και γενικότερα τα δεδομένα (και τα συμφέροντα) άλλαξαν.

Τελευταία ενημέρωση 24/1/2018

 

Η Εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στη Συρία και είναι σεβαστή από τους εμπλεκόμενους……

Oι μάχες ολοκληρωτικά σταμάτησαν στη Δυτική Συρία το Σάββατο μετά την έναρξη εφαρμογής της ρωσοαμερικανικής συμφωνίας για διακοπή των εχθροπραξιών, μια ησυχία άνευ προηγουμένου στον πενταετή πόλεμο…

Τα Ηνωμένα Έθνη προτίθενται να αδράξουν την ευκαιρία για να επανεκκινήσουν τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της συριακής κυβέρνησης και της αυτοαποκαλούμενης αντιπολίτευσης. Το φιλοαντιπολιτευόμενο (OSDH) μια ΜΚΟ με έδρα το Λονδίνο και τα Ηνωμένα Έθνη δεν πιστοποίησαν παρά μόνο σποραδικά πυρά στα δυτικά της χώρας από την στιγμή που τέθηκε σε ισχύ η ανακωχή την Παρασκευή το βράδυ στις 22h00 GMT.

Σύμφωνα με τον ειδικό επίτροπο για το συριακό του ΟΗΕ τον Staffan de Mistura, συγκρούσεις παρατηρήθηκαν στη Δαμασκό και στην Deraa, στα ΝΑ της χώρας κάποια λεπτά μετά την προβλεπόμενη ώρα που έθετε σ΄εφαρμογή την κατάπαυση του πυρός αλλά κάποια λεπτά αργότερα γρήγορα επανήλθε η ηρεμία στις 2 αυτές πόλεις.

Η συριακή κυβέρνησή η σύμμαχός της η Ρωσία και πολλές φράξιες της αντιπολίτευσης 100 τον αριθμό ανακοίνωσαν θα συμμορφωθούν με το σχέδιο. Το κείμενο που επεξεργάστηκαν η Washington και η Μόσχα αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του το Ισλαμικό Κράτος και το Μέτωπο της Νίκης την al Nosra, συριακό παρακλάδι της Al Qaïda. Η Ρωσία προειδοποίησε επίσης ότι δεν θα σταματούσε τις επιχειρήσεις της κατά των 2 αυτών οργανώσεων.

Συνεχίζεται: Η Εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στη Συρία και είναι σεβαστή από τους εμπλεκόμενους……

Για ενδεχόμενο πόλεμο Ελλάδος και Τουρκίας μιλάνε οι Ρώσοι !!

Πολύ πιθανός εμφανίζεται από Ρώσους εδικούς  αμυντικούς εμπειρογνώμονες,  ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ακόμα και στο άμεσο μέλλον.

Οι πληροφορίες τους εδράζονται καταρχήν στα συνεχόμενα/αναβαθμισμένα επεισόδια εισβολής μαχητικών αεροσκαφών της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας στο Αιγαίο , όσο και στην  έντονη παρουσία του τουρκικού πολεμικού ναυτικού στην ίδια θαλάσσια περιοχή, αναφέρει ρωσική ιστοσελίδα .

Ειδικά οι Ρώσοι προβάλουν την πρόσφατη έκδοση σειράς  ΝΟΤΑΜ  από την Άγκυρα,  οι οποίες  επικαλύπτουν σαφώς ελληνικό εναέριο χώρο φτάνοντας  να «αμφισβητηθεί» ακόμη και το Άγιο Όρος.

Οι ΝΟΤΑΜ αυτές δεσμεύουν τρεις μεγάλες περιοχές στο Αιγαίο από την 1 Ιαν-31 Δεκ, 2016. Η νέα πρωτοβουλία της Άγκυρας έχει προκαλέσει  δικαιολογημένη αγανάκτηση της ελληνικής πλευράς.

Οι Ρώσοι αναλυτές με αρκετή δόση χιούμορ, τονίζουν την ανακάλυψη ακόμη και  «Τούρκων επιστημόνων», οι οποίοι ετοιμάζουν να αμφισβητήσουν νομικά , μεγάλες θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου που περιλαμβάνουν σαφώς ελληνικά χωρικά ύδατα , όπως την  χερσόνησο του Άθω, το νησί της Λήμνου, την  Σκύρο, την Πάτμο, την Τήνο, την Μύκονο, και άλλα.

Армия-Греции

 

Την ίδια στιγμή η Άγκυρα ετοιμάζεται να «διεκδικήσει» επίσης με νομικά «όπλα»  και άλλα μέσα, ένα  μεγάλο κομμάτι του Αιγαίου «διαγράφοντας» από τον χάρτη την ύπαρξη του Καστελόριζου για να μπορέσει να υφαρπάξει τα ελληνικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην περιοχή τα οποία αξίζουν πολλά  μα πάρα πολλά δις ευρώ.

Σε άρθρο από την ιστοσελίδα pentapostagma.gr, με τίτλο (Η αιτία ενός πιθανού ελληνοτουρκικού πολέμου θα είναι η ανακήρυξη από την Τουρκία «Μεσογειακής ΑΟΖ»!!), αναφέρουμε λεπτομερώς τα σχέδια αυτά τα οποία είναι έτοιμα για «εφαρμογή».

Επίσης το ρωσικό αμυντικό ινστιτούτο τονίζει τον φρενήρη  εξοπλισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων με προγράμματα ιδιαίτερα σημαντικά και πολυδάπανα .

Από άρματα μάχης και πυραύλους σε συνεργασία με την Κίνα , έως οπλικά συστήματα νέας γενιάς και δορυφόρους, η Τουρκία « φωνάζει» ότι θέλει να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τελευταίο επίτευγμα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας θα είναι το  τουρκικό ελικοπτεροφόρο «TCG Anadolu», το οποίο  θα είναι έτοιμο να πλεύσει στο Αιγαίο Πέλαγος το 2021.

Η Τουρκία επίσης συνεργάζεται ενεργά στο στρατιωτικό τομέα με κορυφαίες χώρες του ΝΑΤΟ, και πιο πρόσφατα με την Κίνα, την Νότια Κορέα την Ιαπωνία  και την Ινδονησία.

 

Συνεχίζεται: Για ενδεχόμενο πόλεμο Ελλάδος και Τουρκίας μιλάνε οι Ρώσοι !!

Ο Νίκος Τασιάκος τελευταίο μέλος του ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ διηγείται… «Ετσι χτυπήσαμε τους Ιταλούς»! | ΜΕΤΩΠΟ ΟΧΙ

Ο Νικόλαος Τασιάκος τελευταίος επιζών από το πλήρωμα του θρυλικού ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ πέθανε λίγες μέρες προτού συμπληρωθούν 75 χρόνια από τη χειμωνιάτικη εκείνη νύχτα του 1940, παραμονές Χριστουγέννων, όταν το Παπανικολής κατόρθωσε να βυθίσει στα Στενά του Οτράντο τρία ιταλικά οπλιταγωγά, που μετέφεραν όπλα και άλλο πολεμικό υλικό στα παράλια της Αλβανίας, προς ενίσχυση των ιταλικών δυνάμεων που μάχονταν κατά των Ελλήνων.

Διαβάστε πως είχε διηγηθεί στο ΑΠΕ και στη Σοφία Παπαδοπούλου τις αποστολές του θρυλικού υποβρυχίου τη περίοδο 1940-41:«Όταν φτάσαμε στη βάση υποβρυχίων, οι σειρήνες από όλα τα καράβια δεν σταματούσαν. Η μπάντα του ναυτικού έπαιζε συνέχεια. Σήκωσαν τον κυβερνήτη από τους ώμους, και από τη βάση, από τον μόλο, τον πήγαν στο ναυπηγείο. Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι ακριβώς αισθανόταν ο κόσμος». Η φωνή του γεμάτη ενθουσιασμό. Το βλέμμα του μοιάζει να ταξιδεύει αντίστροφα στο χρόνο καθώς ανακαλεί στη μνήμη του μία από τις πλέον ένδοξες σελίδες στην ιστορία της Ελλάδας, στη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου του 1940-’41: τη βύθιση μεγάλης νηοπομπής, μέσα σε ιταλικά ύδατα, από το υποβρύχιο «Παπανικολής».

Ο Νικόλαος Τασιάκος, ο τελευταίος επιζών ενός θρύλου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που είχε γίνει ο εφιάλτης των ιταλικών και των γερμανικών δυνάμεων, θυμάται σαν χθες τη χειμωνιάτικη εκείνη νύχτα του 1940, παραμονές Χριστουγέννων, όταν το «Παπανικολής» κατόρθωσε να βυθίσει στα Στενά του Οτράντο τρία ιταλικά οπλιταγωγά, συνολικού βάρους 25.000 τόνων, που μετέφεραν όπλα και άλλο πολεμικό υλικό στα παράλια της Αλβανίας, προς ενίσχυση των ιταλικών δυνάμεων που μάχονταν κατά των Ελλήνων.

Συνεχίζεται: Ο Νίκος Τασιάκος τελευταίο μέλος του ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗ διηγείται… «Ετσι χτυπήσαμε τους Ιταλούς»! | ΜΕΤΩΠΟ ΟΧΙ

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Του Παντελή Σαββίδη
Σαν σήμερα, πριν από 102 χρόνια απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά και ένα μεγάλο μέρος του βορειοελλαδικού χώρου, από τον τουρκικό ζυγό.

Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση πως η απελευθέρωση αυτή αποτέλεσε ένα ξαφνικό, στιγμιαίο γεγονός εν πολλοίς τυχαίο, αφού εκείνο στο οποίο εστιάζεται συνήθως η όλη εξιστόρηση είναι το τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το διάδοχο Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την προέλασή του προς το Μοναστήρι και να επιταχύνει την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι.

Η εστίαση στην τελευταία φάση της απελευθέρωσης, στερεί τον πολίτη από τη γνώση εκείνη που φθάνει στην αρχή των γεγονότων και του δίνει, έτσι, τη δυνατότητα να πληροφορηθεί, εξηγήσει και αντιληφθεί, γεγονότα που σήμερα τα βρίσκει μπροστά του και τον απασχολούν.

Πίσω από την ευτυχή κατάληξη των γεγονότων, υπάρχει πολύς κόπος και πολύ αίμα που άρχισε να χύνεται από την επομένη της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ορισμένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, όπως για παράδειγμα οι σχέσεις με την ΠΓΔΜ έχουν τις ρίζες τους στον αιώνα αυτό της εξιστόρησής μας, τον 19ο δηλαδή, και όχι στα μέσα του εικοστού, όπως ορισμένοι, πολιτικοί κυρίως, επισημαίνουν.

Ο Τίτο, προσπάθησε να δημιουργήσει «μακεδονική εθνότητα» αλλά η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομης Μακεδονίας ανάγεται στα μέσα του 19ου, και όχι του 20 αιώνα.

Δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με τις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώριζε την ανεξαρτησία του μικρού ελληνικού κράτους, όταν άρχισαν οι πρώτες διεργασίες για μελλοντικές εξεγέρσεις στις ελληνικές επαρχίες της Τουρκίας.

Στην Αθήνα οι διάφορες συζητήσεις για την κατάσταση και το μέλλον των υπόδουλων κατέληξαν στη σύσταση μυστικών εταιρειών με σκοπό την προετοιμασία μελλοντικών κινημάτων.

Γνωστόν ήταν και στη νότια Ελλάδα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ότι στις τάξεις των Μακεδόνων αγωνιστών συγκαταλέγονταν άτομα με μητρική γλώσσα διαφορετική από την ελληνική όπως βλάχικη, σλαβική, αρβανίτικη, χωρίς αυτό να επηρεάζει τον εθνικό προσανατολισμό τους που ήταν η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Το ίδιο ακριβώς παρατηρήθηκε και στην περίοδο ως τον Κριμαϊκό πόλεμο, όταν ακόμη η εθνική αφύπνιση των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής δεν είχε εισχωρήσει ουσιαστικά στη Μακεδονία.

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΒΛΕΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Έτσι, λοιπόν, εκείνοι από τους Μακεδόνες χριστιανούς που ευαισθητοποιούνταν στην ιδέα της απελευθέρωσης, προσέβλεπαν προς το ελληνικό βασίλειο για τη λύτρωσή τους , και εντάσσονταν σε ελληνικά ένοπλα σώματα, περιμένοντας τη στιγμή του ξεσηκωμού.

Από την άλλη πλευρά, η γειτνίαση με το σλαβικό χριστιανικό στοιχείο ενίσχυε στους Μακεδόνες –περισσότερο, ίσως από ό,τι στους άλλους υπόδουλου Έλληνες- την ιδέα της σύμπραξης όλων των βαλκανικών λαών για την από κοινού ανατροπή του οθωμανικού κράτους και την ίδρυση βαλκανικής ομοσπονδίας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΡΙΜΑΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Τον Οκτώβριο του 1853 ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο λεγόμενος Κριμαϊκός. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι Ρώσοι κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, και στις αρχές του 1854 έφθασαν στο Δούναβη.

Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν γενική κινητοποίηση στην Ελλάδα, καθώς ο Όθων και οι περισσότεροι πολιτικοί προέβλεπαν ήττα και διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με προσωπική ανάμιξη του μονάρχη καταρτίστηκαν μεγάλα ένοπλα σώματα αλλά το όλο εγχείρημα απέτυχε και πέραν των άλλων δημιουργούσε και μια πρόσθετη μακροπρόθεσμη περιπλοκή. Παγίωνε την τουρκική καχυποψία και εχθρότητα απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, σε μια εποχή που στο προσκήνιο άρχιζε να εμφανίζεται η βουλγαρική εθνική ιδέα.

Από αυτήν τη στιγμή (1854) και μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (1989) οι προστριβές με τη Βουλγαρία θα είναι ένα μόνιμο φαινόμενο που θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη βαλκανική.

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται και το Κίνημα των Σλαβόφιλων και αργότερα των Πανσλαβιστών-.

Η Ρωσία έστρεψε την προσοχή της στους υπόδουλους Σλαύους, αναθεωρώντας μια βασική αρχή της πολιτικής της: αντί να αγωνίζεται πλέον για τους ορθόδοξους χριστιανούς, στο μέλλον, θα προωθούσε τα συμφέροντα των Χριστιανών Σλαύων.

Βασικός της γεωπολιτικός στόχος ήταν να «βγει» στις θερμές θάλασσες και πίστευε, πλέον, πως θα μπορούσε να το πετύχει καλύτερα και αποτελεσματικότερα με τους σλάβους χριστιανούς.

Εκτός, όμως, από τη ρωσική πολιτική, τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου, εμφανίσθηκαν σαν καταλύτης και στην πολιτική της Σερβικής Ηγεμονίας και των εθνικιστών Βουλγάρων. Η γιουγκοσλαβική ενωτική εθνική κίνηση άρχισε να ενδιαφέρεται και για τη Μακεδονία- τουλάχιστον για τις βορειότερες περιοχές της, όπως και οι βούλγαροι εθνικιστές..

Την εποχή, όμως, εκείνη τα σχέδια αυτά μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα μπορούσαν να έχουν.

Οι Έλληνες με την περιορισμένη γνώση των πολιτικών εξελίξεων που σημειώνονταν στη βόρεια Βαλκανική, συνέχιζαν να εμμένουν στο δόγμα ότι η Μακεδονία ολόκληρη, έπρεπε να περιληφθεί στο μελλοντικό διευρυμένο ελληνικό κράτος.

Σέρβοι και Βούλγαροι αρχίζουν να δραστηριοποιούνται αλλά και ο Ελληνισμός δεν παρέμενε αδρανής. Δημιουργήθηκαν νέα προξενεία αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι ενισχύθηκαν από τις ντόπιες παραδοσιακές δυνάμεις του Ελληνισμού-δασκάλους, δημογέροντες, εμπόρους, κληρικούς- καθώς και από τη νέα γενιά των επιστημόνων που, αφού σπούδασαν ή έζησαν ένα διάστημα στο βασίλειο, άρχισαν να επιστρέφουν στις γενέτειρές τους. Ποτισμένοι με το εθνικιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην πρωτεύουσα οι νέοι αυτοί διαμόρφωναν σιγά σιγά πυρήνες εθνικής δράσης στις πόλεις και κωμοπόλεις όπου είχαν εγκατασταθεί.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1875-1878) ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Στη δεκαετία του 1860, τον Ελληνισμό της Μακεδονίας άρχισε να απασχολεί, ολοένα και εντονότερα, η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού.

Αρχικά, η προβολή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας γινόταν με αιτήματα καθαρά εκκλησιαστικής μορφής, όπως τη χρησιμοποίηση της σλαβονικής στην εκκλησία και την αντικατάσταση Ελλήνων αρχιερέων με Βουλγάρους.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η διένεξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την ίδρυση ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας και η εξάπλωση της ιδεολογίας του Πανσλαβισμού μέσω Ρώσων διανοουμένων, κληρικών και προξενικών υπαλλήλων, προσέδωσαν στα αιτήματα των βουλγαριστών της Μακεδονίας σαφή εθνική χροιά.

Όπως ήταν φυσικό επακολούθησε ελληνική αντίδραση που έμελλε να διχάσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας για αρκετές δεκαετίες.

Η διένεξη πήρε πολλές και ποικίλες διαστάσεις, εξαιτίας της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που εμφάνιζε η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Πραγματικά, η εξακρίβωση της εθνικής ταυτότητας του χριστιανικού πληθυσμού- που αποτελούσε τα δύο τρίτα του συνόλου- υπήρξε πρόβλημα δυσεπίλυτο, που δίχασε επιστήμονες και πολιτικούς.

Ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μεγάλη μάζα του αγροτικού χριστιανικού πληθυσμού, παρά την ποικιλία των γλωσσών που μιλούσε, δεν είχε σαφή εθνικό προσανατολισμό. Γι αυτό και η θρησκεία παρέμενε όχι μόνο το κύριο διαφοροποιό γνώρισμα μέσα στην οθωμανική κοινωνία, αλλά και στοιχείο μορφοποιητικό της εκκολαπτόμενης εθνικής συνείδησης.

Πάντως, ως το 1870 -όταν ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία- οι μη ελληνόφωνες χριστιανικές μάζες που βρίσκονταν πλησιέστερα προς τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι Έλληνες, ταυτίζονταν με τον Ελληνισμό. Και αυτό, όχι μόνο γιατί συντηρούσαν μόνοι τους ελληνικά σχολεία και τελούσαν τη θεία λειτουργία στα ελληνικά, αλλά και γιατί συμμετείχαν ενεργά στους διάφορους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.


ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και την εξαγγελία των μεταρρυθμίσεων του Χάτι Χουμαγιούν, οι Βούλγαροι ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με την ίδρυση ανεξάρτητης Εκκλησίας τους και τον προσδιορισμό των ορίων της δικαιοδοσίας της στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Στις 27 Φεβρουαρίου/ 11 Μαρτίου 1870, με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εκκλησία. Στο ίδιο φιρμάνι υπήρχε διάταξη που επέτρεπε την προσθήκη και άλλων μητροπόλεων στην Εξαρχία, εφόσον τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων της περιφέρειας εκδήλωναν σχετική επιθυμία.

Η τελευταία αυτή διάταξη άνοιγε έδαφος για οξύτατο φυλετικό ανταγωνισμό, που εξυπηρετούσε τα σχέδια της Οθωμανικής κυβέρνησης, αφού θα απέκλειε πλέον τη μελλοντική σύμπραξη των δύο χριστιανικών εθνοτήτων.

Έτσι, όταν κάθε προσπάθεια για συμφιλίωση απέτυχε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1872 κήρυξε την εξαρχία σχισματική.

Από τη στιγμή εκείνη η ελληνοβουλγαρική διένεξη στις διαφιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας (και της Θράκης), έμπαινε στη φάση του ανοικτού ανταγωνισμού.

Η δραστηριοποίηση του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης και ιδίως η ίδρυση νέου στο Μοναστήρι το 1861, έδωσε μεγάλη ώθηση στη βουλγαρική κίνηση.

Για πρώτη φορά οι Βούλγαροι της βόρειας Μακεδονίας αποκτούσαν τον τοπικό «προστάτη» τους στο πρόσωπο του εκπροσώπου της σλαβικής Ρωσίας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχισθεί χωρίς σοβαρούς κινδύνους για τη θέση του Ελληνισμού. Γι αυτό και οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν ενεργότερη ανάμιξη του ελεύθερου ελληνικού κέντρου στα μακεδονικά πράγματα.

Στις εισηγήσεις τους ζητούσαν να διαγραφεί η βόρεια Μακεδονία, ως αναμφισβήτητα σλαβική, να ενισχυθεί η εκπαιδευτική, εκκλησιαστική και εθνική δραστηριότητα στην κεντρική ζώνη, και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σλαβόφωνες και βλαχόφωνες κοινότητες της Πελαγονίας που αποτελούσαν τη γραμμή των πρόσω του Ελληνισμού.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1875-1878
Τον Απρίλιο του 1877, κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Σε διάστημα εννέα μηνών τα ρωσικά στρατεύματα έφθασαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στις 3 Μαρτίου στον Άγιο Στέφανο, επέβαλαν στους Τούρκους τη σύναψη ειρήνης.

Η πλέον διαφιλονικούμενη διάταξη της Συνθήκης αυτής υπήρξε η ίδρυση ενός τεράστιου ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους που θα περιλάμβανε και το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας, με εξαίρεση τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχίες Κοζάνης και Σερβίων.

Η αναθεώρηση των όρων της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου πραγματοποιήθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου- 13 Ιουλίου 1878). Οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ριζικό περιορισμό των απαιτήσεών τους.

Τελικά η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής στο Σουλτάνο, αλλά νότια, από τον Αίμο και ως τη Ροδόπη, συστήθηκε η Ανατολική Ρωμυλία, επαρχία αυτοδιοικούμενη με Χριστιανό διοικητή.

Ολόκληρη η Μακεδονία παρέμεινε στην Τουρκία.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Την αναγγελία των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου οι Έλληνες την υποδέχτηκαν με ανακούφιση ενώ οι Βούλγαροι είδαν με απογοήτευση το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας να χάνεται.

Πρώτη τους αντίδραση υπήρξε ο ένοπλος αγώνας.
Μετά την αποτυχία της προσπάθειας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το δικό της σχέδιο για την ενίσχυση του Ελληνισμού.

Πρώτος αντικειμενικός σκοπός υπήρξε η ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, στη συνέχεια η ενίσχυση της Εκκλησίας, η οικονομική ισχυροποίηση της θέσης των Ελλήνων της Μακεδονίας , χωρίς να αγνοηθεί ο τομέας της πληροφόρησης.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897
Το 1885, μετά από προσπάθειες μιας επταετίας, οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να προσαρτήσουν με πολιτικοστρατιωτικό πραξικόπημα την Ανατολική Ρωμυλία(6/18 Σεπτεμβρίου 1885).

Το εγχείρημα συγκλόνισε Έλληνες και Σέρβους, που θεώρησαν τη βουλγαρική ενέργεια στοιχείο ανατροπής της ισορροπίας στη Βαλκανική και αφετηρία νέας εξόρμησης, αυτήν τη φορά προς τη Μακεδονία. Το ηθικό των Βουλγαρομακεδόνων αναπτερώθηκε, γιατί η βουλγαρική ηγεμονία πρόβαλλε στα μάτια των υπόδουλων χριστιανών ως η ανερχόμενη βαλκανική δύναμη.

Την εποχή εκείνη ο όρος «Μακεδόνας» δεν είχε εθνική αλλά γεωγραφική έννοια.

Το 1893 ιδρύθηκε στη Ρέσνα η «Μυστική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», η οποία αργότερα, το 1896, μετονομάσθηκε σε «Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», γνωστή σαν ΕΜΕΟ.

Την ίδια εποχή στη βουλγαρική ηγεμονία, οι πολυπληθείς βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις κατόρθωσαν το 1894 να συνενωθούν και να συστήσουν μια Ανώτατη Επιτροπή-Βερχόβεν Κομιτέτ- όλων των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που θα κατεύθυνε τον αγώνα στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Τη στιγμή που άρχισε να διαγράφεται η μεγάλη βουλγαρική εξόρμηση στη Μακεδονία, ο Ελληνισμός βρέθηκε με τις δυνάμεις του διχασμένες, οικονομικά ασθενής και διπλωματικά απομονωμένος. Από την κυβέρνηση η πρωτοβουλία περιήλθε στους ιδιώτες.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ο αντίκτυπος της ήττας του 1897 έγινε διπλά αισθητός στο μακεδονικό Ελληνισμό. Η παντοδυναμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνικού κλήρου είχε σοβαρά εξασθενίσει όχι μόνο από την εμφάνιση της αντίπαλης βουλγαρικής Εκκλησίας αλλά και από τη φαλκίδευση των προνομίων που επέβαλε η Πύλη.

Επιπλέον, το απόλυτο κύρος που έχαιρε το ανεξάρτητο ορθόδοξο ελληνικό κράτος- τουλάχιστον μέχρι την Ανατολική κρίση του 1875-1878- είχε μειωθεί και αυτό αισθητά καθώς στο προσκήνιο εμφανίσθηκαν δυναμικά και άλλα βαλκανικά χριστιανικά κράτη, ικανά να προσφέρουν στους υπόδουλους βοήθεια ή ελπίδα για μελλοντική απελευθέρωση.

Στην πράξη, οι βουλγαρικές επιδιώξεις στη Μακεδονία δεν μπόρεσαν να προωθηθούν γρήγορα, εξαιτίας, κυρίως, των διενέξεων των βουλγαρομακεδονικών επιτροπών ενιαίας γραμμής μεταξύ βουλγαρικής κυβέρνησης και κομιτάτων.

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ
Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να προσαρμόσει την αντίδρασή της στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η βουλγαρική εξόρμηση.

Αυτό, όμως που αρνήθηκε να πράξει το επίσημο ελληνικό κράτος ανέλαβε να το υλοποιήσει ο Γερμανός Καραβαγγέλης, μητροπολίτης Καστοριάς.

Εκτός των άλλων πέτυχε να αποσπάσει από το κομιτάτο τους σλαβόφωνους οπλαρχηγούς Κώτα από τη Ρούλια και Βαγγέλη από το Στρέμπενο, και με τον τρόπο αυτό απέκτησε την πρώτη ένοπλη δύναμη στην περιοχή Κορεστίων.

Η ελληνική, όμως, κυβέρνηση συνέχιζε την παθητική πολιτική. Στο μεταξύ, οι φωνές απόγνωσης και οι εκκλήσεις από το εσωτερικό της Μακεδονίας πολλαπλασιάζονταν.

Αποδέκτες στην Αθήνα των αιτημάτων των Μακεδόνων Ελλήνων ήταν, κυρίως, παράγοντες της ελληνικής πολιτικής, στρατιωτικής, επιστημονικής και δημοσιογραφικής κοινωνίας, οι οποίοι από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας, είχαν πυκνές διασυνδέσεις με το εσωτερικό της Μακεδονίας.

Καθώς, όμως, οι παράγοντες αυτοί, στην περίοδο 1898-1903, έφεραν δίκαια ή άδικα το στίγμα της αποτυχίας του ΄97, προσπάθησαν μόνοι τους να βοηθήσουν αυτούς που ήδη αγωνίζονταν στη Μακεδονία.

Μια ομάδα αξιωματικών και πολιτών, γύρω από την οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, άρχισε να δραστηριοποιείται. Ο γαμπρός του Στέφανου, Παύλος Μελάς, μαζί με άλλους συναδέλφους του πέτυχαν να στείλουν στον Καραβαγγέλη, την άνοιξη του 1903 την πρώτη ένοπλη ομάδα.

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ
Όλες αυτές οι δραστηριότητες δε στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν την κρατική μηχανή.

Οι επαναστατικές, όμως, ενέργειες των Βουλγάρων κατά το 1903 προκάλεσαν την ενεργό επέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στις μακεδονικές υποθέσεις.

Από κει και πέρα ήταν αδύνατον πλέον για την ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει αδρανής.

Τον Οκτώβριο του 1902 μεγάλα βουλγαρικά σώματα εισέδυσαν από τη βουλγαρική ηγεμονία στη βορειοανατολική και δυτική Μακεδονία όπου, σε συνεργασία με ντόπια βουλγαρομακεδονικά σώματα, προσπάθησαν να εξεγείρουν σε επανάσταση τον πληθυσμό.

Η πρωτοβουλία αυτή οφειλόταν σε ενέργειες του Ανώτατου Κομιτάτου της Σόφιας, το οποίο δεν είχε εξασφαλίσει τη συνδρομή της ΕΜΕΟ.

Η έγκαιρη κινητοποίηση του τουρκικού στρατού γρήγορα εξουδετέρωσε τις επαναστατικές ενέργειες.

Την άνοιξη του 1903, χωρίς εξουσιοδότηση από καμιά οργάνωση, προκλήθηκαν εκτεταμένες δολιοφθορές μέσα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της.

Ανάμεσα στους κυριότερους στόχους υπήρξαν το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας που ανατινάχθηκε, το ατμόπλοιο «Guadalquivir» που βυθίστηκε στον κόλπο της Θεσσαλονίκης και το σιδηροδρομικό και τηλεγραφικό δίκτυο που διακόπηκε σε διάφορα τμήματα της κεντρικής Μακεδονίας.

Οι τρομοκράτες επεδίωκαν τη δημιουργία εντυπώσεων παρά την πρόκληση γενικής εξέγερσης.

Οι Τούρκοι, όμως, αντέδρασαν με βίαια κατασταλτικά μέσα.

Μάταια οι ελληνικές αρχές προσπαθούσαν να αφυπνίσουν τις τουρκικές ώστε να προστατευθούν οι ελληνικές κοινότητες και οι μικτοί πληθυσμοί από τη διείσδυση στο χώρο τους της βουλγαρικής επαναστατικής ιδέας.

Έτσι, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλι-ντεν) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, με εντολή της ηγεσίας της ΕΜΕΟ, ξέσπασε η ένοπλη εξέγερση.

Το κύριο βάρος της προσπάθειας έπεσε στις επαρχίες της δυτικής και βόρειας Μακεδονίας, ενώ η κεντρική και ανατολική Μακεδονία παρέμειναν ουσιαστικά αμέτοχες, όπως επίσης και η αμιγώς ελληνόφωνη νότια ζώνη.

Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι πήραν μέρος στην εξέγερση σχισματικές και πατριαρχικές κοινότητες, σλαβόφωνες και βλαχόφωνες, άσχετα αν στην ενέργειά τους αυτή οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή με τη βία.

Από την πρώτη στιγμή οι Βούλγαροι προσπάθησαν να δώσουν και κοινωνικό περιεχόμενο στον αγώνα, κτυπώντας, εκτός από τις μικρές τουρκικές φρουρές, και τα τσιφλίκια και τα περιουσιακά στοιχεία των τούρκων μπέηδων.

Ταυτόχρονα, όμως, στράφηκαν και εναντίον των ηγετών του ελληνικού πληθυσμού, πολλούς από τους οποίους εκτέλεσαν ή εξανάγκασαν να καταφύγουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Όταν, όμως, ο τουρκικός στρατός ανασυντάχθηκε και άρχισε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις, η καταστροφή υπήρξε γενική.

Με μεθοδικότητα, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε Βουλγάρους ή Έλληνες, σε επαναστάτες ή παρασυρθέντες και εκβιασθέντες χωρικούς, οι τούρκοι εφήρμοσαν μέτρα γενοκτονίας.

Όταν έγινε ο απολογισμός, ο μακεδονικός ελληνισμός καταμετρούσε νέες εκατόμβες μαρτύρων.

Όσο για τους Βουλγάρους, η εξόντωση σπουδαίων οπλαρχηγών, η διάλυση πολλών σωμάτων, η σύλληψη εκατοντάδων στελεχών στα χωριά και στις πόλεις, έδωσαν αρχικά την εντύπωση ότι ο αγώνας τους στη Μακεδονία δέχθηκε σκληρό κτύπημα.

Η εξέγερση, όμως, του Ίλιντεν πέτυχε να προωθήσει τις βουλγαρικές θέσεις για μια πολιτική λύση του ζητήματος.

Χωρίς αμφιβολία, οι επαναστατικές κινητοποιήσεις του μακεδονικού πληθυσμού από τις βουλγαρικές οργανώσεις πρόβαλε με πειστικότητα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις το αίτημα για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.

Η ΕΝΟΠΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Η ένοπλη τροπή που πήραν τα γεγονότα της Μακεδονίας μέσα στο 1903 αναστάτωσε την ελληνική κοινή γνώμη.

Το ενδεχόμενο μελλοντικής ανακατανομής των διοικητικών ορίων πάνω σε ασαφείς εθνολογικές βάσεις, οδήγησε στην άρση των επιφυλάξεων των κυβερνητικών παραγόντων στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Θεοτόκη αποφάσισε να δράσει.

Πρώτη της ενέργεια υπήρξε η αποστολή στη δυτική Μακεδονία τετραμελούς ομάδας αξιωματικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς.

Η ομάδα αυτή μελέτησε την κατάσταση και εισηγήθηκε στην κυβέρνηση, ανάμεσα σε άλλα, και την αποστολή ένοπλων σωμάτων.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να στελεχώσει το προξενείο στη Θεσσαλονίκη με ικανούς διπλωμάτες, τους οποίους πλαισίωσε με αξιωματικούς του στρατού.

Για τη θέση του γενικού προξένου Θεσσαλονίκης επελέγη ο Λάμπρος Κορομηλάς, με ευρύτατες αρμοδιότητες.

Παράλληλα, σε στενή συνεργασία ιδιωτών και κυβέρνησης ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο», με πρόεδρο το διευθυντή της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτρη Καλαποθάκη. Σκοπός του Κομιτάτου ήταν η οργάνωση ένοπλου αγώνα στη Μακεδονία, και, θεωρητικά, και σε άλλες υπόδουλες επαρχίες της Τουρκίας.

Η προσοχή του Κομιτάτου στράφηκε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία όπου ο κίνδυνος είχε εμφανισθεί αμεσότερος κατά τα γεγονότα του Ίλιντεν. Στην ίδια, όμως, περιοχή υπήρχε κάποια προεργασία, χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη Γερμανού, της μυστικής οργάνωσης «Άμυνα», και μερικών μικρών σωμάτων ντόπιων οπλαρχηγών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στα τέλη Αυγούστου 1904, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αποστολή συγκροτημένου σώματος υπο τον Παύλο Μελά, ο οποίος, ως Γενικός Αρχηγός Δυτικής Μακεδονίας έθετε υπο την καθοδήγησή του όλες τις σκόρπιες ένοπλες ομάδες.

Η δράση του Μελά, όμως, δεν διάρκεσε παρά μόνο ενάμιση μήνα, αφού στις 13/26 Οκτωβρίου, το σώμα περικυκλώθηκε από τουρκικό στρατό στο χωριό Στάτιστα (σημ. Μελά) της Καστοριάς και ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας έξοδο. Τη θέση του Μελά ανέλαβε ο Κρητικός υπολοχαγός Γεώργιος Τσόντος.

Και οι δύο πλευρές- βουλγαρική και ελληνική- ελίσσονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να στρέψουν τον Τούρκο κατά του αντιπάλου τους.

Για τα ελληνικά σώματα, ο αγώνας πολλές φορές εξελισσόταν σε τριμέτωπο, καθώς, σε ορισμένες περιοχές, κυρίως της κεντρικής Μακεδονίας, νομάδες κτηνοτρόφοι Βλάχοι, που είχαν ασπασθεί τη ρουμανική ιδέα, ευθυγραμμίζονταν με τους Βουλγάρους. Η ζημιά που προκάλεσαν οι ρουμανίζοντες στον ελληνικό αγώνα ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μικρό τους αριθμό.


Τελείως αντίθετη ήταν η στάση που τήρησαν οι Βλάχοι των πόλεων, κωμοπόλεων και της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωριών της βόρειας Μακεδονίας, οι οποίοι αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής άμυνας σε όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ζωτική περιοχή του αγώνα υπήρξε η ελώδης λίμνη των Γιαννιτσών, όπου σε ολόκληρη σχεδόν τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα έλαβε χώρα ένας περίεργος, όσο και σκληρός πεζοναυτικός πόλεμος για την εξασφάλιση του ελέγχου της κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, συνηθέστερη μορφή επιχειρήσεων ήταν η επιδρομή σε κατοικημένους τόπους για την τιμωρία καταδοτών, τον εκφοβισμό των αντιπάλων ή την εκτέλεση στελεχών του Κομιτάτου.

Προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα (1907-1908) το βουλγαρικό κίνημα είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημεία κάμψεως.

Από τη μια πλευρά στην ακρότατη βόρεια Μακεδονία η σερβική Οργάνωση είχε παρουσιάσει έντονη δραστηριότητα, αμφισβητώντας από τους Βουλγάρους την πρωτοβουλία των κινήσεων, από την άλλη, οι οξύτατες διενέξεις μέσα στους κόλπους του βουλγαρικού κινήματος, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους οπαδούς του Ανώτατου Κομιτάτου (βερχοβιστές) και στην αριστερή μερίδα των οπαδών της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), είχαν μετατραπεί σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο.

Η αποξένωση, μιας μερίδας έστω, αγωνιστών από τα κέντρα απόφασης του βουλγαρικού κινήματος έγινε σαφέστερη, καθώς το παλαιό προπαγανδιστικό σύνθημα της αυτονομίας, μετατράπηκε γι αυτούς σε αυτοσκοπό του αγώνα τους.

Δηλαδή, για λόγους καθαρά τακτικής, οι Βούλγαροι δεν έλεγαν πως θέλουν τη Μακεδονία βουλγαρική αλλά ζητούσαν την αυτονομία της ως πρώτο βήμα. Η αριστερή τάση της ΕΜΕΟ, έκανε αυτοσκοπό την αυτονομία και για λόγους προσωπικών αντιπαραθέσεων.

Ο Μακεδονικός αγώνας πέρασε στην ιστορία σαν ένας από τους πιο κρίσιμους αγώνες που διεξήγαγε ο Ελληνισμός για την εθνική του ολοκλήρωση.

Γι αυτό δίκαια αναγνωρίζεται σαν ο «Τρίτος Αγώνας της Ανεξαρτησίας», μετά την Επανάσταση τους 1821 και τον Κρητικό Αγώνα.

Παρά τις προβλέψεις ξένων παρατηρητών που είχαν εντυπωσιασθεί από τη βουλγαρική δραστηριότητα στη Μακεδονία ως το 1904, ο αγώνας των Ελλήνων υπήρξε επιτυχής.

Όπως σημειώνει και ο Άγγλος ιστορικός του Μακεδονικού Αγώνα Douglas Dakin, η επιτυχία τους μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι αγωνίσθηκαν κυρίως σε περιοχή όπου ζούσε φιλικά προσκείμενος και συγγενής πληθυσμός, βαθιά προσηλωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική ιδέα, ανεξάρτητα αν δεν μιλούσε πάντα την ελληνική γλώσσα.

Αυτήν την ιδέα που πρέπει να επανακαλύψουμε.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Παρά, λοιπόν, τα αίμα που χύθηκε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις επέσπευσαν την προσέγγιση των βαλκανικών χριστιανικών κρατών.

Το Μάρτιο του 1912 Σέρβοι και Βούλγαροι συμφώνησαν στη σύναψη συμμαχίας, που στρέφονταν βασικά κατά της Τουρκίας.

Από την πλευρά του ο Βενιζέλος είχε έγκαιρα αισθανθεί τους κινδύνους μιας μονομερούς σερβο-βουλγαρικής ενέργειας. Γι αυτό προσπάθησε από το 1911 να έρθει σε συνεννόηση με τους Βουλγάρους, οι οποίοι επιδίωκαν δέσμευση της Ελλάδας για την ίδρυση αυτόνομου μακεδονικού κράτους, που στην πραγματικότητα θα ελεγχόταν από τη Σόφια.

Τελικά οι δύο κυβερνήσεις συμφώνησαν να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας (30 Μαίου 1912) χωρίς να αναφερθούν στη μελλοντική τύχη των μακεδονικών εδαφών.

Στην απόφασή τους αυτή οι Βούλγαροι οδηγήθηκαν από υπέρμετρη αυτοπεποίθηση στη στρατιωτική τους ισχύ.

Η στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας αποδείχθηκε πλεονέκτημα καθώς η υποτίμηση της ελληνικής ισχύος από τους Βουλγάρους άφησε στις ελληνικές δυνάμεις ελεύθερο πεδίο δράσης στη νότια Μακεδονία.

Η νοοτροπία αυτή δεν εγκατέλειψε τους Βουλγάρους ούτε και όταν, στις αρχές Οκτωβρίου, άρχισαν οι συνδυασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των βαλκανικών κρατών.

Το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού στρατού είχε στραφεί προς τη Θράκη, με κύρια επιδίωξη την Κωνσταντινούπολη.

Με τις αλλεπάλληλες όμως νίκες του ελληνικού στρατού και τη γοργή, σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, προέλασή τους στην καρδιά της Μακεδονίας, το βουλγαρικό επιτελείο επέσπευσε την προέλαση προς νότο μιας μεραρχίας για να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη.

Η κίνηση αυτή έγινε έγκαιρα γνωστή στην Αθήνα και παρά την προτίμηση του αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου να συνεχίσει την προέλαση του στρατού προς βορρά, ο Βενιζέλος επέμεινε στην άμεση κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, ώρες μόνο πριν την άφιξη των Βουλγάρων.

Αυτός ήταν ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος τα αποτελέσματα του οποίου αμφισβήτησαν οι Βούλγαροι και οδήγησαν τις εξελίξεις στο Δεύτερο Βαλκανικό.

Τώρα, οι Βούλγαροι πολεμούσαν εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστρεπτικό για τους Βουλγάρους.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) τερμάτισε το Β! Βαλκανικό Πόλεμο και οριστικοποίησε τα σύνορα των τριών βαλκανικών χωρών στη Μακεδονία.

Κατά περίεργη σύμπτωση, η νότια περιοχή που περιήλθε στην Ελλάδα ταυτιζόταν περίπου προς τα όρια της «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη μια μικρή λωρίδα που παρέμεινε εντός της σερβικής και βουλγαρικής περιοχής.

Στη νότια αυτή ζώνη περιλαμβάνονταν, εκτός από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, και οι μεγαλύτερες μάζες των σλαβόφωνων κατοίκων που είχαν διατηρήσει την ελληνική τους εθνική συνείδηση.

Ωστόσο, σημαντικοί αριθμητικά ελληνικοί πληθυσμοί παρέμειναν αποκλεισμένοι στη σερβική και βουλγαρική Μακεδονία, από όπου αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην ελληνική Μακεδονία αφήνοντας πίσω ελάχιστα υπολείμματα ελληνικών εστιών.

Το ίδιο συνέβη και στο νότο με τις πληθυσμιακές μάζες που είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο τίτλος του άρθρου είναι τίτλος σε ένα σύντομο πόνημα του Γιώργου Βαφόπουλου για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: Ανιχνεύσεις

BOMBA! Mοσάντ: Aυτό το νησί θα “χτυπήσουν” οι Τούρκοι


Σύμφωνα με την Ισραηλινή αντικατασκοπεία, υφαίνεται διαβολικό σχέδιο με στόχο ελληνικά νησιά. Μελέτες της υπηρεσίας κάνουν λόγο για ύπουλο τουρκικό σχέδιο μέσω τζιχαντιστών για κατάληψη ελληνικών νήσων.

Ο “αφοπολισμός” των αυτών των νησιών άνοιξε τη πόρτα στην Τουρκία για την γεω-πολιτική διείσδυση στην νοτιο-ανατολική ενεργειακή πτέρυγα και σύμφωνα με το σενάριο της υπάρχει σοβαρή περίπτωση τζιχανιτστές να προξενήσουν σοβαρό τρομοκρατικό χτύπημα μέσω των εισροών προσφύγων και μετά απο σχεδιασμένη προβοκάτσια προς τη Τουρκία, οι τουρκικές δυνάμεις να παρέμβουν και να καταλάβουν Στρογγύλη και Καστελόριζο.

Μάλιστα η Ισραηλινή υπηρεσία βλέπει κάτι τέτοιο να γίνεται πραγματικότητα τις επόμενες εβδομάδες και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για μια Ελληνοτουρκική σύρραξη!

TO ΝΟΥ MAΣ ΟΛΟΙ… γιατί φίλος δεν είναι ούτε ο Τούρκος ούτε ο Εβραίος

Πηγή: Katoxika.gr