Archive

Posts Tagged ‘Συνθήκη’

Σύντομη περιγραφή του Μακεδονικού – Πρώτη φάση, 1853/6 – 1918

Σύντομη περιγραφή του Μακεδονικού

Φάση πρώτη, 1853/6 – 1918

Γράφει ο ΜacedonianΑncestry
https://macedonianancestry.wordpress.com/

Πως ξεκίνησε το Μακεδονικό ζήτημα

Το 1853 ξεκίνησε ο λεγόμενος “Κριμαϊκός πόλεμος”. Τα αντίπαλα στρατόπεδα ήσαν οι Ρώσσοι από την μια πλευρά, ενώ από την άλλη ήταν μια συμμαχία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, της Γαλλίας και του βασιλείου της Σαρδινίας. Η Ρωσσία έχασε τον πόλεμο το 1856 και σαν αντίποινα της επιβλήθηκε να σταματήσει το εμπόριο της στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη θάλασσα). Αυτό ήταν ένα τρομερό οικονομικό πλήγμα στην οικονομία της Ρωσσίας η οποία τώρα επρεπε να βρει (και γρήγορα) άλλη θάλασσα για να κάνει εμπόριο. Οι θάλασσες που θα μπορούσαν να την εξυπηρετήσουν σύμφωνα με τα συμφέροντα της ήσαν το Αιγαίο στα δεξιά της Ελλάδας και η Αδριατική στα αριστερά της. Δυστυχώς όμως και οι δύο αυτές θάλασσες ήσαν στα χέρια των Τούρκων εκείνη την εποχή άρα αν η Ρωσσία ήθελε να αναπτύξει το εμπόριο της εκεί, έπρεπε πρώτα να αποκτήσει αυτές τις θάλασσες. Και ο μόνος τρόπος για να τις αποκτήσει ήταν φυσικά δια της βίας. Έτσι, το 1877 ξεκίνησε πόλεμο εναντίων των Οθωμανών και ένα χρόνο αργότερα, το 1878, νίκησε.

Η συνθήκη που υπογράφτηκε για το τέλος αυτού του πολέμου, η λεγομένη Συνθήκη του Αγίου Στέφανου, ήταν μια συνθήκη που ενώ βόλευε πολύ την Ρωσσία και την Βουλγαρία, (την Βουλγαρία επειδή η Ρωσσία την έβαλε υπεύθυνη για το θέμα με το αζημίωτο φυσικά) δεν άρεσε καθόλου σε κάποιες άλλες από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής (στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστρο-Ουγγαρία συγγεκριμένα) οι οποίες εξεβίασαν την Ρωσσία να αλλάξει τους όρους της συνθήκης αλλιώς νέος μεγάλος πόλεμος θα ξεσπούσε. Η Ρωσσία εκείνη την εποχή ήταν Μεγάλη Δύναμη [Great Power] και κανονικά δεν θα έπρεπε να φοβηθεί, αλλά έπεσε στην περιπτωση γιατί και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και η Αυστρο-Ουγγαρία ήσαν Μεγάλες Δυνάμεις επίσης. Καταναγκαστικά λοιπόν άλλαξε τα σχέδια της και συμφώνησε να υπογράψει μια νέα συνθήκη, η οποία ονομάστηκε “Συνθήκη του Βερολίνου” από το ομώνυμο συνέδριο.

Οι νέοι όροι που μπήκαν όμως, ήταν καταστροφή για μια άλλη χώρα, την Σερβία, αφού την άφησε αποκλεισμένη χωρίς δυνατότητα εμπορίου με το Μαυροβούνιο (πάνω-αριστερά από την Αλβανία) το οποίο έβλεπε θάλασσα. Έτσι και η Σερβία με την σειρά της απείλησε ότι θα έκανε πόλεμο αν δεν άλλαζε η τότε παρούσα κατάσταση. Συγκεκριμένα οι Σέρβοι απείλησαν περισσότερο την Αυστρο-Ουγγαρία η οποία για να γλυτώσει από έναν πιθανό πολεμο με τους Σέρβους τους πρότεινε το εξής: να μην κάνουν εμπόριο προς τα αριστερά της Ευρώπης αλλά προς τα δεξιά. Οι Σέρβοι βρήκαν σωστή την πρόταση και δέχτηκαν αυτό το σχέδιο. Έτσι υπέγραψαν μια συμφωνία μεταξύ τούς το 1881, (την οποία μάλιστα την ανανέωσαν το 1889*) η οποία έλεγε όχι μόνο να μην ενοχλήσουν οι μεν τους δε, αλλά και ότι η Αυστρο-Ουγγαρία θα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει την Σερβία στην αποστολή της.

* = Είναι πολύ σημαντικό να το ξέρετε αυτό το στοιχείο, γιατί οι σκοπιανοί δεν γνωρίζουν πως τα σημερινά Σκόπια ήταν κομμάτι της Σερβίας κάποτε. Αντιθέτως νομίζουν πως ήσαν μια μεγάλη και ολόκληρη χώρα ονόματι “Μακεδονία”, την οποία τους την έκλεψαν οι Έλληνες το 1913 με την συνθήκη του Βουκουρεστίου. Όταν τους δείχνεις το έγγραφο με την συμφωνία πέφτουν ξεροί!

Δεξιά όμως της Σερβίας ήταν η Βουλγαρία. Και επειδή η Βουλγαρία ήσαν αδελφική φυλή με τους Σέρβους πρώτον και δεύτερον επειδή τα σημερινά Σκόπια ήσαν κομμάτι της Σερβίας τότε (δηλαδή η Σερβία είχε τα σύνορα της πολύ ποιο κοντά στην θάλασσα προς της πλευρά της Θεσσαλονίκης και εν τέλη του Αιγαίου) οι Σέρβοι σκέφτηκαν να κατακτήσουν το κομμάτι της Μακεδονίας που ανήκε στην Ελλάδα αντι να διασχίσουν ολόόόόκληρη την Βουλγαρία.

Την ίδια εποχή που η Σερβία είχε όλα αυτά τα συμφέροντα, η Βουλγαρία επεδίωκε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Επιθυμούσε να αποκτήσει τα εδάφη που είχε αποκτήσει με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Έτσι, το 1893, δημιούργησε με την βοήθεια της Ρωσσίας (που εξακολουθούσε να έχει συμφέροντα βέβαια) μια ομάδα ονόματι ΕΜΕΟ, (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, αγγλιστί, IMRO – Internal Macedonian Revolutionary Organization) η οποία θα ήταν υπεύθυνη για την εξασφάλιση της Μακεδονικής γης στους Βούλγαρους. Σκοπός αυτής της οργάνωσης ήταν η δημιουργία μιας νέας χώρας που θα ονομαζόταν “Μακεδονία”, ασχέτως του αν οι κάτοικοι της θα ήταν ένα μπουλούκι από διαφορετικές θρησκείες, εθνότητες, φυλές ή οτιδήποτε άλλο. Από την στιγμή που θα γινόταν μια τέτοια χώρα θα υπήρχαν δυνατότητες οι Βούλγαροι να κυριαρχήσουν στην, τότε, κάτω-δεξιά τους Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) κάτι που το επεδίωκαν όπως είπαμε και οι Σέρβοι.

Το πρώτο πράγμα που έκανε η νέα ομάδα της ΕΜΕΟ ήταν να ξεκινήσει μια προπαγάνδα για την δημιουργία αυτής της νέας χώρας. Εφευρίσκοντας το σύνθημα “η Μακεδονία στους Μακεδόνες” άρχισε να στέλνει δεξιά και αριστερά ανθρώπους διαφόρων επαγγελμάτων και ειδικοτήτων, (π.χ δασκάλους) για να διαδώσουν και να διδάξουν την ιδεολογία της προπαγάνδας τους. Η προπαγάνδα αυτή ξεκίνησε το 1893 και συνεχίστηκε μέχρι το 1904 και μάλιστα και σε πολλούς τομείς: φιλολογικούς, ιστορικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς… Δεν θα μιλήσω αναλυτικά εδώ για τον κάθε τομέα γιατί δεν είναι του παρόντος. Πάντως ένα είναι σίγουρο: πως μιλάμε για μια τεραστίων διαστάσεων προπαγάνδα και όχι για μια απλή προσπάθεια. Και αυτή η προπαγάνδα θα συνεχιζόταν και άλλο, αν ο Παύλος Μελάς δεν αντιλαμβανόταν τον κινδυνο της Σλαβοποίησης της Μακεδονίας (και μελλοντικά ίσως και της Ελλάδος) ο οποίος άναψε με τον θάνατο του μια σπίθα στην καρδιά των ελλήνων για την σωτηρία της ελληνικής γης και του ελληνικού πολιτισμού. Η σπίθα αυτή οδήγησε στο θετικό αποτέλεσμα την σωτηρία της Μακεδονίας μας. Η Μακεδονία είναι μέρος σήμερα της Ελληνικής επικράτειας κυρίως χάρη σ’ αυτόν.

Έτσι λοιπόν με δυο λόγια άρχισε το Μακεδονικό ζήτημα και όχι από τον Τίτο ο οποίος απλά το ανεβίωσε το 1945. Μάλιστα δε, επειδή οι περισσότεροι Έλληνες έχουν ακουστά μόνο το “ε, κάτι έγινε επί Τίτο”, δεν ξέρουν καν τι στην πραγματικότητα, άρα δεν ξέρουν και τι να απαντήσουν στους σκοπιανούς, όταν αυτοί όντως μεγαλωμένοι με την προπαγάνδα τους, τους φανερώνουν “στοιχεία”, που τα ελληνόπουλα δεν έχουν καν ακουστά. Αυτή η προπαγάνδα που ουσιαστικά ξεκίνησε το 1856, είναι αυτή που υποστηρίζουν οι σκοπιανοί σήμερα, έστω και αν εντωμεταξύ οι Ρώσσοι και οι Σέρβοι δεν ενδιαφέρονται πια, αφού οι χώρες, τα σύνορα, οι περιοχές και γενικότερα τα δεδομένα (και τα συμφέροντα) άλλαξαν.

Τελευταία ενημέρωση 24/1/2018

 

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Του Παντελή Σαββίδη
Σαν σήμερα, πριν από 102 χρόνια απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά και ένα μεγάλο μέρος του βορειοελλαδικού χώρου, από τον τουρκικό ζυγό.

Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση πως η απελευθέρωση αυτή αποτέλεσε ένα ξαφνικό, στιγμιαίο γεγονός εν πολλοίς τυχαίο, αφού εκείνο στο οποίο εστιάζεται συνήθως η όλη εξιστόρηση είναι το τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το διάδοχο Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την προέλασή του προς το Μοναστήρι και να επιταχύνει την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι.

Η εστίαση στην τελευταία φάση της απελευθέρωσης, στερεί τον πολίτη από τη γνώση εκείνη που φθάνει στην αρχή των γεγονότων και του δίνει, έτσι, τη δυνατότητα να πληροφορηθεί, εξηγήσει και αντιληφθεί, γεγονότα που σήμερα τα βρίσκει μπροστά του και τον απασχολούν.

Πίσω από την ευτυχή κατάληξη των γεγονότων, υπάρχει πολύς κόπος και πολύ αίμα που άρχισε να χύνεται από την επομένη της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ορισμένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, όπως για παράδειγμα οι σχέσεις με την ΠΓΔΜ έχουν τις ρίζες τους στον αιώνα αυτό της εξιστόρησής μας, τον 19ο δηλαδή, και όχι στα μέσα του εικοστού, όπως ορισμένοι, πολιτικοί κυρίως, επισημαίνουν.

Ο Τίτο, προσπάθησε να δημιουργήσει «μακεδονική εθνότητα» αλλά η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομης Μακεδονίας ανάγεται στα μέσα του 19ου, και όχι του 20 αιώνα.

Δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με τις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώριζε την ανεξαρτησία του μικρού ελληνικού κράτους, όταν άρχισαν οι πρώτες διεργασίες για μελλοντικές εξεγέρσεις στις ελληνικές επαρχίες της Τουρκίας.

Στην Αθήνα οι διάφορες συζητήσεις για την κατάσταση και το μέλλον των υπόδουλων κατέληξαν στη σύσταση μυστικών εταιρειών με σκοπό την προετοιμασία μελλοντικών κινημάτων.

Γνωστόν ήταν και στη νότια Ελλάδα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ότι στις τάξεις των Μακεδόνων αγωνιστών συγκαταλέγονταν άτομα με μητρική γλώσσα διαφορετική από την ελληνική όπως βλάχικη, σλαβική, αρβανίτικη, χωρίς αυτό να επηρεάζει τον εθνικό προσανατολισμό τους που ήταν η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Το ίδιο ακριβώς παρατηρήθηκε και στην περίοδο ως τον Κριμαϊκό πόλεμο, όταν ακόμη η εθνική αφύπνιση των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής δεν είχε εισχωρήσει ουσιαστικά στη Μακεδονία.

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΒΛΕΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Έτσι, λοιπόν, εκείνοι από τους Μακεδόνες χριστιανούς που ευαισθητοποιούνταν στην ιδέα της απελευθέρωσης, προσέβλεπαν προς το ελληνικό βασίλειο για τη λύτρωσή τους , και εντάσσονταν σε ελληνικά ένοπλα σώματα, περιμένοντας τη στιγμή του ξεσηκωμού.

Από την άλλη πλευρά, η γειτνίαση με το σλαβικό χριστιανικό στοιχείο ενίσχυε στους Μακεδόνες –περισσότερο, ίσως από ό,τι στους άλλους υπόδουλου Έλληνες- την ιδέα της σύμπραξης όλων των βαλκανικών λαών για την από κοινού ανατροπή του οθωμανικού κράτους και την ίδρυση βαλκανικής ομοσπονδίας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΡΙΜΑΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Τον Οκτώβριο του 1853 ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο λεγόμενος Κριμαϊκός. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι Ρώσοι κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, και στις αρχές του 1854 έφθασαν στο Δούναβη.

Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν γενική κινητοποίηση στην Ελλάδα, καθώς ο Όθων και οι περισσότεροι πολιτικοί προέβλεπαν ήττα και διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με προσωπική ανάμιξη του μονάρχη καταρτίστηκαν μεγάλα ένοπλα σώματα αλλά το όλο εγχείρημα απέτυχε και πέραν των άλλων δημιουργούσε και μια πρόσθετη μακροπρόθεσμη περιπλοκή. Παγίωνε την τουρκική καχυποψία και εχθρότητα απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, σε μια εποχή που στο προσκήνιο άρχιζε να εμφανίζεται η βουλγαρική εθνική ιδέα.

Από αυτήν τη στιγμή (1854) και μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (1989) οι προστριβές με τη Βουλγαρία θα είναι ένα μόνιμο φαινόμενο που θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη βαλκανική.

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται και το Κίνημα των Σλαβόφιλων και αργότερα των Πανσλαβιστών-.

Η Ρωσία έστρεψε την προσοχή της στους υπόδουλους Σλαύους, αναθεωρώντας μια βασική αρχή της πολιτικής της: αντί να αγωνίζεται πλέον για τους ορθόδοξους χριστιανούς, στο μέλλον, θα προωθούσε τα συμφέροντα των Χριστιανών Σλαύων.

Βασικός της γεωπολιτικός στόχος ήταν να «βγει» στις θερμές θάλασσες και πίστευε, πλέον, πως θα μπορούσε να το πετύχει καλύτερα και αποτελεσματικότερα με τους σλάβους χριστιανούς.

Εκτός, όμως, από τη ρωσική πολιτική, τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου, εμφανίσθηκαν σαν καταλύτης και στην πολιτική της Σερβικής Ηγεμονίας και των εθνικιστών Βουλγάρων. Η γιουγκοσλαβική ενωτική εθνική κίνηση άρχισε να ενδιαφέρεται και για τη Μακεδονία- τουλάχιστον για τις βορειότερες περιοχές της, όπως και οι βούλγαροι εθνικιστές..

Την εποχή, όμως, εκείνη τα σχέδια αυτά μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα μπορούσαν να έχουν.

Οι Έλληνες με την περιορισμένη γνώση των πολιτικών εξελίξεων που σημειώνονταν στη βόρεια Βαλκανική, συνέχιζαν να εμμένουν στο δόγμα ότι η Μακεδονία ολόκληρη, έπρεπε να περιληφθεί στο μελλοντικό διευρυμένο ελληνικό κράτος.

Σέρβοι και Βούλγαροι αρχίζουν να δραστηριοποιούνται αλλά και ο Ελληνισμός δεν παρέμενε αδρανής. Δημιουργήθηκαν νέα προξενεία αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι ενισχύθηκαν από τις ντόπιες παραδοσιακές δυνάμεις του Ελληνισμού-δασκάλους, δημογέροντες, εμπόρους, κληρικούς- καθώς και από τη νέα γενιά των επιστημόνων που, αφού σπούδασαν ή έζησαν ένα διάστημα στο βασίλειο, άρχισαν να επιστρέφουν στις γενέτειρές τους. Ποτισμένοι με το εθνικιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην πρωτεύουσα οι νέοι αυτοί διαμόρφωναν σιγά σιγά πυρήνες εθνικής δράσης στις πόλεις και κωμοπόλεις όπου είχαν εγκατασταθεί.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1875-1878) ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Στη δεκαετία του 1860, τον Ελληνισμό της Μακεδονίας άρχισε να απασχολεί, ολοένα και εντονότερα, η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού.

Αρχικά, η προβολή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας γινόταν με αιτήματα καθαρά εκκλησιαστικής μορφής, όπως τη χρησιμοποίηση της σλαβονικής στην εκκλησία και την αντικατάσταση Ελλήνων αρχιερέων με Βουλγάρους.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η διένεξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την ίδρυση ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας και η εξάπλωση της ιδεολογίας του Πανσλαβισμού μέσω Ρώσων διανοουμένων, κληρικών και προξενικών υπαλλήλων, προσέδωσαν στα αιτήματα των βουλγαριστών της Μακεδονίας σαφή εθνική χροιά.

Όπως ήταν φυσικό επακολούθησε ελληνική αντίδραση που έμελλε να διχάσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας για αρκετές δεκαετίες.

Η διένεξη πήρε πολλές και ποικίλες διαστάσεις, εξαιτίας της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που εμφάνιζε η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Πραγματικά, η εξακρίβωση της εθνικής ταυτότητας του χριστιανικού πληθυσμού- που αποτελούσε τα δύο τρίτα του συνόλου- υπήρξε πρόβλημα δυσεπίλυτο, που δίχασε επιστήμονες και πολιτικούς.

Ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μεγάλη μάζα του αγροτικού χριστιανικού πληθυσμού, παρά την ποικιλία των γλωσσών που μιλούσε, δεν είχε σαφή εθνικό προσανατολισμό. Γι αυτό και η θρησκεία παρέμενε όχι μόνο το κύριο διαφοροποιό γνώρισμα μέσα στην οθωμανική κοινωνία, αλλά και στοιχείο μορφοποιητικό της εκκολαπτόμενης εθνικής συνείδησης.

Πάντως, ως το 1870 -όταν ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία- οι μη ελληνόφωνες χριστιανικές μάζες που βρίσκονταν πλησιέστερα προς τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι Έλληνες, ταυτίζονταν με τον Ελληνισμό. Και αυτό, όχι μόνο γιατί συντηρούσαν μόνοι τους ελληνικά σχολεία και τελούσαν τη θεία λειτουργία στα ελληνικά, αλλά και γιατί συμμετείχαν ενεργά στους διάφορους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.


ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και την εξαγγελία των μεταρρυθμίσεων του Χάτι Χουμαγιούν, οι Βούλγαροι ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με την ίδρυση ανεξάρτητης Εκκλησίας τους και τον προσδιορισμό των ορίων της δικαιοδοσίας της στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Στις 27 Φεβρουαρίου/ 11 Μαρτίου 1870, με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εκκλησία. Στο ίδιο φιρμάνι υπήρχε διάταξη που επέτρεπε την προσθήκη και άλλων μητροπόλεων στην Εξαρχία, εφόσον τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων της περιφέρειας εκδήλωναν σχετική επιθυμία.

Η τελευταία αυτή διάταξη άνοιγε έδαφος για οξύτατο φυλετικό ανταγωνισμό, που εξυπηρετούσε τα σχέδια της Οθωμανικής κυβέρνησης, αφού θα απέκλειε πλέον τη μελλοντική σύμπραξη των δύο χριστιανικών εθνοτήτων.

Έτσι, όταν κάθε προσπάθεια για συμφιλίωση απέτυχε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1872 κήρυξε την εξαρχία σχισματική.

Από τη στιγμή εκείνη η ελληνοβουλγαρική διένεξη στις διαφιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας (και της Θράκης), έμπαινε στη φάση του ανοικτού ανταγωνισμού.

Η δραστηριοποίηση του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης και ιδίως η ίδρυση νέου στο Μοναστήρι το 1861, έδωσε μεγάλη ώθηση στη βουλγαρική κίνηση.

Για πρώτη φορά οι Βούλγαροι της βόρειας Μακεδονίας αποκτούσαν τον τοπικό «προστάτη» τους στο πρόσωπο του εκπροσώπου της σλαβικής Ρωσίας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχισθεί χωρίς σοβαρούς κινδύνους για τη θέση του Ελληνισμού. Γι αυτό και οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν ενεργότερη ανάμιξη του ελεύθερου ελληνικού κέντρου στα μακεδονικά πράγματα.

Στις εισηγήσεις τους ζητούσαν να διαγραφεί η βόρεια Μακεδονία, ως αναμφισβήτητα σλαβική, να ενισχυθεί η εκπαιδευτική, εκκλησιαστική και εθνική δραστηριότητα στην κεντρική ζώνη, και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σλαβόφωνες και βλαχόφωνες κοινότητες της Πελαγονίας που αποτελούσαν τη γραμμή των πρόσω του Ελληνισμού.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1875-1878
Τον Απρίλιο του 1877, κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Σε διάστημα εννέα μηνών τα ρωσικά στρατεύματα έφθασαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στις 3 Μαρτίου στον Άγιο Στέφανο, επέβαλαν στους Τούρκους τη σύναψη ειρήνης.

Η πλέον διαφιλονικούμενη διάταξη της Συνθήκης αυτής υπήρξε η ίδρυση ενός τεράστιου ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους που θα περιλάμβανε και το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας, με εξαίρεση τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχίες Κοζάνης και Σερβίων.

Η αναθεώρηση των όρων της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου πραγματοποιήθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου- 13 Ιουλίου 1878). Οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ριζικό περιορισμό των απαιτήσεών τους.

Τελικά η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής στο Σουλτάνο, αλλά νότια, από τον Αίμο και ως τη Ροδόπη, συστήθηκε η Ανατολική Ρωμυλία, επαρχία αυτοδιοικούμενη με Χριστιανό διοικητή.

Ολόκληρη η Μακεδονία παρέμεινε στην Τουρκία.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Την αναγγελία των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου οι Έλληνες την υποδέχτηκαν με ανακούφιση ενώ οι Βούλγαροι είδαν με απογοήτευση το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας να χάνεται.

Πρώτη τους αντίδραση υπήρξε ο ένοπλος αγώνας.
Μετά την αποτυχία της προσπάθειας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το δικό της σχέδιο για την ενίσχυση του Ελληνισμού.

Πρώτος αντικειμενικός σκοπός υπήρξε η ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, στη συνέχεια η ενίσχυση της Εκκλησίας, η οικονομική ισχυροποίηση της θέσης των Ελλήνων της Μακεδονίας , χωρίς να αγνοηθεί ο τομέας της πληροφόρησης.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897
Το 1885, μετά από προσπάθειες μιας επταετίας, οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να προσαρτήσουν με πολιτικοστρατιωτικό πραξικόπημα την Ανατολική Ρωμυλία(6/18 Σεπτεμβρίου 1885).

Το εγχείρημα συγκλόνισε Έλληνες και Σέρβους, που θεώρησαν τη βουλγαρική ενέργεια στοιχείο ανατροπής της ισορροπίας στη Βαλκανική και αφετηρία νέας εξόρμησης, αυτήν τη φορά προς τη Μακεδονία. Το ηθικό των Βουλγαρομακεδόνων αναπτερώθηκε, γιατί η βουλγαρική ηγεμονία πρόβαλλε στα μάτια των υπόδουλων χριστιανών ως η ανερχόμενη βαλκανική δύναμη.

Την εποχή εκείνη ο όρος «Μακεδόνας» δεν είχε εθνική αλλά γεωγραφική έννοια.

Το 1893 ιδρύθηκε στη Ρέσνα η «Μυστική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», η οποία αργότερα, το 1896, μετονομάσθηκε σε «Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», γνωστή σαν ΕΜΕΟ.

Την ίδια εποχή στη βουλγαρική ηγεμονία, οι πολυπληθείς βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις κατόρθωσαν το 1894 να συνενωθούν και να συστήσουν μια Ανώτατη Επιτροπή-Βερχόβεν Κομιτέτ- όλων των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που θα κατεύθυνε τον αγώνα στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Τη στιγμή που άρχισε να διαγράφεται η μεγάλη βουλγαρική εξόρμηση στη Μακεδονία, ο Ελληνισμός βρέθηκε με τις δυνάμεις του διχασμένες, οικονομικά ασθενής και διπλωματικά απομονωμένος. Από την κυβέρνηση η πρωτοβουλία περιήλθε στους ιδιώτες.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ο αντίκτυπος της ήττας του 1897 έγινε διπλά αισθητός στο μακεδονικό Ελληνισμό. Η παντοδυναμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνικού κλήρου είχε σοβαρά εξασθενίσει όχι μόνο από την εμφάνιση της αντίπαλης βουλγαρικής Εκκλησίας αλλά και από τη φαλκίδευση των προνομίων που επέβαλε η Πύλη.

Επιπλέον, το απόλυτο κύρος που έχαιρε το ανεξάρτητο ορθόδοξο ελληνικό κράτος- τουλάχιστον μέχρι την Ανατολική κρίση του 1875-1878- είχε μειωθεί και αυτό αισθητά καθώς στο προσκήνιο εμφανίσθηκαν δυναμικά και άλλα βαλκανικά χριστιανικά κράτη, ικανά να προσφέρουν στους υπόδουλους βοήθεια ή ελπίδα για μελλοντική απελευθέρωση.

Στην πράξη, οι βουλγαρικές επιδιώξεις στη Μακεδονία δεν μπόρεσαν να προωθηθούν γρήγορα, εξαιτίας, κυρίως, των διενέξεων των βουλγαρομακεδονικών επιτροπών ενιαίας γραμμής μεταξύ βουλγαρικής κυβέρνησης και κομιτάτων.

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ
Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να προσαρμόσει την αντίδρασή της στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η βουλγαρική εξόρμηση.

Αυτό, όμως που αρνήθηκε να πράξει το επίσημο ελληνικό κράτος ανέλαβε να το υλοποιήσει ο Γερμανός Καραβαγγέλης, μητροπολίτης Καστοριάς.

Εκτός των άλλων πέτυχε να αποσπάσει από το κομιτάτο τους σλαβόφωνους οπλαρχηγούς Κώτα από τη Ρούλια και Βαγγέλη από το Στρέμπενο, και με τον τρόπο αυτό απέκτησε την πρώτη ένοπλη δύναμη στην περιοχή Κορεστίων.

Η ελληνική, όμως, κυβέρνηση συνέχιζε την παθητική πολιτική. Στο μεταξύ, οι φωνές απόγνωσης και οι εκκλήσεις από το εσωτερικό της Μακεδονίας πολλαπλασιάζονταν.

Αποδέκτες στην Αθήνα των αιτημάτων των Μακεδόνων Ελλήνων ήταν, κυρίως, παράγοντες της ελληνικής πολιτικής, στρατιωτικής, επιστημονικής και δημοσιογραφικής κοινωνίας, οι οποίοι από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας, είχαν πυκνές διασυνδέσεις με το εσωτερικό της Μακεδονίας.

Καθώς, όμως, οι παράγοντες αυτοί, στην περίοδο 1898-1903, έφεραν δίκαια ή άδικα το στίγμα της αποτυχίας του ΄97, προσπάθησαν μόνοι τους να βοηθήσουν αυτούς που ήδη αγωνίζονταν στη Μακεδονία.

Μια ομάδα αξιωματικών και πολιτών, γύρω από την οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, άρχισε να δραστηριοποιείται. Ο γαμπρός του Στέφανου, Παύλος Μελάς, μαζί με άλλους συναδέλφους του πέτυχαν να στείλουν στον Καραβαγγέλη, την άνοιξη του 1903 την πρώτη ένοπλη ομάδα.

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ
Όλες αυτές οι δραστηριότητες δε στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν την κρατική μηχανή.

Οι επαναστατικές, όμως, ενέργειες των Βουλγάρων κατά το 1903 προκάλεσαν την ενεργό επέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στις μακεδονικές υποθέσεις.

Από κει και πέρα ήταν αδύνατον πλέον για την ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει αδρανής.

Τον Οκτώβριο του 1902 μεγάλα βουλγαρικά σώματα εισέδυσαν από τη βουλγαρική ηγεμονία στη βορειοανατολική και δυτική Μακεδονία όπου, σε συνεργασία με ντόπια βουλγαρομακεδονικά σώματα, προσπάθησαν να εξεγείρουν σε επανάσταση τον πληθυσμό.

Η πρωτοβουλία αυτή οφειλόταν σε ενέργειες του Ανώτατου Κομιτάτου της Σόφιας, το οποίο δεν είχε εξασφαλίσει τη συνδρομή της ΕΜΕΟ.

Η έγκαιρη κινητοποίηση του τουρκικού στρατού γρήγορα εξουδετέρωσε τις επαναστατικές ενέργειες.

Την άνοιξη του 1903, χωρίς εξουσιοδότηση από καμιά οργάνωση, προκλήθηκαν εκτεταμένες δολιοφθορές μέσα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της.

Ανάμεσα στους κυριότερους στόχους υπήρξαν το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας που ανατινάχθηκε, το ατμόπλοιο «Guadalquivir» που βυθίστηκε στον κόλπο της Θεσσαλονίκης και το σιδηροδρομικό και τηλεγραφικό δίκτυο που διακόπηκε σε διάφορα τμήματα της κεντρικής Μακεδονίας.

Οι τρομοκράτες επεδίωκαν τη δημιουργία εντυπώσεων παρά την πρόκληση γενικής εξέγερσης.

Οι Τούρκοι, όμως, αντέδρασαν με βίαια κατασταλτικά μέσα.

Μάταια οι ελληνικές αρχές προσπαθούσαν να αφυπνίσουν τις τουρκικές ώστε να προστατευθούν οι ελληνικές κοινότητες και οι μικτοί πληθυσμοί από τη διείσδυση στο χώρο τους της βουλγαρικής επαναστατικής ιδέας.

Έτσι, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλι-ντεν) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, με εντολή της ηγεσίας της ΕΜΕΟ, ξέσπασε η ένοπλη εξέγερση.

Το κύριο βάρος της προσπάθειας έπεσε στις επαρχίες της δυτικής και βόρειας Μακεδονίας, ενώ η κεντρική και ανατολική Μακεδονία παρέμειναν ουσιαστικά αμέτοχες, όπως επίσης και η αμιγώς ελληνόφωνη νότια ζώνη.

Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι πήραν μέρος στην εξέγερση σχισματικές και πατριαρχικές κοινότητες, σλαβόφωνες και βλαχόφωνες, άσχετα αν στην ενέργειά τους αυτή οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή με τη βία.

Από την πρώτη στιγμή οι Βούλγαροι προσπάθησαν να δώσουν και κοινωνικό περιεχόμενο στον αγώνα, κτυπώντας, εκτός από τις μικρές τουρκικές φρουρές, και τα τσιφλίκια και τα περιουσιακά στοιχεία των τούρκων μπέηδων.

Ταυτόχρονα, όμως, στράφηκαν και εναντίον των ηγετών του ελληνικού πληθυσμού, πολλούς από τους οποίους εκτέλεσαν ή εξανάγκασαν να καταφύγουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Όταν, όμως, ο τουρκικός στρατός ανασυντάχθηκε και άρχισε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις, η καταστροφή υπήρξε γενική.

Με μεθοδικότητα, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε Βουλγάρους ή Έλληνες, σε επαναστάτες ή παρασυρθέντες και εκβιασθέντες χωρικούς, οι τούρκοι εφήρμοσαν μέτρα γενοκτονίας.

Όταν έγινε ο απολογισμός, ο μακεδονικός ελληνισμός καταμετρούσε νέες εκατόμβες μαρτύρων.

Όσο για τους Βουλγάρους, η εξόντωση σπουδαίων οπλαρχηγών, η διάλυση πολλών σωμάτων, η σύλληψη εκατοντάδων στελεχών στα χωριά και στις πόλεις, έδωσαν αρχικά την εντύπωση ότι ο αγώνας τους στη Μακεδονία δέχθηκε σκληρό κτύπημα.

Η εξέγερση, όμως, του Ίλιντεν πέτυχε να προωθήσει τις βουλγαρικές θέσεις για μια πολιτική λύση του ζητήματος.

Χωρίς αμφιβολία, οι επαναστατικές κινητοποιήσεις του μακεδονικού πληθυσμού από τις βουλγαρικές οργανώσεις πρόβαλε με πειστικότητα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις το αίτημα για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.

Η ΕΝΟΠΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Η ένοπλη τροπή που πήραν τα γεγονότα της Μακεδονίας μέσα στο 1903 αναστάτωσε την ελληνική κοινή γνώμη.

Το ενδεχόμενο μελλοντικής ανακατανομής των διοικητικών ορίων πάνω σε ασαφείς εθνολογικές βάσεις, οδήγησε στην άρση των επιφυλάξεων των κυβερνητικών παραγόντων στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Θεοτόκη αποφάσισε να δράσει.

Πρώτη της ενέργεια υπήρξε η αποστολή στη δυτική Μακεδονία τετραμελούς ομάδας αξιωματικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς.

Η ομάδα αυτή μελέτησε την κατάσταση και εισηγήθηκε στην κυβέρνηση, ανάμεσα σε άλλα, και την αποστολή ένοπλων σωμάτων.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να στελεχώσει το προξενείο στη Θεσσαλονίκη με ικανούς διπλωμάτες, τους οποίους πλαισίωσε με αξιωματικούς του στρατού.

Για τη θέση του γενικού προξένου Θεσσαλονίκης επελέγη ο Λάμπρος Κορομηλάς, με ευρύτατες αρμοδιότητες.

Παράλληλα, σε στενή συνεργασία ιδιωτών και κυβέρνησης ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο», με πρόεδρο το διευθυντή της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτρη Καλαποθάκη. Σκοπός του Κομιτάτου ήταν η οργάνωση ένοπλου αγώνα στη Μακεδονία, και, θεωρητικά, και σε άλλες υπόδουλες επαρχίες της Τουρκίας.

Η προσοχή του Κομιτάτου στράφηκε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία όπου ο κίνδυνος είχε εμφανισθεί αμεσότερος κατά τα γεγονότα του Ίλιντεν. Στην ίδια, όμως, περιοχή υπήρχε κάποια προεργασία, χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη Γερμανού, της μυστικής οργάνωσης «Άμυνα», και μερικών μικρών σωμάτων ντόπιων οπλαρχηγών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στα τέλη Αυγούστου 1904, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αποστολή συγκροτημένου σώματος υπο τον Παύλο Μελά, ο οποίος, ως Γενικός Αρχηγός Δυτικής Μακεδονίας έθετε υπο την καθοδήγησή του όλες τις σκόρπιες ένοπλες ομάδες.

Η δράση του Μελά, όμως, δεν διάρκεσε παρά μόνο ενάμιση μήνα, αφού στις 13/26 Οκτωβρίου, το σώμα περικυκλώθηκε από τουρκικό στρατό στο χωριό Στάτιστα (σημ. Μελά) της Καστοριάς και ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας έξοδο. Τη θέση του Μελά ανέλαβε ο Κρητικός υπολοχαγός Γεώργιος Τσόντος.

Και οι δύο πλευρές- βουλγαρική και ελληνική- ελίσσονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να στρέψουν τον Τούρκο κατά του αντιπάλου τους.

Για τα ελληνικά σώματα, ο αγώνας πολλές φορές εξελισσόταν σε τριμέτωπο, καθώς, σε ορισμένες περιοχές, κυρίως της κεντρικής Μακεδονίας, νομάδες κτηνοτρόφοι Βλάχοι, που είχαν ασπασθεί τη ρουμανική ιδέα, ευθυγραμμίζονταν με τους Βουλγάρους. Η ζημιά που προκάλεσαν οι ρουμανίζοντες στον ελληνικό αγώνα ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μικρό τους αριθμό.


Τελείως αντίθετη ήταν η στάση που τήρησαν οι Βλάχοι των πόλεων, κωμοπόλεων και της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωριών της βόρειας Μακεδονίας, οι οποίοι αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής άμυνας σε όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ζωτική περιοχή του αγώνα υπήρξε η ελώδης λίμνη των Γιαννιτσών, όπου σε ολόκληρη σχεδόν τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα έλαβε χώρα ένας περίεργος, όσο και σκληρός πεζοναυτικός πόλεμος για την εξασφάλιση του ελέγχου της κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, συνηθέστερη μορφή επιχειρήσεων ήταν η επιδρομή σε κατοικημένους τόπους για την τιμωρία καταδοτών, τον εκφοβισμό των αντιπάλων ή την εκτέλεση στελεχών του Κομιτάτου.

Προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα (1907-1908) το βουλγαρικό κίνημα είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημεία κάμψεως.

Από τη μια πλευρά στην ακρότατη βόρεια Μακεδονία η σερβική Οργάνωση είχε παρουσιάσει έντονη δραστηριότητα, αμφισβητώντας από τους Βουλγάρους την πρωτοβουλία των κινήσεων, από την άλλη, οι οξύτατες διενέξεις μέσα στους κόλπους του βουλγαρικού κινήματος, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους οπαδούς του Ανώτατου Κομιτάτου (βερχοβιστές) και στην αριστερή μερίδα των οπαδών της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), είχαν μετατραπεί σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο.

Η αποξένωση, μιας μερίδας έστω, αγωνιστών από τα κέντρα απόφασης του βουλγαρικού κινήματος έγινε σαφέστερη, καθώς το παλαιό προπαγανδιστικό σύνθημα της αυτονομίας, μετατράπηκε γι αυτούς σε αυτοσκοπό του αγώνα τους.

Δηλαδή, για λόγους καθαρά τακτικής, οι Βούλγαροι δεν έλεγαν πως θέλουν τη Μακεδονία βουλγαρική αλλά ζητούσαν την αυτονομία της ως πρώτο βήμα. Η αριστερή τάση της ΕΜΕΟ, έκανε αυτοσκοπό την αυτονομία και για λόγους προσωπικών αντιπαραθέσεων.

Ο Μακεδονικός αγώνας πέρασε στην ιστορία σαν ένας από τους πιο κρίσιμους αγώνες που διεξήγαγε ο Ελληνισμός για την εθνική του ολοκλήρωση.

Γι αυτό δίκαια αναγνωρίζεται σαν ο «Τρίτος Αγώνας της Ανεξαρτησίας», μετά την Επανάσταση τους 1821 και τον Κρητικό Αγώνα.

Παρά τις προβλέψεις ξένων παρατηρητών που είχαν εντυπωσιασθεί από τη βουλγαρική δραστηριότητα στη Μακεδονία ως το 1904, ο αγώνας των Ελλήνων υπήρξε επιτυχής.

Όπως σημειώνει και ο Άγγλος ιστορικός του Μακεδονικού Αγώνα Douglas Dakin, η επιτυχία τους μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι αγωνίσθηκαν κυρίως σε περιοχή όπου ζούσε φιλικά προσκείμενος και συγγενής πληθυσμός, βαθιά προσηλωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική ιδέα, ανεξάρτητα αν δεν μιλούσε πάντα την ελληνική γλώσσα.

Αυτήν την ιδέα που πρέπει να επανακαλύψουμε.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Παρά, λοιπόν, τα αίμα που χύθηκε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις επέσπευσαν την προσέγγιση των βαλκανικών χριστιανικών κρατών.

Το Μάρτιο του 1912 Σέρβοι και Βούλγαροι συμφώνησαν στη σύναψη συμμαχίας, που στρέφονταν βασικά κατά της Τουρκίας.

Από την πλευρά του ο Βενιζέλος είχε έγκαιρα αισθανθεί τους κινδύνους μιας μονομερούς σερβο-βουλγαρικής ενέργειας. Γι αυτό προσπάθησε από το 1911 να έρθει σε συνεννόηση με τους Βουλγάρους, οι οποίοι επιδίωκαν δέσμευση της Ελλάδας για την ίδρυση αυτόνομου μακεδονικού κράτους, που στην πραγματικότητα θα ελεγχόταν από τη Σόφια.

Τελικά οι δύο κυβερνήσεις συμφώνησαν να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας (30 Μαίου 1912) χωρίς να αναφερθούν στη μελλοντική τύχη των μακεδονικών εδαφών.

Στην απόφασή τους αυτή οι Βούλγαροι οδηγήθηκαν από υπέρμετρη αυτοπεποίθηση στη στρατιωτική τους ισχύ.

Η στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας αποδείχθηκε πλεονέκτημα καθώς η υποτίμηση της ελληνικής ισχύος από τους Βουλγάρους άφησε στις ελληνικές δυνάμεις ελεύθερο πεδίο δράσης στη νότια Μακεδονία.

Η νοοτροπία αυτή δεν εγκατέλειψε τους Βουλγάρους ούτε και όταν, στις αρχές Οκτωβρίου, άρχισαν οι συνδυασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των βαλκανικών κρατών.

Το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού στρατού είχε στραφεί προς τη Θράκη, με κύρια επιδίωξη την Κωνσταντινούπολη.

Με τις αλλεπάλληλες όμως νίκες του ελληνικού στρατού και τη γοργή, σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, προέλασή τους στην καρδιά της Μακεδονίας, το βουλγαρικό επιτελείο επέσπευσε την προέλαση προς νότο μιας μεραρχίας για να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη.

Η κίνηση αυτή έγινε έγκαιρα γνωστή στην Αθήνα και παρά την προτίμηση του αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου να συνεχίσει την προέλαση του στρατού προς βορρά, ο Βενιζέλος επέμεινε στην άμεση κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, ώρες μόνο πριν την άφιξη των Βουλγάρων.

Αυτός ήταν ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος τα αποτελέσματα του οποίου αμφισβήτησαν οι Βούλγαροι και οδήγησαν τις εξελίξεις στο Δεύτερο Βαλκανικό.

Τώρα, οι Βούλγαροι πολεμούσαν εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστρεπτικό για τους Βουλγάρους.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) τερμάτισε το Β! Βαλκανικό Πόλεμο και οριστικοποίησε τα σύνορα των τριών βαλκανικών χωρών στη Μακεδονία.

Κατά περίεργη σύμπτωση, η νότια περιοχή που περιήλθε στην Ελλάδα ταυτιζόταν περίπου προς τα όρια της «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη μια μικρή λωρίδα που παρέμεινε εντός της σερβικής και βουλγαρικής περιοχής.

Στη νότια αυτή ζώνη περιλαμβάνονταν, εκτός από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, και οι μεγαλύτερες μάζες των σλαβόφωνων κατοίκων που είχαν διατηρήσει την ελληνική τους εθνική συνείδηση.

Ωστόσο, σημαντικοί αριθμητικά ελληνικοί πληθυσμοί παρέμειναν αποκλεισμένοι στη σερβική και βουλγαρική Μακεδονία, από όπου αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην ελληνική Μακεδονία αφήνοντας πίσω ελάχιστα υπολείμματα ελληνικών εστιών.

Το ίδιο συνέβη και στο νότο με τις πληθυσμιακές μάζες που είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο τίτλος του άρθρου είναι τίτλος σε ένα σύντομο πόνημα του Γιώργου Βαφόπουλου για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: Ανιχνεύσεις

Οι Βούλγαροι Αναπολούν το Ίλιντεν και την Μεγάλη Βουλγαρία

Γράφει ο Χρήστος Βαλκάνιος
Σύμφωνα με Βουλγαρικές πηγές, για πρώτη φορά ιστορικοί από τη Βουλγαρία και την πΓΔΜ βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι ανοιχτής ακαδημαϊκής συζήτησης, κατά τη διάρκεια επιστημονικού συνεδρίου με αντικείμενο τα σημαντικά γεγονότα στη βαλκανική χερσόνησο.

ΙΛΙΝΤΕΝ
Το εν λόγω συνέδριο διοργανώθηκε στη Μπίτολα (Μοναστήρι) με τη συμμετοχή των Ακαδημιών Επιστημών των δύο χωρών, κατόπιν πρωτοβουλίας του προέδρου της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, Στέφαν Βοντενιτσάροφ.Ο πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών της πΓΔΜ, Βλάντο Καμπόφσκι, δήλωσε ότι έχει έρθει η ώρα η ιστοριογραφία να απελευθερωθεί από τις ιδεολογικές και πολιτικές προκαταλήψεις ούτως ώστε οι ακαδημαϊκοί να μπορούν να συζητούν ανοικτά κάθε ζήτημα χωρίς να χρειάζεται να καταλήγουν σε αμοιβαία αποδεκτές θέσεις με κάθε τίμημα.

Ο Βοντενιτσάροφ, δήλωσε ότι μαζί οι λαοί της Βουλγαρίας και της πΓΔΜ τιμούν όλους τους σημαντικούς ήρωες που πριν από 112 χρόνια θυσίασαν τις ζωές τους στον αγώνα κατά της τυραννίας που καταδυνάστευε τις δύο χώρες. «Με την σημερινή συνάντηση στη Μπίτολα θέλουμε να δείξουμε στις μελλοντικές γενιές ότι αυτά τα εδάφη κατοικούνταν από δυνατούς και γενναίους ανθρώπους που ήθελαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια».

Δώδεκα επιστημονικές εργασίες παρουσιάστηκαν στο επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «Οι απελευθερωτικοί πόλεμοι της «Μακεδονίας» από την Ανατολική Κρίση ως τους Βαλκανικούς Πολέμους».

Οι δύο Ακαδημίες Επιστημών έχουν μέχρι σήμερα εκπονήσει από κοινού 33 ερευνητικά έργα και δεσμεύτηκαν για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας τους στο μέλλον.

Θα μιλάγαμε στο pentapostagma.gr για αναθέρμανση ιστορικών προσεγγίσεων με όλα τα χρονολογικά αλλά και χωροταξικά χαρακτηριστικά να συνηγορούν σε αυτό. Όμως αυτοί οι Βούλγαροι που το παίζουνε και οι φανατικότεροι οπαδοί της ΕΕ, που τόσο πολύ στάθηκαν και στέκονται απέναντι στην Ελλάδα κατηγορώντας την για αντιευρωπαϊκό πνεύμα που μάλιστα θα πρέπει να τιμωρηθεί γι αυτό, πως είναι δυνατόν να αναπολούν την συνθήκη του Αγ. Στεφάνου και μάλιστα όταν χορηγοί τους τότε ήταν αυτοί που εναντίον των οποίων σήμερα υλοποιούν με φανατισμό κάθε μέτρο της ΕΕ. Πως είναι επίσης δυνατόν να αναπολούν το Ίλιντεν και τις σφαγές που προκάλεσαν. Πράγματι θεωρούμε τους Βούλγαρους εταίρους μειωμένης εμπιστοσύνης που σπεύδουν κάθε μέρα να μας το επιβεβαιώσουν. Τέλος θέλω να σταθώ στο φίλο αναγνώστη που σε κάποιο άρθρο μας είχε ταραχθεί με την αντιβουλγαρική στάση μας, όμως είμαι από τους τελευταίους που θέλω να βλέπω φαντάσματα, ειλικρινά προσπαθούμε να ασκήσουμε καλόπιστη κριτική προς όλους με βάση τα έργα τους. Πως γίνεται όμως να θεωρούμε σοβαρό και αξιόπιστο φίλο κάποιον που τη μία στέλνει επιστολή κατά της Ελλάδας στην ΕΕ, στη συνέχεια μέσω twitter υπερασπίζεται την απόφαση του να στηρίξει την Ελλάδα και μέσα σε μερικές ώρες στέλνει νέα επιστολή στην ΕΕ δηλώνοντας ότι δεν θα ξαναστηρίξει την Ελλάδα;

Πηγή: Πενταπόσταγμα

«Η ΕΕ οδεύει προς τον «θάνατο»! Το Stratfor αναλύει ποιοι οδηγούν την ΕΕ «στα βράχια»

Σχόλιο MacedonianAncestry: Μπορείτε να διαβάσετε συνοπτικά την Συνθήκη της Λισσαβώνας από δώ (θα ανοίξει νέο παράθυρο) ή να την κατεβάσετε από δω (επίσης νέο παράθυρο)

Η εμμονική πολιτική της Γερμανίας στην Ευρώπη δύο πράγματα έχει σίγουρα οδηγήσει σε ανάπτυξη. Την οικονομία της –προς το παρόν τουλάχιστον– και τον εθνικισμό στην Ευρώπη. Το δεύτερο…επίτευγμα αρχίζει να γίνεται απειλητικό για το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, η οποία αν συνεχίσει στην ίδια ρότα είναι βέβαιο ότι θα καταλήξει στα βράχια. Το αμερικανικό think tank Stratfor σε ανάλυσή του επισημαίνει ότι η οικονομική αποτυχία στην προσπάθεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα οδηγήσει τα κράτη μέλη να πιέσουν για να επανέλθουν εξουσίες που έχουν εκχωρηθεί στην ΕΕ, πίσω στα έθνη κράτη.

Η άνοδος των εθνικιστικών ή ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων σ΄ όλη την Ευρώπη είναι δεδομένο ότι θα υπονομεύσει τη θεμελιώδη πολιτική της ΕΕ, σημειώνει και τα θεσμικά όργανά της θα καταλάβουν σύντομα ότι η διαχείριση αυτών των πιέσεων μπορεί να είναι μόνο βραχυπρόθεσμη. Η αποτυχημένη οικονομική πολιτική που προσπαθούν να επιβάλλουν θα οδηγήσει στην αναγκαστική αναμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Stratfor υποστηρίζει ότι “με τον καιρό, ο εθνικισμός θα είναι φράγμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με κυβερνήσεις που θα επαναπατρίσουν ισχύ για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ, οδηγώντας στην κατάρρευση της Ένωσης”.

Υπενθυμίζει ότι στις 29 Μαΐου 2005, οι γάλλοι ψηφοφόροι απέρριψαν την πρόταση ενός ευρωπαϊκού Συντάγματος,με εθνικό δημοψήφισμα. Μια εβδομάδα αργότερα, οι Ολλανδοί ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Αυτή η σαφής απόρριψη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν μια σημαντική στιγμή στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μια δεκαετία μετά απ΄ αυτά τα δημοψηφίσματα, το ευρωπαϊκό σχέδιο βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση. Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2009 και παρήγαγε την κρίση της ευρωζώνης έχει ξυπνήσει εθνικιστικά ένστικτα που υπονομεύουν την ΕΕ. Αυτές οι φυγόκεντρες δυνάμεις ήταν πάντα παρούσες. Η βασική διαφορά όμως σήμερα είναι ότι τα έθνη θα επιλέξουν να υπαναχωρήσουν από τις απόψεις τους για “ολοκλήρωση” για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ εθνικισμού και παν-ευρωπαϊσμού βρίσκεται στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τότε που διατυπώθηκε το σχέδιο για πρώτη φορά στη Ρώμη το 1957. Η Ένωση παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια δημιουργίας μιας διεθνούς οντότητας από μια ομάδα εθνών-κρατών που είχαν διαφορετικές οικονομίες ,πολιτικές παραδόσεις και ιστορικές συγκρούσεις. Για να ενοποιήσει αυτά τα κράτη, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποσχέθηκε ειρήνη και οικονομική ευημερία. Η προκύπτουσα οργάνωση ήταν ένα υβρίδιο μεταξύ ενός ενιαίου πανευρωπαϊκού φορέα και μιας κοινότητα κυρίαρχων εθνών-κρατών. Στις επόμενες δεκαετίες, ο ανταγωνισμός, με τον εθνικισμό οδήγησε αρκετές φορές στην επιβράδυνση της διαδικασίας ολοκλήρωσης.

Η πρώτη κίνηση για να επιβραδύνουν την ολοκλήρωση ήρθε μόλις τρία χρόνια μετά τη θεμελιακή Συνθήκη της Ρώμης. Το 1960, ο Γάλλος πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ έκανε μια πρόταση για την τροποποίηση της Συνθήκης για τη μείωση της ισχύος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ώστε αποκεντρωθεί η ισχύς πίσω στα εθνικά κοινοβούλια. Η πρόταση δεν πέρασε λόγω της αντίστασης από άλλα κράτη μέλη, αλλά αποτέλεσε προηγούμενο για άλλες ανάλογες περιπτώσεις.

Το 1965, ο De Gaulle εναντιώθηκε στο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να συγκεντρώσει περισσότερη δύναμη και στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη χρηματοδότηση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής. Η Γαλλία δεν ήθελε να χάσει τον έλεγχο αυτής της πολιτικής. Το Παρίσι αποσύρθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και όλες τις επιτροπές του, αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εγκαταλείψει την προσπάθειά της, επειδή η γαλλική “έξοδος” θα σήμαινε το θάνατο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση εισέλθει σε μια μακρά περίοδο στασιμότητας μετά από αυτό, η οποία προκλήθηκε εν μέρει και από την οικονομική ύφεση και την κρίση των τιμών του πετρελαίου τη δεκαετία του 1970.

Στη δεκαετία του 1980, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανήλθε στο δρόμο προς την ολοκλήρωση. Μια εξαιρετικά αποτελεσματική Ευρωπαϊκή Επιτροπή με επικεφαλής τον Γάλλο φιλοευρωπαϊστή Ζακ Ντελόρ είχε τα ηνία την περίοδο αυτή ,από το 1985 έως το 1994. Το τέλος της δεκαετίας έφερε την επανένωση της Γερμανίας και την πτώση του κομμουνισμού, μια σαρωτική ιστορική αλλαγή .Η Ευρωπαϊκή Ένωση τη χρησιμοποίησε για να πιέσει για “περισσότερη ολοκλήρωση”. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο πρόεδρος της ΕΕ ενέκρινε επίσης μέτρα όπως το κοινό νόμισμα ευρώ το 1988 μέσω της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης και της συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992.

Ωστόσο, ο εθνικισμός εξακολουθούσε να δυσχεραίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ δεν δεχόταν αυτά που κρίνονταν ως υπερβολικές εξουσίες των Βρυξελλών . Το 1980, η ίδια , δήλωνε, «θέλω τα λεφτά μου πίσω», κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας με τις Βρυξέλλες για την ρύθμιση των συνεισφορών του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ. Η Θάτσερ άφησε πίσω της αυτή τη νοοτροπία στην Βρετανία. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχώρησε, αλλά για πρώτη φορά, άφησε μερικά έθνη έξω.

Η απόρριψη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος από Γάλλους και Ολλανδούς αποτέλεσαν νέο φρένο,το 2005.

Το 2007, τα περισσότερα κράτη μέλη υιοθέτησαν τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, η οποία επαναλάμβανε το κείμενο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος γραμμή προς γραμμή. Στα περισσότερα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ολλανδίας και της Γαλλίας, τα κοινοβούλια επικυρώσαν τη Συνθήκη. Πολλοί παρομοιάζουν τη Συνθήκη ως μια συμφωνία- κερκόπορτα μεταξύ εθνικών και κοινοτικών ηγετών,η οποία “θρέφει” τα αντιευρωπαϊκά αισθήματα.

Η σημερινή κρίση της ΕΕ
Λίγο μετά την έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας, στην Ευρώπη άρχισε μια οικονομική κρίση που εκτροχίασε εντελώς τις προσπάθειες ολοκλήρωσης. Με τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ αντιμέτωπα με την ύφεση και την ανεργία , οι εθνικές κυβερνήσεις “διαιρέθηκαν” επί της οικονομικής πολιτικής. Έχουν ταξινομηθεί σε δύο στρατόπεδα: εκείνους που βλέπουν την κρίση ως την καλύτερη στιγμή για οδυνηρές μεταρρυθμίσεις και εκείνων που πιστεύουν στα κίνητρα που θα πρέπει να προηγηθούν των μεταρρυθμίσεων. Η οικονομική ύφεση αποκάλυψε επίσης βασικά προβλήματα όπως ότι η Οικονομική και Νομισματική Ένωση είχε καταστήσει αδύνατο για τα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τις επιμέρους νομισματικές πολιτικές τους.

Η κρίση δημιούργησε ευκαιρίες για ευρωσκεπτικιστικά κόμματα . Τον Μάιο του 2014, αυτά τα κόμματα κέρδισαν τις ευρωπαϊκές εκλογές σε πολλά κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Πιο σημαντικό, αυτές οι νίκες αύξησαν την εθνικιστική ρητορική. Αλλά βέβαια είναι μόνο οι κυβερνήσεις των κρατών μελών που μπορούν να αναγκάσουν τις Βρυξέλλες να επιστρέψουν μέρος της κυριαρχίας σε κράτη μέλη.

Η νίκη του Κάμερον στις βρετανικές εκλογές είναι ένα ακόμη μήνυμα.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί ευθέως τις υπάρχουσες πολιτικές και τις αρχές της ΕΕ. Οι επαναδιαπραγματεύσεις που θα ζητήσει ο Κάμερον θα οδηγήσουν σίγουρα πολλά βήματα πίσω την ολοκλήρωση της ΕΕ.

Εάν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Λονδίνου και της ΕΕ, οδηγήσουν σε μια νέα ευρωπαϊκή συνθήκη, η λαϊκή πίεση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση θα οδηγήσει τις κυβερνήσεις να διενεργήσουν δημοψηφίσματα. Η δραματικά χαμηλή δημοτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ήταν πιθανό να οδηγήσει κάποια κράτη μέλη να απορρίψουν τη νέα συνθήκη. Επιπλέον, οι Βρυξέλλες είναι απίθανο να δεχτούν ένα ευρωπαϊκό δημοψήφισμα για μια συνθήκη που θα μπορούσε να υπονομεύσει κάθε εξουσία της ή τα επιτεύγματά της.

Έτσι, οι Βρυξέλλες δεν θα δεχθούν αυτή τη δυνατότητα.Πιθανόν να οδηγήσουν σε βρετανική έξοδο.

Η αντιευρωπαϊκή ώθηση, ωστόσο, πιθανότα θα προκαλέσει μια αντίδραση. Βρυξέλλες, Βερολίνο και άλλες φιλο-ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα προσπαθήσουν πιθανώς να δημιουργήσουν μια εσωτερική ομάδα κρατών μελών πρόθυμων να προωθήσουν την ολοκλήρωση. Αυτό το τμήμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο μοντέλο ένταξης στην ΕΕ. Με ορισμένα πλήρη ενταγμένα μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλα να είναι “συνδεδεμένα μέλη” που θα επωφελούνται από την ελεύθερη ζώνη εμπορίου, αλλά δεν θα έχουν επίδραση στη χάραξη πολιτικής. Το ζήτημα της γαλλο-γερμανικής συμμαχία θα είναι στο επίκεντρο αυτής της νέας διαμόρφωσης. Η Γαλλία θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό να φέρει πίσω την ιδέα της Μεσογειακής Ένωσης, αφήνοντας τη Γερμανία σε μια συμμαχία με τη Βόρεια Ευρώπη.

Ανεξάρτητα από το σχήμα , οποιαδήποτε αναδιάρθρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα απαιτούσε μια νέα συνθήκη. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την τόνωση της οικονομίας σε μακροπρόθεσμη βάση δεν θα προχωρήσουν. Γιατί τα κράτη μέλη δεν είναι διατεθειμένα να τις εφαρμόσουν, επειδή δεν είναι δημοφιλείς στους ψηφοφόρους. Κατά συνέπεια, η οικονομική ευημερία θα παραμείνει η κύρια πρόκληση της Ευρώπης. Η μεγαλύτερη δυσκολία για τις Βρυξέλλες είναι να πείσει ορισμένα κράτη μέλη της να συμμετάσχουν στα σχέδιά της την ίδια ώρα που η προοπτική της ευημερίας εξασθενίζει. Εν τω μεταξύ, ο πειρασμός του εθνικισμού θα επηρεάσει τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τις Βρυξέλλες και τον “επαναπατρισμό δύναμης” στις πρωτεύουσές τους. Σε τελική ανάλυση αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί σύντομα να έρθει.

Πηγή: Ελλάδα Σήμερα

Την εξέταση του “τσάμικου” ψηφίσματος άρχισε σήμερα η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Αλβανικής Βουλής

Την εξέταση “Τσάμικου” ψηφίσματος άρχισε σήμερα η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Αλβανικής Βουλής. Το ψήφισμα κατετέθει στο κοινοβούλιο στις 10 Δεκεμβρίου από τον πρόεδρο του τσάμικου κόμματος PDIU Σπετιμ Ιντρίζι και τον βουλευτή Ντάσαμιρ Ταχίρι.

Ο Ιντρίζι κάλεσε τα μέλη της επιτροπής “να γίνουν μέρος της επίλυσης της αδικίας που έχει γίνει στο τσάμικο ζήτημα”. Το ψήφισμα μπήκε στην ατζέντα της Επιτροπής στις 22 Ιανουαρίου και μέσω αυτού οι τσάμηδες απαιτούν, σύμφωνα με το άρθρο 15 της Συνθήκης της φιλίας, συνεργασίας, καλής γειτονίας και ασφάλειας μεταξύ των δύο χωρών (Ελλάδας – Αλβανίας) καθώς και το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να αρθούν τα εμπόδια που δεν επιτρέπουν στους τσάμηδες εγκληματίες πολέμου να ζητήσουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα από την Ελλάδα.

Τα 13 σημεία του προκλητικού ψηφίσματος:
1. Το ψήφισμα αναγνωρίζει, στηρίζει, και δεσμεύεται για την ανάγκη αποκατάστασης όλων των δικαιωμάτων των Αλβανών Τσάμηδων, αλλοτινούς Έλληνες πολίτες, σύμφωνα με τις νέες συνθήκες, κατά τις αρχές του διεθνούς δικαίου σχετικά με τη γενοκτονία, την εθνοκάθαρση, της μη διάκρισης με βάση την εθνικότητα, και άλλες σχετικές αρχές, καθώς και το πνεύμα της Συνθήκης της Φιλίας μεταξύ των δύο χωρών.

2. Απαιτεί την αποκατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Αλβανών πολιτών, πρώην Ελλήνων πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης της ιδιοκτησίας, της αναγνώρισης του δικαιώματος επαναπατρισμού, την αναγνώριση του δικαιώματος να ανακτήσουν την ιθαγένεια τους και των λοιπών δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων.

3. Απαιτεί τη ρητή κατάργηση του Ελληνικού Νόμου του Εμπόλεμου 2636 και 2637/1940 που εξεδόθη με βασιλικό διάταγμα το 1940 και εξακολουθεί να ισχύει, ιδίως το μέρος που διατηρεί σε συντηρητική κατάσχεση αλβανική περιουσία.

4. Απαιτεί την επέκταση του Ελληνικού Νόμου 1540/1985 «για τη ρύθμιση των προσφύγων” σε όλους τους Έλληνες πολίτες που απομακρύνθηκαν ως αποτέλεσμα της εμφύλιας σύγκρουσης, χωρίς διάκριση εθνικότητας, νόμος που έρχεται σε αντίθεση με τις διεθνείς διατάξεις, περί μη διάκρισης με βάση την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, κλπ..

5. Απαιτεί από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Αλβανίας, μαζί με την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ελλάδα την επανενεργοποίηση των διμερών ειδικών επιτροπών, που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη Φιλίας, να εξετάσουν το ζήτημα, να αναγνωρίσουν το μέγεθός και να βρουν την καλύτερη επίλυση.

6. Επιφορτίζει το Υπουργείο Εξωτερικών με την προστασία των δικαιωμάτων των Αλβανών που δεν εκδιώχθηκαν από τα εδάφη τους και να ζητήσει για αυτούς την αναγνώρισή τους ως εθνικής μειονότητας.

7. Απαιτεί την ανέγερση στην Παραμυθιά και τους Φιλιάτες, δύο μνημείων που θα θυμίζουν τις γυναίκες, τους γέρους και παιδιά, αθώα θύματα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τις ελληνικές παραστρατιωτικές μονάδες.

8. Απαιτεί την ανέγερση ή την φροντίδα για τους τάφους των Τσάμηδων πρώην Ελλήνων πολιτών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής γενοκτονίας.

9. Επιφορτίζει το Υπουργείο Παιδείας και Επιστημών να αντικατοπτρίζει ορθά και βάση αναλογικότητας, την ιστορία αυτού του μέρους του αλβανικού πληθυσμού στα εγχειρίδια.

10. Επιφορτίζει το Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, Πολιτισμού, Νεολαίας και Αθλητισμού, στο πλαίσιο των διμερών συμφωνιών με τους ομολόγους του αρμόδιου Υπουργείου της Ελληνικής Δημοκρατίας, την προώθηση των πολιτιστικών αξιών (των Τσάμηδων) και την προβολή μνημείων που βρίσκονται εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Το Υπουργείο Παιδείας και Επιστημών να επιδιώξει από τον Έλληνα ομόλογο την αφαίρεση προσβλητικών και ρατσιστικών αναφορών στα ελληνικά κειμένων σε βάρος του Τσάμικου πληθυσμού.

11. Επιφορτίζει την αλβανική κυβέρνηση, σύμφωνα με αυτό το ψήφισμα, να εκφράσει στην ελληνική πλευρά κατά τις διπλωματικές επαφές τη στάση της Δημοκρατίας της Αλβανίας σχετικά με αυτό το πρόβλημα.

12. Επιφορτίζει το Υπουργείο Εξωτερικών να γνωστοποιήσει το παρόν ψήφισμα στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, και στους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους η Αλβανία είναι μέλος.

13. Επιφυλάσσεται του δικαιώματος σε περίπτωση απορριπτικής αντίδραση της ελληνικής πλευράς, για να εξετάσει το πρόβλημα υπό το πρίσμα των διεθνών νόμων σχετικά με τις διακρίσεις, την ελεύθερη κυκλοφορία, τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα γενικών,να παραπέμψει το θέμα στους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς.

Πηγή: Βορειοηπειρωτικά

Ο Μπορίσωφ θα συναντηθεί με τον Γκρούεφσκι

Με τον τίτλο «Ο Μπορίσωφ θα συναντηθεί με τον Γκρούεφσκι”, πολλές ηλεκτρονικές εκδόσεις στα Σκόπια παρουσιάζουν αποσπάσματα από την ομιλία του Βούλγαρου πρωθυπουργού, Μπόικο Μπορίσωφ, κατά τη συνέντευξη Τύπου με τον Κροάτη πρωθυπουργό, Ζόραν Μιλάνοβιτς.

«Χθες το βράδυ μίλησε με τον πρωθυπουργό Νίκολα Γκρούεφσκι και διαπίστωσα ότι έχει σημειωθεί ικανοποιητική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία των σχέσεων καλής γειτονίας», δήλωσε το μεσημέρι στη Σόφια ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Μπόικο Μπορίσωφ, μετά τη συνάντησή του με τον Κροάτη ομόλογό του, Ζόραν Μιλάνοβιτς. Αυτό αναφέρει η «Μπεζ Παρντόν» (φωτό).

«Ο Μπορίσωφ είπε ότι το καλύτερο είναι να ανταποκριθεί ο Γκρούεφσκι να μιλήσουν για θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Από την 1η Ιουλίου, η Κροατία θα γίνει το νέο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο επικεφαλής της βουλγαρικής κυβέρνησης επανέλαβε τις διαβεβαιώσεις και την προθυμία της Βουλγαρίας, όλες οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων να ενταχθούν στην ΕΕ και ιδιαίτερα τα Σκόπια.

»Η λεγόμενη Συνθήκη Σχέσεων Καλής Γειτονίας, προτάθηκε από τη Βουλγαρία, στα τέλη του περασμένου έτους, καθώς ο ανατολικός μας, γείτονας ταυτίστηκε με την Ελλάδα στον αποκλεισμό της πΓΔΜ να λάβει ημερομηνία για έναρξη διαπραγματεύσεων με την ΕΕ.

»Η βουλγαρική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι καταπιέζονται οι εθνικά Βούλγαροι στα Σκόπια και υπάρχει μία συνεχής σύγκρουση σε επίπεδο πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς.

»Επίσης, η Βουλγαρία πιστώνει στην κυβέρνηση των Σκοπίων τη δημιουργία της εθνικιστικής ατμόσφαιρας εναντίον της», αναφέρει η Μπεζ-Παρντόν-БезПардон.

Το ίδιο υλικό δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική έκδοση του Πλας Ίνφο με τον τίτλο: “Μπορίσωφ: Σύντομα θα συναντηθώ με τον Γκρούεφσκι”.

Επίσης η ηλεκτρονική έκδοση του Πρες24 έχει τίτλο σε σχετικό άρθρο «Σύντομα συναντηση Μπορίσωφ – Γκρούεφσκι», σημειώνει σε ενημερωτικό άρθρο το βουλγαρικό πρακτορείο ‘Φόκους’.

Πηγή: Γεώργιος Εχέδωρος