Archive

Posts Tagged ‘Το Μακεδονικό ζήτημα’

Σύντομη περιγραφή του Μακεδονικού – Πρώτη φάση, 1853/6 – 1918

Σύντομη περιγραφή του Μακεδονικού

Φάση πρώτη, 1853/6 – 1918

Γράφει ο ΜacedonianΑncestry
https://macedonianancestry.wordpress.com/

Πως ξεκίνησε το Μακεδονικό ζήτημα

Το 1853 ξεκίνησε ο λεγόμενος “Κριμαϊκός πόλεμος”. Τα αντίπαλα στρατόπεδα ήσαν οι Ρώσσοι από την μια πλευρά, ενώ από την άλλη ήταν μια συμμαχία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, της Γαλλίας και του βασιλείου της Σαρδινίας. Η Ρωσσία έχασε τον πόλεμο το 1856 και σαν αντίποινα της επιβλήθηκε να σταματήσει το εμπόριο της στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη θάλασσα). Αυτό ήταν ένα τρομερό οικονομικό πλήγμα στην οικονομία της Ρωσσίας η οποία τώρα επρεπε να βρει (και γρήγορα) άλλη θάλασσα για να κάνει εμπόριο. Οι θάλασσες που θα μπορούσαν να την εξυπηρετήσουν σύμφωνα με τα συμφέροντα της ήσαν το Αιγαίο στα δεξιά της Ελλάδας και η Αδριατική στα αριστερά της. Δυστυχώς όμως και οι δύο αυτές θάλασσες ήσαν στα χέρια των Τούρκων εκείνη την εποχή άρα αν η Ρωσσία ήθελε να αναπτύξει το εμπόριο της εκεί, έπρεπε πρώτα να αποκτήσει αυτές τις θάλασσες. Και ο μόνος τρόπος για να τις αποκτήσει ήταν φυσικά δια της βίας. Έτσι, το 1877 ξεκίνησε πόλεμο εναντίων των Οθωμανών και ένα χρόνο αργότερα, το 1878, νίκησε.

Η συνθήκη που υπογράφτηκε για το τέλος αυτού του πολέμου, η λεγομένη Συνθήκη του Αγίου Στέφανου, ήταν μια συνθήκη που ενώ βόλευε πολύ την Ρωσσία και την Βουλγαρία, (την Βουλγαρία επειδή η Ρωσσία την έβαλε υπεύθυνη για το θέμα με το αζημίωτο φυσικά) δεν άρεσε καθόλου σε κάποιες άλλες από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής (στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστρο-Ουγγαρία συγγεκριμένα) οι οποίες εξεβίασαν την Ρωσσία να αλλάξει τους όρους της συνθήκης αλλιώς νέος μεγάλος πόλεμος θα ξεσπούσε. Η Ρωσσία εκείνη την εποχή ήταν Μεγάλη Δύναμη [Great Power] και κανονικά δεν θα έπρεπε να φοβηθεί, αλλά έπεσε στην περιπτωση γιατί και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και η Αυστρο-Ουγγαρία ήσαν Μεγάλες Δυνάμεις επίσης. Καταναγκαστικά λοιπόν άλλαξε τα σχέδια της και συμφώνησε να υπογράψει μια νέα συνθήκη, η οποία ονομάστηκε “Συνθήκη του Βερολίνου” από το ομώνυμο συνέδριο.

Οι νέοι όροι που μπήκαν όμως, ήταν καταστροφή για μια άλλη χώρα, την Σερβία, αφού την άφησε αποκλεισμένη χωρίς δυνατότητα εμπορίου με το Μαυροβούνιο (πάνω-αριστερά από την Αλβανία) το οποίο έβλεπε θάλασσα. Έτσι και η Σερβία με την σειρά της απείλησε ότι θα έκανε πόλεμο αν δεν άλλαζε η τότε παρούσα κατάσταση. Συγκεκριμένα οι Σέρβοι απείλησαν περισσότερο την Αυστρο-Ουγγαρία η οποία για να γλυτώσει από έναν πιθανό πολεμο με τους Σέρβους τους πρότεινε το εξής: να μην κάνουν εμπόριο προς τα αριστερά της Ευρώπης αλλά προς τα δεξιά. Οι Σέρβοι βρήκαν σωστή την πρόταση και δέχτηκαν αυτό το σχέδιο. Έτσι υπέγραψαν μια συμφωνία μεταξύ τούς το 1881, (την οποία μάλιστα την ανανέωσαν το 1889*) η οποία έλεγε όχι μόνο να μην ενοχλήσουν οι μεν τους δε, αλλά και ότι η Αυστρο-Ουγγαρία θα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει την Σερβία στην αποστολή της.

* = Είναι πολύ σημαντικό να το ξέρετε αυτό το στοιχείο, γιατί οι σκοπιανοί δεν γνωρίζουν πως τα σημερινά Σκόπια ήταν κομμάτι της Σερβίας κάποτε. Αντιθέτως νομίζουν πως ήσαν μια μεγάλη και ολόκληρη χώρα ονόματι “Μακεδονία”, την οποία τους την έκλεψαν οι Έλληνες το 1913 με την συνθήκη του Βουκουρεστίου. Όταν τους δείχνεις το έγγραφο με την συμφωνία πέφτουν ξεροί!

Δεξιά όμως της Σερβίας ήταν η Βουλγαρία. Και επειδή η Βουλγαρία ήσαν αδελφική φυλή με τους Σέρβους πρώτον και δεύτερον επειδή τα σημερινά Σκόπια ήσαν κομμάτι της Σερβίας τότε (δηλαδή η Σερβία είχε τα σύνορα της πολύ ποιο κοντά στην θάλασσα προς της πλευρά της Θεσσαλονίκης και εν τέλη του Αιγαίου) οι Σέρβοι σκέφτηκαν να κατακτήσουν το κομμάτι της Μακεδονίας που ανήκε στην Ελλάδα αντι να διασχίσουν ολόόόόκληρη την Βουλγαρία.

Την ίδια εποχή που η Σερβία είχε όλα αυτά τα συμφέροντα, η Βουλγαρία επεδίωκε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Επιθυμούσε να αποκτήσει τα εδάφη που είχε αποκτήσει με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Έτσι, το 1893, δημιούργησε με την βοήθεια της Ρωσσίας (που εξακολουθούσε να έχει συμφέροντα βέβαια) μια ομάδα ονόματι ΕΜΕΟ, (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, αγγλιστί, IMRO – Internal Macedonian Revolutionary Organization) η οποία θα ήταν υπεύθυνη για την εξασφάλιση της Μακεδονικής γης στους Βούλγαρους. Σκοπός αυτής της οργάνωσης ήταν η δημιουργία μιας νέας χώρας που θα ονομαζόταν “Μακεδονία”, ασχέτως του αν οι κάτοικοι της θα ήταν ένα μπουλούκι από διαφορετικές θρησκείες, εθνότητες, φυλές ή οτιδήποτε άλλο. Από την στιγμή που θα γινόταν μια τέτοια χώρα θα υπήρχαν δυνατότητες οι Βούλγαροι να κυριαρχήσουν στην, τότε, κάτω-δεξιά τους Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) κάτι που το επεδίωκαν όπως είπαμε και οι Σέρβοι.

Το πρώτο πράγμα που έκανε η νέα ομάδα της ΕΜΕΟ ήταν να ξεκινήσει μια προπαγάνδα για την δημιουργία αυτής της νέας χώρας. Εφευρίσκοντας το σύνθημα “η Μακεδονία στους Μακεδόνες” άρχισε να στέλνει δεξιά και αριστερά ανθρώπους διαφόρων επαγγελμάτων και ειδικοτήτων, (π.χ δασκάλους) για να διαδώσουν και να διδάξουν την ιδεολογία της προπαγάνδας τους. Η προπαγάνδα αυτή ξεκίνησε το 1893 και συνεχίστηκε μέχρι το 1904 και μάλιστα και σε πολλούς τομείς: φιλολογικούς, ιστορικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς… Δεν θα μιλήσω αναλυτικά εδώ για τον κάθε τομέα γιατί δεν είναι του παρόντος. Πάντως ένα είναι σίγουρο: πως μιλάμε για μια τεραστίων διαστάσεων προπαγάνδα και όχι για μια απλή προσπάθεια. Και αυτή η προπαγάνδα θα συνεχιζόταν και άλλο, αν ο Παύλος Μελάς δεν αντιλαμβανόταν τον κινδυνο της Σλαβοποίησης της Μακεδονίας (και μελλοντικά ίσως και της Ελλάδος) ο οποίος άναψε με τον θάνατο του μια σπίθα στην καρδιά των ελλήνων για την σωτηρία της ελληνικής γης και του ελληνικού πολιτισμού. Η σπίθα αυτή οδήγησε στο θετικό αποτέλεσμα την σωτηρία της Μακεδονίας μας. Η Μακεδονία είναι μέρος σήμερα της Ελληνικής επικράτειας κυρίως χάρη σ’ αυτόν.

Έτσι λοιπόν με δυο λόγια άρχισε το Μακεδονικό ζήτημα και όχι από τον Τίτο ο οποίος απλά το ανεβίωσε το 1945. Μάλιστα δε, επειδή οι περισσότεροι Έλληνες έχουν ακουστά μόνο το “ε, κάτι έγινε επί Τίτο”, δεν ξέρουν καν τι στην πραγματικότητα, άρα δεν ξέρουν και τι να απαντήσουν στους σκοπιανούς, όταν αυτοί όντως μεγαλωμένοι με την προπαγάνδα τους, τους φανερώνουν “στοιχεία”, που τα ελληνόπουλα δεν έχουν καν ακουστά. Αυτή η προπαγάνδα που ουσιαστικά ξεκίνησε το 1856, είναι αυτή που υποστηρίζουν οι σκοπιανοί σήμερα, έστω και αν εντωμεταξύ οι Ρώσσοι και οι Σέρβοι δεν ενδιαφέρονται πια, αφού οι χώρες, τα σύνορα, οι περιοχές και γενικότερα τα δεδομένα (και τα συμφέροντα) άλλαξαν.

Τελευταία ενημέρωση 24/1/2018

 

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Του Παντελή Σαββίδη
Σαν σήμερα, πριν από 102 χρόνια απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά και ένα μεγάλο μέρος του βορειοελλαδικού χώρου, από τον τουρκικό ζυγό.

Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση πως η απελευθέρωση αυτή αποτέλεσε ένα ξαφνικό, στιγμιαίο γεγονός εν πολλοίς τυχαίο, αφού εκείνο στο οποίο εστιάζεται συνήθως η όλη εξιστόρηση είναι το τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το διάδοχο Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την προέλασή του προς το Μοναστήρι και να επιταχύνει την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι.

Η εστίαση στην τελευταία φάση της απελευθέρωσης, στερεί τον πολίτη από τη γνώση εκείνη που φθάνει στην αρχή των γεγονότων και του δίνει, έτσι, τη δυνατότητα να πληροφορηθεί, εξηγήσει και αντιληφθεί, γεγονότα που σήμερα τα βρίσκει μπροστά του και τον απασχολούν.

Πίσω από την ευτυχή κατάληξη των γεγονότων, υπάρχει πολύς κόπος και πολύ αίμα που άρχισε να χύνεται από την επομένη της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ορισμένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, όπως για παράδειγμα οι σχέσεις με την ΠΓΔΜ έχουν τις ρίζες τους στον αιώνα αυτό της εξιστόρησής μας, τον 19ο δηλαδή, και όχι στα μέσα του εικοστού, όπως ορισμένοι, πολιτικοί κυρίως, επισημαίνουν.

Ο Τίτο, προσπάθησε να δημιουργήσει «μακεδονική εθνότητα» αλλά η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομης Μακεδονίας ανάγεται στα μέσα του 19ου, και όχι του 20 αιώνα.

Δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με τις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώριζε την ανεξαρτησία του μικρού ελληνικού κράτους, όταν άρχισαν οι πρώτες διεργασίες για μελλοντικές εξεγέρσεις στις ελληνικές επαρχίες της Τουρκίας.

Στην Αθήνα οι διάφορες συζητήσεις για την κατάσταση και το μέλλον των υπόδουλων κατέληξαν στη σύσταση μυστικών εταιρειών με σκοπό την προετοιμασία μελλοντικών κινημάτων.

Γνωστόν ήταν και στη νότια Ελλάδα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ότι στις τάξεις των Μακεδόνων αγωνιστών συγκαταλέγονταν άτομα με μητρική γλώσσα διαφορετική από την ελληνική όπως βλάχικη, σλαβική, αρβανίτικη, χωρίς αυτό να επηρεάζει τον εθνικό προσανατολισμό τους που ήταν η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Το ίδιο ακριβώς παρατηρήθηκε και στην περίοδο ως τον Κριμαϊκό πόλεμο, όταν ακόμη η εθνική αφύπνιση των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής δεν είχε εισχωρήσει ουσιαστικά στη Μακεδονία.

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΒΛΕΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Έτσι, λοιπόν, εκείνοι από τους Μακεδόνες χριστιανούς που ευαισθητοποιούνταν στην ιδέα της απελευθέρωσης, προσέβλεπαν προς το ελληνικό βασίλειο για τη λύτρωσή τους , και εντάσσονταν σε ελληνικά ένοπλα σώματα, περιμένοντας τη στιγμή του ξεσηκωμού.

Από την άλλη πλευρά, η γειτνίαση με το σλαβικό χριστιανικό στοιχείο ενίσχυε στους Μακεδόνες –περισσότερο, ίσως από ό,τι στους άλλους υπόδουλου Έλληνες- την ιδέα της σύμπραξης όλων των βαλκανικών λαών για την από κοινού ανατροπή του οθωμανικού κράτους και την ίδρυση βαλκανικής ομοσπονδίας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΡΙΜΑΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Τον Οκτώβριο του 1853 ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο λεγόμενος Κριμαϊκός. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι Ρώσοι κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, και στις αρχές του 1854 έφθασαν στο Δούναβη.

Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν γενική κινητοποίηση στην Ελλάδα, καθώς ο Όθων και οι περισσότεροι πολιτικοί προέβλεπαν ήττα και διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με προσωπική ανάμιξη του μονάρχη καταρτίστηκαν μεγάλα ένοπλα σώματα αλλά το όλο εγχείρημα απέτυχε και πέραν των άλλων δημιουργούσε και μια πρόσθετη μακροπρόθεσμη περιπλοκή. Παγίωνε την τουρκική καχυποψία και εχθρότητα απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, σε μια εποχή που στο προσκήνιο άρχιζε να εμφανίζεται η βουλγαρική εθνική ιδέα.

Από αυτήν τη στιγμή (1854) και μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (1989) οι προστριβές με τη Βουλγαρία θα είναι ένα μόνιμο φαινόμενο που θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη βαλκανική.

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται και το Κίνημα των Σλαβόφιλων και αργότερα των Πανσλαβιστών-.

Η Ρωσία έστρεψε την προσοχή της στους υπόδουλους Σλαύους, αναθεωρώντας μια βασική αρχή της πολιτικής της: αντί να αγωνίζεται πλέον για τους ορθόδοξους χριστιανούς, στο μέλλον, θα προωθούσε τα συμφέροντα των Χριστιανών Σλαύων.

Βασικός της γεωπολιτικός στόχος ήταν να «βγει» στις θερμές θάλασσες και πίστευε, πλέον, πως θα μπορούσε να το πετύχει καλύτερα και αποτελεσματικότερα με τους σλάβους χριστιανούς.

Εκτός, όμως, από τη ρωσική πολιτική, τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου, εμφανίσθηκαν σαν καταλύτης και στην πολιτική της Σερβικής Ηγεμονίας και των εθνικιστών Βουλγάρων. Η γιουγκοσλαβική ενωτική εθνική κίνηση άρχισε να ενδιαφέρεται και για τη Μακεδονία- τουλάχιστον για τις βορειότερες περιοχές της, όπως και οι βούλγαροι εθνικιστές..

Την εποχή, όμως, εκείνη τα σχέδια αυτά μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα μπορούσαν να έχουν.

Οι Έλληνες με την περιορισμένη γνώση των πολιτικών εξελίξεων που σημειώνονταν στη βόρεια Βαλκανική, συνέχιζαν να εμμένουν στο δόγμα ότι η Μακεδονία ολόκληρη, έπρεπε να περιληφθεί στο μελλοντικό διευρυμένο ελληνικό κράτος.

Σέρβοι και Βούλγαροι αρχίζουν να δραστηριοποιούνται αλλά και ο Ελληνισμός δεν παρέμενε αδρανής. Δημιουργήθηκαν νέα προξενεία αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι ενισχύθηκαν από τις ντόπιες παραδοσιακές δυνάμεις του Ελληνισμού-δασκάλους, δημογέροντες, εμπόρους, κληρικούς- καθώς και από τη νέα γενιά των επιστημόνων που, αφού σπούδασαν ή έζησαν ένα διάστημα στο βασίλειο, άρχισαν να επιστρέφουν στις γενέτειρές τους. Ποτισμένοι με το εθνικιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην πρωτεύουσα οι νέοι αυτοί διαμόρφωναν σιγά σιγά πυρήνες εθνικής δράσης στις πόλεις και κωμοπόλεις όπου είχαν εγκατασταθεί.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1875-1878) ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Στη δεκαετία του 1860, τον Ελληνισμό της Μακεδονίας άρχισε να απασχολεί, ολοένα και εντονότερα, η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού.

Αρχικά, η προβολή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας γινόταν με αιτήματα καθαρά εκκλησιαστικής μορφής, όπως τη χρησιμοποίηση της σλαβονικής στην εκκλησία και την αντικατάσταση Ελλήνων αρχιερέων με Βουλγάρους.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η διένεξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την ίδρυση ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας και η εξάπλωση της ιδεολογίας του Πανσλαβισμού μέσω Ρώσων διανοουμένων, κληρικών και προξενικών υπαλλήλων, προσέδωσαν στα αιτήματα των βουλγαριστών της Μακεδονίας σαφή εθνική χροιά.

Όπως ήταν φυσικό επακολούθησε ελληνική αντίδραση που έμελλε να διχάσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας για αρκετές δεκαετίες.

Η διένεξη πήρε πολλές και ποικίλες διαστάσεις, εξαιτίας της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που εμφάνιζε η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Πραγματικά, η εξακρίβωση της εθνικής ταυτότητας του χριστιανικού πληθυσμού- που αποτελούσε τα δύο τρίτα του συνόλου- υπήρξε πρόβλημα δυσεπίλυτο, που δίχασε επιστήμονες και πολιτικούς.

Ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μεγάλη μάζα του αγροτικού χριστιανικού πληθυσμού, παρά την ποικιλία των γλωσσών που μιλούσε, δεν είχε σαφή εθνικό προσανατολισμό. Γι αυτό και η θρησκεία παρέμενε όχι μόνο το κύριο διαφοροποιό γνώρισμα μέσα στην οθωμανική κοινωνία, αλλά και στοιχείο μορφοποιητικό της εκκολαπτόμενης εθνικής συνείδησης.

Πάντως, ως το 1870 -όταν ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία- οι μη ελληνόφωνες χριστιανικές μάζες που βρίσκονταν πλησιέστερα προς τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι Έλληνες, ταυτίζονταν με τον Ελληνισμό. Και αυτό, όχι μόνο γιατί συντηρούσαν μόνοι τους ελληνικά σχολεία και τελούσαν τη θεία λειτουργία στα ελληνικά, αλλά και γιατί συμμετείχαν ενεργά στους διάφορους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.


ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και την εξαγγελία των μεταρρυθμίσεων του Χάτι Χουμαγιούν, οι Βούλγαροι ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με την ίδρυση ανεξάρτητης Εκκλησίας τους και τον προσδιορισμό των ορίων της δικαιοδοσίας της στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Στις 27 Φεβρουαρίου/ 11 Μαρτίου 1870, με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εκκλησία. Στο ίδιο φιρμάνι υπήρχε διάταξη που επέτρεπε την προσθήκη και άλλων μητροπόλεων στην Εξαρχία, εφόσον τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων της περιφέρειας εκδήλωναν σχετική επιθυμία.

Η τελευταία αυτή διάταξη άνοιγε έδαφος για οξύτατο φυλετικό ανταγωνισμό, που εξυπηρετούσε τα σχέδια της Οθωμανικής κυβέρνησης, αφού θα απέκλειε πλέον τη μελλοντική σύμπραξη των δύο χριστιανικών εθνοτήτων.

Έτσι, όταν κάθε προσπάθεια για συμφιλίωση απέτυχε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1872 κήρυξε την εξαρχία σχισματική.

Από τη στιγμή εκείνη η ελληνοβουλγαρική διένεξη στις διαφιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας (και της Θράκης), έμπαινε στη φάση του ανοικτού ανταγωνισμού.

Η δραστηριοποίηση του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης και ιδίως η ίδρυση νέου στο Μοναστήρι το 1861, έδωσε μεγάλη ώθηση στη βουλγαρική κίνηση.

Για πρώτη φορά οι Βούλγαροι της βόρειας Μακεδονίας αποκτούσαν τον τοπικό «προστάτη» τους στο πρόσωπο του εκπροσώπου της σλαβικής Ρωσίας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχισθεί χωρίς σοβαρούς κινδύνους για τη θέση του Ελληνισμού. Γι αυτό και οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν ενεργότερη ανάμιξη του ελεύθερου ελληνικού κέντρου στα μακεδονικά πράγματα.

Στις εισηγήσεις τους ζητούσαν να διαγραφεί η βόρεια Μακεδονία, ως αναμφισβήτητα σλαβική, να ενισχυθεί η εκπαιδευτική, εκκλησιαστική και εθνική δραστηριότητα στην κεντρική ζώνη, και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σλαβόφωνες και βλαχόφωνες κοινότητες της Πελαγονίας που αποτελούσαν τη γραμμή των πρόσω του Ελληνισμού.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1875-1878
Τον Απρίλιο του 1877, κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Σε διάστημα εννέα μηνών τα ρωσικά στρατεύματα έφθασαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στις 3 Μαρτίου στον Άγιο Στέφανο, επέβαλαν στους Τούρκους τη σύναψη ειρήνης.

Η πλέον διαφιλονικούμενη διάταξη της Συνθήκης αυτής υπήρξε η ίδρυση ενός τεράστιου ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους που θα περιλάμβανε και το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας, με εξαίρεση τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχίες Κοζάνης και Σερβίων.

Η αναθεώρηση των όρων της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου πραγματοποιήθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου- 13 Ιουλίου 1878). Οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ριζικό περιορισμό των απαιτήσεών τους.

Τελικά η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής στο Σουλτάνο, αλλά νότια, από τον Αίμο και ως τη Ροδόπη, συστήθηκε η Ανατολική Ρωμυλία, επαρχία αυτοδιοικούμενη με Χριστιανό διοικητή.

Ολόκληρη η Μακεδονία παρέμεινε στην Τουρκία.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Την αναγγελία των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου οι Έλληνες την υποδέχτηκαν με ανακούφιση ενώ οι Βούλγαροι είδαν με απογοήτευση το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας να χάνεται.

Πρώτη τους αντίδραση υπήρξε ο ένοπλος αγώνας.
Μετά την αποτυχία της προσπάθειας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το δικό της σχέδιο για την ενίσχυση του Ελληνισμού.

Πρώτος αντικειμενικός σκοπός υπήρξε η ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, στη συνέχεια η ενίσχυση της Εκκλησίας, η οικονομική ισχυροποίηση της θέσης των Ελλήνων της Μακεδονίας , χωρίς να αγνοηθεί ο τομέας της πληροφόρησης.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897
Το 1885, μετά από προσπάθειες μιας επταετίας, οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να προσαρτήσουν με πολιτικοστρατιωτικό πραξικόπημα την Ανατολική Ρωμυλία(6/18 Σεπτεμβρίου 1885).

Το εγχείρημα συγκλόνισε Έλληνες και Σέρβους, που θεώρησαν τη βουλγαρική ενέργεια στοιχείο ανατροπής της ισορροπίας στη Βαλκανική και αφετηρία νέας εξόρμησης, αυτήν τη φορά προς τη Μακεδονία. Το ηθικό των Βουλγαρομακεδόνων αναπτερώθηκε, γιατί η βουλγαρική ηγεμονία πρόβαλλε στα μάτια των υπόδουλων χριστιανών ως η ανερχόμενη βαλκανική δύναμη.

Την εποχή εκείνη ο όρος «Μακεδόνας» δεν είχε εθνική αλλά γεωγραφική έννοια.

Το 1893 ιδρύθηκε στη Ρέσνα η «Μυστική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», η οποία αργότερα, το 1896, μετονομάσθηκε σε «Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», γνωστή σαν ΕΜΕΟ.

Την ίδια εποχή στη βουλγαρική ηγεμονία, οι πολυπληθείς βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις κατόρθωσαν το 1894 να συνενωθούν και να συστήσουν μια Ανώτατη Επιτροπή-Βερχόβεν Κομιτέτ- όλων των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που θα κατεύθυνε τον αγώνα στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Τη στιγμή που άρχισε να διαγράφεται η μεγάλη βουλγαρική εξόρμηση στη Μακεδονία, ο Ελληνισμός βρέθηκε με τις δυνάμεις του διχασμένες, οικονομικά ασθενής και διπλωματικά απομονωμένος. Από την κυβέρνηση η πρωτοβουλία περιήλθε στους ιδιώτες.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ο αντίκτυπος της ήττας του 1897 έγινε διπλά αισθητός στο μακεδονικό Ελληνισμό. Η παντοδυναμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνικού κλήρου είχε σοβαρά εξασθενίσει όχι μόνο από την εμφάνιση της αντίπαλης βουλγαρικής Εκκλησίας αλλά και από τη φαλκίδευση των προνομίων που επέβαλε η Πύλη.

Επιπλέον, το απόλυτο κύρος που έχαιρε το ανεξάρτητο ορθόδοξο ελληνικό κράτος- τουλάχιστον μέχρι την Ανατολική κρίση του 1875-1878- είχε μειωθεί και αυτό αισθητά καθώς στο προσκήνιο εμφανίσθηκαν δυναμικά και άλλα βαλκανικά χριστιανικά κράτη, ικανά να προσφέρουν στους υπόδουλους βοήθεια ή ελπίδα για μελλοντική απελευθέρωση.

Στην πράξη, οι βουλγαρικές επιδιώξεις στη Μακεδονία δεν μπόρεσαν να προωθηθούν γρήγορα, εξαιτίας, κυρίως, των διενέξεων των βουλγαρομακεδονικών επιτροπών ενιαίας γραμμής μεταξύ βουλγαρικής κυβέρνησης και κομιτάτων.

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ
Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να προσαρμόσει την αντίδρασή της στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η βουλγαρική εξόρμηση.

Αυτό, όμως που αρνήθηκε να πράξει το επίσημο ελληνικό κράτος ανέλαβε να το υλοποιήσει ο Γερμανός Καραβαγγέλης, μητροπολίτης Καστοριάς.

Εκτός των άλλων πέτυχε να αποσπάσει από το κομιτάτο τους σλαβόφωνους οπλαρχηγούς Κώτα από τη Ρούλια και Βαγγέλη από το Στρέμπενο, και με τον τρόπο αυτό απέκτησε την πρώτη ένοπλη δύναμη στην περιοχή Κορεστίων.

Η ελληνική, όμως, κυβέρνηση συνέχιζε την παθητική πολιτική. Στο μεταξύ, οι φωνές απόγνωσης και οι εκκλήσεις από το εσωτερικό της Μακεδονίας πολλαπλασιάζονταν.

Αποδέκτες στην Αθήνα των αιτημάτων των Μακεδόνων Ελλήνων ήταν, κυρίως, παράγοντες της ελληνικής πολιτικής, στρατιωτικής, επιστημονικής και δημοσιογραφικής κοινωνίας, οι οποίοι από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας, είχαν πυκνές διασυνδέσεις με το εσωτερικό της Μακεδονίας.

Καθώς, όμως, οι παράγοντες αυτοί, στην περίοδο 1898-1903, έφεραν δίκαια ή άδικα το στίγμα της αποτυχίας του ΄97, προσπάθησαν μόνοι τους να βοηθήσουν αυτούς που ήδη αγωνίζονταν στη Μακεδονία.

Μια ομάδα αξιωματικών και πολιτών, γύρω από την οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, άρχισε να δραστηριοποιείται. Ο γαμπρός του Στέφανου, Παύλος Μελάς, μαζί με άλλους συναδέλφους του πέτυχαν να στείλουν στον Καραβαγγέλη, την άνοιξη του 1903 την πρώτη ένοπλη ομάδα.

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ
Όλες αυτές οι δραστηριότητες δε στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν την κρατική μηχανή.

Οι επαναστατικές, όμως, ενέργειες των Βουλγάρων κατά το 1903 προκάλεσαν την ενεργό επέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στις μακεδονικές υποθέσεις.

Από κει και πέρα ήταν αδύνατον πλέον για την ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει αδρανής.

Τον Οκτώβριο του 1902 μεγάλα βουλγαρικά σώματα εισέδυσαν από τη βουλγαρική ηγεμονία στη βορειοανατολική και δυτική Μακεδονία όπου, σε συνεργασία με ντόπια βουλγαρομακεδονικά σώματα, προσπάθησαν να εξεγείρουν σε επανάσταση τον πληθυσμό.

Η πρωτοβουλία αυτή οφειλόταν σε ενέργειες του Ανώτατου Κομιτάτου της Σόφιας, το οποίο δεν είχε εξασφαλίσει τη συνδρομή της ΕΜΕΟ.

Η έγκαιρη κινητοποίηση του τουρκικού στρατού γρήγορα εξουδετέρωσε τις επαναστατικές ενέργειες.

Την άνοιξη του 1903, χωρίς εξουσιοδότηση από καμιά οργάνωση, προκλήθηκαν εκτεταμένες δολιοφθορές μέσα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της.

Ανάμεσα στους κυριότερους στόχους υπήρξαν το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας που ανατινάχθηκε, το ατμόπλοιο «Guadalquivir» που βυθίστηκε στον κόλπο της Θεσσαλονίκης και το σιδηροδρομικό και τηλεγραφικό δίκτυο που διακόπηκε σε διάφορα τμήματα της κεντρικής Μακεδονίας.

Οι τρομοκράτες επεδίωκαν τη δημιουργία εντυπώσεων παρά την πρόκληση γενικής εξέγερσης.

Οι Τούρκοι, όμως, αντέδρασαν με βίαια κατασταλτικά μέσα.

Μάταια οι ελληνικές αρχές προσπαθούσαν να αφυπνίσουν τις τουρκικές ώστε να προστατευθούν οι ελληνικές κοινότητες και οι μικτοί πληθυσμοί από τη διείσδυση στο χώρο τους της βουλγαρικής επαναστατικής ιδέας.

Έτσι, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλι-ντεν) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, με εντολή της ηγεσίας της ΕΜΕΟ, ξέσπασε η ένοπλη εξέγερση.

Το κύριο βάρος της προσπάθειας έπεσε στις επαρχίες της δυτικής και βόρειας Μακεδονίας, ενώ η κεντρική και ανατολική Μακεδονία παρέμειναν ουσιαστικά αμέτοχες, όπως επίσης και η αμιγώς ελληνόφωνη νότια ζώνη.

Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι πήραν μέρος στην εξέγερση σχισματικές και πατριαρχικές κοινότητες, σλαβόφωνες και βλαχόφωνες, άσχετα αν στην ενέργειά τους αυτή οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή με τη βία.

Από την πρώτη στιγμή οι Βούλγαροι προσπάθησαν να δώσουν και κοινωνικό περιεχόμενο στον αγώνα, κτυπώντας, εκτός από τις μικρές τουρκικές φρουρές, και τα τσιφλίκια και τα περιουσιακά στοιχεία των τούρκων μπέηδων.

Ταυτόχρονα, όμως, στράφηκαν και εναντίον των ηγετών του ελληνικού πληθυσμού, πολλούς από τους οποίους εκτέλεσαν ή εξανάγκασαν να καταφύγουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Όταν, όμως, ο τουρκικός στρατός ανασυντάχθηκε και άρχισε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις, η καταστροφή υπήρξε γενική.

Με μεθοδικότητα, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε Βουλγάρους ή Έλληνες, σε επαναστάτες ή παρασυρθέντες και εκβιασθέντες χωρικούς, οι τούρκοι εφήρμοσαν μέτρα γενοκτονίας.

Όταν έγινε ο απολογισμός, ο μακεδονικός ελληνισμός καταμετρούσε νέες εκατόμβες μαρτύρων.

Όσο για τους Βουλγάρους, η εξόντωση σπουδαίων οπλαρχηγών, η διάλυση πολλών σωμάτων, η σύλληψη εκατοντάδων στελεχών στα χωριά και στις πόλεις, έδωσαν αρχικά την εντύπωση ότι ο αγώνας τους στη Μακεδονία δέχθηκε σκληρό κτύπημα.

Η εξέγερση, όμως, του Ίλιντεν πέτυχε να προωθήσει τις βουλγαρικές θέσεις για μια πολιτική λύση του ζητήματος.

Χωρίς αμφιβολία, οι επαναστατικές κινητοποιήσεις του μακεδονικού πληθυσμού από τις βουλγαρικές οργανώσεις πρόβαλε με πειστικότητα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις το αίτημα για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.

Η ΕΝΟΠΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Η ένοπλη τροπή που πήραν τα γεγονότα της Μακεδονίας μέσα στο 1903 αναστάτωσε την ελληνική κοινή γνώμη.

Το ενδεχόμενο μελλοντικής ανακατανομής των διοικητικών ορίων πάνω σε ασαφείς εθνολογικές βάσεις, οδήγησε στην άρση των επιφυλάξεων των κυβερνητικών παραγόντων στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Θεοτόκη αποφάσισε να δράσει.

Πρώτη της ενέργεια υπήρξε η αποστολή στη δυτική Μακεδονία τετραμελούς ομάδας αξιωματικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς.

Η ομάδα αυτή μελέτησε την κατάσταση και εισηγήθηκε στην κυβέρνηση, ανάμεσα σε άλλα, και την αποστολή ένοπλων σωμάτων.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να στελεχώσει το προξενείο στη Θεσσαλονίκη με ικανούς διπλωμάτες, τους οποίους πλαισίωσε με αξιωματικούς του στρατού.

Για τη θέση του γενικού προξένου Θεσσαλονίκης επελέγη ο Λάμπρος Κορομηλάς, με ευρύτατες αρμοδιότητες.

Παράλληλα, σε στενή συνεργασία ιδιωτών και κυβέρνησης ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο», με πρόεδρο το διευθυντή της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτρη Καλαποθάκη. Σκοπός του Κομιτάτου ήταν η οργάνωση ένοπλου αγώνα στη Μακεδονία, και, θεωρητικά, και σε άλλες υπόδουλες επαρχίες της Τουρκίας.

Η προσοχή του Κομιτάτου στράφηκε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία όπου ο κίνδυνος είχε εμφανισθεί αμεσότερος κατά τα γεγονότα του Ίλιντεν. Στην ίδια, όμως, περιοχή υπήρχε κάποια προεργασία, χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη Γερμανού, της μυστικής οργάνωσης «Άμυνα», και μερικών μικρών σωμάτων ντόπιων οπλαρχηγών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στα τέλη Αυγούστου 1904, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αποστολή συγκροτημένου σώματος υπο τον Παύλο Μελά, ο οποίος, ως Γενικός Αρχηγός Δυτικής Μακεδονίας έθετε υπο την καθοδήγησή του όλες τις σκόρπιες ένοπλες ομάδες.

Η δράση του Μελά, όμως, δεν διάρκεσε παρά μόνο ενάμιση μήνα, αφού στις 13/26 Οκτωβρίου, το σώμα περικυκλώθηκε από τουρκικό στρατό στο χωριό Στάτιστα (σημ. Μελά) της Καστοριάς και ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας έξοδο. Τη θέση του Μελά ανέλαβε ο Κρητικός υπολοχαγός Γεώργιος Τσόντος.

Και οι δύο πλευρές- βουλγαρική και ελληνική- ελίσσονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να στρέψουν τον Τούρκο κατά του αντιπάλου τους.

Για τα ελληνικά σώματα, ο αγώνας πολλές φορές εξελισσόταν σε τριμέτωπο, καθώς, σε ορισμένες περιοχές, κυρίως της κεντρικής Μακεδονίας, νομάδες κτηνοτρόφοι Βλάχοι, που είχαν ασπασθεί τη ρουμανική ιδέα, ευθυγραμμίζονταν με τους Βουλγάρους. Η ζημιά που προκάλεσαν οι ρουμανίζοντες στον ελληνικό αγώνα ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μικρό τους αριθμό.


Τελείως αντίθετη ήταν η στάση που τήρησαν οι Βλάχοι των πόλεων, κωμοπόλεων και της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωριών της βόρειας Μακεδονίας, οι οποίοι αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής άμυνας σε όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ζωτική περιοχή του αγώνα υπήρξε η ελώδης λίμνη των Γιαννιτσών, όπου σε ολόκληρη σχεδόν τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα έλαβε χώρα ένας περίεργος, όσο και σκληρός πεζοναυτικός πόλεμος για την εξασφάλιση του ελέγχου της κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, συνηθέστερη μορφή επιχειρήσεων ήταν η επιδρομή σε κατοικημένους τόπους για την τιμωρία καταδοτών, τον εκφοβισμό των αντιπάλων ή την εκτέλεση στελεχών του Κομιτάτου.

Προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα (1907-1908) το βουλγαρικό κίνημα είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημεία κάμψεως.

Από τη μια πλευρά στην ακρότατη βόρεια Μακεδονία η σερβική Οργάνωση είχε παρουσιάσει έντονη δραστηριότητα, αμφισβητώντας από τους Βουλγάρους την πρωτοβουλία των κινήσεων, από την άλλη, οι οξύτατες διενέξεις μέσα στους κόλπους του βουλγαρικού κινήματος, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους οπαδούς του Ανώτατου Κομιτάτου (βερχοβιστές) και στην αριστερή μερίδα των οπαδών της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), είχαν μετατραπεί σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο.

Η αποξένωση, μιας μερίδας έστω, αγωνιστών από τα κέντρα απόφασης του βουλγαρικού κινήματος έγινε σαφέστερη, καθώς το παλαιό προπαγανδιστικό σύνθημα της αυτονομίας, μετατράπηκε γι αυτούς σε αυτοσκοπό του αγώνα τους.

Δηλαδή, για λόγους καθαρά τακτικής, οι Βούλγαροι δεν έλεγαν πως θέλουν τη Μακεδονία βουλγαρική αλλά ζητούσαν την αυτονομία της ως πρώτο βήμα. Η αριστερή τάση της ΕΜΕΟ, έκανε αυτοσκοπό την αυτονομία και για λόγους προσωπικών αντιπαραθέσεων.

Ο Μακεδονικός αγώνας πέρασε στην ιστορία σαν ένας από τους πιο κρίσιμους αγώνες που διεξήγαγε ο Ελληνισμός για την εθνική του ολοκλήρωση.

Γι αυτό δίκαια αναγνωρίζεται σαν ο «Τρίτος Αγώνας της Ανεξαρτησίας», μετά την Επανάσταση τους 1821 και τον Κρητικό Αγώνα.

Παρά τις προβλέψεις ξένων παρατηρητών που είχαν εντυπωσιασθεί από τη βουλγαρική δραστηριότητα στη Μακεδονία ως το 1904, ο αγώνας των Ελλήνων υπήρξε επιτυχής.

Όπως σημειώνει και ο Άγγλος ιστορικός του Μακεδονικού Αγώνα Douglas Dakin, η επιτυχία τους μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι αγωνίσθηκαν κυρίως σε περιοχή όπου ζούσε φιλικά προσκείμενος και συγγενής πληθυσμός, βαθιά προσηλωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική ιδέα, ανεξάρτητα αν δεν μιλούσε πάντα την ελληνική γλώσσα.

Αυτήν την ιδέα που πρέπει να επανακαλύψουμε.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Παρά, λοιπόν, τα αίμα που χύθηκε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις επέσπευσαν την προσέγγιση των βαλκανικών χριστιανικών κρατών.

Το Μάρτιο του 1912 Σέρβοι και Βούλγαροι συμφώνησαν στη σύναψη συμμαχίας, που στρέφονταν βασικά κατά της Τουρκίας.

Από την πλευρά του ο Βενιζέλος είχε έγκαιρα αισθανθεί τους κινδύνους μιας μονομερούς σερβο-βουλγαρικής ενέργειας. Γι αυτό προσπάθησε από το 1911 να έρθει σε συνεννόηση με τους Βουλγάρους, οι οποίοι επιδίωκαν δέσμευση της Ελλάδας για την ίδρυση αυτόνομου μακεδονικού κράτους, που στην πραγματικότητα θα ελεγχόταν από τη Σόφια.

Τελικά οι δύο κυβερνήσεις συμφώνησαν να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας (30 Μαίου 1912) χωρίς να αναφερθούν στη μελλοντική τύχη των μακεδονικών εδαφών.

Στην απόφασή τους αυτή οι Βούλγαροι οδηγήθηκαν από υπέρμετρη αυτοπεποίθηση στη στρατιωτική τους ισχύ.

Η στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας αποδείχθηκε πλεονέκτημα καθώς η υποτίμηση της ελληνικής ισχύος από τους Βουλγάρους άφησε στις ελληνικές δυνάμεις ελεύθερο πεδίο δράσης στη νότια Μακεδονία.

Η νοοτροπία αυτή δεν εγκατέλειψε τους Βουλγάρους ούτε και όταν, στις αρχές Οκτωβρίου, άρχισαν οι συνδυασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των βαλκανικών κρατών.

Το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού στρατού είχε στραφεί προς τη Θράκη, με κύρια επιδίωξη την Κωνσταντινούπολη.

Με τις αλλεπάλληλες όμως νίκες του ελληνικού στρατού και τη γοργή, σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, προέλασή τους στην καρδιά της Μακεδονίας, το βουλγαρικό επιτελείο επέσπευσε την προέλαση προς νότο μιας μεραρχίας για να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη.

Η κίνηση αυτή έγινε έγκαιρα γνωστή στην Αθήνα και παρά την προτίμηση του αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου να συνεχίσει την προέλαση του στρατού προς βορρά, ο Βενιζέλος επέμεινε στην άμεση κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, ώρες μόνο πριν την άφιξη των Βουλγάρων.

Αυτός ήταν ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος τα αποτελέσματα του οποίου αμφισβήτησαν οι Βούλγαροι και οδήγησαν τις εξελίξεις στο Δεύτερο Βαλκανικό.

Τώρα, οι Βούλγαροι πολεμούσαν εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστρεπτικό για τους Βουλγάρους.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) τερμάτισε το Β! Βαλκανικό Πόλεμο και οριστικοποίησε τα σύνορα των τριών βαλκανικών χωρών στη Μακεδονία.

Κατά περίεργη σύμπτωση, η νότια περιοχή που περιήλθε στην Ελλάδα ταυτιζόταν περίπου προς τα όρια της «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη μια μικρή λωρίδα που παρέμεινε εντός της σερβικής και βουλγαρικής περιοχής.

Στη νότια αυτή ζώνη περιλαμβάνονταν, εκτός από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, και οι μεγαλύτερες μάζες των σλαβόφωνων κατοίκων που είχαν διατηρήσει την ελληνική τους εθνική συνείδηση.

Ωστόσο, σημαντικοί αριθμητικά ελληνικοί πληθυσμοί παρέμειναν αποκλεισμένοι στη σερβική και βουλγαρική Μακεδονία, από όπου αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην ελληνική Μακεδονία αφήνοντας πίσω ελάχιστα υπολείμματα ελληνικών εστιών.

Το ίδιο συνέβη και στο νότο με τις πληθυσμιακές μάζες που είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο τίτλος του άρθρου είναι τίτλος σε ένα σύντομο πόνημα του Γιώργου Βαφόπουλου για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: Ανιχνεύσεις

Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν (Τρότσκι) για το Μακεδονικό ζήτημα

Σχόλιο MacedonianAncestry: Νομίζω πως έχει γίνει κάποιο λάθος στο ποιος κάνει τις ερωτήσεις και ποιος τις απαντήσεις. Σε μια συνέντευξη το λογικό είναι να απαντάει ένα σπουδαίο πρόσωπο στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου όχι το ανάποδο :P… Εδώ όμως βλέπουμε το αντίθετο… Προφανώς αυτός που έκανε την μετάφραση μπερδεύτηκε στην αρχή και μετά τα πήρε όλα σβάρνα… δεν εξηγείται αλλιώς…

Ανανέωση: Σε ερώτηση που δημοσιεύτηκε στο φόρουμ της πηγής η οποία ζητούσε την αρχική πηγή, η απάντηση ήταν η εξής: Το αντίγραφο της συζήτησης βρέθηκε στο αρχείο του γνωστού τροτσκιστή James P. Cannon. Το πρωτότυπο ήταν στα γερμανικά και συνοδευόταν από το εξής εισαγωγικό σημείωμα του Τρότσκι, με ημερομηνία 15 Ιουνίου, 1932: “Τα εσωκλειόμενα πρακτικά μιας συζήτησης μεταξύ μεμονωμένων συντρόφων αποτελεί μόνο ένα συνοπτικό περίγραμμα και θάναι χρήσιμο πληροφοριακά για τα τμήματα της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Επειδή το αντίγραφο είναι ανολοκλήρωτο, δεν θάπρεπε να προσδοθεί ιδιαίτερο βάρος σε κάθε συγκεκριμένη φράση και κάθε μεμονωμένη διατύπωση που εμπεριέχει”… Επίσης σε άλλο σχόλιο προστέθηκε και το εξής link: http://www.marxists.org/makedonski/index.htm

Divider
Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν (Τρότσκι) για το Μακεδονικό ζήτημα – Μια συζήτηση του Τρότσκι με την Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα.

Το αντίγραφο αυτής της συζήτησης που είχε ο Τρότσκι με ηγετικό στέλεχος της ομάδας των Αρχειο-μαρξιστών στην Ελλάδα προετοιμάστηκε για να κυκλοφορήσει στη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση στα μέσα του 1932 σαν προκαταρκτική εργασία για την πρώτη παγκόσμια συνδιάσκεψη της Αριστερής Αντιπολίτευσης, που διεξάχθηκε το Φεβρουάριο του 1933. Δεν έχει, από όσο είναι γνωστό, δημοσιευθεί στα ελληνικά. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο Intercontinental Press της 30 Αυγούστου 1976 απ’ όπου και έχει μεταφραστεί.

Από το πλήρες ντοκουμέντο η ομάδα Σπάρτακος παρουσίασε μόνο εκείνα τα κομμάτια που αφορούν το μειονοτικό ζήτημα, τα οποία και παραθέτουμε. Είναι και εδώ εμφανής ο ρόλος της Αριστεράς, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους οργάνωσε και ποδηγέτησε το Μακεδονικό ζήτημα.  Ακόμη κι έτσι όμως, η συζήτηση αυτή αποδεικνύει πως “Μακεδονικό έθνος” ουδέποτε υπήρξε, αλλά κατασκευάστηκε για να στηρίξει τα σχέδια της Σοβιετικής Ένωσης και της εβραιοκρατούμενης Αριστεράς.

ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: Δεν έχεις πει τίποτα για το εθνικό ζήτημα. Τι άποψη έχετε για τη Μακεδονία και τις μειονότητες;

ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ: Το συνέδριό μας πήρε απόφαση ενάντια στο σύνθημα για ανεξαρτησία της Μακεδονίας, που είχε υιοθετήσει το κόμμα το 1925.

Λ.Τ.: Γιατί;
Α.Μ.: Προέκυψε μετά την πλήρη ανταλλαγή πληθυσμών Ελλήνων, Τούρκων και Βουλγάρων. Η βουλγαρική Μακεδονία αποτελούνταν στο 90% από Βούλγαρους, η ελληνική Μακεδονία από 90% Ελληνες, η σερβική Μακεδονία το ίδιο. Αν εξαιρέσουμε την εβραϊκή μειονότητα, η οποία μένει μόνο στις πόλεις, όλοι στην επαρχία είναι Ελληνες από την Μικρά Ασία και την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Λ.Τ.: Γιατί πρόβαλε το κόμμα το σύνθημα για ανεξαρτησία της Μακεδονίας;

Α.Μ.: Ο Manouilsky και ο Kolarov επέμεναν σ’ αυτό. Την εποχή εκείνη, το βουλγαρικό κόμμα είχε συμμαχήσει με τους Βούλγαρους εθνικιστές, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν “Μακεδόνες”, ελπίζοντας να τους κερδίσουν με το μέρος τους. Σ’ αυτή τη βάση ήταν που προβλήθηκε το σύνθημα για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας. Όμως οι “Μακεδόνες”, υπό την ηγεσία του Zankov, έστρεψαν αμέσως τα πυρά τους κατά των κομμουνιστών.

Λ.Τ.: Μήπως θάπρεπε νάναι ζήτημα ανεξαρτησίας της Μακεδονίας συνολικά;

Α.Μ.: Ναι.
Λ.Τ.: Δεν είμαι σίγουρος αν είναι συνετό να απορρίψουμε αυτό το σύνθημα. Δεν μπορούμε να λέμε ότι είμαστε αντίθετοι επειδή θα το απορρίψει ο κόσμος που τον αφορά. Πρέπει να του ζητηθεί η άποψή του. Οι “Βούλγαροι” αντιπροσωπεύουν ένα καταπιεσμένο στρώμα. Εμείς πρέπει να εξηγήσουμε ότι ο πληθυσμός έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος για ό,τι τον αφορά. Αν η κυβέρνηση απορρίψει το δημοψήφισμα, τότε πρέπει να παλέψουμε ενάντια σ’ αυτή την απόφαση. Αν η καταπιεσμένη εθνότητα εξεγερθεί ενάντια στην κυβέρνηση, τότε πρέπει να τους υποστηρίξουμε. Με μια τέτοια γλώσσα πρέπει να μιλάμε. Και αν οι Μακεδόνες Έλληνες διακηρύξουν την αντίθεσή τους στην κυβέρνηση της Αθήνας, απαιτώντας την ανεξαρτησία τους, εμείς θα εναντιωνόμαστε δογματικά; Αμφιβάλω. Ωστόσο, δεν γνωρίζω αρκετά καλά το ζήτημα, μιας και με απασχόλησε το μακεδονικό ζήτημα μόνο το 1913.

Α.Μ.: Η Κομμουνιστική Διεθνής εγκατέλειψε αυτό το σύνθημα γιατί είχε καταντήσει απραγματοποίητο. Η Μακεδονία δεν αποτελεί μια ομοιόμορφη εθνική ολότητα.

Λ.Τ.: Μα μήτε και η Ελλάδα. Γιατί να μη μπορεί η Μακεδονία να υπάρξει με τον ίδιο τρόπο σαν μια αυτόνομη ένωση με διαφορετικές εθνικότητες; Ο πληθυσμός πρέπει να εκφράσει την άποψή του πάνω σ’ αυτό το θέμα μέσα από ένα δημοψήφισμα.

Α.Μ.: Ποιες δυνάμεις θα υποστήριζαν κάτι τέτοιο;

Λ.Τ.: Δεν είναι δικό μας καθήκον να οργανώνουμε εθνικιστικές εξεγέρσεις. Απλώς λέμε πως αν το ζητήσουν οι Μακεδόνες, εμείς θα πάρουμε το μέρος τους, πως θάπρεπε να τους δινόταν η δυνατότητα να αποφασίσουν, και ότι επίσης θα υποστηρίξουμε την απόφασή τους. Αυτό που με ενοχλεί δεν είναι τόσο το ζήτημα των Μακεδόνων αγροτών, αλλά περισσότερο το κατά πόσο υπάρχει λίγο σωβινιστικό δηλητήριο στους Έλληνες εργάτες. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Για μας, που είμαστε υπέρ μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας σοβιετικών κρατών, είναι αδιάφορο το αν η Μακεδονία ανήκει σ’ αυτή την ομοσπονδία σαν αυτόνομη ολότητα ή σαν τμήμα ενός άλλου κράτους.Όμως, αν οι Μακεδόνες καταπιέζονται από την αστική κυβέρνηση, ή νιώθουν ότι καταπιέζονται, πρέπει να τους υποστηρίξουμε.

Λ.Τ.: Υπάρχει κίνημα Μακεδόνων στην Ελλάδα υπέρ της αυτονομίας;

Α.Μ.: Όχι.
Λ.Τ.: Στη Σόφια υπάρχει μια Μακεδονική Επιτροπή που υποστηρίζεται, βέβαια, από την κυβέρνηση. Ωστόσο, στη Βιέννη υπήρχε (και συνεχίζει να υπάρχει;) στα χρόνια 1929-1930, μια μακεδονική εφημερίδα που εκδιδόταν από μια επιτροπή υποστηριζόμενη από την Κομμουνιστική Διεθνή. Τι προτείνετε εσεις για τα Βαλκάνια στο σύνολό τους;

Α.Μ.: Μια σοβιετική ομοσπονδία.
Λ.Τ.: Και το κόμμα;
Α.Μ.: Μια σοβιετική Ελλάδα. Δεν λένε τίποτε για μια βαλκανική ομοσπονδία σοβιετικών κρατών. Το κόμμα επικρίνει το σύνθημά μας για μια ομοσπονδία, γιατί ισχυρίζονται ότι το χρησιμοποιούμε για να κρύψουμε το γεγονός ότι είμαστε αντίθετοι με μια σοβιετική Ελλάδα.

Λ.Τ.: Πριν τον πόλεμο υπήρχαν οι Τesniaki (αριστεροί σοσιαλδημοκράτες) στη Βουλγαρία, οι οποίοι υποστήριζαν μια βαλκανική ομοσπονδία. Την εποχή εκείνη, το σύνθημα αυτό έπαιξε ένα μεγάλο ρόλο. Το υιοθετήσαμε αν και αυτό που πρότειναν ήταν μια (αστική) δημοκρατική ομοσπονδία. Είναι πια φανερό ότι δεν υπάρχει καμιά δημοκρατική δύναμη στα Βαλκάνια ικανή να πραγματοποιήσει μια τέτοια ομοσπονδία. Μάλλον είναι ένα έργο για το προλεταριάτο. Η προοπτική ενός εργατικού συνεδρίου, ενός αγροτικού κινήματος, μιας γενικής απεργίας, δηλαδή, ο πρόλογος της εξέγερσης στην Ελλάδα, θα θέσει το ζήτημα της βαλκανικής ομοσπονδίας πιο δυναμικά. Ορισμένοι θα πουν: Πώς είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς μια νικηφόρα επανάσταση σε μια Ελλάδα παγιδευμένη σ’ αυτό το σύστημα κλουβί των βαλκανικών κρατών, περικυκλωμένη από διχτατορία και φασισμό;” Θα απαντήσουμε: “Μια επαναστατική προοπτική είναι αδύνατη χωρίς μια ομοσπονδία των βαλκανικών κρατών, που προφανώς δεν θα σταματήσει εκεί, αλλά μάλλον θα επεκταθεί έως την ομοσπονδία των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης”.

Λ.Τ.: Θά’ θελα να ξαναθέσω το ζήτημα της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, δεν έχει δοθεί τόση σημασία στο ζήτημα αυτό έως τα σήμερα. Όμως, το ζήτημα αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη διαπαιδαγώγηση των Ελλήνων εργατών, για την απελευθέρωσή τους από τις εθνικές προκαταλήψεις, για τη βελτίωση της κατανόησής τους για τη διεθνή κατάσταση στα Βαλκάνια και γενικότερα. Οι επίσημες στατιστικές δίνουν τα εξής στοιχεία: Υπάρχουν 82.000 σλαβομακεδόνες στους 1.400.000 κατοίκους της Μακεδονίας. 19.000 Αλβανοί στους 300.000 κατοίκους της Ηπείρου. Το πρώτο που θα πρέπει να αναρωτηθούμε είναι: Είναι ακριβή τα στοιχεία αυτά; Το πρώτο μας καθήκον είναι να αντιμετωπίσουμε αυτά τα νούμερα με απόλυτο σκεπτικισμό. Τα στοιχεία συγκεντρώθηκαν το 1925, την εποχή της επανεγκατάστασης των πληθυσμών, κάτω από τις ξιφολόγχες των στρατιωτικών αρχών. Τι εννοούμε με τη λέξη “Έλληνας”; Ισως αυτούς που μιλούν ελληνικά επειδή τους επιβάλλεται αλλά δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες. Αν τα στοιχεία αυτά είναι ανακριβή, αυτό και μόνο θα προκαλούσε δυσαρέσκεια και μίσος στους κόλπους των εθνικιστών. Αν λέμε ότι τα επίσημα στοιχεία πρέπει να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, θα κερδίσουμε πολύ συμπάθεια. Πιο σημαντικό όμως, με τον τρόπο αυτό μπορούμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του βουλγάρικου προλεταριάτου. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, οι Βούλγαροι ήταν πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στους Έλληνες, επειδή οι Έλληνες είναι έντονα εθνικιστές.

Λ.Τ.: Αλλά ακόμη και 82.000 σλάβοι να υπήρχαν στη Μακεδονία, το ζήτημα αυτό θα διατηρούσε τη μεγάλη του σημασία. Πού μένει αυτή η μειοψηφία των 82.000; Πιθανά στα βουλγαρικά σύνορα. Το μικρό μέγεθος αυτού του εθνικού στρώματος δεν αποκλείει την αυτονομία. Έτσι στη Ρωσία έχουμε τη μικροσκοπική χώρα της Μολδαβίας, κοντά στη Ρουμανία, που υπάρχει σαν ανεξάρτητη οντότητα. Θα ρωτήσουν: Θέλετε ακόμη μεγαλύτερη βαλκανοποίηση; Εμείς απαντάμε σ’ αυτό: Είμαστε υπέρ του σχηματισμού μεγάλων οικονομικών ενοτήτων. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί ενάντια στη θέληση των μαζών. Αν οι μάζες αυτές θέλουν την αποσκίρτηση, εμείς πρέπει να λέμε: Ολοκληρώστε το πείραμά σας, θα επιστρέψετε στη σοβιετική ομοσπονδία. Όμως, στο βαθμό που η αστική κυβέρνηση του κυρίαρχου έθνους σας εμποδίζει να αποσπαστείτε, εμείς θα σας υπερασπίσουμε. Η σημασία που έχει να θέτουμε το ζήτημα έτσι το δείχνει με ανάγλυφο τρόπο η τύχη της Αυστρο-ουγγρικής και της τσαρικής μοναρχίας.

Λ.Τ.: Στην Αυστρία οι μισο-μαρξιστές πάντα εφεύρισκαν σοφά οικονομικά, ψευτοεπαναστατικά επιχειρήματα για να αποδείξουν την ανάγκη διατήρησης των καταπιεσμένων εθνών μέσα στο πλαίσιο της αυστρο-ουγγρικής μοναρχίας. Το αποτέλεσμα: Η Αυστρο-Ουγγαρια διασπάστηκε στα συστατικά της κομμάτια. Στη Ρωσία οι μπολσεβίκοι πάντα υπερασπίζονταν το δικαίωμα αυτονομίας κάθε έθνους. Σαν αποτέλεσμα, η Ρωσία επιβίωσε σαν οικονομική οντότητα. Αυτό επιτεύχθηκε μόνο γιατί στη διάρκεια του πολύχρονου αγώνα για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των εθνών, οι μπολσεβίκοι κέρδισαν την εμπιστοσύνη των εθνικά καταπιεσμένων λαϊκών μαζών, και πάνω απ’ όλα, του προλεταριάτου. Εχω τη γνώμη ότι ο ελληνικός και διεθνής Τύπος πρέπει να αφιερώσει μερικά άρθρα πάνω στο ζήτημα αυτό. Το όλο πρόβλημα πρέπει να μελετηθεί λεπτομερώς και να συγκλιθεί μια μικρή συνδιάσκεψη με Βούλγαρους συντρόφους, ώστε να επεξεργαστούν μια ενιαία πολιτική.

Α.Μ.: Φέτος είχαμε μεγάλες εθνικές επαναστατικές κινητοποιήσεις ενάντια στην κατοχή της Κύπρου από την Αγγλία. Υποστηρίξαμε το δικαίωμα του πληθυσμού να αυτοδιατεθεί και εξηγήσαμε την ανάγκη για επαναστατικούς αγώνες. Πήραμε την ίδια θέση όσον αφορά τα Δωδεκάνησα, που βρίσκονταν υπό την κατοχή των Ιταλών. Η οργάνωση έχει ασχοληθεί με το μακεδονικό ζήτημα για αρκετά χρόνια. Η συμμαχία του κόμματος με τους Βούλγαρους εθνικιστές το υπονόμευσε σοβαρά. Θα γράψω πάνω στο θέμα αυτό.

Λ.Τ.: Στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα είχαμε καταπιεσμένους Έλληνες, στη Μακεδονία, καταπιεσμένους σλάβους. Αν οι κομμουνιστές υποστηρίξουν τους καταπιεσμένους Έλληνες, αλλά δεν υποστηρίξουν τους καταπιεσμένους σλάβους ενάντια στον Έλληνα καταπιεστή, τότε η καχυποψία τους απέναντί μας θα κορυφωθεί. Αν δεν κάνω λάθος, ο Ένγκελς σε μια πολεμική του με τον Μπακούνιν έλεγε: Όποιος επαναστάτης κάνει την παραμικρή παραχώρηση στον πανσλαβισμό είναι χαμένος.

Πηγή

* Οι Αρχειομαρξιστές εμφανίστηκαν σαν αντιπολίτευση στο νεαρό ΚΚΕ. Αντιμάχονταν τον εκλεκτικισμό και την ετερογένεια που αναπτύχθηκαν στην οργάνωση αυτή εξαιτίας της απουσίας μιας μαρξιστικής παράδοσης στην Ελλάδα. Διαγράφηκαν το 1922, και άρχισαν να εκδίδουν ένα έντυπο τιτλοφορούμενο: Τα Αρχεία του Μαρξισμού, αφιερωμένο στη μαρξιστική επιμόρφωση. Ηρθαν σε επαφή με την Αριστερή Αντιπολίτευση το 1930 και ψήφισαν υπέρ της προσχώρησής τους σ’ αυτήν στο συνέδριό τους το 1931. Η συνδιάσκεψη της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης αναγνώρισε τους Αρχειομαρξιστές σαν το επίσημο τμήμα της Αριστερής Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, αλλά το 1934 οι Αρχειομαρξιστές αποχώρησαν. Στις παραμονές του ιδρυτικού συνεδρίου το 1938 οι Αρχειομαρξιστές και ένας άλλος σχηματισμός που βγήκε από την τάση του Σπάρτακου, ενοποιήθηκαν σε ενιαία οργάνωση, και έστειλαν αντιπροσωπεία στο ιδρυτικό συνέδριο.


Συμφωνητικό Κ.Κ Ελλάδας με το Κ. Κ. Βουλγαρίας για τη Βαλκανική Ένωση Σοβιετικών Δημοκρατιών.

Πηγή: MacedoniaHellenicLand