Archive

Posts Tagged ‘Όθωνας’

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Του Παντελή Σαββίδη
Σαν σήμερα, πριν από 102 χρόνια απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά και ένα μεγάλο μέρος του βορειοελλαδικού χώρου, από τον τουρκικό ζυγό.

Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση πως η απελευθέρωση αυτή αποτέλεσε ένα ξαφνικό, στιγμιαίο γεγονός εν πολλοίς τυχαίο, αφού εκείνο στο οποίο εστιάζεται συνήθως η όλη εξιστόρηση είναι το τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το διάδοχο Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την προέλασή του προς το Μοναστήρι και να επιταχύνει την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι.

Η εστίαση στην τελευταία φάση της απελευθέρωσης, στερεί τον πολίτη από τη γνώση εκείνη που φθάνει στην αρχή των γεγονότων και του δίνει, έτσι, τη δυνατότητα να πληροφορηθεί, εξηγήσει και αντιληφθεί, γεγονότα που σήμερα τα βρίσκει μπροστά του και τον απασχολούν.

Πίσω από την ευτυχή κατάληξη των γεγονότων, υπάρχει πολύς κόπος και πολύ αίμα που άρχισε να χύνεται από την επομένη της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ορισμένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, όπως για παράδειγμα οι σχέσεις με την ΠΓΔΜ έχουν τις ρίζες τους στον αιώνα αυτό της εξιστόρησής μας, τον 19ο δηλαδή, και όχι στα μέσα του εικοστού, όπως ορισμένοι, πολιτικοί κυρίως, επισημαίνουν.

Ο Τίτο, προσπάθησε να δημιουργήσει «μακεδονική εθνότητα» αλλά η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομης Μακεδονίας ανάγεται στα μέσα του 19ου, και όχι του 20 αιώνα.

Δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με τις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώριζε την ανεξαρτησία του μικρού ελληνικού κράτους, όταν άρχισαν οι πρώτες διεργασίες για μελλοντικές εξεγέρσεις στις ελληνικές επαρχίες της Τουρκίας.

Στην Αθήνα οι διάφορες συζητήσεις για την κατάσταση και το μέλλον των υπόδουλων κατέληξαν στη σύσταση μυστικών εταιρειών με σκοπό την προετοιμασία μελλοντικών κινημάτων.

Γνωστόν ήταν και στη νότια Ελλάδα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ότι στις τάξεις των Μακεδόνων αγωνιστών συγκαταλέγονταν άτομα με μητρική γλώσσα διαφορετική από την ελληνική όπως βλάχικη, σλαβική, αρβανίτικη, χωρίς αυτό να επηρεάζει τον εθνικό προσανατολισμό τους που ήταν η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Το ίδιο ακριβώς παρατηρήθηκε και στην περίοδο ως τον Κριμαϊκό πόλεμο, όταν ακόμη η εθνική αφύπνιση των άλλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής δεν είχε εισχωρήσει ουσιαστικά στη Μακεδονία.

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΕΒΛΕΠΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Έτσι, λοιπόν, εκείνοι από τους Μακεδόνες χριστιανούς που ευαισθητοποιούνταν στην ιδέα της απελευθέρωσης, προσέβλεπαν προς το ελληνικό βασίλειο για τη λύτρωσή τους , και εντάσσονταν σε ελληνικά ένοπλα σώματα, περιμένοντας τη στιγμή του ξεσηκωμού.

Από την άλλη πλευρά, η γειτνίαση με το σλαβικό χριστιανικό στοιχείο ενίσχυε στους Μακεδόνες –περισσότερο, ίσως από ό,τι στους άλλους υπόδουλου Έλληνες- την ιδέα της σύμπραξης όλων των βαλκανικών λαών για την από κοινού ανατροπή του οθωμανικού κράτους και την ίδρυση βαλκανικής ομοσπονδίας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΡΙΜΑΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΩΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Τον Οκτώβριο του 1853 ξέσπασε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο λεγόμενος Κριμαϊκός. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι Ρώσοι κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, και στις αρχές του 1854 έφθασαν στο Δούναβη.

Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν γενική κινητοποίηση στην Ελλάδα, καθώς ο Όθων και οι περισσότεροι πολιτικοί προέβλεπαν ήττα και διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με προσωπική ανάμιξη του μονάρχη καταρτίστηκαν μεγάλα ένοπλα σώματα αλλά το όλο εγχείρημα απέτυχε και πέραν των άλλων δημιουργούσε και μια πρόσθετη μακροπρόθεσμη περιπλοκή. Παγίωνε την τουρκική καχυποψία και εχθρότητα απέναντι στο ελληνικό στοιχείο, σε μια εποχή που στο προσκήνιο άρχιζε να εμφανίζεται η βουλγαρική εθνική ιδέα.

Από αυτήν τη στιγμή (1854) και μέχρι την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού (1989) οι προστριβές με τη Βουλγαρία θα είναι ένα μόνιμο φαινόμενο που θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη βαλκανική.

Την ίδια περίοδο εμφανίζεται και το Κίνημα των Σλαβόφιλων και αργότερα των Πανσλαβιστών-.

Η Ρωσία έστρεψε την προσοχή της στους υπόδουλους Σλαύους, αναθεωρώντας μια βασική αρχή της πολιτικής της: αντί να αγωνίζεται πλέον για τους ορθόδοξους χριστιανούς, στο μέλλον, θα προωθούσε τα συμφέροντα των Χριστιανών Σλαύων.

Βασικός της γεωπολιτικός στόχος ήταν να «βγει» στις θερμές θάλασσες και πίστευε, πλέον, πως θα μπορούσε να το πετύχει καλύτερα και αποτελεσματικότερα με τους σλάβους χριστιανούς.

Εκτός, όμως, από τη ρωσική πολιτική, τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου, εμφανίσθηκαν σαν καταλύτης και στην πολιτική της Σερβικής Ηγεμονίας και των εθνικιστών Βουλγάρων. Η γιουγκοσλαβική ενωτική εθνική κίνηση άρχισε να ενδιαφέρεται και για τη Μακεδονία- τουλάχιστον για τις βορειότερες περιοχές της, όπως και οι βούλγαροι εθνικιστές..

Την εποχή, όμως, εκείνη τα σχέδια αυτά μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα μπορούσαν να έχουν.

Οι Έλληνες με την περιορισμένη γνώση των πολιτικών εξελίξεων που σημειώνονταν στη βόρεια Βαλκανική, συνέχιζαν να εμμένουν στο δόγμα ότι η Μακεδονία ολόκληρη, έπρεπε να περιληφθεί στο μελλοντικό διευρυμένο ελληνικό κράτος.

Σέρβοι και Βούλγαροι αρχίζουν να δραστηριοποιούνται αλλά και ο Ελληνισμός δεν παρέμενε αδρανής. Δημιουργήθηκαν νέα προξενεία αλλά το σημαντικότερο είναι ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι ενισχύθηκαν από τις ντόπιες παραδοσιακές δυνάμεις του Ελληνισμού-δασκάλους, δημογέροντες, εμπόρους, κληρικούς- καθώς και από τη νέα γενιά των επιστημόνων που, αφού σπούδασαν ή έζησαν ένα διάστημα στο βασίλειο, άρχισαν να επιστρέφουν στις γενέτειρές τους. Ποτισμένοι με το εθνικιστικό πνεύμα που επικρατούσε στην πρωτεύουσα οι νέοι αυτοί διαμόρφωναν σιγά σιγά πυρήνες εθνικής δράσης στις πόλεις και κωμοπόλεις όπου είχαν εγκατασταθεί.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1875-1878) ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Στη δεκαετία του 1860, τον Ελληνισμό της Μακεδονίας άρχισε να απασχολεί, ολοένα και εντονότερα, η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού.

Αρχικά, η προβολή της βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας γινόταν με αιτήματα καθαρά εκκλησιαστικής μορφής, όπως τη χρησιμοποίηση της σλαβονικής στην εκκλησία και την αντικατάσταση Ελλήνων αρχιερέων με Βουλγάρους.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η διένεξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την ίδρυση ανεξάρτητης βουλγαρικής Εκκλησίας και η εξάπλωση της ιδεολογίας του Πανσλαβισμού μέσω Ρώσων διανοουμένων, κληρικών και προξενικών υπαλλήλων, προσέδωσαν στα αιτήματα των βουλγαριστών της Μακεδονίας σαφή εθνική χροιά.

Όπως ήταν φυσικό επακολούθησε ελληνική αντίδραση που έμελλε να διχάσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας για αρκετές δεκαετίες.

Η διένεξη πήρε πολλές και ποικίλες διαστάσεις, εξαιτίας της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που εμφάνιζε η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Πραγματικά, η εξακρίβωση της εθνικής ταυτότητας του χριστιανικού πληθυσμού- που αποτελούσε τα δύο τρίτα του συνόλου- υπήρξε πρόβλημα δυσεπίλυτο, που δίχασε επιστήμονες και πολιτικούς.

Ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η μεγάλη μάζα του αγροτικού χριστιανικού πληθυσμού, παρά την ποικιλία των γλωσσών που μιλούσε, δεν είχε σαφή εθνικό προσανατολισμό. Γι αυτό και η θρησκεία παρέμενε όχι μόνο το κύριο διαφοροποιό γνώρισμα μέσα στην οθωμανική κοινωνία, αλλά και στοιχείο μορφοποιητικό της εκκολαπτόμενης εθνικής συνείδησης.

Πάντως, ως το 1870 -όταν ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία- οι μη ελληνόφωνες χριστιανικές μάζες που βρίσκονταν πλησιέστερα προς τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι Έλληνες, ταυτίζονταν με τον Ελληνισμό. Και αυτό, όχι μόνο γιατί συντηρούσαν μόνοι τους ελληνικά σχολεία και τελούσαν τη θεία λειτουργία στα ελληνικά, αλλά και γιατί συμμετείχαν ενεργά στους διάφορους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.


ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και την εξαγγελία των μεταρρυθμίσεων του Χάτι Χουμαγιούν, οι Βούλγαροι ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μαζί με την ίδρυση ανεξάρτητης Εκκλησίας τους και τον προσδιορισμό των ορίων της δικαιοδοσίας της στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Στις 27 Φεβρουαρίου/ 11 Μαρτίου 1870, με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εκκλησία. Στο ίδιο φιρμάνι υπήρχε διάταξη που επέτρεπε την προσθήκη και άλλων μητροπόλεων στην Εξαρχία, εφόσον τα δύο τρίτα των ορθόδοξων κατοίκων της περιφέρειας εκδήλωναν σχετική επιθυμία.

Η τελευταία αυτή διάταξη άνοιγε έδαφος για οξύτατο φυλετικό ανταγωνισμό, που εξυπηρετούσε τα σχέδια της Οθωμανικής κυβέρνησης, αφού θα απέκλειε πλέον τη μελλοντική σύμπραξη των δύο χριστιανικών εθνοτήτων.

Έτσι, όταν κάθε προσπάθεια για συμφιλίωση απέτυχε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1872 κήρυξε την εξαρχία σχισματική.

Από τη στιγμή εκείνη η ελληνοβουλγαρική διένεξη στις διαφιλονικούμενες περιοχές της Μακεδονίας (και της Θράκης), έμπαινε στη φάση του ανοικτού ανταγωνισμού.

Η δραστηριοποίηση του ρωσικού προξενείου Θεσσαλονίκης και ιδίως η ίδρυση νέου στο Μοναστήρι το 1861, έδωσε μεγάλη ώθηση στη βουλγαρική κίνηση.

Για πρώτη φορά οι Βούλγαροι της βόρειας Μακεδονίας αποκτούσαν τον τοπικό «προστάτη» τους στο πρόσωπο του εκπροσώπου της σλαβικής Ρωσίας.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχισθεί χωρίς σοβαρούς κινδύνους για τη θέση του Ελληνισμού. Γι αυτό και οι Έλληνες πρόξενοι εισηγήθηκαν ενεργότερη ανάμιξη του ελεύθερου ελληνικού κέντρου στα μακεδονικά πράγματα.

Στις εισηγήσεις τους ζητούσαν να διαγραφεί η βόρεια Μακεδονία, ως αναμφισβήτητα σλαβική, να ενισχυθεί η εκπαιδευτική, εκκλησιαστική και εθνική δραστηριότητα στην κεντρική ζώνη, και να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σλαβόφωνες και βλαχόφωνες κοινότητες της Πελαγονίας που αποτελούσαν τη γραμμή των πρόσω του Ελληνισμού.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 1875-1878
Τον Απρίλιο του 1877, κηρύχθηκε νέος ρωσοτουρκικός πόλεμος. Σε διάστημα εννέα μηνών τα ρωσικά στρατεύματα έφθασαν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και στις 3 Μαρτίου στον Άγιο Στέφανο, επέβαλαν στους Τούρκους τη σύναψη ειρήνης.

Η πλέον διαφιλονικούμενη διάταξη της Συνθήκης αυτής υπήρξε η ίδρυση ενός τεράστιου ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους που θα περιλάμβανε και το σύνολο σχεδόν της Μακεδονίας, με εξαίρεση τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη και τις επαρχίες Κοζάνης και Σερβίων.

Η αναθεώρηση των όρων της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου πραγματοποιήθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου- 13 Ιουλίου 1878). Οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ριζικό περιορισμό των απαιτήσεών τους.

Τελικά η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής στο Σουλτάνο, αλλά νότια, από τον Αίμο και ως τη Ροδόπη, συστήθηκε η Ανατολική Ρωμυλία, επαρχία αυτοδιοικούμενη με Χριστιανό διοικητή.

Ολόκληρη η Μακεδονία παρέμεινε στην Τουρκία.

ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Την αναγγελία των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου οι Έλληνες την υποδέχτηκαν με ανακούφιση ενώ οι Βούλγαροι είδαν με απογοήτευση το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας να χάνεται.

Πρώτη τους αντίδραση υπήρξε ο ένοπλος αγώνας.
Μετά την αποτυχία της προσπάθειας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το δικό της σχέδιο για την ενίσχυση του Ελληνισμού.

Πρώτος αντικειμενικός σκοπός υπήρξε η ενίσχυση της ελληνικής παιδείας, στη συνέχεια η ενίσχυση της Εκκλησίας, η οικονομική ισχυροποίηση της θέσης των Ελλήνων της Μακεδονίας , χωρίς να αγνοηθεί ο τομέας της πληροφόρησης.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1897
Το 1885, μετά από προσπάθειες μιας επταετίας, οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να προσαρτήσουν με πολιτικοστρατιωτικό πραξικόπημα την Ανατολική Ρωμυλία(6/18 Σεπτεμβρίου 1885).

Το εγχείρημα συγκλόνισε Έλληνες και Σέρβους, που θεώρησαν τη βουλγαρική ενέργεια στοιχείο ανατροπής της ισορροπίας στη Βαλκανική και αφετηρία νέας εξόρμησης, αυτήν τη φορά προς τη Μακεδονία. Το ηθικό των Βουλγαρομακεδόνων αναπτερώθηκε, γιατί η βουλγαρική ηγεμονία πρόβαλλε στα μάτια των υπόδουλων χριστιανών ως η ανερχόμενη βαλκανική δύναμη.

Την εποχή εκείνη ο όρος «Μακεδόνας» δεν είχε εθνική αλλά γεωγραφική έννοια.

Το 1893 ιδρύθηκε στη Ρέσνα η «Μυστική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», η οποία αργότερα, το 1896, μετονομάσθηκε σε «Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση», γνωστή σαν ΕΜΕΟ.

Την ίδια εποχή στη βουλγαρική ηγεμονία, οι πολυπληθείς βουλγαρομακεδονικές οργανώσεις κατόρθωσαν το 1894 να συνενωθούν και να συστήσουν μια Ανώτατη Επιτροπή-Βερχόβεν Κομιτέτ- όλων των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων, που θα κατεύθυνε τον αγώνα στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Τη στιγμή που άρχισε να διαγράφεται η μεγάλη βουλγαρική εξόρμηση στη Μακεδονία, ο Ελληνισμός βρέθηκε με τις δυνάμεις του διχασμένες, οικονομικά ασθενής και διπλωματικά απομονωμένος. Από την κυβέρνηση η πρωτοβουλία περιήλθε στους ιδιώτες.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ο αντίκτυπος της ήττας του 1897 έγινε διπλά αισθητός στο μακεδονικό Ελληνισμό. Η παντοδυναμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνικού κλήρου είχε σοβαρά εξασθενίσει όχι μόνο από την εμφάνιση της αντίπαλης βουλγαρικής Εκκλησίας αλλά και από τη φαλκίδευση των προνομίων που επέβαλε η Πύλη.

Επιπλέον, το απόλυτο κύρος που έχαιρε το ανεξάρτητο ορθόδοξο ελληνικό κράτος- τουλάχιστον μέχρι την Ανατολική κρίση του 1875-1878- είχε μειωθεί και αυτό αισθητά καθώς στο προσκήνιο εμφανίσθηκαν δυναμικά και άλλα βαλκανικά χριστιανικά κράτη, ικανά να προσφέρουν στους υπόδουλους βοήθεια ή ελπίδα για μελλοντική απελευθέρωση.

Στην πράξη, οι βουλγαρικές επιδιώξεις στη Μακεδονία δεν μπόρεσαν να προωθηθούν γρήγορα, εξαιτίας, κυρίως, των διενέξεων των βουλγαρομακεδονικών επιτροπών ενιαίας γραμμής μεταξύ βουλγαρικής κυβέρνησης και κομιτάτων.

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΣΕΙΣ
Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να προσαρμόσει την αντίδρασή της στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η βουλγαρική εξόρμηση.

Αυτό, όμως που αρνήθηκε να πράξει το επίσημο ελληνικό κράτος ανέλαβε να το υλοποιήσει ο Γερμανός Καραβαγγέλης, μητροπολίτης Καστοριάς.

Εκτός των άλλων πέτυχε να αποσπάσει από το κομιτάτο τους σλαβόφωνους οπλαρχηγούς Κώτα από τη Ρούλια και Βαγγέλη από το Στρέμπενο, και με τον τρόπο αυτό απέκτησε την πρώτη ένοπλη δύναμη στην περιοχή Κορεστίων.

Η ελληνική, όμως, κυβέρνηση συνέχιζε την παθητική πολιτική. Στο μεταξύ, οι φωνές απόγνωσης και οι εκκλήσεις από το εσωτερικό της Μακεδονίας πολλαπλασιάζονταν.

Αποδέκτες στην Αθήνα των αιτημάτων των Μακεδόνων Ελλήνων ήταν, κυρίως, παράγοντες της ελληνικής πολιτικής, στρατιωτικής, επιστημονικής και δημοσιογραφικής κοινωνίας, οι οποίοι από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας, είχαν πυκνές διασυνδέσεις με το εσωτερικό της Μακεδονίας.

Καθώς, όμως, οι παράγοντες αυτοί, στην περίοδο 1898-1903, έφεραν δίκαια ή άδικα το στίγμα της αποτυχίας του ΄97, προσπάθησαν μόνοι τους να βοηθήσουν αυτούς που ήδη αγωνίζονταν στη Μακεδονία.

Μια ομάδα αξιωματικών και πολιτών, γύρω από την οικογένεια του Στέφανου Δραγούμη, άρχισε να δραστηριοποιείται. Ο γαμπρός του Στέφανου, Παύλος Μελάς, μαζί με άλλους συναδέλφους του πέτυχαν να στείλουν στον Καραβαγγέλη, την άνοιξη του 1903 την πρώτη ένοπλη ομάδα.

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ
Όλες αυτές οι δραστηριότητες δε στάθηκαν ικανές να κινητοποιήσουν την κρατική μηχανή.

Οι επαναστατικές, όμως, ενέργειες των Βουλγάρων κατά το 1903 προκάλεσαν την ενεργό επέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στις μακεδονικές υποθέσεις.

Από κει και πέρα ήταν αδύνατον πλέον για την ελληνική κυβέρνηση να παραμείνει αδρανής.

Τον Οκτώβριο του 1902 μεγάλα βουλγαρικά σώματα εισέδυσαν από τη βουλγαρική ηγεμονία στη βορειοανατολική και δυτική Μακεδονία όπου, σε συνεργασία με ντόπια βουλγαρομακεδονικά σώματα, προσπάθησαν να εξεγείρουν σε επανάσταση τον πληθυσμό.

Η πρωτοβουλία αυτή οφειλόταν σε ενέργειες του Ανώτατου Κομιτάτου της Σόφιας, το οποίο δεν είχε εξασφαλίσει τη συνδρομή της ΕΜΕΟ.

Η έγκαιρη κινητοποίηση του τουρκικού στρατού γρήγορα εξουδετέρωσε τις επαναστατικές ενέργειες.

Την άνοιξη του 1903, χωρίς εξουσιοδότηση από καμιά οργάνωση, προκλήθηκαν εκτεταμένες δολιοφθορές μέσα στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή της.

Ανάμεσα στους κυριότερους στόχους υπήρξαν το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας που ανατινάχθηκε, το ατμόπλοιο «Guadalquivir» που βυθίστηκε στον κόλπο της Θεσσαλονίκης και το σιδηροδρομικό και τηλεγραφικό δίκτυο που διακόπηκε σε διάφορα τμήματα της κεντρικής Μακεδονίας.

Οι τρομοκράτες επεδίωκαν τη δημιουργία εντυπώσεων παρά την πρόκληση γενικής εξέγερσης.

Οι Τούρκοι, όμως, αντέδρασαν με βίαια κατασταλτικά μέσα.

Μάταια οι ελληνικές αρχές προσπαθούσαν να αφυπνίσουν τις τουρκικές ώστε να προστατευθούν οι ελληνικές κοινότητες και οι μικτοί πληθυσμοί από τη διείσδυση στο χώρο τους της βουλγαρικής επαναστατικής ιδέας.

Έτσι, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλι-ντεν) στις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, με εντολή της ηγεσίας της ΕΜΕΟ, ξέσπασε η ένοπλη εξέγερση.

Το κύριο βάρος της προσπάθειας έπεσε στις επαρχίες της δυτικής και βόρειας Μακεδονίας, ενώ η κεντρική και ανατολική Μακεδονία παρέμειναν ουσιαστικά αμέτοχες, όπως επίσης και η αμιγώς ελληνόφωνη νότια ζώνη.

Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι πήραν μέρος στην εξέγερση σχισματικές και πατριαρχικές κοινότητες, σλαβόφωνες και βλαχόφωνες, άσχετα αν στην ενέργειά τους αυτή οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή με τη βία.

Από την πρώτη στιγμή οι Βούλγαροι προσπάθησαν να δώσουν και κοινωνικό περιεχόμενο στον αγώνα, κτυπώντας, εκτός από τις μικρές τουρκικές φρουρές, και τα τσιφλίκια και τα περιουσιακά στοιχεία των τούρκων μπέηδων.

Ταυτόχρονα, όμως, στράφηκαν και εναντίον των ηγετών του ελληνικού πληθυσμού, πολλούς από τους οποίους εκτέλεσαν ή εξανάγκασαν να καταφύγουν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Όταν, όμως, ο τουρκικός στρατός ανασυντάχθηκε και άρχισε τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις, η καταστροφή υπήρξε γενική.

Με μεθοδικότητα, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε Βουλγάρους ή Έλληνες, σε επαναστάτες ή παρασυρθέντες και εκβιασθέντες χωρικούς, οι τούρκοι εφήρμοσαν μέτρα γενοκτονίας.

Όταν έγινε ο απολογισμός, ο μακεδονικός ελληνισμός καταμετρούσε νέες εκατόμβες μαρτύρων.

Όσο για τους Βουλγάρους, η εξόντωση σπουδαίων οπλαρχηγών, η διάλυση πολλών σωμάτων, η σύλληψη εκατοντάδων στελεχών στα χωριά και στις πόλεις, έδωσαν αρχικά την εντύπωση ότι ο αγώνας τους στη Μακεδονία δέχθηκε σκληρό κτύπημα.

Η εξέγερση, όμως, του Ίλιντεν πέτυχε να προωθήσει τις βουλγαρικές θέσεις για μια πολιτική λύση του ζητήματος.

Χωρίς αμφιβολία, οι επαναστατικές κινητοποιήσεις του μακεδονικού πληθυσμού από τις βουλγαρικές οργανώσεις πρόβαλε με πειστικότητα στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις το αίτημα για την αυτονόμηση της Μακεδονίας.

Η ΕΝΟΠΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ
Η ένοπλη τροπή που πήραν τα γεγονότα της Μακεδονίας μέσα στο 1903 αναστάτωσε την ελληνική κοινή γνώμη.

Το ενδεχόμενο μελλοντικής ανακατανομής των διοικητικών ορίων πάνω σε ασαφείς εθνολογικές βάσεις, οδήγησε στην άρση των επιφυλάξεων των κυβερνητικών παραγόντων στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Θεοτόκη αποφάσισε να δράσει.

Πρώτη της ενέργεια υπήρξε η αποστολή στη δυτική Μακεδονία τετραμελούς ομάδας αξιωματικών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και ο μετέπειτα εθνομάρτυρας ανθυπολοχαγός Παύλος Μελάς.

Η ομάδα αυτή μελέτησε την κατάσταση και εισηγήθηκε στην κυβέρνηση, ανάμεσα σε άλλα, και την αποστολή ένοπλων σωμάτων.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να στελεχώσει το προξενείο στη Θεσσαλονίκη με ικανούς διπλωμάτες, τους οποίους πλαισίωσε με αξιωματικούς του στρατού.

Για τη θέση του γενικού προξένου Θεσσαλονίκης επελέγη ο Λάμπρος Κορομηλάς, με ευρύτατες αρμοδιότητες.

Παράλληλα, σε στενή συνεργασία ιδιωτών και κυβέρνησης ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο», με πρόεδρο το διευθυντή της εφημερίδας «Εμπρός» Δημήτρη Καλαποθάκη. Σκοπός του Κομιτάτου ήταν η οργάνωση ένοπλου αγώνα στη Μακεδονία, και, θεωρητικά, και σε άλλες υπόδουλες επαρχίες της Τουρκίας.

Η προσοχή του Κομιτάτου στράφηκε κυρίως στη Δυτική Μακεδονία όπου ο κίνδυνος είχε εμφανισθεί αμεσότερος κατά τα γεγονότα του Ίλιντεν. Στην ίδια, όμως, περιοχή υπήρχε κάποια προεργασία, χάρη στις ενέργειες του Μητροπολίτη Γερμανού, της μυστικής οργάνωσης «Άμυνα», και μερικών μικρών σωμάτων ντόπιων οπλαρχηγών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στα τέλη Αυγούστου 1904, πραγματοποιήθηκε η πρώτη αποστολή συγκροτημένου σώματος υπο τον Παύλο Μελά, ο οποίος, ως Γενικός Αρχηγός Δυτικής Μακεδονίας έθετε υπο την καθοδήγησή του όλες τις σκόρπιες ένοπλες ομάδες.

Η δράση του Μελά, όμως, δεν διάρκεσε παρά μόνο ενάμιση μήνα, αφού στις 13/26 Οκτωβρίου, το σώμα περικυκλώθηκε από τουρκικό στρατό στο χωριό Στάτιστα (σημ. Μελά) της Καστοριάς και ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας έξοδο. Τη θέση του Μελά ανέλαβε ο Κρητικός υπολοχαγός Γεώργιος Τσόντος.

Και οι δύο πλευρές- βουλγαρική και ελληνική- ελίσσονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να στρέψουν τον Τούρκο κατά του αντιπάλου τους.

Για τα ελληνικά σώματα, ο αγώνας πολλές φορές εξελισσόταν σε τριμέτωπο, καθώς, σε ορισμένες περιοχές, κυρίως της κεντρικής Μακεδονίας, νομάδες κτηνοτρόφοι Βλάχοι, που είχαν ασπασθεί τη ρουμανική ιδέα, ευθυγραμμίζονταν με τους Βουλγάρους. Η ζημιά που προκάλεσαν οι ρουμανίζοντες στον ελληνικό αγώνα ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μικρό τους αριθμό.


Τελείως αντίθετη ήταν η στάση που τήρησαν οι Βλάχοι των πόλεων, κωμοπόλεων και της συντριπτικής πλειοψηφίας των χωριών της βόρειας Μακεδονίας, οι οποίοι αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής άμυνας σε όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ζωτική περιοχή του αγώνα υπήρξε η ελώδης λίμνη των Γιαννιτσών, όπου σε ολόκληρη σχεδόν τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα έλαβε χώρα ένας περίεργος, όσο και σκληρός πεζοναυτικός πόλεμος για την εξασφάλιση του ελέγχου της κεντρικής Μακεδονίας. Ωστόσο, συνηθέστερη μορφή επιχειρήσεων ήταν η επιδρομή σε κατοικημένους τόπους για την τιμωρία καταδοτών, τον εκφοβισμό των αντιπάλων ή την εκτέλεση στελεχών του Κομιτάτου.

Προς το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα (1907-1908) το βουλγαρικό κίνημα είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημεία κάμψεως.

Από τη μια πλευρά στην ακρότατη βόρεια Μακεδονία η σερβική Οργάνωση είχε παρουσιάσει έντονη δραστηριότητα, αμφισβητώντας από τους Βουλγάρους την πρωτοβουλία των κινήσεων, από την άλλη, οι οξύτατες διενέξεις μέσα στους κόλπους του βουλγαρικού κινήματος, και ιδιαίτερα ανάμεσα στους οπαδούς του Ανώτατου Κομιτάτου (βερχοβιστές) και στην αριστερή μερίδα των οπαδών της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ), είχαν μετατραπεί σε ανοικτό εμφύλιο πόλεμο.

Η αποξένωση, μιας μερίδας έστω, αγωνιστών από τα κέντρα απόφασης του βουλγαρικού κινήματος έγινε σαφέστερη, καθώς το παλαιό προπαγανδιστικό σύνθημα της αυτονομίας, μετατράπηκε γι αυτούς σε αυτοσκοπό του αγώνα τους.

Δηλαδή, για λόγους καθαρά τακτικής, οι Βούλγαροι δεν έλεγαν πως θέλουν τη Μακεδονία βουλγαρική αλλά ζητούσαν την αυτονομία της ως πρώτο βήμα. Η αριστερή τάση της ΕΜΕΟ, έκανε αυτοσκοπό την αυτονομία και για λόγους προσωπικών αντιπαραθέσεων.

Ο Μακεδονικός αγώνας πέρασε στην ιστορία σαν ένας από τους πιο κρίσιμους αγώνες που διεξήγαγε ο Ελληνισμός για την εθνική του ολοκλήρωση.

Γι αυτό δίκαια αναγνωρίζεται σαν ο «Τρίτος Αγώνας της Ανεξαρτησίας», μετά την Επανάσταση τους 1821 και τον Κρητικό Αγώνα.

Παρά τις προβλέψεις ξένων παρατηρητών που είχαν εντυπωσιασθεί από τη βουλγαρική δραστηριότητα στη Μακεδονία ως το 1904, ο αγώνας των Ελλήνων υπήρξε επιτυχής.

Όπως σημειώνει και ο Άγγλος ιστορικός του Μακεδονικού Αγώνα Douglas Dakin, η επιτυχία τους μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι αγωνίσθηκαν κυρίως σε περιοχή όπου ζούσε φιλικά προσκείμενος και συγγενής πληθυσμός, βαθιά προσηλωμένος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ελληνική ιδέα, ανεξάρτητα αν δεν μιλούσε πάντα την ελληνική γλώσσα.

Αυτήν την ιδέα που πρέπει να επανακαλύψουμε.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Παρά, λοιπόν, τα αίμα που χύθηκε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις επέσπευσαν την προσέγγιση των βαλκανικών χριστιανικών κρατών.

Το Μάρτιο του 1912 Σέρβοι και Βούλγαροι συμφώνησαν στη σύναψη συμμαχίας, που στρέφονταν βασικά κατά της Τουρκίας.

Από την πλευρά του ο Βενιζέλος είχε έγκαιρα αισθανθεί τους κινδύνους μιας μονομερούς σερβο-βουλγαρικής ενέργειας. Γι αυτό προσπάθησε από το 1911 να έρθει σε συνεννόηση με τους Βουλγάρους, οι οποίοι επιδίωκαν δέσμευση της Ελλάδας για την ίδρυση αυτόνομου μακεδονικού κράτους, που στην πραγματικότητα θα ελεγχόταν από τη Σόφια.

Τελικά οι δύο κυβερνήσεις συμφώνησαν να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας (30 Μαίου 1912) χωρίς να αναφερθούν στη μελλοντική τύχη των μακεδονικών εδαφών.

Στην απόφασή τους αυτή οι Βούλγαροι οδηγήθηκαν από υπέρμετρη αυτοπεποίθηση στη στρατιωτική τους ισχύ.

Η στρατιωτική αδυναμία της Ελλάδας αποδείχθηκε πλεονέκτημα καθώς η υποτίμηση της ελληνικής ισχύος από τους Βουλγάρους άφησε στις ελληνικές δυνάμεις ελεύθερο πεδίο δράσης στη νότια Μακεδονία.

Η νοοτροπία αυτή δεν εγκατέλειψε τους Βουλγάρους ούτε και όταν, στις αρχές Οκτωβρίου, άρχισαν οι συνδυασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις των βαλκανικών κρατών.

Το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού στρατού είχε στραφεί προς τη Θράκη, με κύρια επιδίωξη την Κωνσταντινούπολη.

Με τις αλλεπάλληλες όμως νίκες του ελληνικού στρατού και τη γοργή, σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, προέλασή τους στην καρδιά της Μακεδονίας, το βουλγαρικό επιτελείο επέσπευσε την προέλαση προς νότο μιας μεραρχίας για να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη.

Η κίνηση αυτή έγινε έγκαιρα γνωστή στην Αθήνα και παρά την προτίμηση του αρχιστράτηγου διαδόχου Κωνσταντίνου να συνεχίσει την προέλαση του στρατού προς βορρά, ο Βενιζέλος επέμεινε στην άμεση κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, ώρες μόνο πριν την άφιξη των Βουλγάρων.

Αυτός ήταν ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος τα αποτελέσματα του οποίου αμφισβήτησαν οι Βούλγαροι και οδήγησαν τις εξελίξεις στο Δεύτερο Βαλκανικό.

Τώρα, οι Βούλγαροι πολεμούσαν εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Το αποτέλεσμα υπήρξε καταστρεπτικό για τους Βουλγάρους.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) τερμάτισε το Β! Βαλκανικό Πόλεμο και οριστικοποίησε τα σύνορα των τριών βαλκανικών χωρών στη Μακεδονία.

Κατά περίεργη σύμπτωση, η νότια περιοχή που περιήλθε στην Ελλάδα ταυτιζόταν περίπου προς τα όρια της «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη μια μικρή λωρίδα που παρέμεινε εντός της σερβικής και βουλγαρικής περιοχής.

Στη νότια αυτή ζώνη περιλαμβάνονταν, εκτός από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, και οι μεγαλύτερες μάζες των σλαβόφωνων κατοίκων που είχαν διατηρήσει την ελληνική τους εθνική συνείδηση.

Ωστόσο, σημαντικοί αριθμητικά ελληνικοί πληθυσμοί παρέμειναν αποκλεισμένοι στη σερβική και βουλγαρική Μακεδονία, από όπου αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην ελληνική Μακεδονία αφήνοντας πίσω ελάχιστα υπολείμματα ελληνικών εστιών.

Το ίδιο συνέβη και στο νότο με τις πληθυσμιακές μάζες που είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο τίτλος του άρθρου είναι τίτλος σε ένα σύντομο πόνημα του Γιώργου Βαφόπουλου για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: Ανιχνεύσεις

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ – ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ (+4 Φεβρουαρίου 1843)

Μία από τίς κορυφαίες μορφές του Ελληνισμού διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, είναι χωρίς αμφιβολία ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός Γέρος του Μωριά, όπως τον ονόμασε ή λαϊκή φωνή.

Όταν ή μακαρίτισσα ή Σοφία Βέμπο τραγουδούσε: «Γεια καί χαρά σας, Μωραΐτες αδελφοί, πού αν μάνα δεν σας γέννα, οϋτ’ “Αγια Λαύρα θά ‘χαμε, ούτε Εικοσιένα», λίγο σκανδαλιζόμουνα. Αμάν, πια, πάλι με τους Μωραΐτες! Νισάφι! Μας έπρηξαν! Οι υπόλοιποι Έλληνες, δηλαδή, δεν κάναμε τίποτα; Ό σκανδαλισμός μου σταμάτησε όταν το βλέμμα μου στηλώθηκε στην πολυσέβαστη μορφή του Κολοκοτρώνη. – Μάλίστα εΐπα. “Αν το ‘πε για τον Κολοκοτρώνη, τότε δεν χωράει κουβέντα! Έτσι είναι!… Συμφωνώ καί επαυξάνω!…

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ό θρύλος, πού ό επιβλητικός ανδριάντας του πάνω στο περήφανο άλογο του υψώνεται μεγαλοπρεπής μπροστά στο κτήριο της Παληάς Βουλής των Ελλήνων, στο κέντρο της Αθήνας, με το χέρι να δείχνει δρόμο πορείας στους Έλληνες; Ποιος είν’ αυτός ό ιερός μύθος, πού τ’ όνομα του αγιάζει αμέτρητους δρόμους σ’ ελληνικές πόλεις καί χωριά, πού ή φωτογραφία του στολίζει κάθε Εθνική γιορτή των Πανελλήνων; Ποιος είν’ αυτός, πού τα Τουρκάκια, μέχρι τα βάθη της Ανατολίας, ακούγανε τ’ όνομα του καί πάθαιναν ακράτεια εντέρου καί τσίριζαν σαν λωλά: Κολοκοτρώνα!… Κολοκοτρώνα!… κι έτρεχαν να κρυφτούν;

Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770, Δευτέρα του Πάσχα, στη ρίζα ενός δένδρου, πάνω σ’ ένα απόκρημνο βουνό της Μεσσηνίας, ονομαζόμενο Ραμαβούνι. Πατέρας του ήταν ό ηρωικός αρχηγός των αρματολών του Μωριά Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ό φόβος και ό τρόμος των Τούρκων. Φονεύθηκε το 1780 στους Πύργους της Καστανιάς, μεταξύ Γυθείου καί Σπάρτης. Ή μητέρα του, ή ηρωική καπετάνισσα, λεγόταν Ζαμπία, το γένος Κωτσάκη και σώθηκε μόνη αυτή από την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων στη μάχη των Πύργων πού έπεσε ό σύζυγος της. Ντυμένη άντρίκια, με το σπαθί στο χέρι καί με το δεκάχρονο Θεόδωρο δίπλα της διέφυγε καί διέσωσε τον κατόπιν θρυλικό Αρχιστράτηγο γιο της. Ανάδοχος του στο άγιο βάπτισμα ήταν ό Ρώσος ναύαρχος Θεόδωρος ‘Ορλώφ, ό οποίος του χάρισε το δικό του όνομα.

Μεγαλωμένος μέσα σε μια ατμόσφαιρα βαθειάς χριστιανικής πίστεως καί άμετρης φιλοπατρίας, έκλεισε ό μικρός Θοδωράκης από νωρίς στην καρδιά του την αγάπη για το Χριστό καί για την Ελλάδα, την οποία πονούσε να τη βλέπει σκλαβωμένη καί τα παιδιά της να τυραννοϋνται καί να βασανίζονται από τους Τούρκους. “Το ψαλτήρι, το κτωήχι, (η Οκτώηχος = βιβλίο ψαλμών που ψέλνεται κατά την διάρκεια της Αναστάσεως το Πάσχα) το μηναίον, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού άνέγνωσα”, μας πληροφορεί ό ίδιος. Αυτές ήταν οί πρώτες καί κύριες πηγές της γνώσεως του, οί όποιες άρδευσαν την ψυχή του με τα νάματα της ευσέβειας. Γυμνάστηκε σωματικά από παιδί πολύ γερά καί είχε πόθο του να συνεχίσει το έργο του πατέρα του καί της ηρωικής οικογένειας των Κολοκοτρωναίων.

Τον προίκισε καί ό Θεός με εξαιρετική ευφυία, μυαλό – ξυράφι, τετραγωνική λογική, ισχυρή θέληση, διορατικότητα, γερό ένθυμικό, δύναμη σωματική και βροντερή φωνή επιβλητική, στεντόρεια, στοιχεία πού αναμφίβολα αναδεικνύουν τον Ηγέτη. Παράλληλα, έκαλλιέργησε από παιδί στον εαυτό του κάθε αρετή: εγκράτεια, αυτοκυριαρχία, ευθύτητα χαρακτήρας, υψηλό αίσθημα τιμής, παροιμιώδη άνιδιοτέλεια καί αφιλοκέρδεια, παραδειγματική άμνησικακία, τέτοια πού μόνο σε Συναξάρια συναντά κανείς, σεμνότητα, αξιοπρέπεια, μεγαλοψυχία, φιλαδελφία, αγνό πατριωτισμό. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσες αρετές συγκεντρωμένες σ’ ένα μονάχα πρόσωπο!

Δεκαπέντε χρονών παλληκαράκι ό Θοδωρής ανακηρύχθηκε από τα επιζώντα παλληκάρια του πατέρα του Καπετάνιος καί βγήκε στο κλαρί στα βουνά της Αρκαδίας. Δεκαεφτά χρονών αναγνωρίστηκε αρματωλός στην επαρχία του Λεονταρίου. Είκοσι χρονών παντρεύτηκε την κόρη ενός προεστού της περιοχής, την Αικατερίνη Καρούσου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους, τον Πάνο, τον Ιωάννη ή Γενναίο καί τον Κωνσταντίνο ή Κολίνο. Επίσης δυο θυγατέρες, τη Γεωργίτσα, πού πέθανε μικρή, καί την Ελένη, την οποία στα 1820 πάντρεψε με τον Νικήτα, αδελφό του Παπαφλέσσα. Όμως ό σκοπός της ζωής του ήταν ένας: Να λευτερώσει την Πατρίδα! Γι’ αυτό τον βλέπουμε να πετιέται σαν αρχάγγελος από βουνοκορφή σε βουνοκορφή κι από λαγκαδιά σε ρέμα, από χωριό σε χωριό κι από πολιτεία σε πολιτεία να ξεσηκώνει τους Έλληνες, να τους ενθαρρύνει, να ειρηνεύει καί να συμφιλιώνει όσους τρωγόντουσαν μεταξύ τους από οικογενειακά μίση καί ανόητες εχθρότητες, καί να ετοιμάζει όλους με κάθε τρόπο για τον μεγάλο σηκωμό. Αφού τους μιλούσε με τη μεγάλη ρητορική άνεση πού του χάρισε ό Θεός, έκανε το σταυρό του καί τους έλεγε: “Οσοι αγαπάτε την Πατρίδα, ελάτε κοντά μου! Πήγε στα Εφτάνησα. Ορκίστηκε τον όρκο του Φιλικού στη Ζάκυνθο. Μπήκε στην υπηρεσία του Αγγλικού στρατού για να μάθει καί την επιστήμη του πολέμου, να ετοιμαστεί για το μεγάλο έργο πού είχε μπροστά του. Έγινε Λοχαγός, κι αργότερα Ταγματάρχης. Συνεργάστηκε με τους Ρώσους καί με τους Γάλλους. Ήθελε να τον βοηθήσουν να πολεμήσει τον Τούρκο. Κέρκυρα, Λευκάδα, Ζάκυνθος, Ιθάκη ήταν τόποι πού τους έμαθε τόσο καλά, όσο καί την Πελοπόννησο. Ετοίμαζε τους Έφτανησιώτες να έρθουν αρωγοί στον ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων. Πήγε καί στα Κύθηρα.

Διηγείται σχετικά ό ίδιος: Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο καί έχαλάσθη εις την πρώτην Τουρκιά. “Οταν έπέρασα ήτον μία μάνδρα χαλασμένη καί σκεπασμένη ή εκκλησιά με κλάδους δένδρων. Τότε έταξα ότι: Παναγιά μου, βοήθησε μας να έλευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον τύραννο, καί να σε φκιάσω καθώς ήσουν πρώτα (1803). Τον αξίωσε πράγματι καί έκαμε το τάμα του: Με έβοήθησε, καί είς τον δεύτερον χρόνον της Επαναστάσεως μας έπλήρωσα το τάμα μου καί την έφκιασα. Στό μεγάλο κυνηγητό πού έκαμαν οι Τούρκοι στους κλέφτες της Πελοποννήσου όταν αντιλήφθηκαν ότι σε λίγο θα φούντωνε ό ξεσηκωμός, ό Κολοκοτρώνης απάντησε περνώντας ξανά στον Μωριά, επιτιθέμενος με ορμή κατά των Τούρκων, καίγοντας κι αφανίζοντας τα τουρκοχώρια περνώντας από μαχαίρι Τούρκους καί τουρκολάτρες. Κι όταν πια τα πράγματα έφτασαν στο ανθρωπίνως απροχώρητο για την ώρα, μπαρκάρησε, πήγε στ’ “Αγιον Όρος, όπου συναντήθηκε με τον Παπα-Βλαχάβα, τον Νικητάρα κι άλλους ονομαστούς οπλαρχηγούς καί συγκρότησαν έναν πειρατικό στόλο, με τον όποιο καταναυμαχουσαν τα τουρκικά πλοία στο ανατολικό Αιγαίο καί κούρσευαν τα τουρκικά παράλια, ώσπου νάρθει ή ώρα του γενικού ξεσηκωμού.

Ό Κολοκοτρώνης δεν είχε αυταπάτες, όσον αφορά στη βοήθεια των ξένων για την απελευθέρωση της Πατρίδος: “Οταν είδα ότι εις τα συμβούλια της Βιέννας δεν έγινε κανένα καλό δι’ ημάς… είπα, να μην έχωμεν ελπίδα λυτρώσεως άλλη παρά από τον εαυτό μας καί από τον Ύφιστον, γράφει. Έτσι, κάθε του σκέψη, κάθε του σχέδιο, κάθε του προσπάθεια καί ενέργεια, τα έναπέθετε πάντοτε στα χέρια του Θεού. Καί πίστευε απόλυτα καί διεκήρυσσε πώς: Ό Θεός έδωσε την ύπογραψήν Του δια την έλευθερίαν της Ελλάδος. Δεν την παίρνει πίσω! Κατόπιν έμπαινε στον αγώνα χωρίς να λογαριάζει τίποτα. Ή λέξη ηρωισμός είναι πολύ φτωχή για να χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον όποιο έμάχετο.

Οι μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες καί νίκες του ιερού αγώνα στην Πελοπόννησο φέρουν ανάγλυφη την προσωπική σφραγίδα του Κολοκοτρώνη. Τη σφραγίδα της φρόνησης, της σύνεσης, της στρατηγικής τέχνης, της ανδρείας, της πίστεως, της θυσίας καί της πολεμικής αρετής του: Καλαμάτα, Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια και ό Μωριάς ολόκληρος!… Μετά την αποφασιστική μάχη του Βαλτετσίου, ό θεοσεβής Αρχιστράτηγος έκήρυξε νηστεία για να ευχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τον Θεό. Όπως διηγείται ό ϊδιος: Δώδεκα – δεκατρείς Μαίου ήτον. Εικοσιτρεϊς ώρες έβάσταξε ό πόλεμος. Έκείνην την ήμερα ήτον Παρασκευή καί έβαλα λόγον ότι: Πρέπει να νηστεύσωμεν όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, καί να δοξάζεται αιώνας αιώνων έωσου στέκει το έθνος, διατί αυτή ήταν ή ελευθερία της Πατρίδος(2). Τί έχουν να πουν άραγε έπ’ αυτού όσοι, δεξιά κι αριστερά διοργανώνουν σουβλακομάζωξες καί ξεφαντώματα κοιλιοδουλείας καταμεσίς στη Μεγάλη Σαρακοστή, για να τιμήσουν τάχα μου την Επανάσταση του ’21; Αν σηκωνόταν από τον τάφο του ό Γέρος του Μωριά, το λιγότερο πού θάκουγαν από το στόμα του θάταν κανένα: Ντροπής όρέεε!!!… Ντροπής!!!

Παρά τη μεγάλη του συμβολή στην απελευθέρωση της Ελλάδος, παρά την αρετή του καί την άνιδιοτέλειά του, ό Πατέρας αυτός του Γένους ήπιε άπ’ αυτούς πού λευτέρωσε πολλά πικρά ποτήρια. Στή διάρκεια του αγώνα, κάποιοι Μανιάτες προσπάθησαν να τον σκοτώσουν μπαμπέσικα. Σώθηκε. Τους είχε κατόπιν του χεριού του. Κι όμως δεν εκδικήθηκε! Ή απάντηση του ήταν: Εάν ό Θεός μ’έφύλαξε, τούς χαρίζω τήν ζωήν. Αργότερα είδε τον γιο του Πάνο, τον δοξασμένο ήρωα του Αγώνος να πέφτει νεκρός από ελληνική σφαίρα. Στή διάρκεια εμφυλίων ταραχών, διαρκουντος του Αγώνος, φυλακίστηκε σ’ ένα Μοναστήρι στην Ύδρα. Αργότερα, στον καιρό της Όθωνικής Αντιβασιλείας συνελήφθη ξανά, φυλακίσθηκε καί μετά από μια παρωδία δίκης, κατά την οποία την τιμή του Γένους έσωσαν μόνο δύο τίμιοι δικαστές, ό Πολυζωίδης καί ό Τερτσέτης κηρύσσοντας τον αθώο, ό Κολοκοτρώνης καταδικάστηκε, ό κορυφαίος αυτός ήρωας της φυλής καί Πατέρας της Ελληνικής Ελευθερίας, σε… θάνατο! Ακούγοντας την καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, ό μεγάλος Κολοκοτρώνης, σηκώθηκε ήρεμα, έκαμε αργά – αργά τον σταυρό του καί είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου! Τίποτε άλλο! Κανένα σχόλιο! Έτοιμος να υποστεί καί τον θάνατο, ως πρόβατον επί σφαγήν, όπως ό Κύριος τον Όποιο πίστευε καί λάτρευε βαθύτατα.

Ευτυχώς ό Κύριος έφώτισε τον Όθωνα καί δεν επέτρεψε να συντελεσθεί το άνοσιούργημα, αλλά μετέτρεψε την ποινή του σεπτού ήρωα σε φυλάκιση, ώσπου, όταν ενηλικιώθηκε, του την χάρισε ολότελα καί τον αποκατέστησε πλήρως ηθικά καί στρατιωτικά στον βαθμό του Στρατηγού. Μάλιστα τον διόρισε καί στην υψηλή καί έπίζηλη θέση του Συμβούλου της Επικρατείας. Έτσι αποφεύχθηκε ένα έγκλημα, το όποιο θα έστιγμάτιζε το Γένος μας αιώνια. Σεβαστός σε όλους ό Κολοκοτρώνης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμώμενος από όλους καί μάλιστα από τους βασιλείς Όθωνα καί Αμαλία.

Το ταπεινό σπίτι του στην Πλάκα ήταν πανελλήνιο προσκύνημα. Όλοι οι επίσημοι επισκέπτες του νεοσύστατου κράτους θεωρούσαν τιμή τους να τον επισκεφθούν. Σπουδαίοι καί σοφοί τον συμβουλεύονταν. Ή νεολαία τον λάτρευε. Όποτε περπάταγε στους δρόμους της Αθήνας ό κόσμος μέριαζε, αποκαλύπτονταν κι έκανε εδαφιαίες υποκλίσεις. “Περνά ό Γέρος του Μωριά!”, έλεγαν με σεβασμό. Καί πίσω του συνήθως ακολουθούσαν τιμητικά νέα παλληκάρια πού έψαλλαν πατριωτικά τραγούδια. Κάποτε επισκέφθηκε το Γυμνάσιο των Αθηνών, το οποίο διηύθυνε ό μέγας εκείνος παιδαγωγός καί Δάσκαλος του Γένους, ό Γεώργιος Γεννάδιος. Μίλησε στους νέους. Άπλα. Μέσα από την καρδιά του, όπως συνήθιζε. Τους είπε ανάμεσα στα άλλα σοφά καί αγιασμένα: ”Πρέπει να φυλάξετε την Πίστη σας, καί να την στερεώσετε, διότι, όταν έπιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως καί έπειτα υπέρ Πατρίδος!… Πρίν άπ’ όλα να φυλάξετε στην ψυχή σας την Πίστη σας καί την Πατρίδα σας. Εμείς, περισσότερο από τα ντουφέκια, με την Πίστη μας στόν Χριστό καί την αγάπη μας στην Πατρίδα ελευθερώσαμε την Ελλάδα. Μείνετε πάντα καλοί Χριστιανοί καί καλοί Έλληνες. Έτσι ο Θεός θα σάς ευλόγη, ή Ελλάδα, θα σας προστατεύη καί όλα θα πάνε καλά στη ζωή σας…

Την νύχτα της 3ης προς την 4η Φεβρουάριου του 1843, επιστρέφοντας από μια γιορτή στα ανάκτορα για την επέτειο της άφίξεως του Όθωνα στην Ελλάδα, ό θρυλικός Γέρος του Μωριά, ό Δάσκαλος της πίστεως, της αρετής,του ήθους, της ανδρείας καί της λευτεριάς, προσβλήθηκε από αποπληξία κι αναχώρησε για την ουράνια Πατρίδα. Το Γένος υποκλίνεται στη μνήμη του. Οί Πανέλληνες τον θυμούμαστε. Πρέπει να τον θυμούμαστε! Ιδιαίτερα σήμερα, στις δύσκολες μέρες πού ζούμε καί πού οι αρετές πού μας δίδαξε σπανίζουν τόσο τραγικά.

1. Θ. Κολοκοτρώνη, ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ, Αθήναι, Κεφ. Β’, σελ. 44.
2. “Ενθ’όνωτ., σελ. 72.
3. Ένθ’άνωτ., σελ. 31.
κ.ΙΩΣΗΦ-ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΝΕΑΣ ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ
πηγή-περιοδικό ΄΄Πειραική Εκκλησία”(Μαρτ.2007)

Πηγή: Προσκυνητής