Archive

Posts Tagged ‘Yaunatakabara’

Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου (1859-1914). Ένας Μακεδόνας αρχαιολόγος και βυζαντινολόγος της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας.

Πέτρος Ν. Παπαγεωργίου (1859-1914).
Ἕνας Μακεδόνας ἀρχαιολόγος καί βυζαντινολόγος τῆς τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας.


 
Ο ΠΕΤΡΟΣ Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΚΑΙ Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
τοῦ Γ. Ι. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗ
‘ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ’
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΣΥΓΓΡΑΜΑ
ΤΗΣ
ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1964

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ
ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΕΠΕΤΕΙΩ
ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΥΤΟΥ
(Ἰανουάριος 1914 – Ἰανουάριος 1964)

Ἡ πεντηκονταετία πού συμπληρώθηκε φέτος στίς 18 Ἰανουαρίου (31 Ἰαν. π. ἡμ.) ἀπό τή χρονιά πού πέθανε ὁ Πέτρος Παπαγεωργίου, ἔδωσε στήν Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν λαμπρή καί μοναδική εὐκαιρία νά τιμήση τή μνήμη τοῦ ἐξαιρετικοῦ αὐτοῦ τέκνου τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλονίκης ἰδιαιτέρως, τό ὁποῖον ὡς φιλόλογος λάμπρυνε τό ἑλληνικόν ὄνομα στό Ἐξωτερικό, ὡς ἀρχαιολόγος καί βυζαντινολόγος ἔπειτα πρόσφερε μεγάλες ὑπηρεσίες στήν ὑποδουλωμένη ἀκόμα τότε ἰδιαίτερή του πατρίδα καί ἐν γένει ὑπηρέτησε καί ὡς ἐκπαιδευτικός μέ ἄφθαστη ἀφοσίωση τήν ἑλληνική ἐπιστήμη καί ἐκπαίδευση.

Δέν θά ἦταν ἴσως ὑπερβολή νά ποῦμε, ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη τουλάχιστον δέν ἔχει νά ἐπίδειξη, ὑστέρα ἀπό τό μητροπολίτη τῆς Εὐστάθιο στό 12ο αἰώνα, κανένα ἄλλον παλιόν φιλόλογο πιό μεγάλον ἀπό τόν Παπαγεωργίου.
Εἶναι δέ ἀναμφίβολο ὅτι, χωρίς τόν Παπαγεωργίου, πολύ λίγα πράγματα θά γνωρίζαμε σήμερα γιά πολλά μνημεῖα τῆς Θεσσαλονίκης καί τῆς Μακεδονίας καί γιά ὁλόκληρες πόλεις ἀκόμα, ὅπως οἱ Σέρρες.

Ἐκεῖνο ὅμως πού χαρακτηρίζει ἰδιαίτερα τόν Παπαγεωργίου εἶναι ὅτι συνδύαζε στό πρόσωπό του τόν κλασσικό φιλόλογο καί τό βυζαντινολόγο, τόν ἀρχαῖο δηλαδή καί τό μεσαιωνικό ἑλληνικό κόσμο, καί ἀποτελοῦσε ἔτσι ζωντανό σύμβολο τῆς συνέχειας τοῦ ἱστορικοῦ βίου τοῦ Ἔθνους, ὁ ὁποῖος μετά τή μεγάλη νάρκη τῆς τουρκικῆς Σκλαβιᾶς εἶχε ἀνασυνδέσει τά νήματά του στήν Κάτω Ἑλλάδα μόλις τριάντα χρόνια πρίν ἀπό τή γέννηση τοῦ Παπαγεωργίου.
Τό παράδειγμα δέ τοῦ Παπαγεωργίου ὄχι μόνο τήν ἰδιαίτερή του πατρίδα τιμᾶ, ἄλλα εἶναι χαρακτηριστικό καί γιά τό Ἔθνος, τό ὁποῖο ὕστερα ἀπό τετρακόσια χρόνια σκλαβιά μπόρεσε ἀμέσως μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ὄχι μόνο Κοντούς καί Μυστριῶτες καί Παπαρηγόπουλους στό ἐλεύθερο ἔδαφός του νά γεννήση, ἀλλά καί ἕναν Παπαγεωργίου στά τουρκοκρατούμενα ἀκόμα ἐδάφη του νά ἀναδείξη.
Ὅταν τό 1859 στό ἀρχοντικό σπίτι τῆς σημερινῆς ὁδοῦ Φιλίππου γεννιόταν ὁ Παπαγεωργίου, ἡ Θεσσαλονίκη εἶχε τήν ὄψη μιᾶς τουρκόπολης. Τό ἑλληνικό στοιχεῖο, ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξος Κοινότης, ἦταν συγκεντρωμένο μεταξύ της Καμάρας καί τῆς Ἅγια-Σοφιᾶς καί γύρω στόν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπό τό Ἱπποδρόμιο ὡς τήν Ἀγορά καί πρός τή θάλασσα ἦταν οἱ ἐβραιομαχαλάδες.
Γύρω στό λιμάνι ἦταν ἡ συνοικία τῶν ξένων, ὁ Φραγκομαχαλᾶς.
Στήν Ἐπάνω δέ πόλη, ἀπ’ τήν ὁδό Ἁγίου Δημητρίου καί πάνω, ἀνέβαιναν οἱ ἀπρόσιτοι στούς Χριστιανούς τουρκομαχαλάδες.
Ὅταν ὁ Παπαγεωργίου πήγαινε στό Δημοτικό σχολεῖο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνική Κοινότης εἶχε ἕνα μόνο Δημοτικό Σχολεῖο Ἀρρένων, κοντά στό σπίτι τοῦ Παπαγεωργίου, στήν ὁδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὅπου σήμερα βρίσκεται τό 32ον Δημοτικόν Σχολεῖον Ἀρρένων, ἄλλα σέ καινούργιο οἴκημα.

Ὅταν ὁ Παπαγεωργίου πήγαινε στό Γυμνάσιο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνική Κοινότης εἶχε ἕνα μόνο Γυμνάσιον Ἀρρένων, τό ὅποιο στεγαζόταν στό πέτρινο οἴκημα, πού βρίσκεται ἀπέναντι ἀπό τά κάγκελα τοῦ Πειραματικοῦ Σχολείου.
Ἡ σπουδαιότητα, πού ἔδινε ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξος Κοινότης στή μόρφωση τῶν τέκνων της, καταφαίνεται, ἄν διαβάση κανείς περιγραφές τῶν Ἐξετάσεων τῶν Σχολείων τῆς Κοινότητος σέ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς (Φάρο τῆς Μακεδονίας, ἡ Ἀλήθεια).
Οἱ παριστάμενοι Μητροπολίτης, Πρόεδρος τῆς Κοινότητος, Ἕλλην Πρόξενος, Προύχοντες οἱ ἐκφωνούμενοι λόγοι, ὁ ἀποχαιρετισμός τῶν τελειοφοίτων, ὅλα αὐτά δημιουργοῦσαν πολύ θερμή πατριωτική ἀτμόσφαιρα.
Τό κοινοτικό δέ σύστημα, πού ἴσχυε τότε, ἔκαμνε τήν Παιδεία τοῦ Ἔθνους καί τή λειτουργία τῶν Σχολείων οἰκογενειακή φροντίδα κάθε ἑλληνικοῦ σπιτιοῦ.

Μέσα σ’ αὐτή τήν παλλόμενη ἀπό πατριωτισμό ἀτμόσφαιρα τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος μεγάλωσε ὁ Παπαγεωργίου καί διέτρεξε τά ἐγκύκλια μαθήματα.Ἔτσι ἴσως ἐξηγεῖται ἡ ἀγάπη του γιά τή Φιλολογία. Εἶναι ἀγάπη πρός τό Ἔθνος του καί πρός τήν Ἱστορία τοῦ Ἔθνους του, γιατί περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐπιστήμη ἡ Φιλολογία ἔχει πατρίδα.
Ἡ οἰκονομική εὐχέρεια τῶν γονέων του τοῦ ἐπέτρεψε νά σπουδάση τήν ἀγαπημένη τοῦ Φιλολογία πρῶτα στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, στήν Ἀθήνα, καί ὕστερα στό Ἐξωτερικό, στή Γερμανία (Ἰένα, Λειψία, Βερολίνο), ὅπου διέπρεψε ὡς κλασσικός φιλόλογος.
Ὁ Παπαγεωργίου ἀναδείχθηκε ὅμως ὡς ἀρχαιολόγος καί βυζαντινολόγος στήν τουρκοκρατούμενη πατρίδα του, τή Μακεδονία.
Ὅταν τό 1883, ὕστερα ἀπό πέντε χρόνια σπουδές στή Γερμανία κι ἕνα ἐπιστημονικό ταξίδι στό Ἀρχαιολογικό Ἰνστιτοῦτο τῆς Ἰταλίας, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του, διορίσθηκε τό 1884 καθηγητής τῶν Ἑλληνικῶν στά Ζαρίφεια Διδασκαλεῖα τῆς Φιλιππουπόλεως.
Στήν ἑλληνικώτατη τότε αὐτή πόλη ἔμεινε ὁ Παπαγεωργίου τέσσαρα χρόνια, μέχρι τοῦ 1888, καί δημοσίευσε 13 περίπου φιλολογικές ἐργασίες σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Σμύρνης καί τοῦ Βερολίνου
(Ἡμερολόγιο τῆς Ἀνατολῆς, Νέα Ἡμέρα, Νεολόγος καί Berliner Philologische Wochenschrift), ἕκτος ἀπό τά ἀρχαῖα Σχόλια τοῦ Σοφοκλέους στή σειρά τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου τῆς Λειψίας Teubner.
Ἀλλά ὁ ἱστοριοδίφης καί βυζαντινολόγος Παπαγεωργίου ἀναφαίνεται ἀπό τώρα.
Μέ πρόθυμη σύσταση τοῦ μητροπολίτη Φιλιππουπόλεως Ἰωακείμ Εὐθυβούλη ὁ Παπαγεωργίου ἐπισκέπτεται τό Μάιο τοῦ 1887 τά ἑλληνικά μοναστήρια τῆς Ροδόπης, ψάχνοντας γιά κώδικες, χειρόγραφα καί κειμήλια.
Ἀπό τίς ἔρευνές του αὐτές δημοσίευσε τό 1887 στό Ἡμερολόγιο τῆς Ἀνατολῆς καί τό 1889 στή Berliner Philologische Wochenschrift τήν «Παλαιογραφικήν ἐκδρομήν εἰς τήν Μονήν Μπατσκόβου», τήν Μονήν δηλαδή τῆς Θεοτόκου Πετριτζιωτίσσης, ἡ ὅποια εἶχε ἱδρυθεῖ στό 12ο αἰώνα ἀπό τό Γρηγόριο Πακουριανό, τό μέγα δομέστικο τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Κομνηνοῦ.
(σήμ. Yauna δεῖτε “ΤΡΕΙΣ ΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΥΠΙΚΑ ΤΟΥΣ”. )
Ἀπ΄ αὐτή τή Μονή ὁ μέν Παπαγεωργίου περιέγραψε τούς κώδικες καί τά χειρόγραφα, ὁ δέ Διευθυντής τῶν Ζαριφείων, πού τόν συνώδευε, Γ. Κωνσταντινίδης, περιέγραψε τίς εἰκόνες καί τά κειμήλια καί ἀντέγραψε τίς ἐπιγραφές.
Ὕστερα ἀπό τρία χρόνια, τό 1890, τό ἑλληνικό αὐτό μοναστήρι καταλήφθηκε ἀπό τούς Βουλγάρους καί δέν ἦταν πιά δυνατό οἱ Ἕλληνες νά τό ἐπισκεφθοῦν καί νά μελετήσουν τά κειμήλιά του. Ἔτσι χάρις στόν Παπαγεωργίου ξέρομε σήμερα τί ἀρχαία εἶχε τό χαμένο πιά αὐτό ἑλληνικό μοναστήρι.
Τό σχολικό ἔτος 1888-1889 τό πέρασε ὁ Παπαγεωργίου στή γενέτειρά του, τή Θεσσαλονίκη. Δέν πῆγε κατ’ εὐθείαν Γυμνασιάρχης στίς Σέρρες, ὅπως ἀφήνει νά ἐννοήσωμε ὁ Σταμάτιος Ψάλτης, ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε στήν αἴθουσα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τόν ἐπιμνημόσυνο Λόγο γιά τήν πρώτη ἐπέτειο ἀπό τοῦ θανάτου τοῦ Παπαγεωργίου, στίς 18 Ἰανουαρίου 1915.
Στό δημοσίευμά του: «Ἡ νέα ἐκκλησία Γεωργίου τοῦ Πραγαμᾶ», στό Φάρο τῆς Μακεδονίας της 10 Δεκεμβρίου 1888, ὁ Παπαγεωργίου διηγεῖται, πώς ἀπό τίς 4-7 Δεκεμβρίου κατέβαινε ἐπανειλημμένα στόν ὑπόγειο χῶρο ἑνός βυζαντινοῦ ναΐσκου, τόν ὅποιον ἀνακάλυψε τυχαία ἡ σκαπάνη ἑνός ἐργάτη στήν αὐλή ἑβραϊκοῦ σπιτιοῦ καί στή συνοικία Μπαλαάτ, πίσω ἀπό τό Διοικητήριο.
Ἐν πλήρει, λοιπόν, σχολικῷ ἔτει 1888-1889 ὁ Παπαγεωργίου βρίσκεται στή Θεσσαλονίκη καί περιγράφει τίς λίγες τοιχογραφίες καί διαβάζει τίς μισοσβυσμένες ἐπιγραφές τοῦ ὑπόγειου αὐτοῦ βυζαντινοῦ ναΐσκου.
Στίς Σέρρες πῆγε, φαίνεται, ὁ Παπαγεωργίου ὡς Γυμνασιάρχης τό Σεπτέμβριο τοῦ 1889. Ἐκεῖ δέν σταμάτησε τή συγγραφική του δραστηριότητα καί κατά τά πέντε χρόνια της παραμονῆς του στήν πόλη αὐτή δημοσίευσε εἴκοσι περίπου ἐργασίες.
Στίς θερινές διακοπές ἐπέστρεφε στή Θεσσαλονίκη, γι’ αὐτό ἔχομε ἐργασίες του ἀπό τήν περίοδο αὐτή, πού προϋποθέτουν ἤ καί μαρτυροῦν τήν παρουσία του στή Θεσσαλονίκη, ὅπως ἡ περιγραφή τῆς πυρκαϊᾶς τῆς 23 Αὔγουστου τοῦ 1890 καί τῶν ζημιῶν πού προκάλεσε αὐτή, δημοσιευμένη στό Νεολόγο τῆς Κων/πόλεως τῆς 28 Σεπτεμβρίου 1891 καί ἔπειτα ἀλλαχοῦ, ὅπως ἡ ἐργασία του:
«Συμπληρωματικό, εἰς τάς ἐπιγραφάς τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς ἐν Θεσσαλονίκη», τήν ὁποίαν ὑπογράφει:
«Ἐν Θεσ­σα­λο­νί­κῃ τῇ 16ῃ Ὀκτωβρίου 1893», καί τήν ὁποία δημοσίευσε στήν Εἰκονογραφημένη Ἑστία τῆς 14 Νοεμβρίου 1893, ὅπως ἡ ἀνακάλυψη ἑνός «Βυζαντινοῦ ὑπογείου Προσκυνηταρίου» παρά τήν Ἁγίαν Σοφίαν, ὅπως ἡ «Ἀρχαία εἰκών τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἐπί ἐλεφαντοστέου» κ.α.
Ἡ πιό σημαντική ὅμως ἀπό τίς ἐργασίες, πού ἔκαμε ὁ Παπαγεωργίου κατά τήν περίοδο αὐτή, εἶναι ἡ ἀρχαιολογική μελέτη του γιά τήν πόλη τῶν Σερρῶν, πού δημοσιεύτηκε στόν 3ον τόμο (1894) τοῦ γερμανικοῦ βυζαντινοῦ περιοδικοῦ Byzantinische Zeitschrift, πού τότε εἶχε ἀρχίσει νά ἐκδίδη στό Μόναχο ὁ Κρουμπάχερ.
Νά ὁ τίτλος τῆς μελέτης:
«Αἵ Σέρραι καί τά προάστεια τά περί τάς Σέρρας καί ἡ Μονή Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου».
Ἡ μεγάλη αὐτή μελέτη, ἡ ὁποία χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη (Α. ἡ ἀκρόπολις καί ἡ πόλις. Β. τά προάστεια τῶν Σερρῶν. Γ. Ἅγιος Γεώργιος Κρυονερίτης καί τοπωνύμια περί τάς Σέρρας. Δ. ἡ Μονή Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου), δίνει τό «παρών» τῶν Ἑλλήνων στή νέα ἐπιστήμη τῆς Βυζαντινολογίας, πού ἵδρυσε τότε στήν Εὐρώπη ὁ Κρουμπάχερ γιά τή μελέτη τοῦ ὡς τότε παρεξηγημένου ἀπό τό Γαλλικό Διαφωτισμό Βυζαντίου, καί εἶναι γιά μᾶς σήμερα πολύτιμη.
Κατά τό Βαλκανικό πόλεμο τοῦ 1912, ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Σέρρες κάηκαν ἀπό τούς Βουλγάρους καί τίποτα σχεδόν δέν ἔμεινε ἀπό τήν παλιά πόλη καί ἀπό τά μνημεῖα της. Μόνη πηγή μας γι’ αὐτά εἶναι σήμερα γιά μᾶς ὁ Παπαγεωργίου.
Ἀπό τίς Σέρρες ὁ Παπαγεωργίου βρέθηκε τό 1894 Γυμνασιάρχης στή Μυτιλήνη, ὅπου παρέμεινε μέχρι τοῦ 1899. (Γιά τό ἔργο τοῦ ἐκεῖ, εἴτε τό ἐκπαιδευτικό στήν ὀργάνωση τῶν Σχολείων, εἴτε τό ἐπιστημονικό στή συλλογή τῶν ἐπιγραφῶν τῆς Μυτιλήνης, θά ἀκούσετε τόν κ. Δ. Μαντζουράνη, Μυτιληναῖον καί αὐτόν).
Ἀπό τίς 28 Νοεμβρίου 1899 τουλάχιστον (ὑπογράφει μέ αὐτή τή χρονολογία μιά ἐργασία του) ὁ Παπαγεωργίου βρίσκεται πάλι στή γενέτειρά του, τή Θεσσαλονίκη, ὅπου θά παραμείνη ἰδιωτεύων καί ἀσχολούμενος μέ τίς ἐπιστημονικές του ἀσχολίες μέχρι τοῦ 1910, ὁπότε θά μεταναστεύση ὁριστικά στήν Ἀθήνα καί θά πεθάνη ἐκεῖ τόν Ἰανουάριο τοῦ 1914.
Ἡ περίοδος αὐτή τῆς ζωῆς τοῦ Παπαγεωργίου εἶναι ἡ γόνιμη περίοδος τοῦ ὥριμου ἐπιστήμονα, ὁ ὁποῖος ἔχει τήν οἰκονομική εὐχέρεια νά ἐπιδοθῆ ἀπερίσπαστος στίς ἀγαπημένες τοῦ μελέτες, καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι ἴσως ἡ εὐτυχέστερη περίοδος τῆς ζωῆς του.
Αὐτή ἡ περίοδος ἀνέδειξε τόν Παπαγεωργίου βυζαντινολόγο καί σ’ αὐτή τήν περίοδο προσέφερε ὁ Παπαγεωργίου τίς μεγαλύτερες ὑπηρεσίες του στήν ἱστορία τοῦ τόπου πού τόν γέννησε.
Ἀπό τίς 204 ἐργασίες τοῦ Παπαγεωργίου στόν Κατάλογο τοῦ Ψάλτη οἱ 135 περίπου ἀνήκουν στήν περίοδο αὐτή, ὅπως καί οἱ 10 ἀπό τό συμπληρωματικό Κατάλογο τοῦ κ. Α. Λέτσα.
Μεταξύ πλήθους ἐργασιῶν κλασσικῆς φιλολογίας δημοσιεύει ὁ Παπαγεωργίου τώρα τή μελέτη του:
«Περί χειρογράφου Εὐαγγελίου Θεσσαλονίκης», ἀπό τήν ὁποία μάθαμε ὅ,τι γνωρίζομε σήμερα γιά τήν ἐκκλησία τῆς Νέας Παναγίας στό Ἰπποδρόμι, τή Μονή δηλαδή τοῦ Ἱλαρίωνος Μαστούνη.
Δημοσιεύει τήν «Ἐκδρομήν εἰς τήν μονήν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, τῆς ἐν τῇ Χαλκιδικῇ», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί αὐτή τήν κυριώτερη πηγή μας γιά τήν ἱστορία αὐτῆς τῆς μονῆς καί τῶν ἐγγράφων της. Ἡ μελέτη του: «Ἡ ἐν Θεσσαλονίκη μονή τῶν Βλατταίων καί τά μετόχια αὐτῆς» ἔφερε στή δημοσιότητα ἔγγραφα τῆς μονῆς μή ὑπάρχοντα σήμερα καί συγκέντρωσε ὅ,τι ἦταν δυνατόν νά γνωσθῆ γιά τό μοναστήρι αὐτό στήν ἐποχή τοῦ Παπαγεωργίου. Ἄν σήμερα ξεύρωμε κάτι περισσότερο, αὐτό τό ὀφείλομε μόνο σέ καινούργιες πηγές, πού δημοσιεύθηκαν ἀπό τότε.
Ὁ Παπαγεωργίου δέν ἀγαποῦσε τούς λόγους, τό ὁμολόγησε αὐτό ἄλλοτε ἀναγκασθεῖς νά βγάλη λόγο στή Μυτιλήνη, ἐν τούτοις ὅμως στίς 16 Ἀπριλίου τοῦ 1900 ἐξεφώνησε «Λόγον ἐπί τοῖς ἐγκαινίοις τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τοῦ ἐν τῷ Νεκροταφείῷ τῆς Ὀρθοδόξου Κοινότητος Θεσσαλονίκης», εἰς τόν ὅποιον μιλᾶ καί γιά τά πρός Ἀνατολᾶς καί Δυσμᾶς τῆς πόλεως πανάρχαια ρωμαϊκό-χριστιανικά νεκροταφεῖα καί ἀναφέρει ἕνα ἐπίγραμμα τοῦ ἀνατολικοῦ καί ἕνα του δυτικοῦ των πρώτων χριστιανικῶν χρόνων. Ἔτσι πρώτη φορά ὁ Παπαγεωργίου σημείωσε τούς ἀρχαιολογικούς αὐτούς χώρους τῆς πόλεως, τούς ὁποίους ἀναφέρει μόνο ὁ Καμενιάτης τόν 10ον αἰώνα.
Ἀπό τίς πολύτιμές του σημειώσεις γιά τά βυζαντινά μνημεῖα τῆς Θεσσαλονίκης ὁ Παπαγεωργίου δημοσιεύει τό 1901, ὡς πρώτη σέ ἀναγγελόμενη σειρά, τήν ἐργασία: «Θεσσαλονίκης βυζαντινός ναός καί ἐπιγράμματα αὐτοῦ. Ὁ ναός τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων».
Πρώτη φορά ἀναγνώσθηκαν τά ἐπιγράμματα τοῦ ναοῦ καί λύθηκε τό πρόβλημα τοῦ κτίστου του καί πρώτη φορά ἐκφράσθηκε, καί πολύ σωστά, ἀμφιβολία γιά τή βυζαντινή προέλευση τῆς σημερινῆς ὀνομασίας τοῦ ναοῦ Δώδεκα Ἀπόστολοι ἤ Ἅγιοι Ἀπόστολοι.
Ἀκολουθοῦν πολλές μικρότερες ἐργασίες, ὅπως π.χ. «Βυζαντιναί ἐπιγραφαί τοῦ Ἁγίου Ὅρους» (τό ὁποῖον ἐπισκέφθηκε τόν Ἰούλιο τοῦ 1900). —«Ἱερείας Θύσας ἐπιγραφή τῆς Θεσσαλονίκης»—«Ἡ Θεσσαλονίκη Κολώνεια ἤδη τῷ Β’ μ.Χ. αἰώνι μεσούντι»—«Θεσσαλονίκης Νομοκάνων τοῦ IZ αἰῶνος» —«Ἡ Θεσσαλονίκη διά τῶν αἰώνων» – «Ἐκ τοῦ τόπου τῶν νεκρῶν Θεσσαλονικέων»— «Μεγάλο καί Μικρό Καράμπουρνου» — «Τό ἔτος τῆς τελευτῆς Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» — «Συμβολή εἰς τήν ἱστορίαν τῶν Σχολείων τῆς Θεσσαλονίκης» κ.ἄ.
Ἐπιτρέψτε μου νά παραθέσω ἀπό μιά ἀπό αὐτές, ἀπό τήν «Θεσσαλονίκη διά μέσου των αἰώνων», ἕνα μικρό ἀπόσπασμα, στό ὁποῖο ὁ πάντα ἀντικειμενικός καί αὐστηρά ἐπιστημονικός Παπαγεωργίου ξεχύνεται σέ ὑποκειμενικό συναισθηματισμό, πού προδίδει τό μεγάλο νοσταλγό τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος τῆς ἀγαπημένης τοῦ πόλης. Ἡ δημοσίευση σ΄ ἕνα ρουμανικό περιοδικό τοῦ Βουκουρεστίου μιᾶς μικρῆς ἱστορίας τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ ἄναψε τή φαντασία καί τοῦ ξεσήκωσε τά νεῦρα, αὐτόν, πού ἑτοίμαζε καί ὀνειρευόταν μεγάλη ἱστορία τῆς πόλης του.
Καί ἡ διήγηση αὐτή, λέγει:
«….βία μέ συνήρπασε καί ἀνήγαγε πρός τάς προσφιλεῖς μοι τῆς πόλεως ἀκρολοφίας. Ἐκεῖ, ἐκεῖ, μακράν τῶν στενωπῶν τῆς παλαιᾶς Θεσσαλονίκης ὁδῶν, συνεθίζω, ἵνα ἐλεύθερον ἐκκινῶ τόν πόδα μου καί διαπλανῶ τό ὄμμα… Ἐκεῖ, ἐκεῖ ἀναπτεροῦμαι τήν ψυχήν…καί εὐφραίνω μου τόν νοῦν καί μετεωρίζω τήν διάνοιάν μου πρός αἰώνας πάνυ καί πάνυ ἡμῶν ἀφεστώτας…».
Ἔτσι μιλᾶ ἕνας ἱστορικός καί ἀρχαιολόγος, πού εἶναι ἐρωτευμένος μέ τήν ἐπιστήμη του. Ἔτσι μιλᾶ ἕνας σκλαβωμένος Ἕλληνας, πού νοσταλγεῖ τό ἐλεύθερο καί ἔνδοξο παρελθόν τῆς πατρίδας του.
Τήν 30η Αὐγούστου τοῦ 1906 εἶχε ἀρχίσει ἡ κατεδάφιση τοῦ νοτίου πύργου τῆς Πόρτας τῆς Καλαμαριᾶς κοντά στό Σιντριβάνι, τοῦ μόνου πού εἶχε ἀπομείνει ἀπό τήν Πόρτα αὐτή καί ἀπό ὅλο το ἀνατολικό τεῖχος τῆς πόλης. Στά θεμέλια του πύργου βρέθηκαν κτισμένες πλῆθος μαρμάρινες στῆλες μέ τό γραμμένο μέρος πρός τά μέσα. Τό οἰκοδομικό αὐτό ὑλικό προήρχετο, ὅπως φάνηκε ἔπειτα, ἀπό τό πανάρχαιο νεκροταφεῖο ἔξω ἀπό τό ἀνατολικό τεῖχος.
Τοῦ Παπαγεωργίου ἡ χαρά δέν περιγράφεται. Ὅλη τήν ἡμέρα βρισκόταν ἐκεῖ μέ συνεργεῖο μαθητῶν παρακολουθώντας τήν κατεδάφιση καί δέν χόρταινε νά διαβάζη ἐπιγραφές. Στήν ἐφημερίδα «Ἀλήθεια» δημοσίευε ἄμεσως ὅσες ἐπιγραφές διάβαζε καί στό Μικρασιατικό Ἡμερολόγιο τῆς Ἑλένης Σβορώνου δημοσίευσε τό 1907 τή μεγαλύτερη ἐργασία του: «Θεσσαλονίκης κατεσφραγισμένον βιβλίον ἀνοιχθέν».
Ἀκοῦστε τή χαρά τοῦ Παπαγεωργίου:
«30 Αὐγούστου 1906 σωτηρίου ἔτους ἤρξατο ὁ χρόνος ἀνοίγων τό βιβλίον, τό σφραγίσι κατεσφραγισμένον ἑπτά. Καί ὕφ΄ ἡδονῆς τινός οὐρανίας ἐγώ περικατειλημμένος ἀνεγίνωσκον ἐπί μῆνα ὅλον λαμπρᾶς τῆς παλαιφάτου ἱστορίας τῆς λαμπροτάτης μου πατρίδος σελίδας..»
41 ἑλληνικές καί μία λατινική ἤσαν τό ὅλον οἱ μεγάλες μαρμάρινες στῆλες, πού βγῆκαν ἀπό τήν κατεδάφιση αὐτοῦ του πύργου.
Ἀπό τόν Αὔγουστο τοῦ 1907 ὡς τό Φεβρουάριο τοῦ 1908 οἱ Τοῦρκοι ἐπισκεύαζαν τό Κασσιμιέ Τζαμί τους, τή βασιλική δηλαδή τοῦ Ἅγιου Δημητρίου.
Ὁ Παπαγεωργίου χάρις στή φιλία του μέ τό γιό τοῦ Βαλῆ τῆς Θεσσαλονίκης ὁ χριστιανός αὐτός ἦταν στήν Ἐπιτροπή, πού διηύθυνε τίς ἐργασίες.
Μέ πόση λαχτάρα παρακολουθοῦσε τά ἔργα, πού ἀποκάλυπταν πρώτη φορά σέ χριστιανικά μάτια, μωσαϊκά καί ἐπιγραφές τοῦ περίφημου μνημείου, χρόνια σκεπασμένες. Ἀκοῦστε πάλι τή φωνή τοῦ Παπαγεωργίου:
«… Πλεῖστα ἄρα καί πλουσιότατα καί πολυτιμότατα εἶναι τά νεοφανῆ ἀρχαῖα εὐρήματα ἐν τῷ περικαλλεῖ τοῦ πολιούχου τῆς ἐμῆς πατρίδος ναῶ. Εὐρήματα ταῦτα, ἅτινα ἐπί ἑπτά ὅλους μήνας, ἀπό τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1907 μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1908 σχεδόν καθ’ ἑκάστην τήν ἡμέραν ὅλην ἰσχυρᾶς ἐγώ ψυχικῆς συγκινήσεως ἐμπεφορημένος καί ὑπό μεγάλης κατειλημμένος κοπώσεως διετέλων βλέπων καί ἐξετάζων, περισκοπῶν καί ἐξερευνῶν, ἀναγράφων καί φωτογραφῶν…».
Ἀπό τήν ἀνέλπιστη αὐτή πηγή ὁ Παπαγεωργίου δημοσίευσε σημαντικώτατη ἐργασία:
«Μνημεῖα τῆς ἐν Θεσσαλονίκη λατρείας τοῦ Ἁγίου Δημητρίου» καί ἄλλες μικρότερες ἀνακοινώσεις, ὅπως τα:
«Θεσσαλονίκης ἱστορικά. Ἐκ τῶν πρώτων χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁ ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τάφος τοῦ Λουκᾶ Σπαντουνῆ».
Στό μεταξύ δέν παύει νά δημοσιεύη ποικίλες ἄλλες ἐργασίες φιλολογικοῦ περιεχομένου. Εἶναι καταπληκτική ἡ παραγωγή τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Πρό παντός ὅμως δέν ἀφήνει τίποτε πού ἀφορᾶ στήν ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης. Μερικά μάρμαρα ἔξω ἀπό τό δυτικό τεῖχος, λείψανα τοῦ ἑλληνιστικοῦ θεάτρου τῆς πόλης, τοῦ δίδουν ὑλικό γιά τήν ἐργασία: «Ἐργατῶν σήματα καί ὀνόματα ἐπί μαρμάρων τοῦ Θεάτρου τῆς Θεσσαλονίκης».
Μέ τό γενικό δέ τίτλο «Θεσσαλονίκης ἱστορικά» ἡ «Θεσσαλονίκης ἀρχαιολογικά», δημοσιεύει πλεῖστες ὅσες ἐργασίες σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά. Μιά τέτοια ἐργασία του στό «Μακεδονικό Ἡμερολόγιο» τοῦ 1912 εἶναι ἡ μόνη μας πηγή γιά τίς ζημίες τῶν μνημείων ἀπό τήν πυρκαϊά τοῦ 1890. Νά ὁ τίτλος της:
«Θεσσαλονίκης ἱστορικά καί ἀρχαιολογικά. Οἱ ἐν ἔτει 1890 καί μηνός Αὔγουστου τή 22α κατακαυθέντες μικροί ναοί τῆς πόλεως. Α’ Ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Β’ ὁ Παναγίας Ἐλεούσης. Γ’ ὁ Παναγίας τῆς Περσιωτίσσης. Δ’ ὁ της Ἁγίας Μαρίνης. Ε’ παθήματα μαθήματα».
Καί πάλιν:
«Θεσσαλονίκης ἱστορικά καί ἀρχαιολογικά. Α’ ἐπιγραφή Κωνστ. Μεσοποταμίτου, μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Β’ τά καυθέντα κειμήλια τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ. Γ’ τά κατά τόν Μεσοποταμίτην. Δ’ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν βυζαντινῶν οἴκων τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ Ἀργυρόπουλοι.»
.
Αὐτός ὑπῆρξεν ὁ πολυγραφώτατος σοφός Πέτρος Παπαγεωργίου, κλασσικός φιλόλογος καί βυζαντινολόγος, συγκεντρώνων στό πρόσωπο Νεοέλληνα τά δυό ἀδιάσπαστα τμήματα τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, τό ἀρχαῖο καί τό μεσαιωνικό.
Πρό παντός ὅμως ὁ Παπαγεωργίου ὑπῆρξεν Ἕλλην πατριώτης, ἀγαπῶν μάλιστα παραφόρως τήν ἰδιαίτερή του πατρίδα, τή γενέτειρά του Θεσσαλονίκη. Σέ χρόνια δυσμενῆ γιά πνευματική ἐργασία, ὅταν οἱ θηριωδίες τῶν Βουλγάρων Κομμιτατζήδων καί οἱ συγκινήσεις τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα ἐτάραζαν τά πνεύματα, ὁ Παπαγεωργίου βρίσκει τή δύναμη νά γεμίζη τίς ἐφημερίδες καί τά περιοδικά, δικά μας καί ξένα, μέ δημοσιεύματα γιά τήν ἱστορία καί τήν ἀρχαιολογία τῆς πατρίδας του, τήν ἑλληνικότητα τῆς ὁποίας μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐπιστημονικῶς ἀποδεικνύει.
Αὐτός εἶναι ὁ μακεδονικός ἀγώνας τοῦ Παπαγεωργίου. Οἱ βιογράφοι τοῦ λέγουν ὅτι λόγω τῶν σχέσεών του μέ τούς Τούρκους ἔμπαινε ἐλεύθερα καί χωρίς νά γεννᾶ ὑποψίες στό Ἑλληνικό Προξενεῖο, ὅπου ὑπέβαλλε καί μυστικές ἀναφορές γιά τόν ἀγώνα πρός τήν Κυβέρνηση τῶν Ἀθηνῶν.
Αὐτό ὅμως τό ἔκαμαν καί ἄλλοι. Τόν ἐπαναστατικό ὅμως ἀγώνα γιά τήν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας, πού τήν ἀμφισβητοῦσαν οἱ Βούλγαροι, μόνο ὁ Παπαγεωργίου τόν ἔκαμε τόσο ἐπιτυχῶς. Σέ χρόνια, στά ὁποῖα ἡ ἀρχαιολογική ἐπιστήμη βρισκόταν ἀκόμα στά σπάργανά της στήν Ἑλλάδα, ὁ Παπαγεωργίου εἶναι διακεκριμένος ἐπιγραφικός καί ἀρχαιολόγος.
Σέ χρόνια δουλείας, στά ὁποῖα ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα ἦταν δύσκολη, ἄν ὄχι ἀδύνατη, ὁ Παπαγεωργίου εἶναι ἀκούραστος ἐρευνητής. Ἐξετάζει τουρκικά τζαμιά, ἄλλοτε βυζαντινούς ναούς, περιεργάζεται τά ἀποκαλυπτόμενα σέ τουρκικές κατεδαφίσεις, παρακολουθεῖ τουρκικές ἐργασίες ἐπισκευῶν.
Σέ χρόνια, χωρίς ἐπιστημονική βιβλιογραφία, ὁ Παπαγεωργίου εἶναι κριτικώτατος, ἰδίως σέ ζητήματα ἀρχαιολογίας τοῦ τόπου του.
Οἱ σύγχρονοί του τόν τίμησαν, ὅσον κανένα. Ἡ Ἑλληνική Κυβέρνηση τοῦ ἀπένειμε τόν Χρυσοῦν Σταυρόν τοῦ Σωτῆρος.
Ὁ πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ’ τόν ὀνόμασε Μέγαν Ἄρχοντα Διδάσκαλον τῆς Μεγάλης του Χριστοῦ Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐπιτροπεία τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης τόν ἐξέλεξε Διευθυντήν αὐτῆς.
Διορίσθηκε στό Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν ἀριστίνδην Καθηγητής τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων, ὁ Παπαγεωργίου ὅμως ἐμποδίστηκε νά ὁρκισθῆ ἐντός των προθεσμιῶν καί νά ἀναλάβη τή θέση.
Ἡ ἐν Τεργέστη Ἑλληνική Κοινότης τοῦ ἔδωσε τό Οἰκονόμειον Βραβεῖον.
Ἡ Βασιλική Ἀκαδημία τοῦ Μονάχου του ἀπένειμε χρηματικό βραβεῖο τοῦ κληροδοτήματος Θερειανοῦ, τό ὁποῖον ὅμως ἀνακλήθηκε, ὅταν ἀναγγέλθηκε ὁ θάνατος τοῦ Παπαγεωργίου, πού ἐπῆλθε στάς Ἀθήνας ἡμέρα Σάββατο τήν 18η Ἰανουαρίου τοῦ 1914.
Κατόπιν τοιούτου ἔργου καί τοιούτων τιμῶν, τό σημερινό φιλολογικό μνημόσυνο «ἐπί τῇ συμπληρώσει πεντηκονταετίας ἀπό τοῦ θανάτου του» ἀποτελεῖ ἐλάχιστο φόρον τιμῆς στή μνήμη τοῦ Παπαγεωργίου, ἀλλά καί ἐπιτακτικό καθῆκον γιά μᾶς.
Ἐπιτρέψτε μου τώρα νά προσθέσω μερικές ὄχι πολύ γνωστές πληροφορίες γιά τόν Παπαγεωργίου καί τήν οἰκογένειά του:
Ὁ Πέτρος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη τό 1859 μέσα στό πατρικό του σπίτι, πού βρισκόταν στή σημερινή ὁδό Φιλίππου, ἀπέναντι ἀπό τό Τμῆμα Μεταγωγῶν καί στή γωνία τῆς διασταύρωσης τῶν ὁδῶν Φιλίππου καί Χριστοπούλου, τό διώροφο αὐτό μέσα σέ κῆπο σπίτι, ἄλλοτε μέ ἁμαξοστάσια καί ἰδιαίτερο οἴκημα ὑπηρετῶν, πουλήθηκε ἀπό τούς γονεῖς τοῦ Παπαγεωργίου στόν πλούσιο γιατρό Χρήστοβιτς, τοῦ ὁποίου οἱ κληρονόμοι τό πούλησαν ἔπειτα στό νεώτερο ἰδιοκτήτη τοῦ Σιδηρόπουλο. Σήμερα κτίσθηκε πολυκατοικία στή θέση του.
Ὁ πατέρας τοῦ Πέτρου, Νικόλαος Παπαγεωργίου, μεγαλέμπορος, κατήγετο ἀπό τό Κρούσοβο, ἡ δέ μητέρα τοῦ Δομνίκη ἀπό τό Μοναστήρι. (Μπίτολα;)
Οἱ ἀδελφοί του Πέτρου ἦταν
α) ὁ Ἀλέξανδρος Παπαγεωργίου, Διευθυντής τῶν Σιδηροδρόμων,
β) ὁ Εὐμένης Παπαγεωργίου, δικηγόρος καί ἀρχισυντάκτης τοῦ «Ἀστέρος», πού κακοποιήθηκε ἀπό τούς Νεοτούρκους γιά τά ἄρθρα του καί πέθανε θάνατο λησμονημένου ἐθνομάρτυρα στόν Εὐαγγελισμό τῶν Ἀθηνῶν,
καί οἱ ἀδελφές του
α) ἡ Ἐλισσάβετ Παπαγεωργίου Ζουμετίκου καί
β) ἡ Ἑλένη Παπαγεωργίου Μάρκ.
Τῶν ἀρρένων ἀδελφῶν του Πέτρου ζοῦν σήμερα στή πόλη μᾶς ἀπόγονοι.
Θεῖος τοῦ Πέτρου καί ἀδελφός τοῦ πατρός του Νικολάου ὑπῆρξε ὁ Τάσκος Παπαγεωργίου, πατήρ τοῦ νομομαθοῦς παλαιοῦ Μακεδονομάχου καί Προέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, Φιλώτα Παπαγεωργίου, πού πέθανε στήν Κατοχή.
Καί τοῦ Τάσκου Παπαγεωργίου ζοῦν σήμερα στή πόλη μᾶς γυναῖκες ἀπόγονοι.
Τί ἀπέγινε ὅμως ἡ πλούσια βιβλιοθήκη τοῦ Παπαγεωργίου καί τά χειρόγραφά του, μεταξύ των ὁποίων ὑπῆρχαν ἀντίγραφα ἀπό 6.000 ἐπιγραφές, τίς ὁποῖες ἑτοίμαζε γιά ἕνα Corpus Inscriptionum Thessalonicae, σημειώσεις γιά ὅλα τα βυζαντινά μνημεῖα τῆς Θεσσαλονίκης καί ὑλικό γιά τή συγγραφή μιᾶς ἐκτενοῦς ἱστορίας τῆς Θεσσαλονίκης, τήν ὁποία σχεδίαζε; Ὑλικά δηλαδή γιά 20 χρόνια δουλειά;
Ὅταν ὁ Πέτρος Παπαγεωργίου ἐπέστρεψε ἀπό τή Μυτιλήνη τό 1899, εἶχε πουληθῆ τό πατρικό του σπίτι τῆς ὁδοῦ Φιλίππου καί ὁ Παπαγεωργίου ἔμεινε μέ ἐνοίκιο στήν οἰκία Λιόντα, ἀπέναντι ἀπό τήν εἴσοδο τῆς Ἀχειροποιήτου, ἐκεῖ, ὅπου σήμερα εἶναι πλατεία.
Τό 1910 ἔλυσε τή μίσθωση καί μετέφερε ὅλα τα ὑπάρχοντά του στάς Ἀθήνας, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ὁριστικῶς.
Ὅταν τό 1914 ὁ Παπαγεωργίου πέθανε στάς Ἀθήνας, ἡ βιβλιοθήκη του μεταφέρθηκε στή Θεσσαλονίκη γιά νά μοιρασθῆ στούς κληρονόμους του καί παραδόθηκε γιά ἀσφάλεια στό Γηροκομεῖο, ἀφοῦ οἰκία Πέτρου Παπαγεωργίου δέν ὑπῆρχε πλέον στή Θεσσαλονίκη.
Τόν Αὔγουστο τοῦ 1917 ἡ βιβλιοθήκη δέν εἶχε ἀκόμα διανεμηθῆ καί ἡ μεγάλη πυρκαϊά τοῦ 1917 ἔκαψε καί τό Γηροκομεῖο καί τή βιβλιοθήκη.
Μιά συλλογή ἀρχαίων νομισμάτων τοῦ Πέτρου Παπαγεωργίου, πού εἶχε περιέλθει στά χέρια τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀνατολῆς, τοῦ Χαριλάου Γρηγορίου Ζουμετίκου, γιοῦ τῆς ἀδελφῆς του Πέτρου Ἔλισσαβετ, πρίν νά διανεμηθῆ καί αὐτή στούς κληρονόμους κλάπηκε ἀπό ἄγνωστους διαρρῆκτες, πού διέρρηξαν τήν οἰκία Ζουμετίκου, ἡ ὁποία βρισκόταν κοντά στήν παλιά ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή σημερινή πλατεία Δικαστηρίων καί ἡ ὁποία κάηκε στήν πυρκαϊά τοῦ 1917.
Αὐτά εἶναι ὅσα ξέρομε ἀπό συγγενεῖς του Παπαγεωργίου, πού ζοῦν σήμερα.
Στό τέλος φύλαξα τή γνώμη γιά τόν Παπαγεωργίου ἑνός συγχρόνου του, τοῦ καθηγητοῦ I. Τσικοπούλου, ὁ ὁποῖος γράφει στήν «Ἀλήθεια» τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1904 γιά τόν Παπαγεωργίου τά ἑξῆς:
Ἄν ὁ ἀοίδιμος Στέφανος Κουμανούδης ἐπεθύμει νά ἐπικαλῆται Φιλαθήναιος, ὁ κ. Πέτρος Παπαγεωργίου δικαιοῦται νά προσαγορευθῆ Φιλοθεσσαλονικεύς, διότι εἶναι μέν φιλόλογος, φιλίστωρ καί φιλάρχαιος, ἰδιάζουσαν δέ στοργήν διατρέφει πρός τήν ἀναδίφησιν τῶν περί τήν πάτριον ἠμῶν χώραν καί μάλιστα τῶν κατά τήν γενέθλιον αὐτοῦ πόλιν. Ἐκ τοιαύτης ἀπόψεως ὁ κ. Πέτρος Παπαγεωργίου εἶναι μονάκριβον τέκνον τῆς Θεσσαλονίκης».Μονάκριβο πράγματι τέκνο τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ μοναδικός φιλόλογος τῆς πόλης μετά τόν Εὐστάθιο, ὁ πρῶτος ἐπιστήμονας ἀρχαιολόγος της, ὁ μακεδονομάχος της στό ἐπιστημονικό πεδίο, ὑπῆρξε ὁ Πέτρος Παπαγεωργίου καί τή μνήμη τοῦ τέκνου τούτου τῆς Θεσσαλονίκης θελήσαμε νά τιμήσωμε σήμερα, πενήντα χρόνια συμπληρούμενα ἀπό τό θάνατό του.
«Ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πάσα γῆ τάφος», ἀλλά τή πατρίδι ἡ ἰδιαιτέρα τιμή.

Πηγή: YaunaTakabara
Επιδιόρθωση κειμένου: MacedonianAncestry

Γυναίκες στον Μακεδονικό Αγώνα – Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών Μοναστηρίου (1902)

ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Ηρωίδες και συνεργάτιδες των Μακεδονομάχων


Καπετάνισσα Ελένη

Το Μοναστήρι, κτισμένο κοντά στην αρχαία Ηράκλεια, με έντονη την ελληνορωμαϊκή και βυζαντινή του παράδοση, αν και επί τουρκοκρατίας ήταν έδρα του Ρούμελη Βαλεσή, του γενικού δηλαδή Διοικητού της ευρωπαϊκής Τουρκίας, υπήρξε ο τόπος απ’ όπου εκπορεύτηκε η πρώτη οργάνωση «Μακεδονική Άμυνα», που με τα τμήματά της, το οικονομικό, το δικαστικό και το εκτελεστικό, μετέτρεψε τον αγώνα από αμυντικό σ’ επιθετικό.

Και πραγματικά στο Μοναστήρι έγιναν εκδικητές των βουλγαρικών εγκλημάτων όχι μόνο άντρες, μα και γυναίκες. Κατά πληροφορία του Μόδη, όταν αποφασίζονταν να γίνει φόνος σ’ ένα δρόμο, ειδοποιούνταν οι νοικοκυρές να αγρυπνούν, να έχουν την πόρτα ανοιχτή και να κλείνουν αμέσως μόλις έμπαινε ο εκτελεστής, που από σπίτι σε σπίτι έφευγε μακριά, αφού είχε επιτελέσει την αποστολή του.

Τα λαμπρά του εκπαιδευτήρια ήταν η παλλόμενη καρδιά του βορείου Ελληνισμού κι οι ογδόντα Ελληνίδες δασκάλες του γαλβάνιζαν την εθνική συνείδηση των μικρών παιδιών με τέτοια τραγούδια:


«Του βουλγαρισμού η ψώρα, Μακεδόνες δεν μολύνει…»

Μοναστηριώτισσα ήταν κι η ηρωική δασκάλα Πολυξένη, την θυσία της οποίας σαν έμαθε ο Παύλος Μελάς, είπε: «Έχουν δίκαιο αυτοί που ζητούν εκδίκηση…».Γυναίκες Μακεδονομάχοι

Ο Μόδης πληροφορεί επίσης ότι τον ’Ιούλιο του 1907 μια γριά με την εγγονή της επισκέφτηκαν βουλγαρικό γαλακτοπωλείο, έριξαν δηλητήριο στο ταλατόρι που έφαγε ο Κομιτατζής Τόντας Πεσκάς με άλλους πέντε ρουμανίζοντες και Βουλγάρους αξιωματικούς και τους σκότωσαν.

Όλες οι γυναίκες συνέδραμαν στον αγώνα, όπως μπορούσε η κάθε μιά.
Η Δομνίκη Νικολαΐδου με την αδελφή της μετέβαλαν το σπίτι τους σε οπλοστάσιο, ενώ η Σάντα Θεοδώρου Βαφέα με τις μεγαλύτερες κόρες της Βίτα, Μαρίτσα και ’Ασπασία έραβαν στολές Μακεδονομάχων και φρόντιζαν πληγωμένους.

Οικογένεια Σάντα και Θεοδώρου Βαφέα

Η Ζαχαρία Μακρή, έζησε το δράμα της δουλείας, τις συγκινήσεις και τους κινδύνους του Μακεδονικού Άγώνος προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Φλώρινα κι ευτύχησε να δει το σύζυγό της Νομάρχη και τον υιό της Υπουργό.

Η Παρασκευή Μόδη, σύζυγος του πρωτομάρτυρα Θεοδώρου Μόδη, στάθηκε δίπλα του γενναία και δεν υπέστειλε τη σημαία του χρέους, ούτε και μετά τη δολοφονία του.

Μία άλλη μοναστηριώτισσα, η χήρα μάνα του Άνδρέα Κύμη, είχε δραματικό κι ηρωικό τέλος. Τη μέρα που ο υιός της ξεψυχούσε στο Μορίχοβο πολεμώντας με τον Ιερό Λόχο, η ίδια έπεφτε νεκρή μέσα στο σπίτι της, αφού πρώτα είχε αναχαιτίσει για πολλές ώρες λυσσαλέα επίθεση των Βουλγάρων.

Ανάμεσα σ’ ιστορία και θρύλο αχνοδιαγράφεται κι η μορφή της μοναστηριώτισσας καπετάνισσας Ελένης, που ντυμένη τη στολή του Μακεδονομάχου, με το τουφέκι στο χέρι πολέμησε γενναία.

Αλλά και μέσα από οργανώσεις οι μοναστηριώτισσες έδωσαν τα χρόνια έκείνα δυναμικό παρόν.
Η «Φιλόπτωχος ’Αδελφότης Έλληνίδων Κυρίων Μοναστηριού», που άτυπα λειτουργούσε από τα μέσα του προηγουμένου αιώνος το 1902 απέκτησε εγκεκριμένο καταστατικό και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα κυριαρχούσε σε κάθε φιλανθρωπική και πολιτική δράση ανακουφίζοντας απόρους και ασθενείς, παραχωρώντας βοηθήματα και βιβλία σε μαθητές και καταπολεμώντας τις ξένες προπαγάνδες.

Τότε ίδρυσε και το εργαστήριο άπορων κοριτσιών «Η Έργάνη Άθηνά», όπου 80-100 κορίτσια διδάσκονταν κοπτική και ραπτική. Οι κυρίες μέλη εργάζονταν με πρωτοφανή ζήλο, ιδίως στον τομέα συμπαραστάσεως και αρωγής των φυλακισμένων, που προέρχονταν απ’ όλη σχεδόν τη Μακεδονία. Σαν φιλόστοργες μητέρες τους επισκέπτονταν, τους έφερναν γλυκά και πίτες, τους έπλεναν τα ρούχα κι έστελναν μηνύματα στους δικούς τους, ενώ η προσφορά τους κορυφώθηκε στις 3 ’Ιουνίου του 1906, οπότε στις φυλακές διαδραματίστηκαν αιματηρά γεγονότα.

Τη μέρα εκείνη Τούρκοι κρατούμενοι σχημάτισαν στους τοίχους της τουαλέτας του θαλάμου 6 με ακαθαρσίες μεγάλο σταυρό, πράγμα πού πλήγωσε τη φιλοτιμία των Ελλήνων συγκρατουμένων κι έτσι άρχισαν οι φονικές συμπλοκές, που είχαν σαν επίλογο από ελληνικής πλευράς επτά νεκρούς, εβδομήντα τραυματίες κι άλλα πέντε θύματα που υπέκυψαν στα τραύματά τους μετά από λίγες μέρες.

Κηδεία των Ιπποτών του Σταυρού 1906

Τότε χιλιάδες μοναστηριώτισσες χωρίστηκαν σ’ ομάδες για να παρασταθούν και να θρηνήσουν τα παλληκάρια, ενώ κατά την ταφή μαυροφορεμένες τους συνόδευσαν ως το κοιμητήρι, ίδιες ζωντανεμένες φιγούρες απ’ αρχαία τραγωδία.

Θεόδωρος_και_Παρασκευή_Μόδη

Ο Γ. Μόδης αφηγείται σχετικά:
«Το νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκαν οι νεκροί κι οι τραυματίες, γέμισε οχλοβοή. Είχε πλημμυρίσει από αγριεμένο και έξαλλο κόσμο που έκλαιε, έβριζε ή έκανε το σταυρό του. Πλούσιες κυρίες, φτωχές γυναικούλες, πόρνες, μαυροφορεμένες χαροκαμένες γριές, κορίτσια, που δεν έβγαιναν εύκολα από το σπίτι τους, ξέπλεναν, έντυναν, έκλαιαν και μοιρολογούσαν τους νεκρούς σαν να ήταν σπιτικοί τους.
Τα ρούχα βρέθηκαν γρήγορα και περίσσεψαν(…) (…)
Η κηδεία έγινε νωρίς.
Επειδή, η αστυνομία είχε απαγορέψει τα στεφάνια και τη μουσική, ένα παιδάκι βάδιζε μπροστά μ’ ένα σταυρό στο χέρι από κόκκινα τριαντάφυλλα σαν το αίμα των παλικαριών που πέθαναν για το σταυρό. Τα επτά φέρετρα τα κρατούσαν πολλοί νέοι, ψηλά στους ώμους, για να φαίνονται καλύτερα. Όλη η πόλη ακολουθούσε βουβή.
Για πρώτη φορά είχαν βγάλει τα φεσάκια και τα κρατούσαν στα χέρια…».

Στο ίδιο βιβλίο ο Μόδης πληροφορεί, ότι μια κοπέλα που την έλεγαν Δόμνα, είχε δώσει μυστικό αρραβώνα με ένα από τα θύματα, τον κρητικό Παύλο Μαρκάκη, γι’ αυτό και μετά τα γεγονότα έπεσε σε κατάθλιψη και σύντομα πέθανε από ψυχικό μαρασμό.

Για τη λευτεριά της Μακεδονίας όλες οι γυναίκες πρόσφεραν τότε τις πολύτιμες υπηρεσίες τους.
Ακόμα κι όσες έφεραν το στίγμα της «παστρικιάς», της «κοινής» όπως θα λέγαμε σήμερα. Ίσως γιατί ήθελαν να εξαγνιστούν απέναντι στη συνείδησή τους, ίσως γιατί αποζητούσαν να βρούνε ένα ιδανικό στην ερημιά της αμαρτωλής και ταπεινωμένης ζωής τους, πολλές φορές έκαναν τόσο μεγαλειώδεις πράξεις, που δίκαια θα μπορούσαν να τις καταξιώσουν σε εθνικές ηρωίδες.

Κία

Μια τέτοια γυναίκα ήταν η περιβόητη Κία —ή Βασιλική— από το Μοναστήρι, που μαζί με την αδερφή της διατηρούσε «οίκο» στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Η Κία ήταν πολύ όμορφη: Αφράτη, καλλίγραμμη, ροδόλευκη, με ευγενικά χαρακτηριστικά προσώπου και λαμπερά μαλλιά, ίδια η ενσάρκωση της καλλονής κατά τα ιδεώδη της εποχής της. Μα διέθετε και πνεύμα σπινθηροβόλο που την έκανε περισσότερο ελκυστική. Και τη σαγήνη των φυσικών της προσόντων φρόντιζε να επαυξάνει με μεθυστικά αρώματα, μακιγιάζ, πανάκριβα κοσμήματα, φανταχτερές καπελίνες και ολομέταξα ευρωπαϊκά φορέματα.
Γιαυτό κι οι δουλειές της πήγαιναν περίφημα και την έκαναν εξαιρετικά εκλεκτική. Δεν μπορούσε ο τυχόντας να δρασκελίσει το κατώφλι του «οίκου» της. Έπρεπε να είναι ο «Κάποιος», με τίτλους και αξιώματα και με πορτοφόλι, που να αντέχει στις παράλογες απαιτήσεις των εκλεπτυσμένων της γούστων.

Σωστή «εταίρα» των καιρών της η Κία δημιούργησε γύρω της έναν κύκλο υψηλών αφοσιωμένων θαυμαστών, ενδύθηκε ακτινοβολία και διασημότητα κι απέκτησε μια μυθική συλλογή από κοσμήματα κι άλλα πανάκριβα δώρα.
Όμως με την κήρυξη του Μακεδονικού Άγώνος μέσα της έγινε σεισμός. Ο φανταχτερός κόσμος της πρόσχαρης πεταλουδίτσας του πληρωμένου έρωτα κομματιάστηκε κι απ’ τα συντρίμμια του εξαγνισμένη αναδύθηκε η αυστηρή δωρίδα πατριώτισσα, που απαρνούμενη τη χλιδή και τις εφήμερες απολαύσεις αφιερώθηκε σύψυχη στην υπηρεσία του υψηλοϋ ιδανικού, το οποίο ήρθε τότε να δώσει πρωτόγνωρο, βαθύ περιεχόμενο στη ζωή της. Σαν «ελευθερώτρια» πέρασε στα χρονικά του αγώνος, αφού ως κύρια αποστολή της ανέλαβε την απελευθέρωση των παλληκαριών απ’ τις φυλακές Μοναστηριού. Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, εκμεταλλευόμενη φιλίες και συμπάθειες και χρησιμοποιώντας την ακαταμάχητη γοητεία της κατόρθωνε να επηρεάζει τις αποφάσεις των δικαστών ή και να εξαφανίζει δικογραφίες, ενώ προσφέροντας με απλοχεριά «μπαχτσίσι» στους δεσμοφύλακες μπαινόβγαινε στις φυλακές, έφερνε ρούχα καθαρά, πίτες και γλυκά στους φυλακισμένους, τους εμψύχωνε κι οργάνωνε επιτυχημένες αποδράσεις.
Σ’ αυτήν οφείλεται η απόδραση κι η σωτηρία των έξι συντρόφων του Παύλου Μελά, του Βολάνη, του Καλομενόπουλου και των άλλων, που πιάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο αμέσως μετά την μοιραία μάχη στη Στάτιστα στίς 13 ’Οκτωβρίου του 1904.

Για τη σωτήρια του καπετάν-Κώττα η Κία κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες. Μήνες και μήνες έτρεχε από γραφείο σε γραφείο, μα οι γνωστοί της στο Μοναστήρι δίσταζαν να την βοηθήσουν. Τέλος πήγε στη Θεσσαλονίκη να παρακαλέσει κάποιον παλιό της φίλο, αξιωματούχο με μεγάλη θέση στη διοίκηση, κι αφού απέσπασε την υπόσχεση του, γύριζε αισιόδοξη πώς μετά από αγώνα δεκάξι μηνών τούτη τη φορά χτύπησε τη σωστή πόρτα. Ήταν 28 Σεπτεμβρίου του 1905. Ήταν όμως τόσο αργά… Βρήκε τον ήρωα νεκρό στη Μητρόπολη, όπου άλλες Έλληνίδες τον είχαν ξενυχτήσει με σπαραγμό μετά τον απαγχονισμό του την προηγούμενη μέρα.

Η Κία παρά την απέραντη θλίψη συνέχισε τον αγώνα ακατάβλητη. Άπό το πρωί ώς το βράδυ, χειμώνα καλοκαίρι, με βροχή ή ήλιο έτρεχε φορτωμένη πίτες, ψωμί, γλυκά, ρούχα και μηνύματα για τα «παιδιά» της, όπως έλεγε τους φυλακισμένους, ή κάτω από τις βαριές της στόφες μετέφερε πιστόλια, σφαίρες και γραμμένες οδηγίες για τα άλλα «παιδιά» της, του εκτελεστικού.

Έτρεχε και στα χωριά. Όπου υπήρχε επείγουσα ανάγκη και κίνδυνος, πρώτη αυτή. Χρόνια ολόκληρα. Το ταμείο της μέρα με τη μέρα άδειαζε. Ένα-ένα πούλησε και τα ακριβά της κοσμήματα. Η σκέπη της ξεθώριασε και κολλούσε στο κεφάλι απ’ τις βροχές ή τον ιδρώτα. Τα ρούχα της ξέφτισαν. Άρχισε και να βήχει… να βήχει… Η ομορφιά της μαράθηκε. Οι δυνάμεις την εγκατέλειπαν κι η φυματίωση ύπουλα κατέσκαβε τα σωθικά της. Έγινε η σκιά του εαυτού της, μα παρέμενε ολόρθη στις επάλξεις του χρέους, μέχρι το 1908, οπότε οι Νεότουρκοι έθεσαν τέρμα στον αγώνα.
Τότε ξανάνοιξε τον «οίκο» της, όχι βέβαια για να εξασκήσει την παλιά τέχνη, μα για να αισθάνεται λιγότερη μοναξιά και να γλυκαίνει τον πόνο της αρρώστειας της η παρήγορη παρουσία αγαπημένων φίλων. Πέθανε όμως σύντομα, νέα και πικραμένη.

Εξαιρετική πατριωτική διαγωγή έδειξαν κι άλλες κοινές γυναίκες τα χρόνια εκείνα. Ο Γ. Μόδης στις «Μακεδονικές ‘Ιστορίες», μνημονεύει συχνά την ιερόδουλο Δόμνα, που έγινε σπουδαίο μέλος της «Εσωτερικής Όργανώσεως» και σαν την Κία εκμεταλλευόμενη γνωριμίες και διαθέτοντας σπάταλα τον προσωπικό της πλούτο μπαινόβγαινε ελεύθερα στις φυλακές και με κάθε τρόπο συνέδραμε τον αγώνα στο Μοναστήρι.

Όμως και από την γύρω περιοχή οι γυναίκες έδειξαν έμπρακτα τον πατριωτισμό τους.
Η Νάτσαινα από τη Γραδένιτσα του Κάμπου τον Δεκέμβριο του 1906 φιλοξενούσε τρεις τραυματίες του σώματος Γερογιάννη: Τον Φίλιππο από το Μπούκοβο, τον Νίδα από το Μοναστήρι και τον ’Αγησίλαο ή Σίλα από τη Λαμία.
Ο Τόντας Πεσκάς τους πρόδωσε κι όταν οι Τούρκοι κατέφθασαν, πρόλαβε, τους έκρυψε κι ύστερα με τους άλλους χωρικούς κίνησε για το ξωκλήσι, όπου τους μάντρωσαν οι αβτζή ταμπούρ για να ψάξουν ανενόχλητοι τα σπίτια.
Η κρυψώνα της όμως είχε πάρει νερό κι έμοιαζε με υγρό τάφο, ενώ τα χτυπήματα των Τούρκων από πάνω πολλαπλασίαζαν την αγωνία και το μαρτύριο των κρυμμένων Μακεδονομάχων. Δυό μερόνυχτα έμειναν εκεί κι όταν τους έβγαλαν, ήταν κι οι τρεις σ’ αφασία. Η Νάτσαινα με μητρική στοργή και περιποιήσεις κατόρθωσε να τους συνεφέρει. Μα ο Σίλας ήταν ολότελα τρελλός πιά… Φώναζε, καταριόταν τους Τούρκους κι έγινε δημόσιος κίνδυνος.
Τότε οι χωρικοί έβγαλαν την απόφαση, πως έπρεπε να τον σκοτώσουν για να τον λυτρώσουν, μια και δεν μπορούσαν πια να του προσφέρουν κάτι καλύτερο. Πετάχτηκε τότε ανάμεσά τους η Νάτσαινα και κλαίοντας, απειλώντας ή παρακαλώντας, τους θύμισε ότι το παλληκάρι ήρθε να πολεμήσει για τη δική τους λευτεριά και ότι είχαν χρέος να το στείλουν στη μανούλα του, που θα το καρτερούσε. Η ίδια φρόντισε να φτάσει σώος στο Μοναστήρι της Παναγίας στον Τίρναβο, που ήταν για τους τρελλούς, απ’ όπου το Κομιτάτο τον έστειλε σπίτι του.

Μιά άλλη γυναίκα, η χήρα Βάσω από το Μπόκοβο το 1906 παρουσιάστηκε στον καπετάν Γιάννη Πούλακα και εξ ονόματος όλων των γυναικών του ζήτησε να μιλήσει στους άντρες του, να μην τις απαγορεύουν να κεντούν τις φορεσιές τους με το πρόσχημα ότι τάχα χασομερούν. Επειδή δε, εκείνος δεν ήθελε να επέμβει του είπε σε έντονο ύφος: «Ξεχνάς καπετάν Γιάννη, πως για σένα τρεις μέρες και τρεις νύχτες βασανίστηκα από τους Τούρκους να φανερώσω που κρυβόσουν και που υπήρχε οπλισμός, μα εγώ απαντούσα: «Σκοτώστε με αν θέλετε. Έγώ δεν ξέρω τίποτα απ’ αυτά που με ρωτάτε».

Μια άλλη γυναίκα από το Λεσκοβίκι τροφοδοτούσε το σώμα του καπετάν Μακρή, ενώ οι Σαρακατσάνισσες της φάρας Σουλτογιάννη τροφοδοτούσαν τον Βολάνη με τους άντρες του.

Στή Γρούνιτσα Μοριχόβου τον Νοέμβριο του 1907 η χωρική Νικολίτσα φιλοξενούσε μέρες τον πληγωμένο αντάρτη Θεμιστοκλή. Τότε όμως συνέπεσε να κάνουν έφοδο στο χωριό κι οι Τούρκοι «αβτζή ταμπούρ» ψάχνοντας για κρυμμένους αντάρτες. Κρυψώνα το σπίτι δεν διέθετε.

Τι να κάνει η Νικολίτσα; Ντύνει τον Θεμιστοκλή σαν ετοιμόγεννη που κοιλοπονά και με τη βοήθεια των πεθερικών της σφάζουν και κρεμούν σε δέντρο της αυλής τον οικόσιτο χοίρο. Μόλις οι Τούρκοι δρασκέλισαν το κατώφλι της εξώπορτας με αποτροπιασμό οπισθοχώρισαν κραυγάζοντας μεταξύ τους.
— Ντέρι πέρ ντέρ (γουρούνας γουρούνια) κι έτσι η πανέξυπνη Νικολίτσα έσωσε την κατάσταση.

Βουλγάρικα εγκλήματα - Μπρένικ

Μάρτυρες Περιοχής Μοναστηριού
Με τον ερχομό του καπετάν Ρέμπελου στο Μορίχοβο, άνοιξε φριχτός λογαριασμός αίματος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, οι οποίοι εκτόνωναν την οργή τους για τις πολεμικές τους ήττες κατασφάζοντας τους αμάχους.

Στίς 8-9-1904 στην Πεταλίνα βασανίστηκε και θανατώθηκε η σαρακατσάνα Παναγιώτα Ί. Γκόγκου.
Στίς 9-10-1904 οι Βούλγαροι στο Μπρόντ κατέσφαξαν σε ώρα λειτουργίας τον παπά, την παπαδιά και δυό προκρίτους του χωρίου, ενώ στο Ίβεν στις αρχές Μαϊου έθαψαν ζωντανές τη μάννα και την αδελφή του Χρήστου και Θανάση Σγουράκη, γιατί δε στάθηκαν οι ίδιοι να τους συλλάβουν και να τους θανατώσουν.

Παρόμοιο φριχτό έγκλημα διαπράχτηκε στο ίδιο χωριό και ένα χρόνο αργότερα. Στις 14 Μαΐου του 1905, επειδή ο Πέτρος Σουγκαράκης κατόρθωσε να αποφύγει την δολοφονική ενέδρα τους, έκαναν έφοδο στο σπίτι του, βασάνισαν κατά τον πιό απάνθρωπο τρόπο την μητέρα κι αδερφή του κι αφοϋ τις εξώρυξαν τους οφθαλμούς, τυφλές και αιμόφυρτες τις έθαψαν ζωντανές στους αγρούς.

Στις 22-7-1905 η συμμορία του Μήτρου Βλάχου στην Όστιμα δολοφόνησε τη Χρήσταινα Δέλιου και τη Βασιλική Ράμου, ενώ την ίδια μέρα στο Κουμανίτσοβο την ογδοντάχρονη Φιλιώ Γρηγορίου και τη Σουλτάνα Νικολάου…

Στίς 8-8-1905 στο Μπράτιπολ δολοφονήθηκε η ’Αγγελική Στέκου με τον άντρα της, στις 11-8-1905 στο Αιάκοβο η Καλλίνα Μπόικου και η Βόσνα Νάιδου, στις 28-11-1905 στο Σκότσιβιρ η ’Ιωάννα Γεωργίου και στις 19-5-1906 στο Τγκρι κατακρεουργήθηκε η χήρα Στόινα.

Πηγή δική μου: Βλαχόφωνοι
Αρχική πηγή: Yaunatakabara