Archive

Posts Tagged ‘Τίτο’

Ευπρόσδεκτη η “Δημοκρατία του Βαρδάρη”

Το βουλγαρικό περιοδικό ΦΟΚΟΥΣ και η σκοπιανή εφημερίδα ΝΟΒΑ ΜΑΚΕΝΤΟΝΙΑ δημοσίευσαν πληροφορίες, συμφώνως προς τις οποίες ο μεσολαβητής του ΟΗΕ κ. Μάθιου Νίμιτς πρότεινε στην κυβέρνηση της ΦΥΡΟΜ δύο εναλλακτικές λύσεις για το ζήτημα του ονόματος: Τη «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και τη «Δημοκρατία του Βαρδάρη». Αν όντως αυτό αληθεύει έχουμε ένα θετικό βήμα ως προς τα εθνικά μας θέματα. Η δεύτερη πρόταση, η «Μακεδονία του Βαρδάρη», είναι η πρώτη πρόταση από τότε που ασχολείται ο κ. Νίμιτς, η οποία δεν περιέχει τον όρο «Μακεδονία». Πιθανόν στη θετική εξέλιξη να έπαιξε ρόλο και η προσωπική συμμετοχή του Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στις πρόσφατες διαβουλεύσεις του Νίμιτς με την ηγεσία του ελληνικού ΥΠΕΞ. Αποτελεί δε μία ένδειξη ότι παρά τα οικονομικά μας προβλήματα μπορούμε να στεκόμαστε αξιοπρεπώς στα εθνικά μας θέματα αρκεί να το πιστέψουμε και να το θέλουμε. Ως λαός και ως ηγεσία.

Φυσικά δεν συμφωνώ με το πρώτο από τα προτεινόμενα ονόματα. Η «Βόρεια Μακεδονία» ανακαλεί στη μνήμη περιπτώσεις όπως το Βιετνάμ και η Κορέα. Τα Σκόπια θα προβάλλονται παγκοσμίως ως μοναδικοί χρήστες του κρατικού πλέον όρου Μακεδονία και θα δίδεται η εντύπωση ότι κάποια στιγμή δικαιούνται να ενωθούν με τη Νότια Μακεδονία, δηλαδή να διεκδικήσουν τη Βόρειο Ελλάδα. Δεν πρέπει να αποδεχθούμε με δική μας υπογραφή αυτό το όνομα. Αν το δεχθούμε ανοίγουμε την πόρτα στα Σκόπια για να ενταχθούν σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ και μετά από λίγους μήνες θα σπεύσουν να αποβάλλουν τον όρο Βόρεια και να κρατήσουν το Μακεδονία. Όπως έκαναν οι Ιορδανοί. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βρετανοί κατασκεύασαν το κράτος της Υπερ-Ιορδανίας (Transjordan). Μετά από ένα χρόνο η Βουλή της νέας χώρας αποφάσισε να αποβάλει τον ιστορικά αδύναμο προσδιορισμό Υπέρ και κράτησαν τον ιστορικά, θρησκευτικά και γεωγραφικά σημαντικότατο όρο Ιορδανία, που προέρχεται από τον ποταμό Ιορδάνη. Ποιος θα τιμωρήσει τους σκοπιανούς αν προβούν σε μία αντίστοιχη αλλαγή αφού θα έχουν υφαρπάσει την υπογραφή μας; Μήπως θα στείλει στρατό ο ΟΗΕ να επιβάλει το συμφωνηθέν όνομα; Προφανώς όχι, όπως δεν έκανε τίποτε για να διώξει τον Αττίλα από την Κύπρο μας.

Μιλώντας για την Ιορδανία βλέπουμε ότι είναι μία ήδη γνωστή πρακτική νεότευκτες χώρες να παίρνουν το όνομά τους από τον μεγαλύτερο ποταμό της περιοχής. Άλλη αντίστοιχη περίπτωση είναι η Νιγηρία και η Δημοκρατία του Νίγηρος, από τον ομώνυμο ποταμό. Έτσι είναι λογική η πρόταση να ονομασθούν τα Σκόπια Δημοκρατία του Βαρδάρη. Βαρντάρ στη γλώσσα τους λέγεται ο ποταμός Αξιός που διασχίζει τη γείτονα χώρα και εκβάλλει δυτικά της Θεσσαλονίκης. Άλλωστε πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πριν ο κομμουνιστής Τίτο κατασκευάσει το τεχνητό «μακεδονικό» έθνος η τότε Γιουγκοσλαβία ονόμασε την περιοχή Σκοπίων «Βάρνταρσκα Μπανοβίνα», επαρχία του Αξιού. Τα σχετικά γραμματόσημα είναι πλέον γνωστά από δημοσιεύσεις στον Τύπο και στο Διαδίκτυο.

Για την Ελλάδα το ζήτημα του ονόματος είναι πρωτίστως θέμα εθνικής αξιοπρεπείας. Να μην δώσουμε την εντύπωση ότι λόγω οικονομικής κρίσης κάνουμε παραχωρήσεις προς γείτονες και μάλιστα αδύναμους. Τί μηνύματα θα πάρουν οι ισχυρότεροι γείτονες και οι διεκδικούντες εδάφη και ΑΟΖ; Επιπλέον είναι και ζήτημα υπερασπίσεως της πολιτιστικής μας ταυτότητας και κληρονομιάς. Αν τα Σκόπια καθιερωθούν διεθνώς με όνομα που θα περιέχει – έστω και με προσδιορισμό- τον όρο Μακεδονία, πολύ σύντομα και εμείς οι Βορειοελλαδίτες, αλλά και οι Απόδημοι Έλληνες Μακεδόνες, δεν θα μπορούμε να ονομαζόμαστε έτσι.

Υπό αυτό το σκεπτικό η ονομασία «Δημοκρατία του Βαρδάρη» είναι ευπρόσδεκτη από τον Ελληνισμό. Προστατεύει ταυτοχρόνως και την ιστορία και την καλή γειτονία.

Πηγή δική μου: Ενωμένη Ελλάδα
Αρχική πηγή: Εφημερίδα “Δημοκρατία”

Ανησυχεί κανείς για τη στρατιωτική συνεργασία Σκοπίων – Τουρκίας;

Οι δύο χώρες εντείνουν τους στρατιωτικούς δεσμούς τους μέσω επενδύσεων και συνεργασίας, δημιουργώντας μία σχέση η οποία επιτρέπει στην Τουρκία να διατηρήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια

Skopia-map

Το τελευταίο δείγμα της πρόθεσης των Τούρκων να ενισχύσουν την παρουσία τους στα Βαλκάνια αποτελεί η δωρεά οκτώ στρατιωτικών οχημάτων στο στρατό των Σκοπίων. Το όφελος και των δύο χωρών από αυτήν τη συνεργασία είναι σαφές.

Σκόπια και Τουρκία εντείνουν τους στρατιωτικούς δεσμούς τους μέσω επενδύσεων και συνεργασίας, δημιουργώντας μία σχέση η οποία επιτρέπει στην Τουρκία να διατηρήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τους δεσμούς των Σκοπίων με ένα μέλος του ΝΑΤΟ.

Η πρόσφατη δωρεά -επτά ελαφριά οχήματα Land Rover και ένα ελαφρύ τεθωρακισμένο όχημα Cobra, συνολικής αξίας 700.000 δολ. (530.000 ευρώ) φέρνει τις επενδύσεις της Τουρκίας στο στρατό των Σκοπίων στα 18 εκατ. δολάρια (13,6 εκατ. ευρώ).

«Ο εξοπλισμός θα αναπτυχθεί σε μονάδες του Στρατού, ως σημαντική συμβολή στην ενίσχυση των μαχητικών δυνάμεων και της κινητικότητας», δήλωσε ο κ. Φατμίρ Μπεσίμι, υπουργός Άμυνας των Σκοπίων, στους Southeast European Times, προσθέτοντας και την βοήθεια της Τουρκίας στην εκπαίδευση δεκάδων μελών του στρατού των Σκοπίων από το 1998: «Η φιλία μας αποτελεί παράδειγμα τρόπου συνεργασίας στην περιοχή».

Ο δε κ. Γκουρόλ Σοκμενσουέρ, πρεσβευτής των Σκοπίων στην Τουρκία, δήλωσε πως η συνεργασία θα συνεχιστεί, με στόχο να εργαστεί προς την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ.

Οι Southeast European Times, σχολιάζοντας τα παραπάνω παρατηρεί ότι η Τουρκία στηρίζει τα Σκόπια, επειδή η χώρα αποτελεί γεωπολιτική αρτηρία στην περιοχή, διαχωρίζοντας την Ελλάδα και την Τουρκία. Περίπου 100.000 Τούρκοι ζουν στα Σκόπια, και ακόμα περισσότεροι υπήκοοι των Σκοπίων έχουν μετοικίσει στην Τουρκία.

Η προπαγάνδα των Τούρκων πιάνει τόπο φαίνεται, αφού ένα σοβαρό πρακτορείο ειδήσεων, όπως οι SETimes, κάνουν λόγο για 100.000 Τούρκους στα Σκόπια, ενώ δεν ξεπερνούν τους 5.000. Κατόρθωσε όμως η Άγκυρα, να υπολογίζονται οι μουσουλμάνοι ως Τούρκοι, εμπεριέχοντας φυσικά και τους γύφτους των Σκοπίων, που είναι πολυάριθμοι. (Όπως είναι γνωστό, ο Τίτο ό,τι περιθωριακό στοιχείο υπήρχε στην Γιουγκοσλαβία, το εγκαθιστούσε στη Νοτιοσλαβία, μέρος της οποίας καταλαμβάνει η σημερινή περιοχή των Σκοπίων).

Αυτό είναι το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσουμε, και όχι φυσικά η στρατιωτική ενίσχυση ενός ανύπαρκτου -σκοπιανού- στρατού. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται από τα Σκόπια, που αποτελούν απλώς το όχημα άλλων πανίσχυρων κέντρων που επιβουλεύονται την Θεσσαλονίκη, εδώ και πολύ-πολύ καιρό.

Η κα. Φροσίνα Ρεμένσκι, καθηγήτρια στη Σχολή Ασφάλειας στα Σκόπια, δήλωσε στους SETimes: «Δωρεές, κοινά έργα στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, κατάρτιση και εκπαίδευση του στρατού και του τεχνικού προσωπικού του στρατού μας στην Τουρκία συμβάλουν στην ενίσχυση της συνεργασίας και σε μεταρρυθμίσεις που πρέπει να διενεργούνται στον τομέα της άμυνας. Η Τουρκία, τη δεκαετία που ακολουθεί, θα αποτελέσει κύριο παράγοντα για την ασφάλεια στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας».

Σταθεροποιητικός παράγοντας επομένως θεωρείται η Τουρκία. Υπάρχουν φυσικά πολιτικοί που αντιλαμβάνονται πως, απεναντίας, η Τουρκία είναι ο φύσει αποσταθεροποιητικός παράγοντας σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπως φερ’ ειπείν ο υπουργός πολιτισμού των Σκοπίων, που αγανάκτησε με τα τουρκικά σίριαλ και αναφώνησε δημόσια: «Δεν μας φτάνει 500 χρόνια οθωμανοκρατίας;».

Για την ιστορία να πούμε ότι επ’ ευκαιρία της 113ης επετείου (1899) της αποφοίτησης του Μουσταφά Κεμάλ, οργανώθηκε τελετή στις 13 Μαρτίου 2012 στο στρατιωτικό μουσείο του Μοναστηρίου.

Καθώς επίσης και πως συνεχίζουν τις κουμπαριές. Κατά τη συνάντηση των προέδρων Τουρκίας και Σκοπίων, Αμπντουλάχ Γκιουλ και Γκιόργκι Ιβάνοβ στην Κωνσταντινούπολη, παρευρέθηκαν σε γάμο Τούρκου επιχειρηματία, όπου οι δύο πρόεδροι ήταν κουμπάροι.

Η εφημ. Νovosti, σημειώνει ότι, πέραν του πρόεδρου των Σκοπίων, στο γάμο παρέστησαν και Σκοπιανοί επιχειρηματίες, καθώς και ο κ. Ίβιτσα Κόνεβσκι, επικεφαλής του σκοπιανού δήμου Aerodrom, στον οποίο ο εν λόγω Τούρκος επιχειρηματίας θα χρηματοδοτήσει την κατασκευή μεγάλου συγκροτήματος πολυκατοικιών.

Πηγή δική μου: history-of-Macedonia
Αρχική πηγἠ: “Ο Μακεδών” – Voria.gr

Πως οι Σλαβούνοι μεταλλάχθηκαν σε «Μακεδονικό Έθνος»


Πως οι Σλαβούνοι μεταλλάχθηκαν σε «Μακεδονικό Έθνος»
ИСТОРИСКИТЕ КОРЕНИ НА МАКЕДОНСКАТА НАЦИЈА
Οι Ιστορικές ρίζες του Μακεδονικού Έθνους.


Η εισήγηση του Πάβλε Ρακόφσκι εκτυπωμένη στα κυριλλικά και ελληνικά.

Είναι καλό, πιστεύω, να μάθουμε πως διαμορφώθηκε ο λαός που αυτοαποκαλείται ‘μακεδονικός’ και ποιες είναι οι ιδέες, οι βάσεις, τα ερείσματα με τα οποία προσπαθεί να θεμελιώσει την παρουσία του αλλά και να επιβάλλει ιστορικές αυθαιρεσίες και πλαστογραφήσεις στην παγκόσμια κοινότητα.

Μια αναμφίβολη -και γνωστή άλλωστε- ιστορική μαρτυρία για την εμφάνιση των σλαβικών φυλών στα χρόνια του Βυζαντίου στο γεωγραφικό χώρο της ιστορικής Μακεδονίας και την μετάλλαξή τους σε «μακεδονικό έθνος» αποτελούν οι ‘Ιδεολογικές βάσεις’ του Πάβλε Ρακόφσκι (ПАВЛЕ РАКОВСКИ: НДЕОЛОШКИ ОСНОВИ НА Н.О.Ф.—ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν.Ο.Φ.), από το 2ο συνέδριο του Ν.Ο.Φ. (= Εθνική Επαναστατική Οργάνωση των σλάβων της Μακεδονίας).
Στο συνέδριο που έλαβε χώρα το 1949, εκθειάζεται η συμβολή του Δ.Σ.Ε. (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας) για την ‘αυτοδιάθεση’ των Σλάβων της Μακεδονίας που αυτό-προσδιορίζονται ως ‘μακεδόνικος λαός’.

Λέει σε ένα σημείο της εισήγησής του ο αναφερόμενος ιδεολόγος – συγγραφέας για τη διαμόρφωση του ‘μακεδόνικου έθνους’, όπως γράφει,: «Το μακεδόνικο έθνος είναι και αυτό προϊόν ιστορικής εξέλιξης. Είναι κοινότητα ανθρώπων ιστορικά δημιουργημένη. Η διαμόρφωσή του αρχίζει μαζύ με τη γέννηση και ανάπτυξη του καπιταλισμού στα Βαλκάνια. ‘Το προτσές της εξαφάνισης του φεουδαρχισμού και της νικηφόρας ανόδου του καπιταλισμού είναι σύγχρονα προτσές για τη διαίρεση των ανθρώπων σε έθνη’.

Παραδέχεται παρακάτω πως ενώ είχαν… εμφανιστεί τα υπόλοιπα βαλκανικά έθνη (ελληνικό, σερβικό, βουλγαρικό) το αυτοαποκαλούμενο ’μακεδόνικο’… άργησε. Δικαιολογεί την αργοπορία αυτή με με τη μαρξιστική θεωρία: «Αυτό χρωστιέται (σ.σ. η αργοπορία) στη διαφορετική οικονομική και πολιτική κατάσταση, που διαμορφώθηκε εκεί, στη διαφορετική, ανισομερή ανάπτυξη του καπιταλισμού, πράγμα που είναι νόμος στην εξέλιξη του καπιταλισμού.»

Παρακάτω επισημαίνεται πως η διαμόρφωση του ‘μακεδόνικου έθνους’ πραγματοποιείται στα τέλη του 18ου αιώνα. Καθώς προσπαθεί όμως να δώσει ιστορικό βάθος, φθάνει μέχρι το Μεσαίωνα. Σημειώνεται επακριβώς: «Αν η αρχή της διαμόρφωσης του μακεδόνικου έθνους βρίσκεται στο τέλος του 18ου αιώνα, ωστόσο οι ιστορικές ρίζες της καταγωγής του απλώνονται μέσα στο μεσαίωνα. Από το μεσαίωνα αρχίζει η δημιουργία των ιστορικών προϋποθέσεων που πάνω τους στηρίχτηκε το προτσές της διαμόρφωσής του.»

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως δεν έχει καμιά σχέση αυτός ο λαός με την αρχαία ιστορία της Μακεδονίας ή της Ελλάδας γενικότερα. Εκτράφηκε και μεγάλωσε στη διάρκεια του περασμένου αιώνα, με τη συμπαράσταση, δυστυχώς, μερίδας του ελληνικού λαού που ιδεολογικά ήταν τότε ‘καβάλα’ στο σοβιετικό άρμα. Μάλιστα, όπως σημειώνεται στην εισήγηση του αναφερόμενου συγγραφέα: «Στην πριν λίγο καιρό παρμένη απόφαση της 5ης Ολομέλειας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ελλάδας του καθοδηγητή και οργανωτή του λαϊκού του αγώνα διαβάζουμε: ‘στην βόρειο Ελλάδα ο μακεδόνικος (σλαβομακεδόνικος) λαός τ’ έδωσε όλα για τον αγώνα και πολεμά με μια ολοκλήρωση ηρωϊσμού και αυτοθυσίας που προκαλούν το θαυμασμό. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ και της λαϊκής επανάστασης ο μακεδόνικος λαός θα βρεί την πλήρη εθνική αποκατάστασή του έτσι όπως τη θέλει ο ίδιος προσφέροντας σήμερα το αίμα του για να την αποχτήσει’.»

Αυτά έκανε τότε η αριστερά στην Ελλάδα, ακολουθώντας τα σοβιετικά μοντέλα περί αυτοδιάθεσης των λαών, χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει ποτέ, πια κατεύθυνση έδινε σε έναν λαό που απαρνιότανε την δική του ιστορία και καπηλεύονταν πλαστογραφώντας μια ξένη. Άλλωστε αυτοδιάθεση δεν σημαίνει ό, τι μας κατέβει στην …γκλάβα το σηκώνουμε ως σημαία, αλλά αυτό που αποτελεί παράδοση και ιστορική συνέχεια μας, να είμαστε ελεύθεροι να το διαλαλλούμε, όχι όμως να πλαστογραφούμε…

Και ο τότε ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας, Τίτο, βλέποντας πως η ‘Βαρντάσκα Μακεντόνιγια’, μπορεί να γίνει ο δούρειος ίππος για την έξοδο της Γιουγκοσλαβίας προς το Αιγαίο υποδαύλιζε τους σκοπιανούς – αν και τους χαρακτήριζε ο ίδιος ως ‘συνονθύλευμα’, προς την κατεύθυνση του ‘μακεδονικού αλυτρωτισμού’.

Ας δούμε τώρα πως δικαιολογείται από τους ίδιους η παρουσία τους στη βαλκανική χερσόνησο και ιδιαίτερα στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας.


«Είμαστε Απόγονοι των Δραγουβίτσων, Σαγουδάτων, Ρινχίνων, Στρούμτσων και Μπαρζιάτσων που δημιούργησαν τη Σλαβουνία»

Οι σλαβικοί πληθυσμοί μπορεί να συνειδητοποίησαν την ξεχωριστή ύπαρξή τους τον 19ο αιώνα, τοποθέτησαν όμως ιστορικό βάθος κι έφθασαν μέχρι τον μεσαίωνα.

Δείτε, παρακάτω, με τη μαεστρία βαπτίζουν τους ερχόμενους σλάβους στη Βαλκανική ως «μακεδόνες σλάβους»!!
rizes-apokomma

Αλήθεια δεν αισθάνονται ντροπή που απαρνούνται έτσι εύκολα την πραγματική ιστορία των προγόνων τους;

Ο Πάβλε Ρακόφσκι, λοιπόν, στο 2ο συνέδριο του Ν.Ο.Φ., στην εισήγησή του θα τονίσει:
«Τον 6-7ο αιώνα έρχονται και εγκαθίστανται στη Μακεδονία οι «μακεδόνες σλάβοι», όπως τους λέει ο σοβιετικός καθηγητής της Ιστορίας Νικολάϊ Ντερζάβιν. Είναι χωρισμένοι σε φυλές. Οι δραγοβίτσοι, σαγουδάτοι και ρινχίνοι εγκαθίστανται έξω και κοντά στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στην περιοχή της.
Οι στρούμτσοι στον κάτω και μεσαίο ρουν του Στρυμώνα. Οι μπαρζιάτσοι γύρω από το Κίτσεβο, την Πρέσπα, το Πρίλεπ και το Βέλες.
Αυτοί δημιουργούν το πρώτο σλάβικο κράτος, τη Σλαβουνία.
Πρώτοι αυτοί απ’ όλους τους σλάβους δέχονται το χριστιανισμό κι’ έρχονται έτσι σ’ επαφή με τον αναπτυγμένο πολιτισμό των βυζαντινών.»
Τη δεύτερη πεντηκονταετία του 20ου αιώνα, το συνονθύλευμα αυτό, προσπάθησε ο Τίτο να το συμμαζέψει, να το ενοποιήσει και να του δώσει ιστορική υπόσταση.

Η Ελλάδα των νεότερων χρόνων, ενώ έβλεπε την κατεύθυνση που έδινε ο Τίτο στις σλαβικές φυλές της Νοτιοσλαβίας (Βαρντάσκα), ήταν ανίκανη να αντιδράσει. Μπλεγμένη πάντοτε, πότε δεμένη στον αγγλικό και πότε στον αμερικανικό τροχό, παράδερνε μέσα σε δημοκρατίες και δικτατορίες. Οι υγιείς αντιδράσεις μεμονωμένων πολιτικών και ιστορικών ομάδων ή ατόμων αποτελούσαν μια παρατονία στην τότε πολιτική, που χρωματίζονταν εντέχνως με την ιδεολογία της ακροδεξιάς.

Tito-apokomma

Φώτο: Ο Τίτο χαρακτηρίζει τις σλαβικές φυλές της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ως Hodge-Podge, δηλαδή ‘συνονθύλευμα’.

Έτσι έχουμε, σήμερα, τους Σλάβους αυτούς της Μακεδονίας όχι μόνον να δημιουργούν ένα ανυπόστατο έθνος αλλά να θεωρούν τους εαυτούς τους απόγονους του… Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Εκείνο που πάει να με τρελάνει είναι πως αυτούς τους ανίερους των Σκοπίων τους υποστήριζε ή τους υποστηρίζει ακόμη – δεν ξέρω- …δημοκρατική μερίδα του πολιτικής μας σκηνής και ορισμένοι …διανοούμενοι. Προφανώς, αυτοί, έχουν ιστορικό έλλειμμα και ωθούν και αυτοί έναν λαό μακριά από τις γνήσιες ιστορικές του ρίζες.
Ως φαίνεται είναι και αυτή μια πλευρά του …προτσές
της κοινωνικής και πολιτικής πολυμορφίας μας.
Αλλά δεν υπάρχει ένας σώφρων άνθρωπος, ένας ιστορικός, ένας πολιτικός μέσα στο λαό αυτόν να βάλει τροχοπέδη σε αυτόν τον κατήφορο;

{Σημ.Γ.Ε.: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Π. Β. (Αυστραλία) για την εμπιστοσύνη που μου δείχνει σχετικά με το ιστορικό αρχείο του}

Πηγή δική μου: history-of-Macedonia
Αρχική πηγή: Μικρές Εκδόσεις – Γεώργιος Εχέδωρος

Η γέννηση ενός λαού

Γεώργιος ΜόδηςΕπιμέλεια: Γιώργος Εχέδωρος
(Από το βιβλίο του Γ. Μόδη “Ο Μακεδονικός αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία”. Θεσσαλονίκη 1967.)Ο Γεώργιος Μόδης θεωρείται και είναι πρώτη πηγή για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο μακεδονικό χώρο από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο γνωστός μακεδονομάχος – συγγραφέας – πολιτικός Γεώργιος Μόδης γεννήθηκε το 1887 στο Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα της FYROM) και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1976. Όλη του η ζωή ήταν αφιερωμένη στον αγώνα του ελληνισμού για τη Μακεδονία.

Σχετικά με τη δημιουργία της ‘μακεδονικής εθνότητας’ στα Βαλκάνια αναφέρει στο προαναφερόμενο βιβλίο τα εξής κατατοπιστικά: «Η χωριστή ‘Μακεδονία’, εθνότητα που κατασκευάστηκε μόλις το 1944 στα Σκόπια, είναι ένα απ’ τα θαύματα του κόσμου. Από τότε καλλιεργήθηκε και η χωριστή ‘μακεδονική’ γλώσσα που έγινε για τους βεβήλους …αγνώριστη. Αναγνωρίστηκε ωστόσο και από μερικούς ξένους επίσημους σλαβολόγους σαν μια καινούργια σλαβική γλώσσα, που είναι πάντοτε πρωτοξάδελφη της βουλγαρικής.

… Διενεργήθηκαν (επί Οθωμανών) δύο βουλευτικές εκλογές το 1909 και το 1911. Και στις δύο βγήκαν στη σημερινή ελληνική Μακεδονία 5 Έλληνες βουλευτές και ένας έκτος στο Μοναστήρι, που αποτελεί σήμερα τμήμα της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας του Βαρδαρίου», ο Τραϊανός Νάλης και δύο βούλγαροι με έναν τρίτο στο Μοναστήρι, τον Πάντσε-Ντόρεφ. Κανένας «Μακεντόν» του τύπου των Σκοπίων δεν παρακάθησε στην οθωμανική Βουλή, ούτε καν υπήρξε υποψήφιος! Είχαν εκλεγεί, είναι αλήθεια, και τις δύο φορές βουλευτής ο περιβόητος Ντιμίτρι Βλάχωφ, πατριάρχης του «Μακεδονισμού» και της «Μακεδονίας του Βαρδαρίου», μα ως …Βούλγαρος και αντιπρόσωπος Βουλγάρων!»

Που ήταν κρυμμένος ο ‘μακεδονικός λαός’
Σε άλλο σημείο του βιβλίου του ο Γεώργιος Μόδης θα σημειώσει με την χαρακτηριστική πένα του:
«Γεννώνται τα ερωτήματα. Πως γεννήθηκε ένας καινούργιος λαός στα μέσα του εικοστού αιώνα (1944-1945) μέσα στην Ευρώπη; Γιατί δεν είχε δώσει καθόλου σημεία ζωής έως τότε; Κατοικούσε σε άλλον πλανήτη; Δεν είχαν εκτυλιχθεί στη Μακεδονία, ιδίως από το 1900 συνταρακτικά γεγονότα, όπως ο κομιταζηδισμός, το Ήλιντεν, οι ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις, η επέμβαση ελληνικών και σερβικών σωμάτων, η αλληλοσπαραγμός, η νεοτουρκική μεταπολίτευση, βουλευτικές εκλογές, οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο πρώτος ευρωπαϊκός πόλεμος, χωρίς ν’ αναφέρουμε τα παλαιότερα; Που «γης» ήταν κρυμμένος ο Μακεδονικός λαός;

Είναι ποτέ δυνατό να υπνωτιστεί ένας λαός, όταν στον τόπο του και στο σπίτι του συμβαίνουν τόσο συγκλονιστικά πράγματα που αναστάτωσαν και απασχολούν αδιάκοπα την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και την ευρωπαϊκή διπλωματία;
Έγινε νεκρανάσταση; Έγιναν δύο φορές (1895 και 1905) επίσημες τουρκικές απογραφές. Διενεργήθηκαν επίσης δύο φορές (1909 και 1911) βουλευτικές εκλογές. Πουθενά, ποτέ ούτε σκιά «Μακεδόνα» παρουσιάστηκε.
Δεν χρειάστηκε μεγάλη μαντική ικανότητα για να καταλάβει κανείς ότι κάποιο λάκκο έκρυβε η παράξενη αυτή υπόθεση. Όλος ο καυγάς ήταν και είναι για το πάπλωμα μας, για την ελληνική Μακεδονία που την βάπτισαν στα Σκόπια «Αιγαιακή» (εγκέισκα).

Ο Ντιμίτρι Βλάχωφ, πρώην βούλγαρος βουλευτής δύο φορές στην τουρκική βουλή και εκπρόσωπος Βουλγάρων επίσης Βούλγαρος Γεν. Διοικητής, έπειτα πατριάρχης του μακεδονισμού, κραύγασε σε συλλαλητήριο στο Μοναστήρι στις 21 Σεπτεμβίου του 1946: «τι γυρεύουν οι γραικοί στη Μακεδονία; Δεν έχει κανένα δικαίωμα η Ελλάς στη Μακεδονία του ‘Αιγαίου’.

Τον Βλάχωφ συμπλήρωσε ο Φράνκ Φρολ, υπουργός της Δικαιοσύνης της κεντρικής κυβερνήσεως του Βελιγραδίου και εκπρόσωπος της κεντρικής επιτροπής του λαϊκού μετώπου της Γιουγκοσλαβίας. Δήλωσε ότι οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας θα αγωνιστούν για να ενωθεί όλη η Μακεδονική Γη και να συγχωνευτεί η Μακεδονία του Αιγαίου με την Μακεδονία του Βαρδαρίου, μέσα στα πλαίσια πάντοτε της Γιουγκοσλαβίας.

Επίσης άλλοι πολλοί ανώτεροι, ο ίδιος ο Τίτο, σε συλλαλητήριο στα Σκόπια (11 Οκτωβρίου 1945) διακήρυξε ότι δεν θα ησύχαζε, αν δεν ελευθέρωνε τους ‘υποδούλους’ στην Ελλάδα ‘αδελφούς του, Μακεδόνας».
Ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως Μοσέ Πιάντε, Εβραίος, και όλα τα ανώτερα στελέχη του Κ.Κ.Γ. και του γιουγκοσλαβικού κράτους επαναλαμβάνουν ακούραστα σε υψηλότερο και εντονότερο τόνο την ίδια επωδό.
Ο Δημητρώφ, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Βουλγαρίας, απ’ την άλλη μεριά τόνιζε μέσα στη Βουλγαρική Βουλή ότι η Δυτική Θράκη με την Καβάλα ήταν αναφαίρετη ιδιοκτησία της Βουλγαρίας.

Έριξαν κλήρο ‘επί των ιματίων μας’ των ματωμένων. Πρέπει προς τιμήν τους να αναγνωριστεί ότι δεν έκρυβαν καθόλου τα σχέδιά και τις ορέξεις τους. Μάλιστα τα διαλαλούσαν.»

Πηγή: Γεώργιος Εχέδωρος

Γιαννάκης και Μίλτος Μανάκης: οι πρωτοπόροι Έλληνες κινηματογραφιστές των Βαλκανίων

Σχόλιο MacedonianAncestry: Ίσως να θέλετε να διαβάσετε πρώτα το άρθρο “Έλληνες φωτογράφοι στο Μοναστήρι (σημερινό Μπίτολα της ΠΓΔΜ)” και μετά το άρθρο παρακάτωΑδελφοί Μανάκη (ή Μανάκια)

Οι αδελφοί Μανάκη (ή Μανάκια) υπήρξαν πρωτοπόροι φωτογράφοι και κινηματογραφιστές στο χώρο των Βαλκανίων. Έλληνες στην καταγωγή, κατάγονται από την Αβδέλα Γρεβενών, ένα κεφαλοχώρι-βλαχοχώρι της Πίνδου, για την εθνικότητα τους όμως ερίζουν ως σήμερα οι Σέρβοι, οι Σκοπιανοί, οι Τούρκοι και οι Ρουμάνοι. Έδρασαν στα Βαλκάνια όπως οι αδελφοί Λυμιέρ στο Παρίσι και ο Έντισον στην Αμερική την ίδια περίπου περίοδο: ασχολήθηκαν και προώθησαν τη νέα Τέχνη του Κινηματογράφου ανοίγοντας το δρόμο στους μεγάλους δημιουργούς των επόμενων δεκαετιών και αφήνοντας πίσω τους μοναδικά ιστορικά φωτογραφικά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα των αρχών του 20ου αιώνα στα Βαλκάνια.

Η ζωή τους και το πρώιμο έργο τους
Οι αδελφοί Μανάκη, ο Γιαννάκης και ο Μίλτος, γεννήθηκαν στην Αβδέλα Γρεβενών στις 18.05.1878 και 09.09.1882 αντίστοιχα. Ο Γιαννάκης από μικρός ενδιαφερόταν για τη ζωγραφική και φοίτησε στο γυμνάσιο του Μοναστηρίου για να πάρει δίπλωμα δασκάλου αλλά και ζωγράφου με ιδιαίτερες ικανότητες στην «ιχνογραφία» και «καλλιγραφία». Ο Μίλτος, τέσσερα χρόνια πιο μικρός απ’ τον Γιαννάκη, σε αντίθεση με τον αδελφό του, είχε ενδιαφέρον κυρίως για τη φύση και τη φυσική ζωή και πολλά χρόνια πέρασε στην Αβδέλα. Κατόρθωσε να γίνει καλός φωτογράφος και στη συνέχεια κινηματογραφιστής με βοηθό τον αδελφό του Γιαννάκη. Αρχικώς δραστηριοποιήθηκαν στα Ιωάννινα ανοίγοντας φωτογραφείο, αλλά μετά από διώξεις που υπέστησαν από τις Οθωμανικές Αρχές μετέφεραν το ατελιέ τους στο Μοναστήρι.

Την πρώτη μεγάλη πόλη που επισκέφθηκαν ήταν η Κωνσταντινούπολη, το καλοκαίρι του 1905. Την ίδια χρονιά πήγαν στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι. Εκεί τους δόθηκε η ευκαιρία να παρευρεθούν στο γύρισμα μιας ταινίας και, με αυτό τον τρόπο, να μαγευτούν από τον κινηματογράφο. Οι Ὑφάντρες"Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μίλτος θα διηγηθεί: «Στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας καταλάβαμε ότι στην Αγγλία και στη Γαλλία πουλάνε μηχανές για γύρισμα «ζωντανών φωτογραφιών». Αυτή η είδηση για εμάς, εκείνη την εποχή, ήταν απίστευτη και μας προκάλεσε σοκ, παρόλο που δε μας άφηνε περιθώρια για υποψίες, αφού μάλιστα είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την προβολή μιας ταινίας μικρού μήκους. Οι άνθρωποι σε αυτές τις ταινίες θύμιζαν ένα είδος μαριονέτων, επειδή οι κινήσεις τους ήταν διακεκομμένες. Και θύμιζαν, θα έλεγα, εκείνες τις σκηνές, που τα χέρια και τα πόδια (των μαριονέτων) τα τραβούσαν με το σκοινί! Αυτό, όμως, δε στάθηκε εμπόδιο ώστε να μας απορροφήσει η ταινία, να μας γεμίσει αισθήματα και να μας καταμαγέψει. Ο Γιαννάκης δεν μπορούσε πλέον να αποβάλλει με τίποτε την επιθυμία που τον είχε καταλάβει… Δεν ήθελε να γυρίσει στην Μπίτολια χωρίς αυτή την κινηματογραφική μηχανή. Ακόμα και στον ύπνο του παραμιλούσε για αυτήν. Και μέχρι που να γυρίσω εγώ στο σπίτι εκείνος ξεκίνησε για το Λονδίνο, απ’όπου έφερε την κινηματογραφική μηχανή Bioscop.».

Η πρωτοπριακή κινηματογράφηση της καθημερινής ζωής και Ιστορικών γεγονότων στα Βαλκάνια
Οι Μανάκηδες γύρισαν το 1905, στο χωριό τους, την πρώτη κινηματογραφική ταινία στα Βαλκάνια τις περίφημες “υφάντρες”. Πρωταγωνίστρια της πρώτης και σύντομης σε διάρκεια ταινίας τους ήταν η γιαγιά τους κυρά-Λουκία Μανάκη, ετών 117, που έγνεθε μαλλί και ύφαινε στον αργαλειό. Το δεύτερο σε σειρά ντοκυμαντερ τους “το υπαίθριο σχολείο στην Πίνδο” ξεκινάει με ένα είδος λιτανείας όπου σε μια πλαγιά βαδίζουν κληρικοί και λαικοί μαζί με παιδιά που μεταφέρουν μια θρησκευτική εικόνα. Στα επόμενα πλάνα αποθανατίζεται το υπαίθριο Ελληνικό σχολείο της Αβδέλλας εν ώρα μαθήματος. Το υλικό αυτό αποτελεί μοναδικό τεκμήριο για την Ελληνορθόδοξη εκπαίδευση στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και συμπληρώνει το πλούσιο σχετικό φωτογραφικό υλικό. Δύο άλλα κλασικά ντοκιμαντέρ των αδερφών Μανάκη με πλούσιο υλικό από την οικονομική και κοινωνική ζωή στην Μακεδονία τα χρόνια της Οθωμανοκρατίας είναι ο “βλάχικος γάμος” και η “εμποροπανήγυρις”.

Με την κάμερά τους τύπου «Bioscop 300», αγορασμένη από το Λονδίνο το 1905 από το Γιάννη Μανάκη, αποθανάτισαν πολλά από τα πλέον συγκλονιστικά γεγονότα (περίπου 40) του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου στα Βαλκάνια μεταξύ των οποίων το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 και τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913. Ξέρουμε ότι το 1908 φωτογράφησαν και κινηματογράφησαν στρατιωτικές ασκήσεις των Νεότουρκων, υπό την καθοδήγηση του Νιάζι Μπέη. Το 1909 κινηματογράφησαν την επίσκεψη προσωπικοτήτων από τη Ρουμανία που επισκέφθηκαν το Γκόπεσι, το Ρέσεν, την Αχρίδα και το Σμίρντες. Το 1911 όμως έκαναν το πιο ολοκληρωμένο ρεπορτάζ για την επίσκεψη του Σουλτάνου Μεχμέτ Ε΄ Ρεσιάντ, την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, το ταξίδι του και την παραμονή του στην Μπίτολια.

Ο σουλτάνος Μεχμέτ στην θεσσαλονίκη

Ήταν εύκολο να φωτογραφίζουν και να κινηματογραφούν ακόμη και στις περιοχές όπου υπήρχαν αντάρτες (Νεότουρκοι) επειδή είχαν πολύ καλές σχέσεις με την αυλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, ανάλογα χαρτιά και φιρμάνια. Λέγεται μάλιστα ότι αυτοί κινηματογράφησαν και την Απελευθέρωση της πόλης στις 26 Οκτωβρίου 1912 αν και υπάρχουν γι’ αυτό επιφυλάξεις. Το διάστημα 1916-1919 ο Γιαννάκης Μανάκιας ήταν εξόριστος στη Φιλιππούπολη, γιατί μέσα στο φωτογραφείο τους είχαν βρεθεί όπλα και πυρομαχικά και γι’ αυτό είχε κατηγορηθεί ως κατάσκοπος από τους Βούλγαρους. Στο βουλγαρικό Πλόβντιφ λειτούργησε εκείνο το χρονικό διάστημα φωτογραφείο των Μανάκια. Ο Γιαννάκης φωτογράφησε μάλιστα τότε εκεί και το βασιλιά Φερδινάρδο.

Ο κινηματογράφος “Μανάκια” και το τελευταίο στάδιο της ζωής των αδερφών Μανάκη
Μετά την λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι αδελφοί Μανάκη επαναδραστηριοποιήθηκαν στο Μοναστήρι αποφασίζοντας να δημιουργήσουν την δική τους κινηματογραφική αίθουσα. Στις 7 Ιουλίου 1921 πήραν την άδεια και νοίκιασαν μια γεννήτρια από το Βλάχο Χρήστο Κίργιο ή Κυρατζή, ο οποίος είχε τυπογραφείο, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τον κινηματογράφο τους. Υπέγραψαν τη συμφωνία στις 9 Αυγούστου 1921 και δανείστηκαν μια μηχανή προβολής από τον Κώστα Τσιόμο, Βλάχος και αυτός, που ήταν ένας από τους κυριότερους διανομείς ταινιών στη Μακεδονία. Ένα χρόνο αργότερα, το 1922, το φθινόπωρο, απέκτησαν τη δική τους αίθουσα που την έκτισαν σε ένα οικόπεδο που το αγόρασαν από το Θεσσαλονικιό Λουκά Βρέττα. Αγόρασαν δικά τους μηχανήματα, συνεταιρίστηκαν με άλλους συμπατριώτες τους, όμως επειδή οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, το 1927 αποχώρησαν από την επιχείρηση οι άλλοι και έμεινε μόνο σε αυτούς ο κινηματογράφος «Μανάκια». Με αυτό τον τρόπο θεμελίωσαν την επιχείρησή τους. Δυστυχώς η αίθουσά τους καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά, το 1939.

Μετά την καταστροφή της κινηματογραφικής τους αίθουσας τα δύο αδέρφια χώρισαν. Ο Γιαννάκης επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε στη Ρουμάνικη Εμπορική Σχολή και εργαζόταν ως φωτογράφος στην παραλία. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε γλυκιά φυσιογνωμία, έξυπνος αλλά μοναχικός, με καλλιτεχνικές αγωνίες και θρήσκος. Ο Γιάννης Μανάκιας πέθανε σε ηλικία 76 ετών στη Θεσ/νίκη στις 19/5/1954, συντετριμμένος μετά και από το θάνατο του γιου του Δημήτριου σε ηλικία 22 ετών. Στο τέλος της ζωής του ήταν έρημος και πάμπτωχος.

Ο Μίλτος Μανάκιας έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μετά το τέλος του Β΄παγκοσμίου πολέμου στην Γιουγκοσλαβία, εργαζόμενος ως φωτογράφος και κινηματογραφιστής. Ευτύχησε μάλιστα να δει το πρόσωπό του σε γραμματόσημο που εκδόθηκε προς τιμήν του. Για τους Γιουγκοσλάβους υπήρξε εθνικός κινηματογραφιστής και παρασημοφορήθηκε από τον ίδιο τον στρατάρχη Τίτο τον οποίο άλλωστε είχε φωτογραφήσει. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξινομώντας τις χιλιάδες φωτογραφιών και τις δεκάδες ταινιών που δημιούργησαν τα δύο αδέλφια. Ο Μίλτος ως το τέλος της ζωής του λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Πέθανε στα Μοναστήρι στις 5/3/1964 σε ηλικία 82 ετών, όπου και θάφτηκε με τιμές που του απέδωσε το γιουγκοσλαβικό καθεστώς του Τίτο.

Αποτίμηση του έργου τους
Κατά την διάρκεια των δημιουργικών τους χρόνων οι αδελφοί Μανάκια έφτιαξαν ένα αρχείο με περισσότερες από 12.000 φωτογραφίες και 67 ταινίες μικρής διάρκειας συνολικού μήκους 1.500 μέτρων. Το αρχείο αυτό πουλήθηκε σε δύο δόσεις – και μετά από πολλές περιπέτειες – στο «Αρχείο της Μακεδονίας», ένα ίδρυμα της Δημοκρατίας των Σκοπίων, και στη συνέχεια πέρασαν στην ιδιοκτησία του Ιστορικού Αρχείου της Μπιτόλια. Οι ανεκτίμητες αυτές καταγραφές μιας εποχής και κάποιων συνθηκών που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί είχαν μείνει εν πολλοίς άγνωστες στην Ελλάδα μέχρι σχετικά πρόσφατα.

Το άγαλμα του Μίλτου Μανάκη στο Μοναστήρι

Αναμφίβολα το έργο των αδερφών Μανάκη είναι πρωτότυπο, πληθωρικό και έχει μεγάλη εθνολογική, ιστορική και καλλιτεχνική αξία. Η λήψη της πρώτης κινηματογραφικής ταινίας έγινε το 1906, από το Γάλλο οπερατέρ Λεόν, ο οποίος ανήκε στην εταιρεία Γκωμόν Αιγύπτου. Είχε έρθει στην Ελλάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και κινηματογράφησε το Στάδιο. Πρωτοπόροι όμως στο Βαλκανικό χώρο αναμφισβήτητα ήταν οι αδελφοί Μανάκια, αφού χωρίς να διακόψουν, παρά από ανωτέρα βία, κινηματογραφούσαν αυτά που λάμβαναν χώρα, κάνοντας ταινίες που σήμερα θα τις ονομάζαμε ντοκιμαντέρ. Πρώτα φωτογράφοι, κατόπιν κινηματογραφιστές δεν έπαψαν να υπηρετούν την τέχνη, κινηματογραφική ή φωτογραφική, με μεγάλη αφοσίωση, απόρροια του έρωτα τους για την τέχνη και πιο ειδικά για τη φωτογραφία και της θέλησής τους να ενημερώνονται και να χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες, με απώτερο σκοπό να εξυπηρετούν τα καλλιτεχνικά τους ενδιαφέροντα.

Ι. Β. Δ.

Πηγές
– Φώτος Λαμπρινός, Ισχύς μου η αγάπη του φακού (τα κινηματογραφικά επίκαιρα ως τεκμήρια Ιστορίας), εκδόσεις Καστανιώτη
http://www.cinemainfo.gr/kritikos/greekcinema/manakiabrothers.html
http://eu1.1host.gr/~aspromav/wordpress/
http://www.youtube.com/watch?v=6Auh4ArnqFw
http://www.youtube.com/watch?v=1jnoC3MQqVY&feature=related
http://www.youtube.com/watch?v=NqTBhMS-fTc&feature=related

Πηγή: Ιστορικά Θέματα

Κ. Μισίρκωφ – Μακεδονικέ​ς υποθέσεις

http://maccunion.files.wordpress.com/2012/12/misirkov.gifΤο 2013 συμπληρώνονται 110 χρόνια από την έκδοση του βιβλίου του Κρίστε Μισίρκωφ «Μακεδονικές Υποθέσεις». Η ελληνική μετάφρασή του (εκδ. Πετσίβα, Αθήνα 2003) είναι σχετικά πρόσφατη, αφού το βιβλίο κι ο συγγραφέας αποτελούν «λάβαρο» του «Μακεδονισμού» εδώ και πολλές δεκαετίες στην ΛΓΜ-ΠΓΔΜ. Ο ίδιος ο Μισίρκωφ καθώς και το παραπάνω βιβλίο του αντιμετωπίστηκε στην Ελλάδα από διάφορους ερευνητές του «αντιεθνικιστικού» χώρου («Ιός» Ελευθεροτυπίας: «Οι δέκα μύθοι του “Σκοπιανού”», εφ. Ελευθεροτυπία 23-10-2005. Δημ. Λιθοξόου: «Μια άλλη προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος», σημ. 14 στην επεξεργασμένη εκδοχή του άρθρου του στο περ. Λεβιάθαν τχ. 4) ως μια απόδειξη της ύπαρξης μακεδονικής εθνικής συνείδησης ή έστω της απαρχής μιας «εθνικά μακεδονικής» εθνογένεσης στις αρχές του 20ου αιώνα, πολύ πριν από την δημιουργία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας από τον Τίτο. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1903 στη Σόφια, και παρ’ όλο που συνάντησε μεγάλη αντίδραση, αξίζει της προσοχής μας. Ιδιαίτερα μάλιστα, επειδή σε αυτό παρατηρούνται πολλά στοιχεία και αντιφάσεις, που μάλλον αποδυναμώνουν παρά ενισχύουν τα επιχειρήματα τόσο των παραπάνω ερευνητών όσο και των Σλαβομακεδόνων της ΠΓΔΜ: είναι γνωστό ότι στην ΠΓΔΜ ο Μισίρκωφ θεωρείται λίγο-πολύ ένας «πατέρας» του μακεδονικού έθνους.Ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα της αντίθεσης μεταξύ των απόψεων του Μισίρκωφ στις Μακεδονικές υποθέσεις και των σύγχρονων σλαβομακεδονικών απόψεων είναι η ερμηνεία της εξέγερσης του Ίλιντεν στην Μακεδονία (Ιούλιος 1903). Ενώ οι Σλαβομακεδόνες υποστηρίζουν ότι το Ίλιντεν ήταν εθνικά μακεδονική επανάσταση, ο Μισίρκωφ ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο: Το Ίλιντεν ήταν «υπόθεση των Εξαρχικών, δηλαδή ένα τέχνασμα της Βουλγαρίας για…τη δημιουργία μιας βουλγαρικής Μακεδονίας» (κεφ. 1ο, «Τι κάναμε ώς τώρα και τι πρέπει να κάνουμε στο μέλλον» σελ. 24), όχι μια «γενική μακεδονική εξέγερση». Άλλωστε οι πρωταγωνιστές της εξέγερσης ήταν αντιπρόσωποι της βουλγαρικής Εξαρχίας (κεφ. 1ο, σελ. 22). Η ίδια η ΕΜΕΟ (VMRO) κατά τον Μισίρκωφ αντιπροσώπευε «μόνο μία μερίδα από τις εθνότητες της Μακεδονίας που συνδεόταν με το όνομα…και τα συμφέροντα της Βουλγαρίας. […] ήταν μια βουλγαρική επιτροπή» (κεφ. 1ο, σελ. 22). Τόσο οι μακεδόνες αντιπρόσωποί της στη Βουλγαρία (Τατάρτσεφ – Μάτοφ) όσο και οι υπόλοιποι ηγέτες της ήταν Βούλγαροι και θεωρούσαν ως Βούλγαρους τους Σλάβους της Μακεδονίας (κεφ. 1ο, σσ. 35-36). Σκοπός της Επαναστατικής Επιτροπής όσο και της Βουλγαρίας ήταν η δημιουργία μιας βουλγαρικής Μακεδονίας εις βάρος των άλλων χριστιανικών εθνοτήτων της Μακεδονίας (κεφ. 1ο, σελ. 26). Έτσι, κατά τον Μισίρκωφ, τόσο οι «σερβόφιλοι» όσο και οι «Γραικομάνοι» (φανατικά Έλληνες – гркоманни στο κείμενο) σλαβόφωνοι της Μακεδονίας δεν είχαν θέση στην Επαναστατική Επιτροπή, ως ηγέτες ή μέλη, διότι ούτε αυτή τους ήθελε ούτε οι ίδιοι την ήθελαν (κεφ. 1ο, σελ. 34). Κατά τον Μισίρκωφ, η στάση των Πατριαρχικών σλαβόφωνων της Μακεδονίας προς την εξέγερση του Ίλιντεν ήταν είτε (οι σλαβόφωνοι Έλληνες διανοούμενοι) εχθρική είτε (οι χωρικοί) επιφυλακτική και με έλλειψη πίστης στις υποσχέσεις των εξεγερμένων (κεφ. 1ο, σελ. 24). Άποψη, φυσικά, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ψευδοσοσιαλιστική ερμηνεία του Ίλιντεν, κατά την οποία όλες οι εθνοτικές ομάδες της Μακεδονίας συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων συμμετείχαν σε αυτό ολόψυχα. Ο Μισίρκωφ μάλιστα, θεωρεί καταστρεπτικό το Ίλιντεν για τους «εθνικά Μακεδόνες»: Ήταν ίσως η «μεγαλύτερη δυστυχία που έπεσε ποτέ πάνω στο λαό μας», μια παράλογη εξέγερση που κατέστρεψε τους «Μακεδόνες» (κεφ. 1ο, σσ. 16-18, 53).

Μπορεί κανείς να διαπιστώσει πλήθος αντιφάσεων στις Μακεδονικές υποθέσεις όσον αφορά διάφορα εξεταζόμενα από τον Μισίρκωφ ζητήματα. Για παράδειγμα, όσον αφορά στο ζήτημα της εθνικής αυτοσυνειδησίας των Σλαβομακεδόνων, ο Μισίρκωφ άλλοτε υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος –κατά τη στιγμή της συγγραφής του βιβλίου του, εννοείται– και άλλοτε ότι υπάρχει. Έτσι, ο Μισίρκωφ παραδέχεται ότι στο πρόσφατο παρελθόν «εμείς οι ίδιοι», αυτοαποκαλούνταν Βούλγαροι, όπως και οι πρόγονοί τους και οι παππούδες τους (Πρόλογος, σελ. 5. Κεφ. 2ο, «Χρειάζονται μακεδονικές επιστημονικές και λογοτεχνικές εταιρείες;», σελ. 83. Κεφ. 3ο, «Εθνικός Διαχωρισμός: Η βάση πάνω στην οποία αναπτυχθήκαμε μέχρι τώρα και θα εξακολουθήσουμε να αναπτυσσόμαστε», σελ. 93. Κεφ. 3ο, σελ. 99. Κεφ. 4ο, «Μπορεί η Μακεδονία να εξελιχθεί σε χωριστή εθνική και πολιτική οντότητα; Έχει ήδη εξελιχθεί; Εξελίσσεται τώρα;», σελ. 160). Όμως, αυτή η παραδοχή αφορά όχι μόνο κάποιο μακρινό μυθικό παρελθόν αλλά και το έτος κατά το οποίο γραφόταν οι Μακεδονικές υποθέσεις: Κατά την ίδρυση της ΕΜΕΟ (1893) «η πλειοψηφία του πληθυσμού αποκαλούνταν Βούλγαροι…» (κεφ. 3ο, σελ. 95). Επίσης, «Αν υπήρχε εθνική και θρησκευτική ενότητα ανάμεσα στους Σλάβους της Μακεδονίας κι αν οι ίδιοι οι άνθρωποι είχαν συνείδηση αυτής της ενότητας, το Μακεδονικό θα είχε ήδη λυθεί…Οι Μακεδόνες εξακολουθούν να διαχωρίζονται, μερικοί δηλώνοντας ορθόδοξοι και άλλοι στρεφόμενοι προς την Εξαρχία, μερικοί δηλώνοντας Βούλγαροι και άλλοι Σέρβοι ή Έλληνες» (κεφ. 1ο, σελ. 30). Αναφέρεται στη «σημερινή δυσπιστία» μεταξύ των σλαβόφωνων της Μακεδονίας οι οποίοι σπούδασαν στα διάφορα βαλκανικά κράτη (κεφ. 1ο, σελ. 37), αλλά και μεταξύ των διάφορων εθνικών και θρησκευτικών ομάδων της Μακεδονίας (κεφ. 1ο, σελ. 46). Και καταλήγει: «Τώρα μερικοί από εμάς εξακολουθούν να θεωρούν τους εαυτούς τους Βουλγάρους…Άλλοι Μακεδόνες στην Ελλάδα μελέτησαν τα ελληνικά συμφέροντα και ιστορία. Τώρα ένας άλλος Μακεδόνας από την Οχρίδα, ο Δήμιτσας, παίρνει το μέρος της Ελλάδας, ισχυρίζεται ότι η ιστορία της Μακεδονίας είναι σημαντική μόνο μέχρι την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους» (κεφ. 3ο, σσ. 124-125). Εδώ, βέβαια, υποπίπτει σε σφάλμα, αφού ο Μαργαρίτης Δήμιτσας ήταν βλαχόφωνος, και ο Μισίρκωφ θεωρούσε τους Βλάχους διαφορετική εθνότητα από τους Σλαβομακεδόνες. Από την άλλη υποστηρίζει ότι, τη στιγμή που γράφεται το βιβλίο του, υπάρχουν εθνικά Μακεδόνες, ότι υπάρχει μία μόνο σλαβική εθνότητα στην Μακεδονία, ότι οι μακεδόνες Σλάβοι έχουν αποχωριστεί είκοσι πέντε χρόνια πριν από το 1903 από το βουλγαρικό έθνος, και ότι οι βουλγαροθρεμμένοι μακεδόνες Σλάβοι νοιώθουν εθνικά Μακεδόνες (κεφ. 2ο, σελ. 65. Κεφ. 2ο, σελ. 68. Κεφ. 3ο, σελ. 120). Υποστηρίζει επίσης ότι η μακεδονική εθνότητα «μπορεί να μην υπήρξε ποτέ, αλλά σήμερα υπάρχει και θα υπάρχει και στο μέλλον» (κεφ. 4ο, σελ. 138). Οπωσδήποτε, είναι άλλο πράγμα ο ισχυρισμός ότι πρέπει να υπάρχει ξεχωριστή μακεδονική εθνότητα και άλλο πράγμα οι μεταξύ τους αντιφατικοί ισχυρισμοί ότι υπάρχει και ότι δεν υπάρχει τέτοια εθνότητα.

Μια άλλη αντίφαση είναι η άποψη, σε αντίθεση με εκείνη του πρώτου κεφαλαίου σχετικά με την βουλγαρικότητα της ΕΜΕΟ. Αν και στο πρώτο κεφάλαιο αποδέχεται την βουλγαρικότητα της ΕΜΕΟ, στο 3ο κεφάλαιο αναφέρεται χωρίς να επωμιστεί και το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του σε μια υποτιθέμενη κρυπτομακεδονικότητα της ΕΜΕΟ η οποία εκμεταλλευόταν την αφέλεια των Βουλγάρων (Κεφ. 3ο, σσ. 95-97, 99-100, 102). Μάλιστα (σελ. 102) εμφανίζει την από το 1902 θέση της ΕΜΕΟ για πολιτική αυτονομία της Μακεδονίας κι όχι ένωσή της με τη Βουλγαρία ως ένα βήμα από την οριστική εθνική απόσχιση των μακεδόνων Σλάβων από το βουλγαρικό έθνος. Ωστόσο, ο Βουλγαρομακεδόνας Τατάρτσεφ, ιδρυτικό μέλος της ΕΜΕΟ, δήλωνε «Σκεφθήκαμε ότι η αυτόνομη Μακεδονία θα μπορούσε πιο εύκολα να ενσωματωθεί στη Βουλγαρία», συνεπώς η πολιτική αυτονομία δεν συνεπαγόταν στα μάτια των αυτονομιστών ένα νομοτελειακό βήμα προς την δημιουργία μακεδονικού έθνους.

Ως προς την ελληνική παρουσία στη Μακεδονία ο Μισίρκωφ στις Μακεδονικές υποθέσεις εμφανίζεται αντιφατικός. Άλλοτε υποστηρίζει ότι δεν υφίστανται Έλληνες και άλλοτε ότι υφίστανται. Έτσι, άλλοτε ισχυρίζεται ότι «δεν υπάρχουν πολλοί Έλληνες στη Μακεδονία» (κεφ. 1ο, σελ. 31), ότι υπάρχουν «μέρη της Μακεδονίας όπου δεν υπάρχει κανένας Έλληνας» (κεφ. 1ο, σελ. 32), ότι υπάρχουν ελληνικές ενορίες (κεφ. 1ο, σελ. 41), ότι υπάρχουν άνθρωποι στη Μακεδονία που μιλούν ελληνικά (κεφ. 1ο, σελ. 56) κι ότι στη Μακεδονία συνυπάρχουν Έλληνες και Μακεδόνες (κεφ. 1ο, σσ. 55-56). Άλλοτε, πάλι, δηλώνει: «Στη Μακεδονία δεν υπάρχουν Σέρβοι, Έλληνες ή Βούλγαροι, αλλά μόνο Μακεδόνες σλαβικής καταγωγής και ορισμένες άλλες μακεδονικές εθνότητες» (κεφ. 3ο, σελ. 123). Ακόμη κι αν η τελευταία θέση αφορούσε στους σλαβόφωνους «Γραικομάνους» και δεν αντέφασκε προς τα αμέσως παραπάνω, έρχεται όμως σε αντίθεση με την αναφορά σε Γραικομάνους (κεφ. 1ο, σελ. 34). Πάντως, ο συγγραφέας των Μακεδονικών υποθέσεων ενοχλείται (Κεφ. 3ο, σελ.125) με την ενασχόληση με την αρχαία ιστορία της Μακεδονίας, όταν σε αυτήν δεν ζούσαν ακόμη Σλάβοι διότι, σε αντίθεση με τους σύγχρονους Σλαβομακεδόνες, δεν αποκρύβει την σλαβικότητά του ούτε υιοθετεί τις απόψεις για ανάμιξη Σλάβων και των υπολειμμάτων των αρχαίων Μακεδόνων –απόψεις αρκετά μεταγενέστερες. Στη σκέψη του συγγραφέα των Μακεδονικών υποθέσεων αυτή η μη σλαβικότητα των Αρχαιομακεδόνων μάλλον καθιστούσε τους Σλάβους κάτοικούς της επήλυδες ή, οπωσδήποτε, μη Μακεδόνες. Την ίδια ενόχληση δείχνει η δήλωση άγνοιας για τον εκχριστιανισμό των Μακεδόνων (Κεφ. 5ο, «Λίγα λόγια για τη μακεδονική λογοτεχνική γλώσσα», σελ. 178).

Ως προς την «μακεδονικότητα» ο Μισίρκωφ είναι ασαφής σε πολλά ζητήματα. Δεν είναι απολύτως σαφές ποιοι συμπεριλαμβάνονται στο μακεδονικό έθνος του και δικαιούνται να ονομάζονται Μακεδόνες. Υποστηρίζει ότι η ΕΜΕΟ έπρεπε να είναι πολυεθνική (κεφ. 1ο, σελ. 24) και ότι στη Μακεδονία ζουν διάφορες εθνότητες και λαοί (κεφ. 1ο, σελ. 21. Κεφ. 1ο, σελ. 44. Κεφ. 1ο, σελ. 59. Κεφ. 1ο, σελ. 63), τις οποίες μάλιστα ονομάζει «μακεδονικές εθνότητες» (Κεφ. 1ο, σελ. 34. Κεφ. 3ο, σελ. 123). Αν υπάρχουν πολλές μακεδονικές εθνότητες, και οι σλαβόφωνοι είναι απλώς η «πολυαριθμότερη μακεδονική εθνότητα» (κεφ. 1ο, σελ. 24), τότε πώς αιτιολογείται ότι οι «Μακεδόνες», η μακεδονική εθνότητα είναι μόνο οι μακεδόνες Σλάβοι (κεφ. 1ο, σελ. 37. Κεφ. 1ο, σελ. 53. Κεφ. 3ο, σελ. 103); Η αντίφαση αυτή γίνεται εντονότερη και μη επιλύσιμη γνωρίζοντας ότι σύμφωνα με το καταστατικό της οργάνωσης «Σλαβομακεδονικός Επιστημονικός Λογοτεχνικός Σύλλογος», που ιδρύθηκε από οκτώ άτομα στην Πετρούπολη τον Δεκέμβριο του 1903 και της οποίας ιδρυτικό μέλος ήταν ο Μισίρκωφ, ως «Μακεδόνες» εννοούνταν όχι μόνο οι μακεδόνες Σλάβοι αλλά και οι μακεδόνες Βλάχοι, οι μακεδόνες Έλληνες και οι μακεδόνες Αλβανοί (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 329). Είναι ασαφές αν δέχεται την ύπαρξη μακεδόνων Βουλγάρων: Από την μία την αποδέχεται («Η επαναστατική Επιτροπή [ΕΜΕΟ]…στο έργο της αντιπροσώπευε όμως μόνο μία μερίδα από τις εθνότητες της Μακεδονίας που συνδεόταν με το όνομα…και τα συμφέροντα της Βουλγαρίας», κεφ. 1ο, σελ. 22), από την άλλη δεν την αποδέχεται (βλ. παραπάνω, όπως για τους Έλληνες: κεφ. 3ο, σελ. 123). Επίσης, δημιουργούνται ερωτηματικά σχετικά με την παλαιότητα του κατά τις Μακεδονικές υποθέσεις «μακεδονικού έθνους». Από την μία υποστηρίζεται ότι το σλαβομακεδονικό έθνος είναι ένα νέο έθνος, που δεν είχε ώς τα 1903 υπάρξει ως εθνική οντότητα (κεφ. 1ο, σελ. 58), άποψη που υποστηρίζεται και στο θέμα της ανυπαρξίας εθνικά Μακεδόνων κατά το παρελθόν, και από την άλλη υποστηρίζεται ότι κατά τον Μεσαίωνα Βλάχοι και «Μακεδόνες» ζούσαν αρμονικά (κεφ. 1ο, σελ. 57). Επιπλέον, φαίνεται να έχει μια περίεργη αντίληψη για τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας. Σε αντίθεση με τους σημερινούς Σλαβομακεδόνες οι οποίοι θα ήθελαν την προσάρτηση όλης της διοικητικής ελληνικής Μακεδονίας, και σε αντίθεση με τον προαναφερθέντα Σλαβομακεδονικό σύλλογο, για τον οποίο τα νότια όρια της Μακεδονίας ήταν ελάχιστα νοτιότερα του ποταμού Αλιάκμονα (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 296), στις Μακεδονικές υποθέσεις η Μακεδονία περιορίζεται ώς το ύψος της Καστοριάς (Κόστουρ στο κείμενο) και της Φλώρινας (Λέριν): Αναφερόμενος ο Μισίρκωφ στο δράμα ενός ενδεχόμενου διαμελισμού της Μακεδονίας μεταξύ Βουλγαρίας και άλλων κρατών γράφει: «Ποιος τίμιος Μακεδόνας πατριώτης θα δεχτεί να θυσιάσει τις πόλεις Κόστουρ, Βιτόλια, Οχρίδα, Ρέσσεν, Πρίλεπ, Λέριν, Βέλες, Τέτοβο, Σκόπιε κ.ά. για την ένωση της Μακεδονίας και της Βουλγαρίας μόνο στην αριστερή όχθη του ποταμού Βαρδάρη;» (κεφ. 4ο, σελ. 134). Θα περίμενε κανείς από τον Μισίρκωφ να αγωνιά όχι μόνο για την περιοχή μέχρι την Καστοριά και την Φλώρινα αλλά και για τις νοτιότερες: Γρεβενά, Σιάτιστα, Κοζάνη, Πτολεμαΐδα, Βέροια, Νάουσα, Κατερίνη (για να περιοριστούμε στα ανατολικά του Αξιού). Να αποτελεί η παράλειψη αυτή μια έμμεση παραδοχή περί μιας «νότιας μακεδονικής» ζώνης, ελληνικής αποκλειστικότητας;

Η «εθνική αφήγηση» των Μακεδονικών υποθέσεων είναι επίσης αξιοπρόσεκτη. Κατά τον Μισίρκωφ, οι «Μακεδόνες» δια μέσου των χιλιετιών έπαιρναν περιστασιακά το όνομα καθενός συμμάχου τους (Αβάρων, Βουλγάρων, Σέρβων) ενάντια στους Έλληνες, διότι κατά τον Μισίρκωφ μπορεί να υπάρξει έθνος χωρίς όνομα (Κεφ. 4ο, σελ. 146). Όμως, όπως η περίφημη άποψη ότι πάμπολλοι αγωνιστές του 1821 ήταν «Αλβανοί» γεννά το ερώτημα για ποιο λόγο οι τελευταίοι πολέμησαν τους Τούρκους για τη δημιουργία όχι δικού τους, αλβανικού, αλλά ενός ξένου, δηλ. ελληνικού, κράτους, έτσι και με τους Σλαβομακεδόνες: Αφού υποτίθεται ότι δρούσαν ως σύνολο, ως εθνική οντότητα, κατά το Μεσαίωνα, γιατί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε άλλους αντί να φτιάξουν δικό τους κράτος το οποίο να ονομάσουν μακεδονικό; Ίσως επειδή κατά το Μεσαίωνα οι σλαβοβουλγαρικές πηγές με τα «Μακεδονία/Μακεδόνας» εννοούσαν πάντοτε βυζαντινές περιοχές και βυζαντινού φρονήματος πληθυσμούς, ποτέ σλαβικούς πληθυσμούς, και οι βυζαντινές πηγές αντιδιαστέλλουν τους Μακεδόνες (= βυζαντινούς Έλληνες) από τους «Σκύθες» (= Σλάβους) που κατοικούν στη Μακεδονία (Αγγελική Δεληκάρη, «Η εικόνα της Μακεδονίας και η έννοια της “μακεδονικότητας” στους σλαβικούς λαούς της βαλκανικής κατά τη βυζαντινή περίοδο» στο Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Επιμέλεια Ιωάννης Στεφανίδης, Βλάσης Βλασίδης, Ευάγγελος Κωφός, εκδ. Πατάκη, σσ. 154, 160-1, 169). Μάλιστα οι «Μακεδόνες» υποστηρίζεται ότι δεν είχαν καιρό να ασχοληθούν με την εθνική ονοματοδοσία τους (Κεφ. 4ο, σσ. 158-9). Έτσι, δέχονταν το όνομα που τους έδιναν οι άλλοι λαοί: Σλάβοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, γκιαούρ, χριστιανοί, ξανά Βούλγαροι (Κεφ. 4ο, σσ. 151-157). Με αυτόν τον τρόπο γίνεται εφικτό να υποστηριχθεί ότι το όνομα «Βούλγαρος» δόθηκε από παρεξήγηση και από κακή μεταχείριση, και συνεπώς δεν είναι εθνικό όνομα (Κεφ. 3ο, σελ. 93. Κεφ. 4ο, σσ. 158-159).

Παρά την σχετική άποψη (βλ. Ιός, «Οι δέκα μύθοι του “Σκοπιανού”», εφ. Ελευθεροτυπία 23-10-2005, μύθος 1ος), ο Μισίρκωφ υποστηρίζει ότι η σερβική προπαγάνδα ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για την εμφάνιση σλαβομακεδονικής εθνικής συνείδησης. Συγκεκριμένα, οι Σέρβοι ανταγωνιζόμενοι με τους Βούλγαρους για τη Μακεδονία, υποστήριξαν μεθοδικά ότι οι μακεδόνες Σλαβόφωνοι δεν ήταν Βούλγαροι, αλλά είτε Σέρβοι είτε κάτι ενδιάμεσο μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων, δηλ. «Μακεδόνες». Με αυτόν τον τρόπο έσπειραν στους μέχρι πρότινος Βουλγαρομακεδόνες την αμφιβολία για την εθνικότητά τους και τους οδήγησαν, υποστηρίζει ο Μισίρκωφ, στον μακεδονισμό (Κεφ. 3ο, σσ. 93, 102-103, 112-113, 118, 120). Συνεπώς, εξήντα χρόνια πριν το 1944 και τον Τίτο οι Σέρβοι προωθούσαν με αντιβουλγαρικό στόχο την ιδέα της διαφορετικότητας των μακεδόνων μη Ελλήνων σλαβόφωνων από τους Βούλγαρους.

Από τις Μακεδονικές υποθέσεις δεν λείπουν ανακρίβειες σχετικά με την προΰπαρξη τον 19ο αιώνα λογίων οι οποίοι έκαναν λόγο για μακεδονικό έθνος. Έτσι, αναφέρεται το περιοδικό Λόζα («Άμπελος») που εκδιδόταν στη Σόφια το 1892 από μακεδόνες Σλαβόφωνους σπουδαστές ως έντυπο όργανο ενός μακεδονικού εθνικά αποσχιστικού κινήματος (Κεφ. 3ο, σσ. 94-95). Στην πραγματικότητα, όσοι συνδέονται με το περιοδικό «επέδειξαν αργότερα σημαντική δράση στα πλαίσια διαφόρων βουλγαρικών μακεδονικών οργανώσεων και δεν αρνήθηκαν τη βουλγαρική εθνική τους ταυτότητα» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 164). Στα κείμενα του περιοδικού «δεν περιέχονται απόψεις που να συνηγορούν με τη θεωρία της ύπαρξης ιδιαίτερου «σλαβικού μακεδονικού έθνους», διαφορετικού από το βουλγαρικό και το σερβικό. […] Οι συνεργάτες του περιοδικού προσπαθούν να δείξουν με τα κείμενά τους την κυρίαρχη παρουσία του βουλγαρικού στοιχείου στη Μακεδονία, αλλά και τους κινδύνους που διατρέχει από την ελληνική και σερβική εθνική επιρροή» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 167-168). Σε κεντρικό άρθρο του μάλιστα, αναφέρεται ότι «Η σύνταξη του περιοδικού…Εκφράζει την πεποίθηση ότι η εθνότητα των Μακεδόνων δεν μπορεί να είναι παρά μόνο βουλγαρική» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 171). Επίσης, ο συγγραφέας των Μακεδονικών υποθέσεων υποστηρίζει ότι«Κατά καιρούς, στον 19ο αιώνα, έγιναν κάποιες προσπάθειες να γράψουμε στα μακεδονικά…Οι προσπάθειες των Μακεδόνων συγγραφέων τον 19ο αιώνα δεν κατάφεραν δυστυχώς αν έχουν συνέχεια» (Κεφ. 5ο, σελ. 179). Ο Μισίρκωφ έχει κατά νου πιθανότατα τους μακεδόνες Σλαβόφωνους λόγιους που εισήγαγαν τις μακεδονοβουλγαρικές διαλέκτους προσπαθώντας να τις καταστήσουν επίσημη βουλγαρική λόγια γλώσσα. Ίσως έχει υπόψη του τον Ράικο Ζινζίφοφ (1839-1877) από το Βέλες, ο οποίος «σε κείμενό του επισήμανε ότι οι «Σλαβοβούλγαροι» της Μακεδονίας, Θράκης και Βουλγαρίας αποτελούν το βουλγαρικό έθνος και μιλούν μία γλώσσα, τη βουλγαρική, η οποία διακρίνεται κατά περιοχές σε ιδιώματα…Διασαφήνισε ότι η ύπαρξη «θρακικού» ή «μακεδονικού» ιδιώματος δεν σημαίνει ότι υπάρχει χωριστό «μακεδονικό» ή «θρακικό» έθνος» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 94-95). Ή τον Παρθένιο Ζωγράφου (1818-1876) από το Γκαλιτσνίκ, ο οποίος «Υποστήριξε με πάθος ότι τα ιδιώματα της δυτικής Μακεδονίας δεν έπρεπε να αποκλεισθούν από τη γραπτή βουλγαρική γλώσσα, αλλά το καλύτερο θα ήταν να αποτελέσουν την κύρια βάση της γλώσσας, γιατί «η Μακεδονία ήταν η αρχαία Βουλγαρία» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 96). Ή τον Κουζμάν Σαπκάρεφ (1834-1908) από την Αχρίδα, ο οποίος «χαρακτήριζε τη γλώσσα των εγχειριδίων του ως «βουλγαρική» και την προσδιόριζε ως «δυτικομακεδονικό ιδίωμα ανάμεικτο με το γραπτό βουλγαρικό ιδίωμα» (δηλαδή το άνω βουλγαρικό)» (σελ. 100-101) και «υποστήριξε με πάθος τη βουλγαρικότητα του σλαβικού πληθυσμού της Μακεδονίας και αντέκρουσε τις σερβικές θέσεις για την εθνογραφία της Μακεδονίας» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 115). Ή άλλους σημαντικούς μακεδόνες Σλαβόφωνους λόγιους του 19ου αι, στον οποίων τα κείμενα «εκφράζεται ο βουλγαρικός πατριωτισμός, η υπερηφάνεια για τη σλαβική συγγένεια και το ένδοξο ιστορικό παρελθόν των Βουλγάρων, το ενδιαφέρον, η αγάπη και η νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα τους τη Μακεδονία, η οποία παρουσιάζεται ως «βουλγαρική χώρα» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 92), και η γλώσσα ονομάζεται από αυτούς «απλή βουλγαρική γλώσσα» (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σελ. 91).

Η θεωρία των Μακεδονικών υποθέσεων για την εθνογένεση είναι ρητά μηχανιστική: «ο σχηματισμός των εθνοτήτων είναι μια μηχανική πολιτική διαδικασία» (Κεφ. 4ο, σελ. 137). «Ο σχηματισμός των νοτιοσλαβικών λαών υπήρξε μια πολιτικομηχανική διαδικασία» (Κεφ. 4ο, σελ. 137). «Οι περιστάσεις δημιουργούν πολιτιστικούς και εθνικούς δεσμούς…μπορούν όμως επίσης και να τους διαλύουν» (Κεφ. 4ο, σελ. 135). Θέλουμε να υπάρχει ένα έθνος, και το δημιουργούμε· δεν θέλουμε να υπάρχει; το εξαφανίζουμε. Αυτό όχι μόνο επιβεβαιώνεται από μεταγενέστερη εθνική εφεύρεση του Μισίρκωφ στα 1909, του «σερβοβουλγαρικού έθνους», αλλά και από την προτροπή του Στάλιν προς τους Βουλγάρους το 1946: «…Το ότι δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη εκεί μακεδονική συνείδηση, αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Και στη Λευκορωσία δεν υπήρχε τέτοια συνείδηση όταν την ανακηρύξαμε σοβιετική δημοκρατία, σήμερα όμως αποδείχτηκε ότι πραγματικά υπάρχει λευκορωσικός λαός» (Σπύρου Κουζινόπουλου, Τα παρασκήνια του Μακεδονικού ζητήματος. Μαρτυρίες πρωταγωνιστών, άγνωστα έγγραφα και ντοκουμέντα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 221). Όσον αφορά στην «ουσία» του έθνους, στις Μακεδονικές υποθέσεις άλλοτε υποστηρίζεται ότι το έθνος είναι «ένας μεγάλος σύνδεσμος που βασίζεται στη συγγένεια εξ αίματος, στην κοινή καταγωγή και στα κοινά συμφέροντα» (Πρόλογος, σελ. 3) και άλλοτε ότι «Η θρησκεία και η γλώσσα είναι η ψυχή κάθε έθνους» (Κεφ. 5ο, σελ. 171). Μόνο με τον δεύτερο, στατικότερο ορισμό του έθνους θα μπορούσε ο Μισίρκωφ να ισχυριστεί ότι αποκλείεται οι μακεδόνες Σλαβόφωνοι να είναι Έλληνες ή Βούλγαροι ή Σέρβοι. Πράγματι, μόνο έτσι οι Έλληνες μπορούν να συρρικνωθούν στους ελληνόφωνους (κεφ. 1ο, σελ. 26), να θεωρείται άδικη η επικράτηση της ελληνικής σε μακεδονικές περιοχές όπου δεν υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί (Κεφ. 1ο, σελ. 32) και να απαιτείται η χρήση της «μακεδονικής» στα σχολεία και τις εκκλησίες όσων μακεδόνων μιλούσαν τα σλαβικά (Κεφ. 1ο, σελ. 41).

Πάντως, οι Μακεδονικές υποθέσεις αποδέχονται αυτό που οι σύγχρονοι Βούλγαροι (λ.χ. bulgarmak) και Σλαβομακεδόνες –στα πλαίσια της άρνησης της ελληνικής εθνικής συνέχειας– αρνούνται: Την ταύτιση Ελλήνων και Βυζαντινών. «Ανάμεσα στους Σλάβους το όνομα “Βούλγαρος” διαδόθηκε από τους Έλληνες, στην αρχή σήμαινε μόνο Βούλγαροι Μογγόλοι…Κατά τους Έλληνες και τη γλώσσα τους, αυτοί οι Βούλγαροι ήταν για τους Έλληνες οι πιο περιβόητοι βάρβαροι…Για τους Έλληνες καθετί σλαβικό ήταν βάρβαρο και βουλγαρικό» (Κεφ. 4ο, σελ. 149, βλ. και 147). Φυσικά, οι «Έλληνες» (грците στο κείμενο) αυτοί (ιστορικοί και βασιλείς) του Μεσαίωνα που έδωσαν εθνικό όνομα τους Σλάβους δεν ήταν άλλοι από τους Βυζαντινούς.

Στις Μακεδονικές υποθέσεις ο φιλοτουρκισμός είναι προφανής. Εχθροί των «Μακεδόνων» είναι οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι και οι Έλληνες – όχι οι Οθωμανοί. Έτσι, «Το δικό μας εθνικό συμφέρον επιβάλλει ο μακεδονικός λαός και η διανόηση να στηρίξουν την Τουρκία…Η ακεραιότητα της Τουρκίας είναι πολύ πιο σημαντική για μας από ό,τι για τη Ρωσία ή την Ευρώπη» (Κεφ. 1ο, σελ. 42) και «Τα αναμφισβήτητα συμφέροντα Τούρκων και Μακεδόνων απαιτούν το δίχως άλλο οι δύο λαοί να μη σπαταλούν τις δυνάμεις τους ερίζοντας μεταξύ τους προς όφελος του κοινού εχθρού τους, αλλά να απλώσουν χέρι βοηθείας ο ένας στον άλλον» (Κεφ. 1ο, σελ. 55). Το συμφέρον της Τουρκίας είναι να αναγνωριστεί μακεδονικό έθνος, αφού θα απαλλαχτεί από τις επεμβάσεις της Σερβίας, της Ελλάδας και της Βουλγαρίας (Κεφ. 1ο, σελ. 42).

Αξιοσημείωτο τέλος, είναι ότι κατακρίνονται οι μακεδόνες Σλαβόφωνοι που υποστηρίζουν τον βουλγαρισμό και ζουν στην Βουλγαρία: «Η πλειοψηφία των Μακεδόνων μεταναστών στη Βουλγαρία…Πάνω από 5.000 Μακεδόνες κατέχουν κυβερνητικές θέσεις μόνο στη Σόφια…αυτοί οι κύριοι σκέφτονται πάνω απ’ όλα το προσωπικό τους συμφέρον…προκειμένου να πετύχουν τα εγωιστικά τους σχέδια και να εδραιωθούν σε μια μόνιμη απασχόληση, είναι πρόθυμοι να εμφανιστούν πιο Βούλγαροι από τους ίδιους τους Βουλγάρους…Ψευδολογούν και κρύβονται…πασχίζουν να αποκτήσουν μια καλή θέση και να κερδίσουν δύναμη και φήμη» (Κεφ. 3ο, σσ. 105-106). Εδώ ο Μισίρκωφ ουσιαστικά κατέκρινε τον «μελλοντικό εαυτό» του, αφού μετά το 1918 υπέβαλε αίτηση στην Βουλγαρική Εθνοσυνέλευση για να του αναγνωρισθούν ως χρόνια της προϋπηρεσίας του στη Ρωσσία.

Πράγματι, ο συγγραφέας των Μακεδονικών υποθέσεων άλλαξε πέντε φορές απόψεις για την εθνότητα των μακεδόνων μη Ελλήνων Σλαβόφωνων στη διάρκεια της ζωής του, γεγονός το οποίο αποφεύγουν επιμελέστατα και όπως ο διάολος το λιβάνι να αναφέρουν οι προαναφερθέντες αντιεθνικιστές της Ελλάδας – πράγμα που δείχνει και την αναξιοπιστία και την κακοβουλία τους άλλωστε. Άλλοτε δήλωνε Βούλγαρος και υποστήριζε ότι οι μακεδόνες Σλαβόφωνοι ήταν Βούλγαροι και άλλοτε δήλωνε Μακεδόνας. Μεταξύ 1897 και καλοκαιριού του 1903 εμφανίζεται ως Βούλγαρος, συντάσσει φιλοβουλγαρικές μελέτες και είναι μέλος εθνικών βουλγαρικών οργανώσεων. Μεταξύ φθινοπώρου του 1903 και 1905 έχει «εθνικά μακεδονικές» θέσεις και συνείδηση. Μετά από δύο έτη απραξίας, από το 1907 ώς το 1913 υποστηρίζει φανατικά τον βουλγαρισμό και αποκηρύσσει/αναιρεί τις θέσεις των Μακεδονικών υποθέσεων. Από τις αρχές του 1914 ώς τον Σεπτέμβριο υιοθετεί ξανά τον μακεδονισμό, αλλά από τον 10ο/1914 ώς τον 12ο/1922 υποστηρίξει ξανά τον βουλγαρισμό. Μετά και ώς το τέλος της ζωής του, υποστηρίζει τον μακεδονισμό (Άννας Αγγελοπούλου, Ο Κ.Π. Μισίρκοφ (1874-1926) και η κίνηση των «Μακεδονιστών», σσ. 280, 250, 285-6, 288, 289, 252, 349, 254, 387, 390, 392, 256, 400-7, 256, 409-10, 257, 259-262, 432-4, 434, 436-441, 445, 486-7, 490-2, 265, 507-8, 510, 515-6, 518-19, 522-4, 532, 534, 536), αλλά σε δυο άρθρα του («Σχολείο και σοσιαλισμός», εφ. Mir, 26-5-1925 και («Εκκλησία και σχολείο», Mir, 13-8-1925) αναφέρεται στη Μακεδονία ως βουλγαρική περιοχή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η θέση των αντιβουλγαρικών Μακεδονικών υποθέσεων για μη ένοπλη αντιοθωμανική εξέγερση συμπίπτει με την πάγια θέση της βουλγαρικής Εξαρχίας (που υποτίθεται ότι κατακρίνει). Ο Μισίρκοφ υποστήριζε την “αυτονομία” της Μακεδονίας την ίδια στιγμή κατά την οποία και η βουλγαρική ΕΜΕΟ υποστήριζε ως λύση ανάγκης την αυτονομία. Απλώς, ο ίδιος θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να υπάρξει κράτος δίχως έθνος, και γι’ αυτό πίστευε ότι για να υποστηρίξει αποτελεσματικά το αίτημα της ανεξάρτητης Μακεδονίας έπρεπε να διακηρύξει και την ύπαρξη μακεδονικού έθνους – σε αντίθεση με άλλους μακεδόνες Βούλγαρους που υποστήριζαν τον πολιτικό (αλλά όχι εθνικό) σεπαρατισμό της Μακεδονίας. Όταν, για παράδειγμα, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βουλγαρία, που ακόμα δεν είχε αποφασίσει σε πιο στρατόπεδο θα ενταχθεί, έδειξε ότι θα διαπραγματευόταν την είσοδό της στον πόλεμο με αντάλλαγμα όχι την αυτονομία της Μακεδονίας αλλά την προσάρτηση των μακεδονικών εδαφών της Ελλάδας και της Σερβίας, ο Μισίρκωφ εγκατέλειψε την ιδέα της αυτονομίας και έγινε εθνικά Βούλγαρος.

Porto Aurea

ΣΗΜ:Οι επισημάνσεις είναι δικές μου και όχι του συγγραφέα.

Πηγή: Maccunion

Οι πληθυσμοί της Μακεδονίας και το Πανσλαβιστικό Κίνημα: δημιουργία πλαστού μακεδονικού έθνους

Της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, ιστορικού-φιλολόγου
(ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας)

Οι πληθυσμοί της Μακεδονίας στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα ήταν, ως προς τη γλώσσα, στην πλειοψηφία τους: Σλαβόφωνοι, Ελληνόφωνοι, Βλαχόφωνοι, Αλβανόφωνοι. Οι πληθυσμοί αυτοί στο μεγαλύτερο μέρος τους και μετά το 1870 διατήρησαν την ελληνική τους συνείδηση, όπως αποκαλύπτεται από τους μακροχρόνιους και σκληρούς αγώνες για την κτήση και κατοχή των ελληνικών σχολείων και εκκλησιών.

Η παρουσία των Σλαβόφωνων πληθυσμών που αποτελούσαν και την πλειοψηφία σε σύγκριση με τους Ελληνόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας καθώς και τους Βλαχόφωνους και τους Αλβανόφωνους, προέκυψε από τις μακροχρόνιες επιμειξίες Ελλήνων και Σλάβων των ελληνικών –βυζαντινών χωρών που συνέβησαν από τα τέλη του 6ου αι. μ.Χ. και προ πάντων από τις αρχές του 7ου βυζαντινού αιώνα. Αυτοί οι Σλαβόφωνοι Ελληνικοί πληθυσμοί της μεσαίας και νότιας γεωγραφικής ζώνης δέχτηκαν στην πλειοψηφία τους μόνο τη γλωσσική επίδραση, η δε εθνική τους συνείδηση παρέμενε ελληνική. Είναι οι πασίγνωστοι «Γραικομάνοι» του Μακεδονικού Αγώνα.

Το 1856 παρατηρείται ευρύτατη διάδοση του Πανσλαβισμού στα Βαλκάνια.Ο Πανσλαβισμός εξαπλώνεται ευρέως στο πλαίσιο της εφαρμογής του κύριου πολιτικού στόχου της Ρωσίας: η ρωσική πολιτική επινόησε την πανσλαβιστική κίνηση ανάλογη με τον επιδιωκόμενο στόχο της: να πείθει τους Ουνίτες-Χριστιανούς Ορθόδοξους μεταστάντες στον Καθολικισμό-της Μακεδονίας να αναγνωρίζουν τη Βουλγαρική Εξαρχία, με δόλωμα τη λήψη υλικών, χρηματικών απολαβών. Η πανσλαβιστική Ρωσία ταλαντευόταν πότε βοηθώντας τους Βουλγάρους και άλλοτε τους Σέρβους και πολλές φορές βοηθούσε και τους μεν και τους δε, διότι και οι δύο ήταν Σλαβικοί λαοί και μέσω αυτών μπορούσε να αποκτήσει προγεφυρώματα στο Αιγαίο για την κάθοδό της προς τη Μεσόγειο θάλασσα. Η ρωσική «συμπαράσταση» , κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ενδυνάμωνε τη βουλγαρική προπαγάνδα, επειδή η Σερβία από το έτος 1882 συνδεόταν με την Αυστρία με συνθήκη συμμαχίας και αυτό δεν άρεσε στους Ρώσους Πανσλαβιστές, διότι θεωρούσαν αντίπαλό τους την Αυστρία.

Η πανσλαβιστική Ρωσία ενδιαφερόταν κυρίως για τον εθνολογικό εκσλαβισμό των Σλαβοφώνων κατοίκων των Ευρωπαϊκών επαρχιών της Τουρκίας μέχρι το 1896. Απόδειξη των υλικών μέσων τα οποία η Ρωσική προπαγάνδα διέθετε για την ενίσχυση των σερβικών προσπαθειών στη Μακεδονία είναι η πληροφορία την οποία μας παρέχει ο Έλληνας πρεσβευτής στο Βελιγράδι, ο οποίος σε γραπτή του αναφορά το έτος 1887 αναφέρει πίστωση 4.000.000 φράγκων για την εξυπηρέτηση των εθνικών αναγκών της Σερβίας στη Μακεδονία από πλευράς των Ρώσων πρακτόρων: Αναφορά του Έλληνα πρεσβευτή στο Βελιγράδι για το 1887: «Προς εξαγοράν υπέρ των σερβικών υποθέσεων κυρίως Οθωμανών υπαλλήλων, οίτινες υπό των Βουλγάρων επίσης δωροδοκούμενοι, κατεδίωκον τους Σέρβους διδασκάλους…» (Βλ. Νικολάου Βλάχου, καθηγητού Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, «Το Μακεδονικό Ζήτημα ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος : 1878-1908», σελ. 177-178).

Όμως, η άκαμπτη επιθυμία των Σέρβων για κατάληψη της Μακεδονίας τους παρασύρει σε αθέτηση των συμφωνηθέντων. Εντείνονται οι Ρωσικές πιέσεις υπέρ των Γιουγκοσλάβων. Οι Σερβικές «προσηλυτιστικές» βλέψεις εντείνονται και επεκτείνονται σε αδιαμφισβήτητα ελληνικά εδάφη στο χώρο της Μακεδονίας (1887-1894). Σέρβοι και Έλληνες αλληλοϋποβλέπονται και ενίοτε συγκρούονται στα διάφορα μακεδονικά διαμερίσματα. Οι Σλαβικές χώρες Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία: αιχμή του δόρατος για την κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο θάλασσα. Ωστόσο, η κατάσταση στη Μακεδονία και τη Θράκη αποτελεί μεγάλο εμπόδιο για την επικράτηση του Πανσλαβισμού στη Βαλκανική.

Ο Τίτο αργότερα δημιουργεί το πλαστό «Μακεδονικό έθνος»: η Σερβία, δηλαδή η Γιουγκοσλαβία πριν από τη σημερινή διάλυσή της, «μεγαλύνθηκε» κυριολεκτικά με τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) τόσο στο Κοσσυφοπέδιο όσο και στη Βόρεια Μακεδονία και δημιουργήθηκε το «Βασίλειο των Σλοβένων, των Κροατών και των Σέρβων», το οποίο κατέρρευσε κάτω από τα ακαριαία γερμανικά πλήγματα του 1941. Όταν, πολύ αργότερα , τα συμφέροντα της «Σοβιετικής Ενώσεως» ήλθαν σε σύγκρουση με εκείνα του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία το 1948, το ανταρτικό κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα καταδικάστηκε σε θάνατο από τη Μόσχα και στη συνέχεια «εκτελέστηκε». Το καταπληκτικό και ενδιαφέρον εδώ είναι ότι έπειτα από πέντε αιώνες σταθερής ρωσικής πολιτικής που είχε μόνιμο στόχο τη Μακεδονία και μέσω της Μακεδονίας την έξοδο προς το Αιγαίο, η ρωσική στρατηγική είχε μεταβληθεί. Ο Τίτο, όμως, διαπίστωσε τη χαλαρότητα και τις μεγάλες διαφορές που χώριζαν τις διάφορες εθνότητες της χώρας του και ενώ ο ίδιος ήταν Κροάτης επεδίωξε να ενώσει την πανσπερμία των λαών με την πολιτική διεθνή ακτινοβολία του. Γι’ αυτό στο κενό που υπήρχε μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων της χώρας που δημιούργησε, συγκρότησε την Ομοσπονδία των Νοτίων Σλάβων (Αυτό σημαίνει Γιουγκοσλαβία). Αλλά την ενίσχυσε με ισχυρότερους οργανικούς δεσμούς όπως ήταν: α. Η Κομμουνιστική Ιδεολογία β. Το κοινό σύστημα της Οικονομίας και γ. η συνεκτική κεντρική δύναμη, το Κομμουνιστικό κόμμα.

Μέσα στα σχέδια του Τίτο ήταν να ενσωματωθεί με τον καιρό και η Αλβανία στη Γιουγκοσλαβία, σα χωριστή ομόσπονδη λαϊκή δημοκρατία. Κατά τον ίδιο τρόπο επεδίωκε και την ένωση της Βουλγαρίας. Το σημαντικότερο από όλα τα σχέδιά του ήταν να ενσωματώσει στο δικό του Κράτος, τη Γιουγκοσλαβία και ολόκληρη τη Μακεδονία μέχρι τον ποταμό Αλιάκμονα και τον Όλυμπο. Υπήρχαν οπωσδήποτε προβλήματα, διότι ενώ σε όλες τις άλλες περιοχές υπήρξε αντίστοιχος λαός με αντίστοιχη εθνική συνείδηση, στη Μακεδονία που ήταν διαιρεμένη σε τρεις χώρες: Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία με ελληνική εθνική συνείδηση, βουλγαρική και σερβική δεν υφίστατο ένας λαός με αντίστοιχη, ενιαία εθνική συνείδηση. Και για να λύσει το πρόβλημα βάπτισε από μόνος του όλους τους κατοίκους με το όνομα: «Μακεδόνες». Το 1941 ο Γιόσιπ Μπρος Τίτο ήταν από τους πρώτους που αποδέχτηκε την απόφαση της Σοβιετικής Ένωσης του 1934 να αναγνωρίσει την ύπαρξη ξεχωριστού «Μακεδονικού Έθνους» και προχώρησε μάλιστα στη σύσταση ξεχωριστού κομμουνιστικού κόμματος «Μακεδονίας».

Ο ανατέλλων αστέρας του ΚΚΕ Νικόλαος Ζαχαριάδης με τη στενή συνεργασία του τόσο με τη Γ΄Διεθνή της Μόσχας, όσο και με τα άλλα Κ.Κ της Βαλκανικής και έχοντας τυφλή αφοσίωση στο στρατάρχη Τίτο και τα σχέδιά του συνέβαλε και αυτός, όπως και ο Τίτο, στη «μακεδονοποίηση» του λαού της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Με αυτά τα δεδομένα και τις πολεμικές συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στα Βαλκάνια και εκμεταλλευόμενος ο Τίτο τη διεθνή ακτινοβολία του, σκέφθηκε να ενσωματώσει στο δικό του κράτος, τη Γιουγκοσλαβία, ολόκληρη τη Μακεδονία μέχρι τον ποταμό Αλιάκμονα και τον Όλυμπο. Επειδή ,όμως, «μακεδονικό έθνος» δεν υπήρξε ποτέ, το κατασκεύασε ο ίδιος, γι΄ αυτό και στη διάσκεψη του Γιάιτσε ανακήρυξε τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Το γεγονός αυτό του «πραξικοπήματος» του Τίτο αποκαλύπτει ότι στα σχέδια του ήταν η σταδιακή κατάκτηση ελληνικών εδαφών στην περιοχή της λεγόμενης «Μακεδονίας του Αιγαίου» για την επέκταση της Γιουγκοσλαβίας προς το Αιγαίο πέλαγος.

Οι πολιτικοί , στρατιωτικοί, διπλωματικοί, πνευματικοί κύκλοι της Ελλάδος μπροστά στην πλαστογράφηση της Ιστορίας και της αλήθειας από τον Τίτο αδράνησαν και αδιαφόρησαν σχεδόν εγκληματικά για 4 ολόκληρες δεκαετίες… Επιπλέον, η συνηγορία στα σχέδια του Τίτο και των Σκοπιανών του Παναγ. Κανελλόπουλου στις 29 Οκτωβρίου 1942 έρχεται με παράδοξο τρόπο να ισχυροποιήσει τις πολιτικές και εθνικές θέσεις τους:

«…Έτσι, ώστε η Ελλάς να΄ναι ο συνεκτικός κρίκος της Ομοσπονδίας της Ανατολικής Μεσογείου και της Βαλκανικής Ομοσπονδίας, και η Γιουγκοσλαβία (εννοείται να΄ναι) ο ενωτικός κρίκος της Βαλκανικής και της Παραδουνάβιας Ομοσπονδίας…»

Ο Τίτο, με τη σειρά του, αναλάμβανε την υποχρέωση να υποστηρίξει την ενσωμάτωση της Ελληνικής Θράκης στη Βουλγαρία. Το ΚΚΕ επικροτεί και επιδοκιμάζει αυτή την «προσάρτηση» της Ελληνικής Μακεδονίας στο κράτος των Σκοπίων, την εγκαθίδρυση στη Βαλκανική μιας ενώσεως Σοβιετικών Δημοκρατιών, που θα περιλαμβάνει την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Μακεδονία και τη Σερβία. Επίσης, διακηρύσσει το δικαίωμα του «Μακεδονικού λαού» να ενωθεί, υπό τη σοφή καθοδήγηση του «στυλοβάτη» Τίτο, με τη Μακεδονία του Βαρδαρίου (Σκόπια). Ακόμη διακηρύσσεται ότι ολόκληρη η Μακεδονία θα αποτελέσει ανεξάρτητη, αυτόνομη Σοβιετική Δημοκρατία. Αποκαλυπτική και επαίσχυντη είναι η συμφωνία που υπογράφτηκε στις Καρυδιές Εδέσσης στις 25 Ιανουαρίου 1944: «Το ΕΑΜ και το ΣΝΟΦ αποφασίζουν από κοινού για να δημιουργήσουν αυτόνομο Μακεδονικό κράτος με σοβιετική οργάνωση, που θα ζητήσει να τεθεί υπό την προστασία της ΕΣΣΔ…»

Επακολουθεί η αποστολή από τον Τίτο, του Σβεταζάρ Βουκμάνοβιτς, για να ενώσει όλα τα ανταρτικά κινήματα της Βαλκανικής, κάτω από την ηγεσία του Τίτο. Όλα τα παραπάνω σχεδίαζε και προγραμμάτιζε ο στρατάρχης Τίτο σε στενή συνεργασία με τα κομμουνιστικά κινήματα της Βαλκανικής, αλλά ο Στάλιν στη Μόσχα, μεταξύ 9ης και 18ης Οκτωβρίου 1944 συμφώνησε άλλα με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ. Προς αυτή τη συμφωνία, θέλοντας και μη, ο Τίτο και τα ΚΚ της Βαλκανικής αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που τα ρωσικά στρατεύματα, υπό τον Ρώσο στρατάρχη Τολμπούχιν το 1944 σταμάτησαν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και δεν προχώρησαν να καταλάβουν τη Μακεδονία φθάνοντας ως τις ακτές του Αιγαίου. Επειδή, όμως, στους κόλπους του ΚΚΕ αρκετά στελέχη με ελληνική εθνική συνείδηση αντιτάχθηκαν στα σχέδια του Τίτο και των ομοφρώνων του ΚΚ της Βαλκανικής για απόσχιση της Μακεδονίας από την Ελλάδα, ο Τίτο αυτή την αντίδραση τη χαρακτήρισε «σεχταριστική»! Πρωτεύουσα θέση στις αντιδράσεις αυτές κατά της αποσχίσεως της Μακεδονίας από την Ελλάδα, κατέχει ο Ευριπίδης Μπακιρτζής που διεκήρυξε στη Θεσσαλονίκη: «…Η Μακεδονία και η Δυτική Θράκη ήταν και θα παραμείνουν Ελληνικές Επαρχίες…»

Ο Στρατάρχης Τίτο στηριζόμενος στις 800.000 παρτιζάνους του, με μελετημένο σχέδιο, προχωρεί στη γιουγκοσλαβοποίηση ολόκληρης της Μακεδονίας. Πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της Ελλάδος καθώς και διπλωματικοί και προξενικοί παράγοντες της χώρας αδρανούν εγκληματικά και οι Γιουγκοσλάβοι προετοιμάζουν μεθοδικά το σημερινό πρόβλημα με τα Σκόπια. Έλληνες πολιτικοί εκπρόσωποι εξυπηρετούν τα σχέδια του Τίτο, η δε Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία «μοιράζονται» μεταξύ τους, αρπακτικά, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Η διανομή των «ζωνών επιρροής» δεν γίνεται αποδεκτή από τον ΕΛΑΣ και επιδιώκεται βίαια η απόσχιση της Μακεδονίας από την Ελλάδα, μάταια βεβαίως. Ο Ιωσήφ Στάλιν καταδικάζει και εξανεμίζει τα ονειροπόλα σχέδια του στρατάρχη Τίτο για την ίδρυση της «Γιουγκοσλαβικής αυτοκρατορίας» στα Βαλκάνια. Επομένως, ο Τίτο «εγκαινίασε» και θεμελίωσε τη σημερινή διαμάχη της Ελλάδας με τα Σκόπια, η δε ενωμένη Γιουγκοσλαβία την κυοφόρησε και την επεξέτεινε.

Οι περιστάσεις του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ζητούσαν ή καλύτερα απαιτούσαν από το Στάλιν πρώτα να επεκτείνει και να στερεώσει τη «Ρωσική κομμουνιστική αυτοκρατορία» στο Βόρειο τμήμα της Βαλκανικής και στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, όπου η δύναμη των σοβιετικών όπλων και οι συμφωνίες με τη Δύση και τον Τσώρτσιλ είχαν εγχωρήσει στο Στάλιν την εξουσία. Για τους παραπάνω λόγους, η προτεραιότητα του Στάλιν στράφηκε στα άμεσα ενδιαφέροντα της απέραντης Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Η διανομή των «Ζωνών Επιρροής» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων είχε γίνει στη Μόσχα, μεταξύ 9 και 18 Οκτωβρίου του 1944, όπου συναντήθηκαν ο Στάλιν με τον Τσώρτσιλ. Το 1943 είχαν, επίσης, συναντηθεί στην Τεχεράνη οι τρεις «Μεγάλοι»:

Ρούσβελτ, Τσώρτσιλ και Στάλιν. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είναι αποκαλυπτικός και ωμότατος στα «Απομνημονεύματά» του σχετικά με τη διανομή των Βαλκανίων τον Οκτώβριο μήνα του 1944, στο Κρεμλίνο των Τσάρων της Ρωσίας: «Η στιγμή ήταν ευνοϊκή δια να ενεργήσω και γι΄αυτό εδήλωσα: ας ρυθμίσωμεν τας υποθέσεις μας των Βαλκανίων. Τα στρατεύματά σας ευρίσκονται εις Ρουμανίαν και Βουλγαρίαν. Έχομεν συμφέροντα, αποστολάς και πράκτορας εις τας χώρας αυτάς. Ας αποφύγωμεν να έλθωμεν εις σύγκρουσιν δια θέματα τα οποία δεν αξίζουν τον κόπον…Όσον αφορά την Μεγάλην Βρεττανίαν και την Ρωσίαν, τι θα ελέγατε δια μίαν υπεροχήν υμών κατά 90% εις την Ρουμανίαν, μίαν ημετέραν κυριαρχίαν κατά 90% εις την Ελλάδα, και μίαν ισότητα 50-50% εις την Γιουγκοσλαβίαν».

Ενώ μετέφραζον τα λόγια μου (συνεχίζει ο Τσώρτσιλ), έγραψα σε μισό φύλλο χαρτιού: Ρουμανία: Ρωσία 90% οι λοιποί 10%.
ΕΛΛΑΣ: Μ. Βρεττανία (εν συμφωνία μετά των Ηνωμ. Πολιτειών) 90%, Ρωσία: 10%.
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ: 50-50%.
ΟΥΓΓΑΡΙΑ: 50%
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ: Ρωσία 75%, οι λοιποί: 25%.

Έσπρωξα το χαρτί εμπρός στον Στάλιν, στον οποίο είχε ήδη γίνει η μετάφρασις των προηγουμένων. Ακολούθησε μια μικρή παύσις. Κατόπιν επήρε στα χέρια το μπλε του μολύβι, εχάραξε ένα μεγάλο σημείο επάνω στο χαρτί για να δείξει ότι το εγκρίνει και μου επέστρεψε το χαρτί. Τα πάντα ετακτοποιήθησαν σε λιγότερο χρόνο από ότι χρειάζεται τώρα για να τα γράψω. Βεβαίως, είχαμε μελετήσει πολύν καιρόν και με προσοχή το ζήτημα και οι συμφωνίες αυτές ήσαν για την πολεμικήν και μόνον περίοδον.

Η συνέχεια του αποσπάσματος από τα «Απομνημονεύματα» του Ουίνστον Τσώρτσιλ για το μοίρασμα του κόσμου σε ζώνες επιρροής από τις νικήτριες Μεγάλες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει ως εξής:

«Όλα τα ευρύτερα προβλήματα παρέμεναν εκκρεμή από τις δύο πλευρές, για ότι ελπίζαμε τότε ότι θα ήταν μια διάσκεψις γύρω από το τραπέζι της ειρήνης μετά τη νίκη. Ηκολούθησε κατόπιν μακρά σιωπήν. Το χαρτί, με την μπλε του γραμμή, παρέμεινε στο κέντρο του τραπεζιού. Είπα τελικά: «Μήπως θεωρηθεί κάπως κυνικόν το να έχωμεν ρυθμίσει τα προβλήματα αυτά από τα οποία εξαρτάται η τύχη εκατομμυρίων ατόμων κατά ένα τόσον πρόχειρον τρόπον; Ας κάψωμεν το χαρτί αυτό «Όχι, κράτησέ το», είπε ο Στάλιν» (Βλ. Ουίνστον Τσώρτσιλ, «Απομνημονεύματα», μτφρ. Παπαρρόδου στην Ελληνική, τόμος 6ος, βιβλίο 1ο , σελ. 202-203).Απόδειξη αυτών των συμφωνιών των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί η διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου ως απαυγάσματος των ιδεολογικών και κοινωνικοοικονομικών ζυμώσεών της μετά το 1944-45 περιόδου.

Εν τούτοις και παρά τις διακηρύξεις εκείνες και παρά τη συμφωνία Στάλιν-Τσώρτσιλ, ο Νικόλαος Ζαχαριάδης της Γ΄Κ. Διεθνούς, αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον Τίτο και τους αντάρτες του, να μην υπακούσουν στις αποφάσεις του Στάλιν και τις συμφωνίες του με τον Τσώρτσιλ και να πολεμήσουν με 20.000 άνδρες και γυναίκες για διχοτόμηση της Ελλάδος σε βόρειο κράτος υπό Κομμουνιστικό καθεστώς και σε νότιο κράτος. Πρώτος στόχος είναι και πάλι η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τις κομμουνιστικές δυνάμεις με αιφνιδιαστικό χτύπημα με επικεφαλής το Μάρκο Βαφειάδη για να αποκοπεί ακολούθως η Μακεδονία και η Θράκη από την υπόλοιπη Ελλάδα. Στη συνέχεια ο Νίκος Ζαχαριάδης ευχαριστεί ολόψυχα το στρατάρχη Τίτο και το λαό της Γιουγκοσλαβίας που αγωνίζονται με κόπο για τον ακρωτηριασμό της Ελλάδας και την απόσχιση της Μακεδονίας και της Θράκης από τον εθνικό κορμό της.

«…Ο λαός μας, λέει ο Νίκος Ζαχαριάδης σε επιστολή του προς τον Τίτο, νοιώθει ενστιχτώδικα και κατάκαρδα τη Νέα Γιουγκοσλαβία, το Λαό της και το Στρατάρχη της…»

Μετά τη συνειδητοποίηση εκείνων που σχεδίαζε ο Τίτο στη Βαλκανική ερήμην του Ιωσήφ Στάλιν, τα πράγματα πήραν διαφορετική, αυτόματα, τροπή. Εκλήθη εσπευσμένα ο Τίτο στη Μόσχα δυο φορές, αντιλαμβανόμενος , όμως, τι τον περίμενε στη Μόσχα, δεν παρουσιάστηκε στο Στάλιν και μόνο το 1948 έστειλε δυο έμπιστούς του στη Μόσχα: το Μίλοβαν Τζίλας και τον Εντουάρντ Καρντέλλι. Ο διάλογος μεταξύ του Στάλιν και των απεσταλμένων του Τίτο αποτελεί φοβερή αποκάλυψη, διότι καταδικάζεται ακαριαία το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα:

«Κουταμάρες!…Η επανάσταση πρέπει να σταματήσει μόλις αυτό θα είναι δυνατό…»

Αυτά διέταξε ο Στάλιν, οπότε κάθε ελπίδα είχε πια χαθεί για τον Τίτο και το Ζαχαριάδη που αρνήθηκε την πατρίδα του και ήπιε το πικρό ποτήρι της αποτυχίας μέχρι το τελευταίο κατακάθι του…

Ο αρχιστράτηγος της φοβερής εκείνης εσωτερικής συγκρούσεως στην Ελλάδα Μάρκος Βαφειάδης απομακρύνεται αυτομάτως από όλες τις θέσεις του και προσωρινά από την Ελλάδα, ο Τίτο κλείνει τα σύνορά του στη ροή κάθε βοήθειας προς τους αντάρτες του Μάρκου Βαφειάδη τον Ιούλιο του 1949, ο δε Νίκος Ζαχαριάδης, πλήρης πικρίας, κάνει στροφή 180ο και κατηγορεί τον Τίτο ως συμμορίτη, ύπουλο και βδελυρό εχθρό: «Το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα στη χώρα μας δε γνώρισε ακόμα, απ΄ τον καιρό της πρώτης κατοχής, τόσο ύπουλο και βδελυρό εχθρό, όσο η συμμορία του Τίτο…» Το ΚΚΕ δέσμιο της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας ακολουθεί πιστά τις υποδείξεις και τις αποφάσεις της. Έτσι, όπως είδαμε, με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ρωσικές στρατιές πλημμυρίζουν τη Βαλκανική, αλλά δεν καταλαμβάνουν τη Μακεδονία.

Πηγή: MacedoniaHellenicLand